Book review, movie criticism

Showing posts with label Μπάμπης Δερμιτζάκης-βιβλία που διάβασα. Show all posts
Showing posts with label Μπάμπης Δερμιτζάκης-βιβλία που διάβασα. Show all posts

Thursday, August 6, 2026

Thomas Mann, Σοπενχάουερ

 Thomas Mann, Σοπενχάουερ (μετ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου), Έρασμος 2006, σελ. 72

 


  Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, και δεν έχω όρεξη να ξαναγυρίζω στις παλιές αγάπες. Παλιά αγάπη μου η φιλοσοφία – το δεύτερο πτυχίο μου, με το οποίο διορίστηκα ως φιλόλογος, είναι φιλοσοφίας, στο αμιγώς τότε φιλοσοφικό τμήμα του ΕΚΠΑ. Τώρα τη φιλοσοφία τη θεωρώ ως ένα διανοητικό παιχνίδι, παραπλήσιο με την τέχνη, που όμως δεν μου προσφέρει γνώσεις. Τώρα, πώς έτσι και αποφάσισα να διαβάσω ένα δοκίμιο για τον Σοπενχάουερ;

  Καταρχάς να πω ότι ήθελα, παρόλα αυτά, να διαβάσω το κορυφαίο έργο του, «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση», όμως ήταν εξαντλημένο.  Σε συζήτηση σε παρέα, ένας το είχε, ο φίλος μου ο Πρατικάκης προθυμοποιήθηκε να το δανειστεί και να το βγάλει σε φωτοτυπίες σε δυο αντίτυπα, ένα για αυτόν και το άλλο, δώρο, για μένα. Εκδόσεις Αναγνωστίδη, όπου εκδόθηκαν οι πρώτες μου μεταφράσεις. Το διάβασα πριν επτά χρόνια, όπως βλέπω τώρα στην ανάρτηση που έκανα.

  Πριν λίγες μέρες ο φίλος μου ο Πάτροκλος έκανε ένα αφιέρωμα σ’ αυτόν στο ιστολόγιό του «Peri-Grafis». Το διάβασα, και διάβασα και την ανάρτηση που έκανα. Έπεσα και πάνω στο βιβλίο του Τόμας Μαν, μικρό είναι είπα, ας το διαβάσω.

  Όσο και να μην σου αρέσει ένα βιβλίο πάντα θα βρεις σ’ αυτό κάτι χρήσιμο, είπε κάποιος, έχω ξεχάσει ποιος. Βρήκα αρκετά χρήσιμα, βιογραφικά στοιχεία κυρίως, αλλά και το βιβλίο μου άρεσε με το γλαφυρό του ύφος καθώς το έγραψε λογοτέχνης, όχι με τη στρυφνή γλώσσα των ανθρώπων του επαγγέλματος.

  Η βασική ιδέα του Σοπενχάουερ είναι εντελώς διάφανη. Το βασικό στοιχείο του κόσμου, φανταστείτε το σαν μετωνυμία του big bang, είναι η βούληση, η οποία ενσαρκώνεται σε παραστάσεις, άλλες ανώτερες, όπως οι πλατωνικές ιδέες, άλλες κατώτερες. Η βούληση είναι πηγή δυστυχίας, ακολουθεί εδώ ο Σοπενχάουερ την ανατολική φιλοσοφία, καθώς συνοδεύεται από ματαιώσεις. Ήταν απαισιόδοξος ο Σοπενχάουερ. Ίσως κουβαλούσε την κατάθλιψη του πατέρα του που αυτοκτόνησε, και την καταπολέμησε «εξυψώνοντάς τη», κατά τη φροϋδική έννοια (Sublimierung) σε μια πεσιμιστική φιλοσοφική θεωρία.

  Το σημαντικό για μένα το είπα, το ύφος του δεν με κούρασε, οπότε καλύτερα να περάσω στην παράθεση αποσπασμάτων.

  «Η απόλαυση που παίρνουμε από ένα μεταφυσικό σύστημα, η ευχαρίστηση που μας δίνει η νοητική οργάνωση του κόσμου σε ένα σύστημα αυστηρά θεμελιωμένο, εντελές και ισόρροπο οικοδόμημα σκέψης, είναι πάντοτε και πάνω απ’ όλα αισθητικής φύσης».

  Τα μεγάλα πνεύματα. Αλλά, να κάνω πιο σαφές αυτό που είπα παραπάνω, είναι «μόνο» αισθητικής φύσης για μένα.

  «Η βούληση ήταν η υπέρτατη, η απαραμείωτη, πανάρχαιη αρχή της ύπαρξης, η πηγή κάθε φαινομένου, ο παρών και ενεργός γεννήτορας του καθενός ξεχωριστά, η κινητήρια δύναμη που δημιουργεί ολόκληρο τον ορατό κόσμο και ολόκληρη τη ζωή».

  Εξαιρετική σύνοψη της θεωρίας του.

  «…η διάνοια είναι απλώς και μόνο το όργανο της βούλησης…».

  Θα επανέλθουμε σ’ αυτό με άλλο απόσπασμα.

  «Ο κόσμος τούτος είναι ο χείριστος εξ όλων των δυνατών κόσμων».

  Να και άλλος που αρέσκεται σε παραφράσεις (εμείς chatgpt τα έχουμε πει), αν όντως είναι η αυθεντική διατύπωση του Σοπενχάουερ. (Τελικά είναι αυθεντική, μου το επιβεβαίωσε ο παντογνώστης chatgpt). Α, ξέχασα, παραφράζει τον Λάιμπνιτς για όσους δεν το ξέρετε, που στη θέση «χείριστος» έχει «καλύτερος».

  «Υψώνει την ηθική και την ενθρονίζει υπεράνω της αισθητικής».

  Ας το θυμάμαι αυτό.

  «…ο Σοπενχάουερ, όταν κάνει την τραχειά και αγέρωχη δήλωση ότι καθένας μας, καλότυχος ή κακότυχος, έχει ακριβώς τη μοίρα που του αξίζει».

  Παραθέτω το απόσπασμα γιατί διαφωνώ κάθετα.

  «Ο Σπινόζα είπε: [να μη γράψω το λατινικό] Η καλοσύνη δεν είναι παρά αγάπη που γεννιέται από την συμπόνια».

  Η συμπόνια μπορεί να αυξήσει την αγάπη, η δική μου εμπειρία. Και θα ήθελα να μειωθεί η αγάπη και να αυξηθεί η συμπόνια.

  «Εάν η ασκητική αγνότητα εφαρμοζόταν σαν μια γενική πρακτική, θα ερχόταν το τέλος του ανθρώπινου είδους».

  Ο Καζαντζάκης είπε «Αλίμονο στο χωριό που δεν έχει κανένα άγιο. Αλίμονο στο χωριό που όλοι είναι άγιοι».

  Μου θυμίζει τον γενετικό πολυμορφισμό στη βιολογία. Ένας φαινότυπος που κυριαρχεί μπορεί να οδηγηθεί στην εξαφάνιση όταν αλλάξουν οι περιβαλλοντικές συνθήκες, και να επικρατήσει ένας άλλος φαινότυπος προσαρμοσμένος σ’ αυτές, που αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την εγγύηση του είδους.

  Να σημειώσω ότι ο Μαν παραθέτει κάποια αποσπάσματα από το πρώτο του μυθιστόρημα, τους «Μπούντεμπροκ», το μυθιστόρημά του που μου άρεσε περισσότερο.

  «Η αυτοκτονία επιβεβαιώνει τη βούληση για ζωή, αντί να την αρνείται».

  Δεν με ενδιαφέρουν οι διανοητικές αλχημείες στις οποίες επιδίδεται για να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Εγώ δηλώνω τις τελευταίες δεκαετίες οπαδός του «Απλοϊκού ρεαλισμού», και διαφωνώ κάθετα με αυτή την άποψη.

  «Η συμπεριφορά του κατά τα γεγονότα του 1848….αποκαλούσε το λαό κυρίαρχο όχλο και είχε δανείσει επιδεικτικά τα κιάλια του στον αξιωματικό που έκανε από το παράθυρο του Σοπενχάουερ αναγνώριση των εξεγερμένων στα οδοφράγματα, για να μπορεί να κατευθύνει καλύτερα τα πυρά του…».

  Ο Ουγκώ ήταν περίπου μια από τα ίδια. Αντιγράφω από την ανάρτησή μου για τους «Άθλιους»:

  «Στην επανάσταση του 1848, ο Ουγκώ σαν εθνοφρουρός επιτέθηκε στα οδοφράγματα, πίσω από τα οποία ήταν ο φίλος του ο Μπωντλέρ. Με το παραπάνω απόσπασμα ίσως εκφράζει τη θλίψη του, αν όχι τη μεταμέλειά του, σίγουρα τη δικαιολογία του, για τη στάση που κράτησε τότε. Στην εξέγερση του 1832 την οποία αφηγείται στο μυθιστόρημά του, βρίσκεται πίσω από τα οδοφράγματα, μαζί με τους ήρωές του».

  «…ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, ένας πολίτης της μεσαίας τάξης με τα στίγματα της ιδιοφυΐας, που καθιστούν τη μορφή του εκκεντρική αλλά αναμφισβήτητα αστική….η ακρίβειά του ως καπιταλιστή (κατέγραφε κάθε δεκάρα και στη διάρκεια της ζωής του διπλασίασε την πατρική περιουσία του με έξυπνη διαχείριση)…».

  Δεν νομίζω να εύρισκα στη βικιπαίδεια αυτές τις λεπτομέρειες.

  «Ο έρωτας αποτελεί για τον Σοπενχάουερ το κέντρο της βούλησης και, στη σωματική του εκδοχή [το κάτω κεφάλι] τον αντίθετο πόλο του εγκεφάλου [το πάνω κεφάλι] ο οποίος αντιπροσωπεύει τη γνώση».

  Τα μέσα στις αγκύλες τα έβαλα χιουμοριστικά.

  «Κατά τον Γκαίτε ο έρωτας και το πνεύμα (η σκέψη) ήταν τα πιο υψηλά, τα πιο ισχυρά θέλγητρα στη ζωή».

   Για το πρώτο, σίγουρα. Όμως…

  Κατ’ αυτόν [τον Σοπενχάουερ] ο σαρκικός έρωτας προέρχεται από τον Διάβολο, αποτελεί έναν διαβολικό περισπασμό από τον καθαρό στοχασμό».

  Δεν πα να προέρχεται…

  «[Ο Γκαίτε… γνωρίζουμε πράγματι πως ξεκίνησε να το διαβάζει με μια ευμενή περιέργεια αλλά δεν το τελείωσε ποτέ».

  Τον έφαγα τον Γκαίτε, εγώ το τέλειωσα.

