Book review, movie criticism

Monday, November 30, 2009

Φιλοσοφία και επιστήμες

Φιλοσοφία και επιστήμες, Περισκόπιο της Επιστήμης, Ιούν. 1986, τ. 86, σελ. 28-30.

Πιο πριν υπήρξε η θρησκεία. Η φιλοσοφία ήλθε μετά. Και οι προϋποθέσεις της
ύπαρξής τους ήταν διαφορετικές: Ο άνθρωπος, ζητώντας βοηθούς και συμπαραστάτες στον αγώνα για την επιβίωση, επινόησε τους θεούς και την ιστορία τους. Μέσα στα πλαίσια αυτής της ιστορίας έδωσε και τις πρώτες απαντήσεις στα ερωτηματικά που τον βασάνιζαν, σχετικά με την ύπαρξή του και την προέλευσή του.
Πρώτοι οι Ίωνες φιλόσοφοι κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα, άρχισαν «δια το θαυμάζειν» να φιλοσοφούν. Τα πρώτα ερωτήματα που έθεσαν ήταν κοσμολογικού-οντολογικού χαρακτήρα, τα οποία αποδέσμευσαν όμως από τη θεολογία.
Στους επόμενους δύο αιώνες, η προβληματική της φιλοσοφίας διευρύνθηκε. Η ηθική γίνεται αντικείμενο φιλοσοφικής έρευνας με τη διδασκαλία του Σωκράτη για την αρετή, ο Πλάτωνας ασχολείται με ζητήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της σημερινής κοινωνιολογίας, ενώ ο Αριστοτέλης δεν άφησε τίποτα με το οποίο να μη ασχοληθεί. Προβλήματα φυσικής, βιολογίας, αστρονομίας είναι μέσα στα ενδιαφέροντα του...
Ο Πυθαγόρας αναφέρεται σαν μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός. Στα μαθηματικά ανήκει η τιμή ότι πρώτα αυτά χειραφετήθηκαν από τη φιλοσοφία. Ένας μαθηματικός χρειάζεται μόνο ένα δυνατό μυαλό, και οι αρχαίοι Έλληνες το είχαν, ενώ ένας βιολόγος χρειάζεται επί πλέον και ένα μικροσκόπιο, που οι αρχαίοι Έλληνες δεν το είχαν.
Με τα σημερινά επιστημονικά κριτήρια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι, απαντώντας σε ερωτήματα χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, αυθαιρετούσαν - αν δεν επρόκειτο για μια υπέροχη αυθαιρεσία. Γεγονός είναι ότι όσο διαμορφώνονταν οι επί μέρους προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας επιστήμης, οι φιλόσοφοι υποχωρούσαν. Δεν τους «έπεφτε λόγος». Το πεδίο προβληματικής της φιλοσοφίας περιορίστηκε - και περιορίζεται συνεχώς. Οι επιστήμες έρχονται να δώσουν όλο και πιο έγκυρες απαντήσεις. Ο Αριστοτέλης διαβάζεται σήμερα κυρίως για τα μεταφυσικά του - και όχι για τα φυσικά του, μια και η φυσική τον έχει ξεπεράσει στις απαντήσεις του.
Ο Πλάτωνας ονειρευόταν μια κοινωνία που θα κυβερνούσαν οι φιλόσοφοι. Σήμερα κυβερνούν κατά βάση οι οικονομολόγοι. Μέχρι και τον δέκατο όγδοο αιώνα ο λαός έβλεπε τους φιλοσόφους του σαν την κοινωνική πρωτοπορία. Τη σημαία κατά της φεουδαρχικής απολυταρχίας την κρατούσαν ο Ρουσσώ και ο Βολτέρος. Και οι εγκυκλοπαιδιστές (Χόλμπαχ, Ντιντερό, Ντ’ Αλαμπέρ κλπ.), ήταν κατά βάση φιλόσοφοι, και το όνομα αυτό το πήραν από τη συγγραφή της περίφημης εγκυκλοπαίδειας.
Σήμερα οι άνθρωποι που «εμπνέουν» τους επαναστάτες είναι ένας οικονομολόγος, ο Καρλ Μαρξ, και μια σειρά οικονομολόγων και κοινωνιολόγων, ερμηνευτών των γραφών του, ενώ οι θεωρητικοί εκπρόσωποι των οικολόγων είναι ένας βιολόγος, ο Μπάρυ Κόμονερ, ένας γεωπόνος-μηχανικός, ο Ρενέ Ντυμόν, και ένας μαθηματικός, ο Πιέρ Σαμουέλ. Ο Σαρτρ αποτελεί ίσως την τελευταία εξαίρεση φιλοσόφου που επέδρασε πάνω σε πλατιές (σελ. 28) μάζες.
