Book review, movie criticism

Monday, November 16, 2009

Μανώλης Ξεξάκης, Πού κούκος πού άνεμος

Μανώλης Ξεξάκης, Πού κούκος πού άνεμος, Νεφέλη, Κρητικά Επίκαιρα, Νοέμβρης 1991.


Με το «Ερωτικό μυθιστόρημα χωρισμών και πολέμου», όπως χαρακτηρίζει με υπότιτλο το έργο του «Πού κούκος; πού άνεμος;» (Εκδόσεις Νεφέλη), ο Μανόλης Ξεξάκης, επιστρέφει στην πεζογραφία, από την οποία ξεκίνησε το 1977 με τα αφηγήματά του «Ο θάνατος του ιππικού». Μετά καταπιάνεται με την ποίηση. Τα τρία επόμενα βιβλία που εκδίδει είναι συλλογές ποιημάτων.
Ο Ξεξάκης είναι γνήσια λυρική φλέβα, και γι' αυτό τον κερδίζει η ποίηση. Και όταν γράφει πεζογραφία, όπως στο παραπάνω του έργο, η πεζογραφία αυτή είναι ποιητική. Και όπως η πεζολογική ποίηση με το δεξί πόδι πατάει στην ποίηση και με το αριστερό στην πεζογραφία, έτσι και η ποιητική πεζογραφία του Ξεξάκη με το δεξί πόδι πατάει στην πεζογραφία, με το αριστερό όμως πατάει στην ποίηση.
Ο Ξεξάκης φαντάζομαι, από τα λίγα βιογραφικά που ξέρω γι αυτόν (με τη νύφη του είμαστε συνάδελφοι και φίλοι) «εκδραματίζει», με την ψυχολογική σημασία του όρου, ένα προσωπικό του δράμα (το οποίο ήδη έχει ξεπεράσει, όντας ξαναπαντρεμένος και με ένα παιδί). «Εξυψώνει» (sublimate) τον πόνο του, κάνοντάς τον τέχνη, και συγκεκριμένα λογοτεχνία, για να τον υπερβεί. Όμως η λογοτεχνία αυτή δεν είναι ακριβώς μυθιστόρημα. Είναι μια αυτοβιογραφική αφήγηση εσωτερικών εμπειριών, που έχει πυροδοτήσει ο χωρισμός του με τη γυναίκα του, εκφρασμένες με ένα ολότελα ποιητικό, έξοχα λυρικό τόνο, ιδιαίτερα στην αρχή του έργου. Φράσεις όπως «ατίθασα όνειρα ψημένα στο άλλο ηγεμονικό μαγειρείο του σκοταδιού», «γεύση χειμωνιάτικης νύχτας», «πολύχρωμη πολυκατοικία, έναν γιγαντιαίο ορνιθώνα πουλιών σύγχρονων», «πλησίαζε τον θάνατο με ηλιόλουστες ελπίδες μικρών παιδιών», «βούλιαζε αργά αργά προς τις καμπύλες των μεγάλων εκπλήξεων», όλες ψαρεμένες από τις δυο πρώτες μόλις σελίδες του έργου, ανήκουν ολοφάνερα στην ποίηση και όχι οτην πεζογραφία.
Η ποίηση διακρίνεται νια την τολμηρή σύζευξη λέξεων, στις οποίες οι συμπαραδηλώσεις σπρώχνονται μέχρι τα έσχατα όρια τους, ενώ η πεζογραφία, χρησιμοποιώντας τις λέξεις στην καταδηλωτική τους σημασία, το πολύ να προχωρήσει σε τολμηρές, σουρεαλιστικές εικόνες. Ακόμη και η φράση «πολύχρωμη πολυκατοικία, έναν γιγαντιαίο ορνιθώνα πουλιών σύγχρονων χωρίς φτερά», που θα μπορούσε να ανήκει στην πεζογραφία, αίρεται στην ποίηση με τη χρήση της μεταφοράς και όχι της παρομοίωσης.
Τόσο πολύ κατατρύχεται από τις εσωτερικές του εμπειρίες ο συγγραφέας, ώστε έχει την τάση να συστοιχεί με ένα τρόπο συμβολιστικό (πάλι η ποίηση) ασήμαντα εξωτερικά συμβάντα με τις εμπειρίες αυτές, πράγμα που
συναντάται πολλές φορές στο έργο του.
Επιλέγω δύο σύντομα παραδείγματα.
... διάφορες κυρίες είχαν βγάλει βόλτα τους σκύλους για το πρωινό κατούρημα.
... είναι σαν να βγάζω κι εγώ βόλτα το κομμάτι του εαυτού μου που πάλευε με τα όνειρα όλη τη νύχτα.
Ένα μεγάλο φορτηγό είχε σηκώσει την ανατροπή και ξεφόρτωνε πέτρες που κυλούσαν από την σιδερένια καρότσα.
... Τι πέτρες, τι πίκρες, μουρμούρισε. Όλα γίνονται στο τέλος ένας άψυχος σωρός...
Ένα έργο 265 σελίδων δεν θα άντεχε - ο αναγνώστης του δηλαδή - σε ένα συνεχή καταιγισμό συναισθηματικών εξάρσεων. Γι αυτό σπάζει σε αρκετά σημεία σε ένα απλό λόγο, ιδιαίτερα σε διαλογικά μέρη που αποδίδονται σχεδόν «φωτογραφικά». Το χαριτωμένο συμβάν, το ανέκδοτο, η πικάντικη παροιμία, έχουν εδώ τη θέση τους.