  Είπα θα επανέλθουμε:

  «Σε μια ομιλία που έκανα κάποτε στη Βιέννη υποστήριξα ότι η δυσοίωνη σοπενχαουερική επικράτεια της βούλησης είναι απολύτως ταυτόσημη με την περιοχή εκείνη που ο Φρόιντ αποκαλεί ασυνείδητο, το id (εκείνο) – όπως από την άλλη μεριά, η κατά Σοπενχάουερ διάνοια, ο νους, αντιστοιχεί στο φροϋδικό Εγώ, στο τμήμα εκείνο της ψυχής που στρέφεται προς τα έξω, προς τον κόσμο».

  Συμφωνώ απόλυτα με το πρώτο, ενώ με το δεύτερο με την έννοια ότι στρέφεται προς τον κόσμο σαν «διαιτητής» ανάμεσα στο id (εκείνο, προεγώ) και το υπερεγώ, τις ενδοβαλμένες κοινωνικές επιταγές του πολιτισμού (που είναι πηγή δυστυχίας).

  Να σημειώσουμε ότι γράφηκε το 1938, όταν ο Τόμας Μαν (γεννημένος το 1875) ήταν 63 χρόνων.

Wednesday, July 29, 2026

Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας

 Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας (μετ. Αργυρώ Μαντόγλου), Ψυχογιός 2017, σελ. 319

 


  Είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro, και το δεύτερό του που διαβάζω, μετά τα «Νυχτερινά».

  Χωρίς μείζονα σασπένς, με μια θεματική που εμένα σαν έλληνα δεν με ενδιέφερε (ο Butler αφήνεται αμετάφραστος, έχει πολλά καθήκοντα μου λέει το chatgpt, αλλά εδώ το κύριό του είναι υπεύθυνος προσωπικού), βρήκα εντούτοις ενδιαφέρουσες τις αφηγηματικές του τεχνικές.

  Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη, κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το τώρα, με τον χρόνο της αφήγησης (ΧΑ) συχνά να υπολείπεται μόνο λίγα λεπτά από το χρόνο της ιστορίας (ΧΙ).

  «Πριν από λίγα λεπτά, εντελώς τυχαία, λίγο μετά το άναμμα των φώτων, εκεί που ήμουν καθισμένος στο παγκάκι…» (σελ. 315).

  Το τώρα αναφέρεται κυρίως σε μια πενθήμερη (όχι πενταήμερη που λένε οι μαθητές μας) εκδρομή. Το δεύτερο επίπεδο είναι αναμνήσεις από την εποχή του μεσοπολέμου που δούλευε σαν μπάτλερ στο Ντάρλινγκτον Χολ του Λόρδου Ντάρλινγκτον.   Μετά τον θάνατό του αγοράστηκε από τον κύριο Φάραντεϊ, έναν αμερικάνο λεφτά.

  Ακόμη:

  Δίνει ένα μεγάλο ρεαλισμό στη γραφή με το να «προφασίζεται» συχνά ότι δεν είναι σίγουρος για την ακρίβεια της ανάμνησης: «Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως μπορεί να έχω μπερδευτεί λιγάκι∙ πως, στην πραγματικότητα, αυτό το θραύσμα της ανάμνησης να προέρχεται από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα άλλο βράδυ…» (σελ. 275).

  Οι διαφορές ανάμεσα στους δυο ιδιοκτήτες:

  Ο λόρδος ήταν όντως ευγενής. Το χρηματικό δεν τον απασχολούσε, είχε πολυάριθμο προσωπικό, και ήταν ένας έντιμος, ευσυνείδητος άνθρωπος, με καλές προθέσεις. Ο άλλος, ο λεφτάς, μείωσε το προσωπικό στα τέσσερα άτομα, και ο μπάτλερ έπρεπε να το διαχειριστεί αυτό όσο πιο καλά μπορούσε, δηλαδή να βγάζουν τη δουλειά που έβγαζε το παλιό προσωπικό. Κοντολογίς, τους έβγαζε το λάδι.

  Πολλές σελίδες αναλώνονται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχει ένας μπάτλερ. Οι άγγλοι ίσως τις βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Γίνεται αρκετή συζήτηση για την αξιοπρέπεια, σαν το κατεξοχήν χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει.

  Μετά τον μπάτλερ κεντρικό πρόσωπο είναι η οικονόμος, η δεσποινίς Κέντον. Έχει αγαπησιάρικες σχέσεις μαζί του, αν και ορισμένες φορές υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους. Κάποια στιγμή ερωτεύεται και φεύγει. Μετά από τριάντα χρόνια (ο πρόλογος χρονολογεί την αφήγηση το 1956) στέλνει ένα γράμμα στον μπάτλερ. Δεν είναι σαφές από το γράμμα, αλλά μήπως ενδιαφέρεται να ξαναγυρίσει στο αρχοντικό; Η πενθήμερη εκδρομή θα έχει σαν κατάληξη την συνάντηση μαζί της.

  Τα πραγματολογικά στοιχεία έχουν για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.

  Ο λόρδος θεωρεί άδικο το να στύψουν σαν λεμονόκουπα τους γερμανούς μετά την ήττα τους. Ένας φίλος του γερμανός χρεωκόπησε με τον πληθωρισμό και αυτοκτόνησε. Κάνει μια μάζωξη, οιονεί μίνι συνέδριο, με προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και ένας γάλλος (οι γάλλοι τηρούν αδιάλλακτη στάση σε σχέση με τους όρους της ειρήνης) ώστε να επηρεάσουν για να αμβλυνθούν οι επαχθείς όροι.

  Δεν είναι υπερβολικός. Θυμάμαι που διάβασα ότι είχε πέσει τέτοια πείνα στη γερμανία μετά τον πόλεμο, που υπήρχαν αστυνομικοί στις γέφυρες για να εμποδίσουν απελπισμένες μητέρες να πέσουν στο ποτάμι μαζί με τα μωρά τους.

  Επισκέπτης του ήταν ο Ρίμπεντροπ, αυτός που μαζί με τον Μόλοτοφ υπέγραψαν το περιβόητο σύμφωνο. Μετέφερε τη ναζιστική προπαγάνδα για διαρκή ειρήνη, η οποία έβρισκε ευήκοον ους στον λόρδο, καθώς ένιωθε ενοχές για την κατάσταση της γερμανίας. Πείστηκε ότι οι εβραίοι είναι μεγάλος κίνδυνος, με αποτέλεσμα να διώξει δυο υπηρέτριες, προς απελπισία της δεσποινίδας. Αργότερα, όταν είδε τι ήταν ο Χίτλερ, ζήτησε να ψάξουν να τις βρουν και να τις βοηθήσουν, εν είδει αποζημίωσης.

  Όχι, τώρα τα πάει μια χαρά με τον άντρα της, παρόλο που τον εγκατέλειψε τρεις φορές.

  Όμως καιρός να περάσουμε σε αποσπάσματα.

    «Ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, ένας γνήσιος τζέντλεμαν, και σήμερα νιώθω υπερήφανος που αφιέρωσα τα καλύτερά μου χρόνια στην υπηρεσία του» (σελ. 87).

  Ο μπάτλερ τα λέει αυτά.

  «Θυμάμαι, επίσης, να παρακολουθώ τον κύριο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα…» (σελ. 180).

  Παρελαύνουν αρκετές προσωπικότητες στο Ντάρλινγκτον Χολ. Ένας άλλος είναι ο Λόρδος Χάλιφαξ, άτομο με επιρροή. Τον Τσώρτσιλ δεν τον είδε.

  «Βρετανική Ένωση Φασιστών», με αρχηγό τον «Σερ Όσγουαλντ Μόσλι», έναν από τους επισκέπτες.

  Δεν την έχω ξανακούσει, αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι φασίστες επιβιώνουν, αλλά δεν τολμούν να βάλουν στο όνομα των οργανώσεών τους τη λέξη φασίστας ή φασισμός.

  «Το Ford δεν είχε κάποια βλάβη, απλώς είχε μείνει από βενζίνη. Το να κατηφόριζα μέχρι το χωριό θα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα και εκεί ήταν βέβαιο πως θα έβρισκα κατάλυμα και ένα δοχείο με βενζίνη» (σελ. 212).

  Η ανάγνωση του αποσπάσματος αυτού πυροδότησε μια δική μου ανάμνηση. Είχα μείνει από βενζίνη 30 μέτρα από το βενζινάδικο το Γιώργη του Χατζημαρκάκη, με το autobianchi μου, πριν χρόνια εννοείται. Φοβερή κωλοφαρδία.

  «Η δεσποινίς Κέντον με βρήκε να διαβάζω εκείνο το βράδυ, απλώς και μόνο επειδή τα έργα αυτά ήταν γραμμένα σε καλά αγγλικά… Σπανίως είχα τον χρόνο ή την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από αυτά τα ρομάντζα από την αρχή έως το τέλος…» (σελ. 220).

  Ανάμνηση πρώτη: ο φίλος μου ο Μιχάλης διάβαζε από τα βίπερ Νόρα της μητέρας του μόνο την αρχή, τη μέση και το τέλος.

  Ανάμνηση δεύτερη: τη δεκαετία του ’80 διάβαζα ανάλογα αισθηματικά ρομάντζα, γερμανικά, για εξάσκηση της γλώσσας: Marie Luis Fischer και Gonsalick. Τα γερμανικά τα ξεκίνησα στο Λύκειο με μέθοδο άνευ διδασκάλου, μετά για ένα μήνα με μαθήματα δι’ αλληλογραφίας, και τρία ή τέσσερα χρόνια στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Αργότερα, σαν «διάλειμμα» της συγγραφής του διδακτορικού μου κατά την τριετή εκπαιδευτική μου άδεια 1993-1996 (καλές εποχές τότε, έπαιρνες την άδεια αρκεί να είχες τις τυπικές προϋποθέσεις) τρία χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε στα πλαίσια του Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων (καλές εποχές τότε, πέρασα το superieur trois στο γαλλικό Ινστιτούτο με το οποίο πήρα επάρκεια στα γαλλικά, τώρα μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα ξένων γλωσσών μόνο στο κτίριο του ινστιτούτου αυτού, νομίζω βρίσκεται κάπου στην Πειραιώς), με κατατακτήριες στο Mittelstufe, πήρα το πτυχίο, αλλά δεν τα κατάφερα στο Kleines Sprach Diplom, τον δεύτερο χρόνο πήγαινα σε κάθε δεύτερο μάθημα, είχε τελειώσει η άδεια μου και ήμουν αποσπασμένος στο γραφείου του κ. Γραμματά, του εποπτεύοντος του διδακτορικού μου. Να περιαυτολογήσω, το διδακτορικό το τέλειωσα στα δυο χρόνια αλλά έπρεπε να περιμένω τρία για την υποστήριξη, γιατί δεν είχα κάνει μεταπτυχιακό (καλές εποχές τότε), δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμη στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, αυτό έγινε την επόμενη χρονιά. Στο τσακ το γλίτωσα. Παρεμπιπτόντως εκδόθηκε από τον Gutenberg, Αφηγηματικές Τεχνικές, το 2000. Για τις γλώσσες μου γράφω σχετικά σε ένα από τα αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα.