Βέβαια ο οικονομολόγος Μαρξ ενέπνευσε και μια φιλοσοφία, τον διαλεκτικό υλισμό. Όμως αυτή η φιλοσοφία αποτελεί (για τον Μποχένσκι τουλάχιστον) μια αγοραία και χυδαία φιλοσοφία (στα αγγλικά, η λέξη vulgar, χυδαίος, προέρχεται από την λατινική λέξη vulgus, που θα πει λαός). Η σύγχρονη φιλοσοφία, κάθε τι το ευκολονόητο για τις μάζες το βλέπει με καχυποψία, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην εκζήτηση και να γίνει τρομερά δύσπεπτη για τον μέσο άνθρωπο. Έτσι καταντάει όλο και περισσότερο μια κλειστή υπόθεση ελάχιστων μυημένων.
Και ο πολύς κόσμος;
Αφού η φιλοσοφία στο εξής περιορίζεται στους λίγους, αναλαμβάνουν οι επιστήμες να φιλοσοφήσουν για τους πολλούς. Ο άνθρωπος πάντα ενδιαφε¬ρόταν να γνωρίσει βασικούς τομείς της ύπαρξης του: τον εαυτό του, την κοινωνία και τον κόσμο. Αν παλιά η φιλοσοφία ήταν εκείνη που κατεξοχήν μπορούσε να προσφέρει απαντήσεις σ’ αυτούς τους τομείς, σήμερα το ρόλο αυτό έχουν αναλάβει οι επιστήμες.
Τα φιλοσοφικά βιβλία δεν ήταν ποτέ πρώτα στις πωλήσεις, ενώ είναι μονίμως best sellers τα έργα του Φρόιντ, του Άντλερ και του Γιουγκ, η «Εξέλιξη των Ειδών» του Δαρβίνου, καθώς και τα έργα του Κόνραντ Λόρεντς (ηθολόγου) και των Ντέσμοντ Μόρρις και Λάυαλ Γουώτσον (βιολόγοι). Οι εκλαϊκευτικές επιστημονικές εκδόσεις είναι πάντα πρώτες στις προτιμήσεις του κοινού και εκλαϊκευτικά επιστημονικά άρθρα βρίθουν στις σελίδες των περιοδικών, ενώ τα φιλοσοφικά λάμπουν δια της απουσίας τους.
Η φιλοσοφία σε αναδίπλωση; Ναι, αν ορίσουμε σαν φιλοσοφία την απασχόληση κάποιων διανοητών που «υψηπετούν» , καθώς βλέπουν την ανάπτυξη των επιστημών να τους παραγκωνίζει, προσελκύοντας το ενδιαφέρον του πολύ κόσμου. Όχι, αν θεωρήσουμε τη φιλοσοφία σαν την προσπάθεια να απαντηθούν σημαντικά ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, ερωτήματα που δεν μπορούν ν’ απαντηθούν «επιστημονικά», δηλαδή τελεσίδικα, αλλά που κάθε φορά φωτίζονται και πιο ολοκληρωμένα.
Η φιλοσοφία λοιπόν, αν τη θεωρήσουμε απ’ αυτή την σκοπιά, βρίσκεται σε μεγάλη άνοδο, μόνο που έχουν αλλάξει οι φορείς της. Όταν ο Φρόιντ γράφει το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» φιλοσοφεί. Το ίδιο και ο Κόνραντ Λόρεντς όταν γράφει το «Πίσω από τον καθρέφτη», όπου με τα δεδομένα της ηθολογίας προσπαθεί να στηρίξει το Καντιανό α πριόρι. «Η εξέλιξη των ειδών» του Δαρβίνου δεν συγκλόνισε μόνο θεολογικές δοξασίες, αλλά και φιλοσοφικές παραδοχές. Δεν είναι τυχαίο που ο Ε. Brehier τον κατατάσσει ανάμεσα στους «μεγάλους φιλοσόφους» του.
Ένας ορισμός θέλει την φιλοσοφία σαν την «Επιστήμη των επιστημών», όχι απλώς με την έννοια ότι τις υπερβαίνει, αλλά και με την έννοια ότι στηρίζεται πάνω σ' αυτές.