Πιστεύω στο μυθιστόρημα με την κλασική του μορφή, αυτή που μας κληροδότησαν οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι του 19ου αιώνα. Πιστεύω στο μυθιστόρημα που λέει μια ιστορία, και που τη λέει μ' ένα τέτοιο τρόπο που προκαλεί το ενδιαφέρον των αναγνωστών, ώστε να το διαβάσουν μέχρι τέλος. Πιστεύω στο μυθιστόρημα - παραμύθι. Και ο Καζαντζάκης τον εαυτό του τον θεωρούσε παραμυθά. Γι' αυτό και το πρώτο μου μυθιστόρημα (να μη χάσω την ευκαιρία να το διαφημίσω, μια και μου δίνεται η δυνατότητα, απ' αυτή τη στήλη) που το τέλειωσα μόλις την προηγουμένη από τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, έχει το χαρακτήρα ενός παραμυθιού, και όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να κάνουν ενδιαφέρουσα την ανάγνωση. Έχει αγωνία, κινείται σε γκροτέσκ ατμόσφαιρα, (ο τίτλος του είναι «Το μυστικό των εξωγήινων») συχνά η εξέλιξη είναι απροσδόκητη, έχει έρωτα, έχει κουλτούρρα, και ένα μεταφυσικό προβληματισμό. Σήμερα οι μυθιστοριογράφοι μας ξεχνούν την ιστορία, τον μύθο, ο οποίος πολλές φορές είναι υποτυπώδης, σαν πρόσχημα, ή αφηγούνται επεισόδια χαλαρά δεμένα μεταξύ τους, όπως στο «Μυθιστόρημα του γέλιου και της λύπης» του Μίλαν Κούντερα, που διάβασα πριν λίγες μέρες.
Και μια και μιλάμε για τον Κούντερα, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του εκτός από το «Αστείο», όλα μου άφησαν μια άριστη εντύπωση, και δεν θυμάμαι τίποτα απ’ αυτά. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τα μυθιστορήματα του Τολστόι και του Ντοστογιέφσκι.
Σίγουρα ο Ξεξάκης δεν είναι ο πεζογράφος που θα επινοήσει ένα μύθο, μια και οι ποιητές - και ο ίδιος όπως είπαμε είναι ποιητής, ακόμη κι όταν γράφει πεζογραφία - σήμερα τουλάχιστον, δεν μας λένε ιστορίες αλλά μας περιγράφουν τα συναισθήματα τους ή μας εκμυστηρεύονται εμπειρίες, σκέψεις και προβληματισμούς. Όμως συναισθάνεται ότι το μυθιστόρημα χρειάζεται να έχει μια συναρπαστική αφήγηση, και επειδή δεν μπορεί να την επινοήσει τη δανείζεται - από τον πατέρα του. Ο αφηγηματικός κορμός του έργου είναι οι αφηγήσεις του πατέρα του, η εξιστόρηση των περιπετειών που πέρασε στα αλβανικά βουνά και την Οδύσσειά του μέχρι να επιστρέψει στην Κρήτη. Απλά και λιτά δεμένες, αλλά με ταλέντο, υποπτεύομαι ότι είναι σχεδόν απείραχτες - εξάλλου το ταλέντο πάει κληρονομικά.
Ο Ξεξάκης δένει στις αφηγήσεις αυτές του πατέρα του, σαν σε κορμό, τις δικές του αφηγήσεις. Όμως το δέσιμο αυτό δεν είναι μηχανικό, αλλά οργανικό, σε σχέση με το θέμα του έργου του. Ο πατέρας, στέλνοντας τις διηγήσεις του σε γράμματα, προσπαθεί να ανασύρει το γιο του από την μελαγχολία όπου τον έχει ρίξει ο χωρισμός με τη γυναίκα του, δείχνοντάς του ότι υπάρχουν και χειρότερα από το να χάσεις τη γυναίκα σου, να κινδυνεύεις κάθε στιγμή να χάσεις τη ζωή σου.
Οι αφηγήσεις του πατέρα είναι καθαυτές συναρπαστικές, όμως πιο συγκινητική για μένα στάθηκε η προσπάθεια του πατέρα, που την αγωνία του περισσότερο τη φαντάζεται κανείς παρά εκφράζεται η ίδια, να παρηγορήσει το γιο του. Ένα συγκινητικό «Κράμερ εναντίον Κράμερ», με τους ήρωες όμως, κατά 25 περίπου χρόνια μεγαλύτερους.
Το μόνο πρόβλημα που είχα με το έργο είναι ο τίτλος του. Το ίδιο πρόβλημα είχα και με τον τίτλο του έργου του Άρη Σφακιανάκη «Ο τρόμος του κενού». Όμως εκεί μπορούσα να κάνω κάποιες εικασίες. Εδώ καμιά. Είναι ποιητικά μυστηριώδης.

Υ.Γ. Μου είπε ο ίδιος ο Ξεξάκης, πριν χρόνια, ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι. Και αν θυμάμαι καλά είναι να μαντέψεις σε ποιο χέρι από τα δυο κρύβεται ο «κούκος».
Post a Comment