  «Ο σύγχρονος κόσμος είναι υπερβολικά βρώμικος τόπος για ωραία και ευγενικά αισθήματα» (σελ. 289).

  Για την πατρίδα μου, και πατριωτικά. Οι «εθνικοί ευεργέτες» ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, σε μια σύρραξη με τους Τούρκους, πόσοι θα πήγαιναν εθελοντές, όπως τότε στους βαλκανικούς πολέμους, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατής Μυριβήλης.

  «Δεν είναι μυστικό πως ο καινούριος μας βασιλιάς υπήρξε πάντα φίλος των ναζί».

  Εγώ όμως, ο έλληνας, μετά από τόσα χρόνια, πού να το ξέρω; Ούτε το όνομά του δεν ξέρω, και δεν με ενδιαφέρει εδώ που τα λέμε για να το ψάξω.

  Είδαμε και την ομώνυμη ταινία του James Ivory, με τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson, γυρισμένη το 1993.

  Εξαιρετική ταινία, ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα, εκτός βέβαια από κάποιες μικροαλλαγές. Η μεγάλη αρετή της ταινίας είναι το casting: δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους ερμηνευτές των δύο κύριων ρόλων από τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους, ιδιαίτερα η Emma.

  Μια αλλαγή που θυμάμαι: ο καινούριος αγοραστής του Ντάρλινγκτον Χολ δεν είναι ο κύριος Φάραντεϊ αλλά ο κύριος Λιούις, αμερικάνος που παραβρέθηκε σ’ αυτό το μίνι άτυπο συνέδριο.

  Το μυθιστόρημα το διάβασα γιατί αύριο θα προβληθεί η κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου μυθιστορήματος του Ishiguro, «A pale view of hills». Αν δεν προλάβω να αναρτήσω για αυτήν αύριο (διαβάζω τώρα το μυθιστόρημα) θα αναρτήσω μεθαύριο.

Ξέχασα να το γράψω, και όμως: η ταινία μου άρεσε περισσότερο από το μυθιστόρημα.


Sunday, July 26, 2026

Καζούο Ισιγκούρο, Νυχτερινά

 Καζούο Ισιγκούρο, Νυχτερινά, μετ. Τόνια Κοβαλένκο, Καστανιώτης 2009, σελ. 200



 Πέντε ιστορίες αποτυχίας και συμβιβασμού περιέχονται στο τελευταίο αυτό βιβλίο του πολυβραβευμένου άγγλου, αλλά ιαπωνικής καταγωγής, συγγραφέα.

  Για να είμαι ειλικρινής το βιβλίο το πήρα από παρεξήγηση. Όπως δεν μου αρέσει ο κινηματογράφος στον οποίο μιλάνε αγγλικά, έτσι δεν μου αρέσει και η λογοτεχνία που είναι γραμμένη στα αγγλικά. Νόμιζα ότι είχα να κάνω με γιαπωνέζικη λογοτεχνία, και τελικά διαπιστώνω ότι ο συγγραφέας, γεννημένος στο Ναγκασάκι το 1954, όταν ήταν πέντε χρονών ήλθε με την οικογένειά του στην Αγγλία.

  Μετά από μια τέτοια εισαγωγή πρέπει να γράψω κάτι που συνήθως γράφεται στο τέλος: το βιβλίο είναι πάρα πολύ καλό και δεν μετάνιωσα που το πήρα. Απλώς, ως μέλος μιας  ομάδας μελέτης της κοινωνικής ανθρωπολογίας στην οποία έχουμε υπεύθυνο τον εξαιρετικό κοινωνικό ανθρωπολόγο και υπέροχο άνθρωπο Σωτήρη Δημητρίου, ενδιαφέρομαι περισσότερο για τις εξωτικές κοινωνίες, δηλαδή για τις κοινωνίες που δεν ανήκουν στον Δυτικό κόσμο, τον οποίο έτσι κι αλλιώς τον ξέρουμε αρκετά καλά, και ας βρισκόμαστε, ως έλληνες, απλά στις παρυφές του.

   Μετά τον τίτλο «Νυχτερινά» ακολουθεί ο υπότιτλος «πέντε ιστορίες της μουσικής και της νύχτας».  Αναγκαίος ένας τέτοιος υπότιτλος, όχι μόνο για να προσδιορίσει ότι το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα αλλά αποτελείται από πέντε μικρές νουβέλες ή πέντε εκτενή διηγήματα αλλά και για να άρει τον συνειρμό με τα ρομαντικά μουσικά νυχτερινά – ποιος δεν έχει ακούσει τη «Μικρή νυχτερινή μουσική» του Μότσαρτ – παραπέμποντας σε έναν άλλο συνειρμό, τη μελαγχολία της νύχτας, και σε έναν άλλο ακόμη, τη μελαγχολία της Δύσης, της γηραιάς ηπείρου που οδεύει προς τη δύση της και οι κάτοικοί της έχουν καταληφθεί από τη μελαγχολία των γηρατειών.

  Μελαγχολικές και οι πέντε ιστορίες. Οι άνθρωποι που πρωταγωνιστούν σ’ αυτές έχουν να αντιμετωπίσουν την αποτυχία στον επαγγελματικό τομέα – είναι όλοι τους μουσικοί που δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τη μετριότητα, με εξαίρεση έναν που το αστέρι του έχει πια δύσει - και επίσης την αποτυχία τους στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, κυρίως με τον/την σύντροφό τους.

  Μελαγχολικές; Θεματικά ναι. Τις διακρίνει όμως ένα λεπτό, διακριτικό χιούμορ, σχεδόν αδιόρατο πολλές φορές που τις κάνει πιο ανάλαφρες, και που αποτελεί πιστεύω τη μεγαλύτερη αρετή τους. Η εκτενέστερη και καλύτερη κατά τη γνώμη μου ιστορία, από την οποία χαρακτηρίζει και τις υπόλοιπες ο Ισιγκούρο, είναι το «Νυχτερινό». Υπάρχει εκεί  σε μεγαλύτερο βαθμό αυτό το χιούμορ καθώς και ένα σπαρταριστό σασπένς που διατηρεί αδιάπτωτο το αφηγηματικό ενδιαφέρον, και εικονογραφείται τέλος πιο χαρακτηριστικά η επαγγελματική αποτυχία και η αποτυχημένη σχέση με τη σύντροφο. Διαθέτει επί πλέον κάτι που δεν υπάρχει στα υπόλοιπα διηγήματα: μια κάποια αισιοδοξία. Ο ήρωας, ενώ υποβάλλεται σε μια αισθητική χειρουργική για να γίνει ωραίος, πράγμα που όχι μόνο θα τον βοηθήσει στην καριέρα του ως μουσικού αλλά και, όπως πιστεύει, θα του ξαναφέρει πίσω τη γυναίκα του που τον έχει εγκαταλείψει για κάποιον πλούσιο, όταν φαίνεται περισσότερο από πιθανή αυτή η προοπτική –μάλλον έχει χωρίσει με τον πλούσιό της-δεν ενδιαφέρεται να την αξιοποιήσει. Η ιστορία τελειώνει με τις παρακάτω σκέψεις του ήρωα:

«…Ίσως να έχει δίκιο η Λίντι (η γυναίκα που είχε υποβληθεί και αυτή σε αισθητική ανάπλαση και με την οποία έκανε παρέα). Ίσως, όπως είπε, να πρέπει να κοιτάξω μακριά, ίσως η ζωή είναι, πράγματι, πολλά άλλα πράγματα εκτός από το να αγαπάς κάποιον. Ίσως αυτή να είναι μια στιγμή-σταθμός για μένα και να με περιμένει στη γωνία η διασημότητα. Ίσως η Λίντι να έχει δίκιο» (σελ. 169).

  Ίσως. Τίποτα δεν είναι σίγουρο. Πάντως ο ήρωας γυρνάει την πλάτη του στην πιθανότητα την οποία ονειρευόταν, την επανασύνδεση με τη γυναίκα του. Κάποιοι άλλοι ήρωες του Ισιγκούρο προτιμούνε την ασφάλεια του συμβιβασμού με μια προβληματική σχέση με τον/την σύντροφό τους.

  Αφηγηματική διαύγεια και λεπτό χιούμορ χαρακτηρίζουν τα διηγήματα αυτά του Καζούο Ισιγκούρο, καθώς και αρκετή επινοητικότητα στη σύνθεση των ιστοριών του. Θα κλείσω με αυτό που έγραψα στην αρχή: το βιβλίο είναι πολύ καλό και δεν μετάνιωσα που το πήρα, συμπληρώνοντας: σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα.

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης, 2009 Από τις κριτικές που χάθηκαν μαζί με το Λέξημα, και δεν είχα την προνοητικότητα να τις αναρτήσω ταυτόχρονα και στο blog

 

Friday, July 24, 2026

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς (In memoriam)

 

Αλέξης Σταμάτης, Σκότωσε ό, τι αγαπάς, Καστανιώτης 2009.



Ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με εντυπωσιακές ανατροπές

(Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα το 2009, και δεν είχα την πρόβλεψη να το δημοσιεύσω και στο blog μου. Άρχισα να δημοσιεύω σιγά σιγά τις αναρτήσεις που χάθηκαν καθώς το Λέξημα, πρωτοπόρο για την εποχή του, έκλεισε, όμως μια χάθηκε οριστικά, η κριτική για τη βιογραφία του Καμύ που έγραψε ο Ολιβιέ Τοντ, δεν την βρίσκω στο directory με τις αναρτήσεις μου. Το θλιβερό γεγονός του πρόωρου θανάτου του, στα 67 του μόλις χρόνια, με έκανε να την ψάξω, και βλέποντας ότι δεν είναι αναρτημένη στο blog μου την αναρτώ τώρα).

  Ο Αλέξης Σταμάτης, παρά το ότι εμφανίστηκε καθυστερημένα στα ελληνικά γράμματα,  έχει διανύσει μέχρι τώρα μια εντυπωσιακή πορεία. Στα τριανταοκτώ του εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια, σε απόσταση μόλις ενός ή δυο χρόνων το ένα από το άλλο άλλα έξι, τα περισσότερα από τα οποία μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες. Για να ακριβολογούμε, στα γράμματα είχε εμφανισθεί πέντε χρόνια πιο πριν με μια ποιητική συλλογή για να ακολουθήσουν στη συνέχεια άλλες δύο, όμως φαίνεται ότι ο πεζογράφος νίκησε τον ποιητή.