Πράγματι κάτι τέτοιο συνέβαινε μέχρι πρόσφατα. Οι εξελίξεις της μηχανικής υποβάλλουν τη θεωρία των αυτομάτων στον Ντεκάρτ, ενώ ο Μπέρξον, με τη θεωρία του για την ζωική ορμή, είναι ολοφάνερα επηρεασμένος από τη βιολογία. Σήμερα όμως οι φιλόσοφοι προτιμούν να μη έχουν και πολλές δοσοληψίες με τις επιστήμες (με εξαίρεση ίσως τους θετικιστές). Αφού λοιπόν οι φιλόσοφοι εγκαταλείπουν τις επιστήμες, δεν μένει παρά οι επιστήμονες να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία. Τους απασχολούν και αυτούς σημαντικά προβλήματα του ανθρώπου και της ζωής, και επί πλέον διαθέτουν, σε σχέση με τους φιλοσόφους, δυο πλεονεκτήματα: είναι πιο κατανοητοί στο πλατύ κοινό, και οι προτάσεις τους, καθώς διαθέτουν μεγαλύτερη αποδεικτικότητα, μια και ξεκινούν από επιστημονικά δεδομένα, είναι πιο πειστικές.
Φιλοσοφικά κείμενα, γνωστά μάλιστα στον Έλληνα αναγνώστη, έχουν γράψει επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν και ο Χάιζεμπεργκ. Όμως οι κατεξοχήν επιστήμονες που φιλοσοφούν και έχουν την προτίμηση του κοινού είναι οι βιολόγοι και οι ψυχολόγοι - ίσως γιατί το ενδιαφέρον του κοινού έχει επικεντρωθεί σήμερα στα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ακόμη, οι επιστήμες αυτές αποφαίνονται πάνω σε ζητήματα άλλων επιστημών, και σε πολλές περιπτώσεις σχηματίζουν πολύ επιτυχημένα υβρίδια (π.χ. κοινωνιοψυχολογία). Ο Γεώργιος Μουρέλος, σαν υπότιτλο του έργου του «Θέματα αισθητικής και φιλοσοφίας της τέχνης» βάζει «Οι βιολογικές και ψυχολογικές βάσεις των καλών τεχνών». Ο γράφων, ένα κεφάλαιο του έργου του «Η αναγκαιότητα του μύθου» το τιτλοφορεί «Οι βιολογικές και ψυχολογικές βάσεις των μεταφυσικών ερωτημάτων».
Το ότι αυτές οι επιστήμες μπορούσαν ν’ αποφαίνονται πάνω σε προβλήματα που δεν ήταν του χώρου τους, έκανε πιο επιτακτική την ανάγκη για διεπιστημονική προσέγγιση σε πολλά πεδία έρευνας. Έτσι αντί να βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε ένα φάσμα διακεκριμένων επιστημών, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίκτυο επιστημονικών κλάδων, που όσο πιο πολύ πληθαίνουν, τόσο πιο πολύ αλληλοπλέκονται. (σελ. 29)
Το θέμα της σχέσης φιλοσοφίας και επιστήμης δεν μπορεί να εξαντληθεί σε ένα σύντομο άρθρο. Εδώ απλώς θίξαμε κάποιες βασικές του συνιστώσες. Πριν κλείσουμε το άρθρο αυτό, καλό θα ήταν, με τη μορφή παραδείγματος, να διατυπώσουμε δυο προβλήματα, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να γίνει κάποιος διάλογος ανάμεσα σε φιλοσοφούντες βιολόγους, ή σε φιλόσοφους που έχουν σε ξεχωριστή υπόληψη τη βιολογία.
Η ομορφιά είναι μια αισθητική κατηγορία - όμως όχι μόνο αισθητική. Είναι και βιολογική κατηγορία, μόνο που συνήθως το ξεχνάμε.
Ας πάρουμε δυο περιπτώσεις ομορφιάς: Η μια είναι η ομορφιά των ανθέων. Τα πολύχρωμα άνθη εμφανίζονται σε ένα ορισμένο στάδιο εξέλιξης του φυτικού κόσμου. Ποια αξία επιβίωσης έχει ένα όμορφο άνθος για το φυτό; Έχουμε διαβάσει την αντίληψη ότι έτσι προσελκύονται τα έντομα. Το νέκταρ του άνθους βέβαια προσελκύει διάφορα έντομα (π.χ. μέλισσες) μια και αποτελεί την τροφή τους, και καθώς κολλάει η γύρη στα πόδια τους διευκολύνεται η γονιμοποίηση. Όμως η ίδια η ομορφιά, σαν χρώμα, σχήμα ή οσμή, τι χρειάζεται; Σαν «σήμα» ότι εδώ βρίσκεται νέκταρ; Μα τον ίδιο ρόλο θα μπορούσε να παίξει και οποιοδήποτε άλλο σήμα, χωρίς να είναι αναγκαστικά ωραίο. Η ομορφιά λοιπόν προσελκύει σαν
τέτοια;