  Ο Σταμάτης σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακά στην αρχιτεκτονική και στον κινηματογράφο στο Λονδίνο. Στην εργογραφία του συγκαταλέγεται και το σενάριο για την ταινία «Καταιγίδα» του Χάρη Πατραμάνη, το οποίο εγκρίθηκε από το πρόγραμμα «Ορίζοντες» του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, όπως διαβάζουμε στο αυτί του βιβλίου όπου αναγράφεται το βιογραφικό του.

  Κεντρικός ήρωας σε αυτό το μυθιστόρημα είναι ο Άρης Μανιάτης (καμιά σχέση με τον Γιάννη Μανιάτη του Λέξημα). Ο Μανιάτης έχει γράψει ένα σενάριο, και ένας τυφλός γιατρός τού κάνει υποδείξεις για να το βελτιώσει. Μαθαίνουμε αρκετά για την τεχνική συγγραφής ενός σεναρίου, και στο τέλος του βιβλίου έχουμε και ένα μικρό δείγμα.

  Το σενάριο είναι αυτοβιογραφικό, όχι τόσο με την έννοια της πιστότητας στα γεγονότα όσο με την έννοια της πιστότητας σε μια αλήθεια ζωής και σε μια ουσίας ύπαρξης (τελικά η ύπαρξη προηγείται της ουσίας ή η ουσία της ύπαρξης; Κουίζ: ποια απάντηση έδωσε ο Σαρτρ;) Αυτή την αλήθεια προσπαθεί να εκμαιεύσει ο γιατρός από τον Μανιάτη, σε μια ενδοοικιακή αλληλογραφία (φιλοξενείται από μια κοπέλα μετά από ένα τροχαίο που του συνέβη, και στο σπίτι της μένει ο ηλικιωμένος τυφλός γιατρός, που κριτικάρει και καθοδηγεί τον Μανιάτη στη επεξεργασία του σεναρίου του). Επικοινωνούν με γράμματα, κι ας βρίσκονται στο ίδιο σπίτι. Μετά από ένα γράμμα στον γιατρό διαβάζουμε:

  «Το ’χα γράψει στο χέρι. Είχα σβήσει και πάλι τα σημεία που δεν ήθελα να δει (να σημειώσουμε εδώ μια πρωτότυπη επινόηση: Οι διαγραμμένες προτάσεις και λέξεις υπάρχουν στο κείμενο, σε έναν ακραίο νατουραλισμό). Το ξαναδιάβασα. Μια, δυο, τρεις φορές. Με καθαρό μυαλό. Όσο καθαρό δηλαδή επέτρεπε η ζάλη από το χτεσινό ποτό. Ήταν ένα ποιητικό παραλήρημα. Το είδος του κειμένου που κάποτε λάτρευα και από το οποίο είχα από καιρό αποφασίσει να ξεφύγω. Από εκείνα που, εάν ήμουν συγγραφέας, θα εκτελούσα πρώτα, ακολουθώντας την προτροπή ‘σκότωσε ό, τι αγαπάς’» (σελ. 150).

  Παραθέσαμε αυτό το απόσπασμα αφενός γιατί εμπεριέχει τον τίτλο του μυθιστορήματος και αφετέρου γιατί από αυτό αντλούμε την κριτική μας. Γιατί όντως δεν σκότωσε αυτό που αγαπούσε ο Σταμάτης. Η γραφή του στη μεγαλύτερη έκταση είναι ελλειπτικά πυκνή και αφαιρετική, και, κρίνοντας εξ ιδίων, αναρωτιόμαστε κατά πόσο ο αναγνώστης μπορεί να παρακολουθήσει αυτόν τον διάλογο ανάμεσα στον Μανιάτη και στο γιατρό πάνω σε ένα θέμα στο οποίο σίγουρα είναι αδαής όπως η συγγραφή ενός σεναρίου. Υπάρχουν βέβαια αφηγηματικές νησίδες ιδιαίτερα συναρπαστικές, για τις οποίες αναρωτιέται κανείς σε πιο βαθμό είναι αυτοβιογραφικές όταν βλέπει να παρελαύνουν σ’ αυτές ονόματα όπως ο Φίνος, ο Διονύσης, η Νόρα. Και μια και ο Φίνος είναι ο γνωστός Φίνος της Φίνος φιλμ, δεν είναι δύσκολο να μαντεύσουμε τα επίθετα στα παραπάνω ονόματα.

  Το τέλος όμως του μυθιστορήματος δεν είναι απλώς καλό, για να θυμηθούμε την παροιμία «Τέλος καλό όλα καλά», αλλά κυριολεκτικά συναρπαστικό. Λύνεται και το ενδιάμεσο σπασπένς: τελικά έκανε έρωτα με την κοπέλα εκείνο το βράδυ; Ήταν τόσο μεθυσμένος που δεν θυμόταν.

  Δεν έκανε. Και δεν έκανε γιατί όλη η προηγούμενη αφήγηση δεν ήταν παρά η αφήγηση ενός παραληρήματος, όχι ποιητικού αυτή τη φορά. Ο αφηγητής νοσηλεύεται στην εντατική μετά από ένα τροχαίο που είχε με τη μηχανή του, και σε ημικωματώδη κατάσταση, ή σε κατάσταση καταστολής, έχει παραισθήσεις. Ο γιατρός δεν είναι τελικά παρά ο γιατρός που τον κουράρει, και δεν είναι τυφλός, και η Δάφνη δεν είναι παρά μια νοσοκόμα.

  Θα μπορούσε να σκεφθεί κανείς ότι η (αφηγηματική) τεχνική για την τεχνική δεν έχει (και τόσο) νόημα, αν δεν υπηρετεί κάτι πιο ουσιαστικό. Η αφήγηση ενός επεισοδίου την οποία ο Μανιάτης κάνει στο γιατρό ως δήθεν το πραγματικό γεγονός το οποίο παραλλάσσεται στο σενάριο, είναι στην πραγματικότητα κι αυτή πλασματική. Η αλήθεια είναι, όπως αποκαλύπτεται αργότερα, ότι παράτησε τον φίλο του στο έλεος των ΜΑΤ, από μια υποσυνείδητη παρόρμηση να τον ξεφορτωθεί και να του πάρει το κορίτσι. Έτσι ο τίτλος φαίνεται δισημικός: Να μη διστάσεις να αφαιρέσεις πράγματα που σ’ αρέσουν σε ένα κείμενό σου, και…, εδώ δεν κολλάει η προστακτική. Σκότωσε, ναι,  σκότωσε, αλλά το σκότωσε είναι σε χρόνο αόριστο. Σκότωσε ό, τι αγαπούσε. Σκότωσε τον καλύτερό του φίλο.

  Με θεματοποιημένο τον κινηματογράφο, το μυθιστόρημα είναι τελικά μια ιστορία απώθησης και ενοχής. Το τέλος είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

  «Ξαφνικά χάνομαι σε μια παιδική ανάμνηση, σαράντα τόσα χρόνια πριν, να κοιτάζω πρώτη φορά μέσα από μια κάμερα.

  Και αμέσως σε μια μεταγενέστερη. Πίσω από ένα αυτοκίνητο, ανάμεσα στους καπνούς.

  Η κάμερα αυτονομείται, ανυψώνεται. Το πλάνο ανοίγει. Πλέον κοιτάζει κάθετα, από ψηλά, από τον ουρανό. Από το θόλο.

  Το βλέμμα περνάει τα σύννεφα, τους καπνούς, τους ανθρώπους. Ένα πεσμένο σώμα. Καταματωμένο. Αγαπημένο. Νεκρό. Κι εσύ ο δολοφόνος.

  Και ξέρεις πως μόνο αν το ξυπνήσεις, εσύ που το σκότωσες, μπορείς ν’ αγαπηθείς ξανά.

                                                                                                                                                  FADE OUT

                                                                                                                     19 Ιανουαρίου-6Μαρτίου 2009

  Οι σύγχρονοι αφηγηματικοί κώδικες στηρίζονται στο «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος, σε αντίθεση με τους κώδικες της τραγωδίας, όπου η υπόθεση είναι γνωστή, και αυτό που μετράει είναι η λογοτεχνικότητα της «αφήγησης» του «πώς» φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος. Ζητώ συγνώμη ως βιβλιοκριτικός που μαρτύρησα το τέλος. Η λογοτεχνικότητα της αφήγησης όμως σ’ αυτό το βιβλίο αφθονεί, ώστε να αξίζει να το διαβάσετε παρά το ότι σας αποκάλυψα το τέλος.   

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

  

 

Friday, July 3, 2026

Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά, μια γυναίκα του καναπέ-μαρτυρία

 Αρχοντούλα Διαβάτη, Ασπασία Καρρά, μια γυναίκα του καναπέ-μαρτυρία, Νησίδες-Θεσσαλονίκη, 2026, σελ. 99.

  


   Με συγκίνησε πολύ το βιβλίο της Αρχοντούλας Διαβάτη «Ασπασία Καρρά-μαρτυρία», καθώς σχεδιάζω να γράψω και εγώ ένα παρόμοιο.

  Έχουμε ήδη παρουσιάσει τα βιβλία της Αρχοντούλας Διαβάτη «Η μάνα του νερού», «Το αλογάκι της Παναγίας», «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω», «Σκουλαρίκι στη μύτη», «Όπως η Μπερλίνα», «Κινητή γιορτή», «Αίθριος και σήμερα» και «Φωτεινός θάλαμος».

  Και βέβαια, αυτό το βιβλίο είναι κάτι διαφορετικό. Είναι συγκινητικό για πολλούς λόγους.

  Πρώτον, γιατί η Ασπασία Καρρά είχε μια αναπηρία στο ένα χέρι και στο ένα πόδι, εξαιτίας πολιομυελίτιδας.

  Έχω δυο φίλους που προσβλήθηκαν από την ίδια αρρώστια. Ο ένας, απλά κουτσαίνει ελαφρά. Ο άλλος, είναι καθηλωμένος σε αναπηρική καρέκλα. Δυστυχώς την εποχή που προσβλήθηκαν δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμη το εμβόλιο.

  Δεύτερον, ήταν μια αγωνίστρια, με ενεργητική παρουσία στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα. 

  Τρίτον, είχε συλληφθεί και βασανισθεί από τη χούντα, χωρίς να μπορέσουν να τη «σπάσουν», να μαρτυρήσει τους συντρόφους της.

  Τέταρτον, η κριτική της στάση απέναντι σε πρόσωπα και κόμματα.

  Πέμπτο, αναφέρει πράγματα που ο πολύς κόσμος αγνοεί.

  Και βέβαια, ενώ κυριαρχεί η αφήγηση της Καρρά, η Διαβάτη δίνει και τη δική της πινελιά, με δικά της παρενθετικά σχόλια-κείμενα.

  Η Διαβάτη δεν θέλησε να πειράξει την προφορικότητα της αφήγησης της Καρρά (αντίθετα από ό,τι σκοπεύω να κάνω εγώ), δίνοντας έτσι μια αυθεντικότητα στο κείμενο, τη σφραγίδα ενός ντοκουμέντου.

  Μετά από όλα αυτά, νομίζω πρέπει να περάσω στην παράθεση αποσπασμάτων.

  «Είδα στο “Ολύμπιον” για πρώτη φορά την Ασπασία Καρρά τον Φεβρουάριο του 2012, στην προβολή της ταινίας της Αλίντας Δημητρίου για τις αγωνίστριες της αντιδικτατορικής Αντίστασης, Τα κορίτσια της βροχής. Ήταν εκεί» (σελ. 15).

  Αυτή την παράγραφο την παραθέτω εις μνήμην της Αλίντας, της συζύγου του αξέχαστου κοινωνικού ανθρωπολόγου Σωτήρη Δημητρίου, δημιουργού της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας. Πάντα συμμετείχε στα αποχαιρετιστήρια τσιμπούσια μας, κάθε Ιούνη, στο σπίτι της Λίλας.

  «Είχαμε διαβάσει το βιβλίο “Mein Kampf” του Χίτλερ» (σελ. 20).

  Έκανα την παραχώρηση να διαβάσω και εγώ ένα βιβλίο για τις μάζες. Φυσικά έκανα ανάρτηση, απλά για να δείξω ότι το διάβασα, χωρίς να σχολιάσω, για ευνόητους λόγους. Αλλά θυμάμαι, έκανα τη σκέψη: καλά, οι εβραίοι δεν το διάβασαν; Και αν το διάβασαν, πώς ήταν τόσο αισιόδοξοι ότι ο Χίτλερ δεν θα έκανε αυτά που γράφει στο βιβλίο του; Λίγοι ήταν αυτοί που κατάλαβαν και την κοπάνησαν από τη Γερμανία.

  «Ο Ε.Π. Παπανούτσος, υπουργός Παιδείας, είχε εισηγηθεί να είναι τα αναγνωστικά διαφορετικά από περιοχή σε περιοχή, κάπου έχει θάλασσα και παιδιά από τα κατσάβραχα αδυνατούν να καταλάβουν χειροπιαστά κάποιες έννοιες» (σελ. 26).

  Δεν ξέρω πόσο είναι υπερτιμημένος, εντελώς ανεδαφική η εισήγησή του. Όμως δεν έγραψα το απόσπασμα για να το σχολιάσω, αλλά για να πω πόσο με ξενέρωσε, πρωτοδιορισμένος φιλόλογος στην Κάσο το 1982, που στο βιβλίο της Ψυχολογίας, γραμμένο από τον Παπανούτσο, ο Φρόιντ απουσίαζε εντελώς.

  «ΓΚΑΡΩΝΤΑΚΙΑ.

  Ήμασταν Γκαρωντάκια. Θαυμάζαμε τον Γάλλο πολιτικό…» (σελ. 27).

  Θυμάμαι σε βίπερ το «Η μεγάλη καμπή του σοσιαλισμού». Αργότερα διαγράφηκε από το ΚΚΓ, αρνήθηκε το ολοκαύτωμα και έγινε μουσουλμάνος.

  «Πάντα και παντού η μανία για εξουσία. Στο κατηχητικό που πήγα, ποίμνιο, στο κόμμα μάζα, τώρα είμαι η Ασπασία και πιστεύω στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου» (σελ. 31).

  Προσυπογράφω απόλυτα.

  «Ο Ανδριώτης ήταν κοντά στα παιδιά, ενώ ο Κριαράς όχι» (σελ. 35).

  Θα διαβάσουμε και άλλα παρόμοια.

  «Αγωνιστήκαμε για να έχουμε όλη μέρα θερμοσίφωνο, ενώ οι τροτσκίστριες είχαν άλλη γνώμη-οι αγωνιστές πρέπει να υποφέρουν-πήγαιναν και το χαλούσαν» (σελ. 44).

  Απίστευτο!!!

  «…πράγμα που δεν το επέτρεπε το κόμμα. Θεωρούσε τη Διεθνή Αμνηστία όργανο της CIA» (σελ. 55).

  Το ξέρατε εσείς αυτό;

  «Ο Θοδωράκης με το “Καραμανλής ή τανκς”, το άκουσαν, θυμάμαι, οι Λαμπράκηδες, η αδελφή μου τότε η «Λαμπράκισσα, και έπεσαν να πεθάνουν» (σελ. 56).

  Εγώ όχι.

  Και θα σας πω γιατί.

  Εκείνη την εποχή υπηρετούσα έφεδρος ανθυπολοχαγός στη Λάρισα. Ήταν ένας αξιωματικός, ας μη πω το όνομά του, πατριώτης μου, που είχε τη φήμη του πιο μαύρου χουντικού. Έγινε τότε μια συνομωσία από αξιωματικούς, και φυσικά τον μύησαν και αυτόν, θεωρώντας τον δικό τους. Αυτός ήλθε αμέσως σε επικοινωνία με το ΓΕΣ. Του είπαν να μείνει στην ομάδα τους και να ενημερώνει το αρχηγείο, όπως και έγινε. Φυσικά, με βάση τις δικές τους πληροφορίες, τους συνέλαβαν. Μάλιστα ένας από τους συνωμότες βρέθηκε φυλακή ενώ η γυναίκα του ήταν ετοιμόγεννη. Τη λυπηθήκαμε την καημένη.

  Και εγώ ρωτώ: Ο αξιωματικός αυτός θα τους είχε καρφώσει, αν στην εξουσία δεν ήταν ο Καραμανλής αλλά κάποιος άλλος, ας πούμε ο Παπανδρέου; Και αν έκαναν το κίνημα, και είχε επιτυχία; Αλλά και να μην είχε, δεν θα υπήρχαν νεκροί; Πιστεύω και εγώ ότι ο Καραμανλής εκείνη την περίοδο ήταν η πιο ρεαλιστική λύση. Φυσικά το πιστεύω, ξέροντας τα παραπάνω. Αν δεν τα ήξερα θα σοκαριζόμουν κι εγώ.

  ΦΡΟΥΡΟΙ ΚΑΙ ΕΝΣΤΟΛΟΙ ΒΟΗΘΗΣΑΝ

  Νομίζω είναι γνωστό αυτό. Ο «καπετάνιος» όπως τον ξέρουμε, ας μην πω το πραγματικό του όνομα, σαν εσατζής και φύλακας της Τζένης Καρέζη την βοήθησε πολύ. Συναντήθηκαν κάποιες φορές μετά την πτώση της χούντας και τον ευχαριστούσε πάντα.

  «Ο Γλέζος με τον Σάντα κατέβασαν τη σημαία, αλλά μόνο μετά το ’83 αναφέρθηκε το όνομα του Σάντα…. Κι ο Ρίτσος, ο μεγάλος ποιητής, αντέδρασε όταν στην “Επιθεώρηση Τέχνης” ήταν να γίνει αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη. Όσο ζούσε εκείνος, δεν έπρεπε να τιμηθεί άλλος» (σελ. 56).

  Κάτι ανάλογο άκουσα και με τον Καρούζο, έχω ξεχάσει. Και οι μεγάλοι έχουν τις μικρότητές τους, γνωστό αυτό. Εν τάξει, ο Γλέζος έγινε γνωστός, αλλά πόσοι έχουν στο μυαλό τους ότι μαζί με τον Μπελογιάννη εκτελέστηκαν άλλοι τρεις; Και εγώ μόνο τον Μπάτση θυμάμαι σαν όνομα. Στην ιστορία μένουν αυτοί που έχουν υψηλό προφίλ.

  Εξαιρετικό και το βιβλίο αυτό της Αρχοντούλας Διαβάτη, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο. 

Monday, April 27, 2026

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος

 Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος, Αθήνα 2026, σελ. 112

 


  Της Δέσποινας Αυγουστινάκη έχουμε παρουσιάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, την ποιητική συλλογή «Ανάμνησις» και τη συλλογή διηγημάτων «Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας».

  Ο «Μέγας ξένος» είναι μυθιστόρημα.

  Έχει δυο πράγματα κοινά με τη συλλογή διηγημάτων.

  Το πρώτον είναι η ποιητικότητα της γλώσσας. Συναντάμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Στην κριτική μου για τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας» τους παρέθεσα όλους, καθώς εξακολουθούσα να έχω το χόμπι να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Τώρα πια δεν έχω αυτό το χόμπι, αλλά θα παραθέσω ενδεικτικά κάποιους που υπογράμμισα, όπως έκανα τότε στις κριτικές μου.

  Το δεύτερο είναι η πραγματικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Η Αυγουστινάκη σκύβει πάνω σε παλιές εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου όπου βρίσκει ιστορίες τις οποίες μεταπλάθει λογοτεχνικά, παραθέτοντας κάποιες φορές αποσπάσματα από τα άρθρα που διαβάζει.

  Και οι διαφορές:

  Στα διηγήματα, μας δίνει την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικές προοπτικές, εστιάζοντας κάθε φορά σε ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, όπως περίπου έκανε ο Ryunosuke Akutagawa στο «Ρασομόν». Στο μυθιστόρημα, συνδέει τις ιστορίες που βρήκε σε μια ενιαία πλοκή.

   Η οποία έχει έναν θεματικό άξονα.

   Έχω γράψει σε άλλα κείμενά μου το εξής: Για την Διεθνή, «Της γης οι κολασμένοι» είναι οι εργάτες. Για τον Φραντς Φανόν, οι αποικιοκρατούμενοι λαοί. Σήμερα, της γης οι κολασμένοι, πιστεύω εγώ ότι είναι οι λαθρομετανάστες.

  Μόνο;

  Η Αυγουστινάκη αναφέρεται σ’ αυτούς στο τέλος. Ο κύριος κορμός του μυθιστορήματός της αναφέρεται στους πρόσφυγες, «νόμιμοι» μετανάστες αυτοί.

  Ποιους πρόσφυγες;

  Αυτούς που ήλθαν από τη Μικρά Ασία.

  Έχουμε διαβάσει και αλλού για τα δεινά που τους περίμεναν στη «Μητέρα Ελλάδα». Τουρκόσπορους τους ανέβαζαν, τουρκόσπορους τους κατέβαζαν. Περιουσίες μουσουλμάνων που έπρεπε να περιέλθουν στα χέρια τους, συχνά κατέληγαν σε άλλα χέρια.