Και ας δούμε τώρα τη δεύτερη περίπτωση, την ομορφιά του άλλου φύλου. Γιατί μας έλκουν κάποιοι εκπρόσωποι του άλλου φύλου περισσότερο από κάποιους άλλους; Μήπως γιατί έτσι αυξάνονται οι πιθανότητες ν’ αποκτήσουμε πιο όμορφα παιδιά; Αυτή η απάντηση απλώς μεταθέτει το πρόβλημα: Και ποιος ο λόγος ν’ αποκτούμε όμορφα παιδιά; Μήπως γιατί είναι πιο υγιή, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι; Όμως κάτι τέτοιο ούτε η καθημερινή εμπειρία το επιβεβαιώνει, ούτε καμιά στατιστική. Εξάλλου η υγεία είναι εύκολα ανιχνεύσιμη στη σωματική κατάσταση και διάπλαση ενός ατόμου, η οποία μάλιστα αποτελεί ένα δεύτερο κριτήριο σεξουαλικής επιλογής.
Μήπως η ομορφιά είναι ένας στόχος της φύσης, και όπως η φυσική επιλογή λειτουργεί προς την κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης προσαρμοστικότητας, έτσι και η σεξουαλική επιλογή λειτουργεί στην κατεύθυνση μιας μεγαλύτερης
ομορφιάς;
Παρεμπιπτόντως μπορούμε να πούμε ότι σε σχέση με τον σεξουαλικό σύντροφο ασκούνται δύο διαφορετικές πιέσεις επιλογής, που συχνά είναι αντικρουόμενες: Το σεξουαλικό ένστικτο (η δύναμη της φύσης) ωθεί σ’ ένα σεξουαλικό σύντροφο, ενώ ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης ωθεί σ’ έναν άλλο, λιγότερο ωραίο ίσως, αλλά με περισσότερες εγγυήσεις για μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Το ποια πίεση επικρατεί στο τέλος είναι
συνισταμένη πολλών παραγόντων, στην περίπτωση βέβαια που οι δύο πιέσεις επιλογής δεν οδηγούν στο ίδιο πρόσωπο.
Ένας εξισορροπητικός παράγοντας είναι ο έρωτας, που εμπεριέχει μεν τη σεξουαλική έλξη, αλλά την ξεπερνάει ταυτόχρονα, καθώς είναι συνισταμένη και άλλων παραγόντων. Η αξία επιβίωσης που διαθέτει, όπως και η σεξουαλική ικανοποίηση, που στον άνθρωπο είναι σχεδόν αποδεσμευμένη από τον αναπαραγωγή, είναι η ενίσχυση μιας μονογαμικής σχέσης που θεωρείται αναγκαία για να μεγαλώσει σωστά ο νέος άνθρωπος, ο οποίος για να φτάσει στην ωρίμανση του πρέπει να διανύσει το ένα τρίτο περίπου της πιθανής διάρκειας της ζωής του, και χρειάζεται έτσι την προστασία των γονέων του. Αυτό είναι και το κύριο επιχείρημα των ηθολόγων που λένε «ναι» στα αντισυλληπτικά.
Προηγουμένως θέσαμε δίπλα στην προσαρμογή την ομορφιά, σαν ένα ακόμα «σκοπό» της φύσης. Όμως ενώ η προσαρμογή έχει μια ολοφάνερη αξία επιβίωσης, η ομορφιά (στο επίπεδο του είδους βέβαια) δεν φαίνεται να έχει καμιά. Μήπως λοιπόν θα πρέπει να την αναζητήσουμε, όπως έκανε ο βιολόγος εκείνος με τα άνθη; Η μήπως η ίδια η έννοια της «αξίας επιβίωσης» είναι ένα πολιτιστικό παράγωγο του δυτικού τρόπου σκέψης, δηλαδή του πολιτισμού μας, όπου ο άνθρωπος σκέπτεται πάντα με όρους συμφέροντος και απόδοσης; Μήπως η φύση ωθεί στη δημιουργία όχι μόνο πιο ανεπτυγμένων, αλλά και πιο όμορφων ατόμων; Μήπως πρέπει να θέσουμε την ομορφιά, σαν βιολογική αξία, ισότιμη δίπλα στην προσαρμογή;
Αν ναι, τότε μπορούμε να επιρρίψουμε στην κοινωνία μας, δίπλα στη μομφή της εκμεταλλευτικότητάς της, και τη μομφή ότι παρεμποδίζει την απρόσκοπτη λειτουργία της σεξουαλικής επιλογής, που στο ζωικό κόσμο γίνεται περισσότερο αβίαστα και ομαλά. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να αγοράσει, να εκβιάσει, και να βιάσει τον σεξουαλικό του σύντροφο, το ζώο ποτέ.