  Ο φουκαράς ο μουσουλμάνος είχε φορτώσει σε δυο γαϊδούρια τα υπάρχοντά του και πήγαινε στο Ηράκλειο, για να φύγει με το πλοίο για την καινούρια του πατρίδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως στο δρόμο τον λήστεψαν και τον σκότωσαν.

  Να υποθέσω ότι παρόμοια μοίρα περίμενε και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες;

  Να παραθέσω δυο πράγματα που ξέρω.

  Ο μουσουλμάνος (έχω ξεχάσει το όνομά του) που πούλησε το σπίτι του, πολύ πριν την ανταλλαγή, στον παππού μου, καθώς η αρχοντομαθημένη γιαγιά μου τον πίεζε να φύγουν από την Επισκοπή όπου έπρεπε να ανασύρουν νερό από το πηγάδι ενώ το Κάτω Χωριό είχε βρύση, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία. Από τον καημό του, είπαν, που εγκατέλειπε την Κρήτη, που αυτήν ήξερε σαν πατρίδα.

  Το δεύτερο.

  Κατήγγειλαν στο Κεμάλ ότι οι πρόσφυγες από την Κρήτη, στα παράλια, δεν μιλούσαν τούρκικα (δεν τα ήξεραν) αλλά κρητικά. -Να τους αφήσετε ήσυχους, τους είπε.

  Αρκετά πράγματα σχετικά διάβασα στο βιβλίο του Κωστή Χατζηφωτεινού, «Νισάφι πια».

  Συνδετικό πρόσωπο στην πλοκή είναι ο Σαλής.

  Τη γιαγιά του την Νουρίγια, μικρό κοριτσάκι, την άρπαξαν από το χωριό τους στο Σουδάν, με άλλους χωριανούς, σουδανοί δουλέμποροι και την πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η μητέρα της δεν τα κατάφερε, πέθανε στη διαδρομή.

  Εκεί την αγόρασε η Αγκάθα, γυναίκα του άγγλου πρόξενου, και την είχε σαν παιδί της. Όμως ένας επισκέπτης από την πρεσβεία τη βίασε και έμεινε έγκυος. Δεν μαρτύρησε ποτέ ποιος ήταν αυτός, δεν ήθελε να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένεια. Γέννησε και έκανε ένα κοριτσάκι, την Αριφέ.

  Κάποια στιγμή η Αγκάθα με τον άντρα της, την Νουρίγια και την Αριφέ ήλθαν στα Χανιά

  Παιδί της Αριφέ ήταν ο Σαλής.

  Που, με αίμα λευκού στις φλέβες του, πήρε και το χρώμα του. Δεν ήταν μαύρος σαν τη γιαγιά του, αλλά λευκός.

  Να αναφέρω μια ιστορία που διάβασα παλιά.

  Μαύρο το παιδί μας, με απάτησες. Όχι, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν αυτή. Τελικά αποδείχτηκε ότι μια προγιαγιά της, ή ένας προπάππους της, δεν θυμάμαι, ήταν μαύρος. Τα γονίδια παίζουν καμιά φορά επικίνδυνα παιχνίδια.

  Πονόψυχος, μοίραζε, incognito πάντα, μέσω άλλου, δέματα με τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες.

  Είναι συναρπαστικά όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αυγουστινάκη.

  Γεγονότα, όχι επεισόδια, που θα έπιαναν μια μεγάλη συνταγματική σειρά για να τα αφηγηθεί. Δίνει με λίγα λόγια το γεγονός, για να το σχολιάσει με την ποιητική της γλώσσα.

  Όμως να της δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

  «Είναι η ζωή μια συνεχής απώλεια κι ένας μεγάλος πόνος. Έτσι ακριβώς ερχόμαστε και φεύγουμε. Με πόνο. Κι όλο το μεσοδιάστημα πόνος και αυτός. Με μικρά διαλείμματα χαράς και ευτυχίας» (σελ. 30).

  Η ευτυχία είντα θαρρείς πώς είναι κατά βάθος

  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.

  Αυτή η μαντινάδα πολύ αρέσει στον φίλο μου τον Πρατικάκη, και την έχει αναφέρει συχνά στην παρέα.

  «-Άλλος έφταιγε. Όχι εκείνη η έρμη που επιάσανε. Παρότι ομολόγησε πως έριξε φαρμάκι στη δεξαμενή του χωριού. Όλο το χωριό ήτανε, λέει, στο κόλπο. Να ξεκάνουνε τους ξενομπάτηδες. Τους τουρκόσπορους.

  Έτσι έλεγε ο αφέντης για τον αφέντη του χωριού που εγίνηκε το παρ’ ολίγον φονικό. Να τους ξεκάνουνε, να μείνουνε τα χωράφια των μουσουλμάνων που φύγανε στην ανταλλαγή στα εδικά τους χέρια» (σελ. 40).

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

  Σαν η ματιά επέστρεψε στα γήινα λιγάκι (σελ. 43)

  Όταν μερεύει το θεριό, αλλάζει ο κόσμος όλος (σελ. 44)

  Είχε ανεβεί πολλά σκαλιά τα τελευταία χρόνια (σελ. 45)

  Μα εμείς κουφοί. Μα εμείς τυφλοί. Μα εμείς υπνωτισμένοι (σελ. 46), σε ένα σχήμα του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου που νομίζω τον σχολιάζει ο Γρηγόρης Σηφάκης στο βιβλίο του «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού». Το πρώτο ημιστίχιο είναι σπασμένο στα δυο.

  Ένα παράδειγμα από τον «Βασιλιά τον Ροδολίνο» του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου.  

  Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...

Φοβούμαι ακόμη;..  Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...

  Εξαιρετικό και αυτό τη βιβλίο της Αυγουστινάκη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Sunday, April 5, 2026

Λήδα Παναγιωτοπούλου, Το ροζ και τα εξαίσια φτερά

 Λήδα Παναγιωτοπούλου, Το ροζ και τα εξαίσια φτερά, Σμίλη 2026, σελ. 46

 


  Έχουμε ήδη παρουσιάσει έξι βιβλία της Λήδας Παναγιωτοπούλου, τα «Συμβίωσης αρμονική», «Τα τραπέζια που μιλούν», «Η Γκρέτα και το κίτρινο λουλούδι», «Η χρυσόμυγα και το κίτρινο σύννεφο» και «Κάζμπα».

  Διαβάζοντας το τελευταίο της βιβλίο μου ήλθαν στο μυαλό δυο πράγματα.

 Το πρώτο, η αντίληψη των εκπροσώπων του Nouvelle Roman, Rob Grillet και Natalie Sarraut, ότι σε μια λογοτεχνική αφήγηση η παρουσία προσώπων δεν είναι απαραίτητη, και όπου υπάρχει πρέπει να είναι ελάχιστη. Εδώ, δεν βλέπουμε κανένα πρόσωπο.  

  Το δεύτερο: Η Λήδα ανατρέχει στην περίοδο του ανιμισμού, όπου τα πάντα είχαν ψυχή, και όχι μόνο τα όντα της πανίδας (για αυτό υπάρχει συζήτηση), αλλά και της χλωρίδας, καθώς και των άψυχων όντων.

  Ακόμη, εισβάλει στην αφήγησή της το φανταστικό. Κάνουν την εμφάνισή τους φτερά, φτερά αυτόνομα, που δεν ανήκουν σε κανένα πτηνό.

  Κεντρικός χαρακτήρας είναι η ροζ ηλιαχτίδα. Άλλα «πρόσωπα» που θα δούμε είναι (με τη σειρά εμφάνισης) η πεταλούδα, (αργότερα πολλές πεταλούδες), η λίμνη, ο ιππόκαμπος, η πέστροφα, σαλιγκάρια, παπαγαλάκια, μια μελωδία, μια νότα, ένα περιστέρι, ένα λουλούδι. 

  Γλαφυρότατη στην ιστορία της η Λήδα, εναλλάσσει την αφήγηση με το διάλογο, που πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη αρετή σε μια πεζογράφημα.

  Και φυσικά υπάρχει το σασπένς, εκ των ων ουκ άνευ για τον Syd Field για τη συγγραφή ενός σεναρίου, το οποίο εγώ θα επέκτεινα και στην πεζογραφία. Το ό,τι θα καταφέρει τελικά να βοηθήσει στη διάσωση της παγιδευμένης μέσα στους αγκαθωτούς θάμνους πεταλουδίτσας είναι δεδομένο, όπως γενικά το happy end στην παιδική λογοτεχνία (φυσικά υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, όπως «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα»). Το ζήτημα όμως είναι το πότε και πώς.

  Δεν έχει διδακτική πρόθεση η Παναγιωτοπούλου, όμως κάποια διδάγματα ξεχειλίζουν από την αφήγησή της. Θα παραθέσουμε τρία σχετικά αποσπάσματα, και σαν δείγμα γραφής.

  «Η φίλη μας ήταν σιωπηλή· ήθελε πάντα να φωτίζει τον κόσμο όσο καλύτερα μπορούσε».

  «-Μου αρέσει να νιώθω χρήσιμη και εσείς μου δώσατε την ευκαιρία, απάντησε η ηλιαχτίδα προσέχοντας να κρατάει το φως της σταθερό».

  «-Χωρίς αγάπη και ομορφιά δεν μπορεί κανείς να αισθανθεί τίποτα. Αλλά χρειάζεται σοφία για να ξέρεις ν’ αγαπάς και να θαυμάζεις».

  Τη λέξη «αγάπη» θα τη συναντήσουμε κάμποσες φορές στο κείμενο.

  Ομορφιά, που σε μια μελέτη μου αναρωτιόμουνα τι «αξία επιβίωσης» να έχει, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της εξέλιξης.

  Συναρπαστική και συγκινητική ιστορία, που κοσμείται με υδατογραφίες της Έφη Μάνου, σε κάποιες από τις αριστερές σελίδες του βιβλίου.

  Το οποίο πολύ με συγκίνησε, εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.

Wednesday, April 1, 2026

Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης

 Σώτη Τριανταφύλλου, Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Πόλις 1998

 


  Της Σώτης Τριανταφύλλου έχουμε διαβάσει το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της, «Μέρες που έμοιαζαν με μανταρίνι» και «Το εναέριο τραίνο στο Στίλγουελ» (το «Σάββατο στην άκρη της πόλης» είναι το τέταρτο) τότε που εκδόθηκαν, καθώς και τα «Κινέζικα κουτιά» πέρυσι. 

  Το βιβλίο το διάβασα επειδή θα συζητιόταν σε μια Λέσχη Ανάγνωσης στην Αμπάριζα (Γαλάτσι) χθες.

  Και σ’ αυτό βλέπω την αυτοβιογραφική αφήγηση που είδα και στα δυο πρώτα της βιβλία. Βέβαια πόσα από αυτά που παραθέτει είναι (αυτο)βιογραφικά και πόσα πραγματική επινόηση, δεν μπορούμε να ξέρουμε.

  Δηλαδή μπορούμε να υποθέσουμε για κάποια.

  Η αφηγήτρια έχει την ηλικία της ίδιας της Τριανταφύλλου. Επίσης διδάσκει ιστορία σε ένα λύκειο, και στην ιστορία έκανε το διδακτορικό της η Τριανταφύλλου. Και βέβαια όπως και η ηρωίδα της έζησε αρκετά χρόνια στην Αμερική.

  Η Τριανταφύλλου μας δίνει την εικόνα της νεολαίας εκείνης της εποχής, σίγουρα ενός μεγάλου τμήματός της, μέσα από την αφήγησή της. Πάθος με τη μουσική (τρία μόνο μουσικά συγκροτήματα αναγνώρισα καθώς εγώ είμαι των sixties ενώ η Τριανταφύλλου είναι των seventies. Αυτά είναι οι Σάιμον και Γκαρφάνκελ, Πήτερ Πωλ και Μαίρη, και οι Πινκ Φλόυντ), αλλά και με τα ναρκωτικά. Κυκλοφορούν ένα σωρό πολύχρωμα χάπια, αυτά έχουν τη μεγαλύτερη πέραση. Αλλά και το ποτό δεν πάει πίσω. Αυτό θα οδηγήσει στο θάνατο τον κολλητό της.

  Τελικά όλοι στη Λέσχη Ανάγνωσης είχαμε την ίδια γνώμη. Μέχρι τη μέση δεν τραβούσε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, μετά όμως άρχισε να γίνεται συναρπαστικό, ενώ διανθιζόταν κατά διαστήματα και με χιούμορ. Κορυφαίο το επεισόδιο της καταδίωξής τους από την αστυνομία, και πώς τη γλίτωσαν! Το τίμημα βέβαια ήταν ακριβό, το πανάκριβο αμάξι έπρεπε να το ξεφορτωθούν.

  Αφηγηματική άνεση, χιούμορ, συναρπαστικά επεισόδια στο τέλος, είναι τα ξεχωριστά χαρακτηριστικά του βιβλίου.

  Όμως καλύτερα να δώσουμε το λόγο στη συγγραφέα, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Στο Μανχάταν… οι άστεγοι είχαν στρατοπεδεύσει μέσα σε τεράστια χαρτόκουτα».

  Θα αναφερθεί και άλλες φορές στους άστεγους η Τριανταφύλλου. Πρέπει να ήσαν πάρα πολλοί. Αναρωτιέμαι πώς να είναι η κατάσταση σήμερα. Οι άστεγοι είναι οι πιο ταλαιπωρημένοι της γης.

  «Αγαπούσε όλο τον κόσμο μ’ έναν αδικαιολόγητο και διαχυτικό τρόπο…».

  Σαν την «Τζαναμπέτισα» του Ξυλούρη: Κι όποιο κι αν δει τον αγαπά κι ας μην τονε γνωρίζει.  

  «Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατό να υπάρχουν άνθρωποι που νοσταλγούν το σχολείο».

  Κι εγώ το ίδιο.

  Το θυμάμαι σαν τώρα.

  Πιάνω μια πέτρα από χάμω και στέκομαι στην είσοδο του (μοναδικού τότε) εξατάξιου γυμνασίου. Μπροστά μου η εκκλησία, πίσω το σχολείο.

  Και τη ρίχνω πίσω μου.

  Η κυριολεξία, για να τονίσω τη μεταφορά.

  «Οι πετσέτες περιλαμβάνονται στην τιμή του δωματίου γιατί όλοι τις κλέβουν».

  Εμείς πάντως τις παντόφλες δεν τις κλέψαμε. Χρησιμοποιήσαμε τις δικές μας και αυτές τις πήραμε μαζί μας.

  Εγώ και ο…

  Όχι δεν θα τον μαρτυρήσω. Είναι αυτός που είχε την ιδέα.

  «Έτσι έχασα την κηδεία της γιαγιάς… επειδή η μαμά μου πίστευε πως τα παιδιά δεν πρέπει να πηγαίνουν σε κηδείες».

  Και η μαμά μου το ίδιο πίστευε.

  Ήμουν δώδεκα χρονών όταν πέθανε η γιαγιά μου, η μητέρα της, και δεν με πήρανε στην κηδεία. Έφαγα μεσημεριανό με τα ξαδέλφια μου, στο απέναντι σπίτι.

  «Μάλιστα όταν πήγαινα στο γυμνάσιο κι είχα πει ότι θέλω να μάθω γερμανικά, ο μπαμπάς μου με κοιτούσε σαν να τον είχα βρίσει: κι είχε προτείνει να με στείλει στον Ελληνοσοβιετικό Σύνδεσμο να μάθω ρωσικά».

  Στο σχολείο μια χρονιά μόνο κάναμε αγγλικά, δεν υπήρχαν καθηγητές, στην τρίτη γυμνασίου. Εγώ όμως ήθελα να μάθω αγγλικά. Από το φροντιστήριο ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει λόγω αταξιών, έτσι διάβαζα μόνος μου, τις αγγλικές μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη. Και ο πατέρας μου: Τι τα διαβάζεις τα αγγλικά, να διαβάζεις τα μαθήματά σου. Οι ρώσοι θα έλθουν και θα σφάξουν (ακριβώς έτσι, θα σφάξουν) τους αμερικάνους.

  Φοιτητής, στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, έχασα την υποτροφία που κέρδισα στις εισαγωγικές. Δικαίως, δεν διάβαζα, πώς να πάρω το 6,5. Σαν υπεραναπλήρωση άρχισα να μαθαίνω ρώσικα. Και ο πατέρας μου: Είντα τα διαβάζεις τα ρώσικα, να διαβάζεις τα μαθήματά σου (τα μαθήματά μου ήταν τώρα τα αγγλικά). Και εγώ: Εσύ δεν ήσουνα που μου ’λεγες ότι θα ’ρθουν οι ρώσοι να σφάξουνε τους αμερικάνους; Πρέπει να είμαι έτοιμος όταν έλθει εκείνη η ώρα.

  «…κι όταν βγήκαμε απ’ το αεροδρόμιο ψάχναμε επί μια ώρα το Όλντσμομπιλ που το είχαμε παρκάρει εκεί κοντά αλλά ούτ’ η Μπίμπι ούτ’ εγώ θυμόμασταν πού ακριβώς».

  Η φίλη μου με περίμενε να πάω να πάρω το αμάξι. Τρεις μέρες μόνο στην Κωνσταντινούπολη, θα ήταν αδύνατο να μη θυμηθώ πού το είχα παρκάρει.

  Αμ δε…

  Έπειτα από αρκετή ώρα αγωνιώδους αναζήτησης, με την αβεβαιότητα αν θα το εύρισκα τελικά, το εντόπισα. Ευτυχώς, Suzuki Jimney, είναι ψηλό και προεξείχε. Έτσι μπόρεσα τελικά να το βρω.

  «Οι Πήτερ Πωλ και Μαίρη τραγουδούσαν το ‘αν είχα ένα σφυρί’…».

  If I had a hammer, εγώ το θυμάμαι με τον Τρίνι Λοπέζ.

  «…Θα ξαναγίνει υποχρεωτική η προσευχή στα σχολεία…».

  Αντιγράφω και επικολλώ από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».

    «Την προσευχή που έλεγε ο μαθητής δεν τη θυμάμαι. Ίσως να ήταν το «πάτερ ημών». Την λέγαμε δε με τη σειρά. Κάθε ένας που ερχόταν η σειρά του, ανέβαινε τις σκάλες και στεκόταν στο υπερυψωμένο υπόστεγο δίπλα στους δασκάλους. Αφού στοιχιζόμασταν κανονικά κατά τριάδες, όχι μπουλούκι όπως στέκονται σήμερα οι μαθητές, του έκανε νόημα ο διευθυντής και άρχιζε.

  Το άγχος του τερματοφύλακα μπροστά στην μπάλα δεν είναι τίποτα μπροστά στο άγχος απέναντι στους συμμαθητές σου, προ παντός τους μεγαλύτερους, που περιμένουν με λαχτάρα ένα κόμπιασμά σου, ένα λάθος σου, για να ξεσπάσουν στα χάχανα. Κι εσύ τότε είσαι για να ανοίξει η γη να σε καταπιεί.

  Στο δημοτικό τα κατάφερα όσες φορές είπα προσευχή και δεν γέλασε κανείς. Στο γυμνάσιο όμως, και συγκεκριμένα στη δευτέρα γυμνασίου, κυριολεκτικά θριάμβευσα.

  Λέγαμε τότε μια προσευχή που κατέληγε: «...κραταίωσον τον βασιλέα και το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία και ανάδειξον ημάς άξια τέκνα της Ελλάδος».

  Πλησίαζαν οι μέρες να έρθει η σειρά μου, κι εμένα το μυαλό μου συνέχεια γύριζε στην προσευχή. «Ακούς εκεί, πρώτα το βασιλιά και μετά το έθνος. Απαράδεκτο». Στο τέλος είχα κάνει περισσότερες προόδους. «Και γιατί το βασιλιά; Χαραμοφάηδες δεν είναι όλοι τους; Εις βάρος των λαών..., κ.λπ. κ.λπ.».  Έτσι όταν ήρθε η μέρα μου, ανεβαίνω πάνω και λέω «κραταίωσον το έθνος ημών εν δόξει και ευημερία...». Το βασιλιά τον είχα παραλείψει.

Οι καθηγητές, ακόμη κι αν άκουσαν, έκαναν πως δεν κατά­λαβαν. Στο διάλειμμα ήρθαν και με συνεχάρηκαν μεγαλύτεροι μαθητές για το θάρρος μου. Εγώ καμάρωνα σαν γύφτικο σκεπάρνι».

  «…έκανε σαν να είχα πανικοβληθεί ξαφνικά για το μέλλον της Αμερικής και είπε… πως ο Ρήγκαν είναι επικίνδυνος…».

  Πού να έβλεπε τον Τραμπ.

  «Και το πλυντήριο έχει ένα σωρό κουμπιά… ακόμα δεν έχω καταλάβει ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα. Ποιο είναι το οικονομικό πρόγραμμα;».

  Εγώ την πάτησα. Στο καινούριο μου πλυντήριο candy βλέπω ένα eco. Αυτό είναι, σκέφτομαι.