Το δεύτερο πρόβλημα είναι το εξής:
Όταν ξεσπάει μια επιδημία, κάποτε κοπάζει. Γιατί; Μήπως επειδή έχει καταβάλει ήδη όλους τους εξασθενημένους οργανισμούς, και έχουν μείνει οι πιο ισχυροί, προσφέροντας έτσι μια μεγάλη υπηρεσία στην φυσική επιλογή; Μήπως η επαφή με τον μολυσματικό παράγοντα ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού, δημιουργώντας αντισώματα ή ό, τ ι άλλο; Ή μήπως το DΝΑ του μολυσματικού παράγοντα (είτε μικρόβιο είναι αυτός είτε ιός), με τις διαδοχικές διαιρέσεις (σελ. 30) εκφυλίζεται, με αποτέλεσμα να αδυνατεί αυτός πια να προσβάλλει; Αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, θα μπορούσαμε άραγε να εξαγάγουμε ανάλογα συμπεράσματα και για τον άνθρωπο; θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι ένας πολιτισμός παρακμάζει, γιατί «κουράζονται» τα γονίδια των μελών της κοινωνίας που τον συντηρεί; (Μετά από 25 χρόνια από τότε που έγραψα το άρθρο, παίρνω ένα email που περιέχει ακριβώς αυτή την απάντηση. Το παραθέτω κάτω από το κείμενο).
Μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς για αναγωγισμό (reductionism), ότι από παρατηρήσεις στο ζωικό κόσμο συνάγουμε ανεπίτρεπτα συμπεράσματα για την ανθρώπινη κοινωνία.
Επιστημολογικά, μπορούμε να πούμε ότι ένας κάποιος αναγωγισμός είναι σχεδόν σε όλες τις επιστήμες αναπόφευκτος. Η ίδια η ηθολογία είναι στο μάξιμουμ αναγωγική. Προφυλασσόμαστε ωστόσο απ’ αυτόν, με το να μη είμαστε μονομερείς: στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώντας ένα κάποιο εκφυλισμό των γονιδίων απλώς σαν ένα παράγοντα μόνο, μέσα σε πολλούς άλλους.
Γενικές υποθέσεις για την παρακμή ενός πολιτισμού δεν υπάρχουν πολλές. Προσωπικά έχω υπόψη μου την αντίληψη του Oswald Sprengler, που θεωρεί τις κοινωνίες σαν βιολογικούς οργανισμούς, που γεννιούνται, ακμάζουν, γερνούν και πεθαίνουν, και την αντίληψη του Νικόλα Καλαποθαράκου, συντρόφου στα μεταχουντικά χρόνια, που συναρτά τη μετατόπιση του πολιτισμού προς τα βόρεια με μια σχετική κάθε φορά σπάνι, που καθορίζεται από τις συγκεκριμένες γεωγραφικές συνθήκες και το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Οι ιστορικοί προτιμούν όμως να βρίσκουν κάθε φορά συγκεκριμένες αιτίες (π.χ. για τους Έλληνες ήταν ο κατακερματισμός τους, για τους Ρωμαίους η δουλοκτησία και οι βόρειοι βάρβαροι κλπ.) αιτίες όμως που από μόνες τους ίσως δεν φτάνουν, και που πολλές φορές αποτελούν οι ίδιες αποτέλεσμα κάποιων άλλων βαθύτερων αιτίων.
Για τις απαντήσεις μπορούν να υπάρχουν πάντα αμφιβολίες, για τα ερωτήματα καμιά. Και εδώ θέσαμε κάποια ερωτήματα, όχι για να τα συζητήσουμε διεξοδικά, αλλά σαν αφετηρίες προβληματισμού, καθώς και για να δείξουμε χαρακτηριστικά την αντίληψη ότι προβλήματα που παλιά χαρακτηρίζονταν φιλοσοφικά, μπορούν ν’ αντιμετωπισθούν και να μελετηθούν καλύτερα με διεπιστημονικές προσεγγίσεις και με δάνεια από επιστημονικούς κλάδους, και όχι στον αφηρημένο αιθέρα μιας φιλοσοφικής θεώρησης. (τελειώνει στη σελ. 74).

Το 2009 ήταν μια δύσκολη χρονιά, έκλεισε όμως με ένα γεγονός που θεωρώ ότι δεν έτυχε της σημασίας που του πρέπει και είναι ίσως το καλύτερο μήνυμα για το μέλλον και για να ξεκινήσουμε αισιόδοξα το 2010.

Το Δεκέμβριο του 2009 πραγματοποιήθηκε, όπως κάθε χρόνο, η τελετή απονομής των βραβείων Νόμπελ. Το βραβείο του Προέδρου των ΗΠΑ τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας και επισκίασε τα υπόλοιπα βραβεία.

Το φετινό όμως Νόμπελ της ιατρικής είναι μια από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης!

Το μοιράστηκαν 3 επιστήμονες που έλυσαν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της βιολογίας σχετικά με την αντιγραφή και την προστασία των χρωμοσωμάτων.

Με απλά λόγια οι ανακαλύψεις αυτές μας επιτρέπουν να εμβαθύνουμε στη λειτουργία του DNA και να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς που προκαλούν τη νόσο, τη φθορά και το γήρας.

Γιατί γερνάμε

Από τη στιγμή της σύλληψης του, κάθε ανθρώπινος οργανισμός, ξεκινάει μια πορεία στο χρόνο που τον οδηγεί στη γήρανση του και τελικά στο θάνατο.

Τα κύτταρα μας δεν παραμένουν τα ίδια κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Στη πλειοψηφία τους, διαιρούνται και αντικαθιστούν όσα έχουν φθαρεί. Η συχνότητα της διαίρεσης και της αντικατάστασης διαφέρει από όργανο σε όργανο. Οι διαιρέσεις όμως και αντικαταστάσεις δεν μπορούν να συμβαίνουν επ’ άπειρο. Υπάρχει ένα όριο.

Το 1961 ο Leonard Hayflick προσδιόρισε ότι τα κύτταρα μας έχουν ένα συγκεκριμένο όριο σχετικά με τις διαιρέσεις που μπορούν να πραγματοποιήσουν. Αυτός ο αριθμός ονομάζεται όριο του Hayflick και προσδιορίζει και τη διάρκεια ζωής μας.
Σε κάθε διαίρεση τα κύτταρα μας γερνούν και πλησιάζουν το όριο τους.

Τα δερματικά κύτταρα ενός βρέφους, για παράδειγμα, μπορούν να πολλαπλασιαστούν 80-90 φορές ακόμη, ενώ τα δερματικά κύτταρα ενός ενήλικα ηλικίας 70 ετών, μπορούν να πολλαπλασιαστούν 20-30 φορές.

Γιατί όμως μετά από κάθε κυτταρική διαίρεση τα κύτταρα μας δεν είναι ίδια με το κύτταρο από το οποίο προήλθαν, είναι όμως πιο γερασμένα και έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αρρωστήσουν και να πεθάνουν;

Ο λόγος για τον οποίο γίνεται αυτό είναι η φυσική επιλογή. Ανά είδος είναι τόση η διάρκεια ζωής όση χρειάζεται για να μπορέσει το συγκεκριμένο είδος να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να βελτιώσει τις πιθανότητες επιβίωσης του. Σε κάθε γενιά επιβιώνουν περισσότερο εκείνοι οι οργανισμοί που προσαρμόζονται καλύτερα στις συγκεκριμένες συνθήκες.

Τελομερή

Ο μηχανισμός που ρυθμίζει τη σταδιακή γήρανση των κυττάρων μας βρίσκεται στην άκρη των χρωμοσωμάτων (πορτοκαλί μέρος, βλ. εικόνα). Ονομάζεται τελομερές από τις λέξεις ( τέλος-) και ( -μέρος).

Το κάθε τελομερές, κατά τη σύλληψη, έχει μήκος 15.000 μονάδες (βάσεις). Σε κάθε διαίρεση ένα μέρος από αυτές τις βάσεις δεν αντιγράφεται και έτσι σταδιακά το μήκος των τελομερών μειώνεται. Σε κάθε διαίρεση του κυττάρου, τα τελομερή μικραίνουν, μέχρι τελικά να χάσει το κύτταρο τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται και πεθαίνει. Τα χρωμοσώματα μας σε κάθε αντιγραφή χάνουν ένα κομμάτι, όπως συμβαίνει και στο παράδειγμα με τον εργάτη που πατά πάνω στο τοίχο που χτίζει.
Ένα μεγάλο μέρος χάνεται κατά τη διάρκεια της εμβρυικής περιόδου. Στη γέννηση το μήκος των τελομερών των χρωμοσωμάτων μας έχει ήδη μειωθεί στις 10.000. Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, καθώς τα κύτταρα διαιρούνται, το μήκος των τελομερών συνεχίζει να μειώνεται και όταν φτάσει στις 5.000 τότε πεθαίνουμε.

Τα τελομερή είναι ένας προστατευτικός μηχανισμός και προωθούν την σταθερότητα του DNA μας. Η φθορά τους είναι ένας κεντρικός παράγοντας στη πρόκληση του γήρατος.

Η μείωση του μήκους των τελομερών αναδεικνύεται ως προγνωστικός δείκτης για την ανάπτυξη νόσου και την πορεία νοσημάτων συμπεριλαμβανομένων διαφόρων μορφών καρκίνου.

Το ένζυμο της Αθανασίας

Στο σώμα μας όμως υπάρχει και ένα ένζυμο που αναστέλει τη συρρίκνωση των τελομερών, η τελομεράση.

Τα τελομερή δημιουργούνται και διατηρούνται από το ένζυμο της τελομεράσης, το οποίο έχει βαπτιστεί και «ένζυμο της αθανασίας» λόγω του ρόλου του στην κυτταρική γήρανση και στον καρκίνο.

Η τελομεράση επιμηκύνει τα τελομερή, επιβραδύνει και είναι πιθανό να αναστέλλει τη γήρανση των κυττάρων.

Επιστήμονες στο χώρο της μοριακής βιολογίας ερευνούν για την ανεύρεση ουσιών που ενεργοποιούν την τελομεράση με σκοπό να αναστείλουν το γήρας. Ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη οι πρώτες πιλοτικές έρευνες σε ανθρώπους, της πρώτης ουσίας που ενισχύει τη δράση της τελομεράσης.

Οι εξελίξεις σε αυτό τον τομέα της μοριακής βιολογίας στο άμεσο μέλλον αναμένονται εντυπωσιακές.

Πρόσφατες έρευνες μας δείχνουν ότι παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής μας επηρεάζουν αρνητικά τη δράση της τελομεράσης. Αλλαγές στο τρόπο ζωής μας αυξάνουν σημαντικά τη δράση της τελομεράσης και ενισχύουν τους διορθωτικούς μηχανισμούς στα ανθρώπινα κύτταρα.

Παράγοντες που ενεργοποιούν τη δράση της τελομεράσης

- Η διατήρηση χαμηλών επιπέδων Ομοκυστεΐνης (εξέταση που μας
δείχνει το βαθμό οξειδωτικού στρες).
- Η βιταμίνη C
- Η άσκηση
- H Υπεροξειδική Δισμουτάση (SOD), ένα πολύ ισχυρό φυσικό
αντιοξειδωτικό ένζυμο που παράγεται στο εσωτερικό των κυτττάρων μας.

Μέχρι την ευρεία εφαρμογή των ουσιών που θα ενισχύουν τη δράση της τελομεράσης οι παραπάνω παράγοντες και ένας φυσικός τρόπος ζωής είναι σημαντικά βήματα για την επίτευξη βέλτιστης υγείας.

Στην Υγειά Σας!

Dr. Δημήτρης Τσουκαλάς
Post a Comment