  Μα για ποιο διάβολο κρατάει το πλύσιμο πάνω από δυο ώρες;

  Μετά από δυο τρία τέτοια πλυσίματα είπα να διαβάζω το εγχειρίδιο (τα εγχειρίδια γενικώς τα βαριούμαι, ο γιος μου με ειρωνεύεται γι’ αυτό). Και τότε ανακάλυψα: το eco δεν είναι economy αλλά ecology.

  «…ο Νίκυ τη ρώτησε αν στην ταινία παίζει την πουτάνα ή την υπηρέτρια κι η Χόλλυ του είπε πως παίζει μια υπηρέτρια που είναι και πουτάνα».

  Το αντίστροφο μάλλον αποκλείεται.

  Να το πω για αυτούς που με διαβάζουν για πρώτη φορά: δεν χάνω ευκαιρία να  αυτοβιογραφηθώ στις κριτικές μου. 

  Νομίζω το δεύτερο μισό του βιβλίου αποζημιώνει, αξίζει να το διαβάσετε.

Tuesday, March 10, 2026

Αύγουστος Κορτώ, Αυτοκτονώντας ασύστολα

 Αύγουστος Κορτώ, Αυτοκτονώντας ασύστολα, Ανοικτή βιβλιοθήκη 2025 (Α΄έκδοση, Καστανιώτης 2005)

 


  Πριν 11 χρόνια διάβασα το αυτοβιογραφικό «Βιβλίο της Κατερίνας». Είχα σκοπό να ξαναδιαβάσω και άλλα του Κορτώ, αλλά δεν εδέησε. Είχα ξεχάσει ότι, παρά το μελαγχολικό θέμα, ήταν γραμμένο με αρκετό χιούμορ.

  Το ίδιο χιούμορ, ξέφρενο προς το τέλος, βρήκα και στο «Αυτοκτονώντας ασύστολα».

  Δεν μου αρέσουν βιβλία με αρνητικούς χαρακτήρες, όμως το χιούμορ του με αποζημίωσε.

  Επίσης αμβλύνει την εντύπωση του αρνητικού χαρακτήρα της ηρωίδας η πρωτοπρόσωπη, «εξομολογητική» αφήγηση.

  Μια, όχι ακριβώς νυμφομανής αλλά μανιακή του σεξ, άλλαζε τους άντρες σαν τα πουκάμισα (που λέει ο λόγος, μια και είναι γυναίκα). Όταν δεν περνούσε το δικό της τους εκβίαζε με δήθεν απόπειρες αυτοκτονίας. Δρασκέλιζε το μπαλκόνι και τους τρομοκρατούσε. Εύκολο, αφού και η μάνα της είχε αυτοκτονήσει. Μια τέτοια απόπειρα παρά λίγο να της στοιχίσει τη ζωή. Τη γλίτωσε φτηνά με ένα στραμπούληγμα στον αστράγαλο.

  Χειριζόταν επίσης με ανάλογο τρόπο τον πλούσιο πατέρα της για να του αποσπά χρήματα.

  Και αυτή η μανιακή του σεξ τελικά ερωτεύτηκε. Τον Πάβελ, ένα ρώσο.

  Μου θύμισε τον Πάφκα Κορτσάγιν, στο «Πώς δενότανε το ατσάλι».

  Μόνο που αυτός δεν την ερωτεύτηκε.

  Μα είναι δυνατόν;

  Αυτό τη βύθισε σε απελπισία.

  Όχι, αυτή τη φορά ήταν αποφασισμένη να αυτοκτονήσει.

  Μόνο που άλλαξε γνώμη όταν διαπίστωσε πως είναι έγκυος.

  Θα το κρατήσει το παιδί, θα είναι ένα κομμάτι από τον Πάβελ.

  Και θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να αναγνωρίσει την πατρότητα, ο άθλιος.

  Με φοβερή αφηγηματική άνεση ο Κορτώ, δεν είναι έκπληξη το ότι είναι πολυγραφότατος.

  Έχει μεταφράσει επίσης πολλά βιβλία, αμερικάνους συγγραφείς κυρίως.

  Το perplexity μου σύστησε δυο σαν τα καλύτερα βιβλία του. Ελπίζω να τα διαβάσω κάποια στιγμή, είναι τόσες οι προτεραιότητες.

  Και τώρα να του δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας αποσπάσματα.

  «Γεννήθηκα στις 2 του Γενάρη του 1960».

  Αυτή γεννήθηκε στις 2 το Γενάρη του 1991.

  Συμπτώσεις.

  «…είχε μάθει ότι ο πλούτος (ιδίως αν τον σπαταλάς σε μαλακίες) ήταν ο σκοπός της ζωής της».

  Ο σκοπός που έδινε νόημα στη ζωή της. Παραπέμπω στην ανάρτησή μου για το «Νόημα της ζωής» του Terry Eagleton.

  «Μερικοί μάλιστα ήταν και Φλαμανδοί, και μιλούσαν αυτή την τρελή γλώσσα που είναι θαρρείς όλο ‘χ’, που ο άλλος σου μιλάει και νομίζεις ότι έχει κάτσει το φλέμα στο λαιμό του, και σου ’ρχεται να του δώσεις χαρτομάντηλο να βγάλει επιτέλους τη ροχάλα».

  Πραγματικά αυτό το παρατήρησα πολύ γρήγορα μαθαίνοντας ολλανδικά, το ‘χ’ ακούγεται συχνότατα. Το g για παράδειγμα προφέρεται ‘χ’: goed, χουντ, ενώ στην αδελφή γλώσσα, τα γερμανικά, είναι gut.

  «Τέτοιες συναναστροφές, ούτε η Αρβελέρ, δηλαδή…».

  Επίκαιρο, με τον πρόσφατο θάνατό της.

  «Τι τρελό αίσθημα η ζήλεια, ρε γαμώτο, και να μην τον γουστάρεις καθόλου τον άλλο, στην υποψία και μόνο ότι μπορεί να τον γουστάρει κάποια άλλη, γίνεσαι Κέρβερος».

  Μεγάλη αλήθεια, το έζησα.

  «Αλλά το καταπληκτικό με μένα είναι ότι είχα σκαρφιστεί κι ένα σωρό απίθανες, κι εντυπωσιακές αυτοκτονίες».

  Πάνω από 20 χρόνια πριν είναι που διάβασα για το βιβλίο του Mario Mariani, «Il libro dei suicidi» όπου γράφει για αυτοκτονίες πραγματικές και φανταστικές. Με εντυπωσίασε η αυτοκτονία κάποιου που άνοιξε το κλουβί με τα λιοντάρια του ιδιωτικού ζωολογικού του κήπου και την έκλεισε πίσω του μπροστά στα έκπληκτα και πανικόβλητα μάτια των καλεσμένων του, αλλά με ξενέρωσε όταν μου είπε η ΑΙ ότι η ιστορία αυτή ήταν επινοημένη. Πάντως μετάνιωσα που δεν το παράγγειλα τότε, τα ιταλικά μου είναι πολύ καλά για να τα διαβάζω, φοβήθηκα μην μου μπουν ιδέες. Τώρα είναι εξαντλημένο.

  «Ο Μπάμπης ήταν. Ένας μονιμάς του πεζικού…».

  Όχι, ήμουν έφεδρος ανθυπολοχαγός ΕΜ.

  Δεν συναντάω συχνά το όνομά μου σε μυθιστορήματα.

  «Κοιτούσε τους πίνακες, αλλά όχι με το ψεύτικο βλέμμα που κοιτούσαν οι άλλοι. Αυτός κοιτούσε και καταλάβαινε, νόμιζες ότι με την Παναγία ήταν παλιοσειρά, ίδιος λόχος».

  Το παραθέτω για το χιούμορ και γιατί κολλάει με το προηγούμενο.

  Όχι, εγώ δεν ήμουν σειρά με το γιο της.

  «…στα βιβλία που μου στέλνει η Μάγδα…».

  Δεν το είχα υπογραμμίσει, αλλά κατεβάζοντας τις σελίδες έπεσε πάνω το μάτι μου.

  Η Μάγδα ήταν ένα πεντράχρονο κοριτσάκι, κόρη του ψιλικατζή απέναντι από την γκαρσονιέρα του φίλου μου του Γιώργη του Παπαδάκη, που τον επόμενο χρόνο γίναμε και συγκάτοικοι, σε δυάρι, λίγο πιο πάνω, στο Βύρωνα. Με έλεγε κύριο Μπάμπη, και ο Γιώργης τη διόρθωνε, «όχι κύριε Μπάμπη αλλά σύντροφε Μπάμπη».

  Μια μέρα μας λέει σκασμένος στα γέλια ο ψιλικατζής, Παπαδάκης και αυτός. Ρωτάει την κόρη του ποιος είναι ο άλλος κύριος που είναι μαζί με τον Γιώργη; Και η απάντηση: «Ο σύντροφος κύριος Μπάμπης».

  Εμείς εβδομηνταρίσαμε, αυτή σίγουρα πενηντάρισε, καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται.

  «-Τι πρέπει να κάνω; Πες μου.

  -Να τον ταΐσεις περίοδο…».

  Μαγικά, για να τον κερδίσει.

  Τον Πάβελ.

  -Το νου σου κακομοίρη μου, να μην τρως κουλουράκια από…

  Με είχαν τρομοκρατήσει οι γονείς μου.

  Πάντως ή δεν έπιασαν τα μαγικά (σιγά που δεν θα έτρωγα κουλουράκια) ή δεν τα χρησιμοποίησαν.

  «Τώρα να το φιλοσοφήσω λίγο, πιστεύω ότι σχέση σοβαρή χωρίς καλό κρεβάτι δεν γίνεται».

  Μα τι διάβολο, φιλοσοφία θέλει το πράμα;

  «…ένα αίτιο που ενοχοποιούν οι γιατροί για τον καρκίνο της μήτρας είναι οι πολύ συχνές σεξουαλικές επαφές».

  Δεν με έπεισε, ρώτησα το perplexity. Λάθος, αν είναι με τον ίδιο σύντροφο. Με διαφορετικούς συντρόφους, απλά αυξάνει το ρίσκο κάποιος από όλους να σου μεταδώσει HPV (Human Papillomavirus, Ιός των Ανθρώπινων Θηλωμάτων), που και πάλι η πιθανότητα καρκινοποίησης είναι ελάχιστη. Νομίζω αυτό κόλλησε ο Νίνο, αλλά ήταν άτυχος.

  Είπε η… γιατί έτσι νόμιζε και ο συγγραφέας, ή απλά το έβαλε στο στόμα της;

  Πολλές φορές είναι άλυτο το πρόβλημα.

  Για όσους με διαβάζουν για πρώτη φορά, να πω ότι συχνά αυτοβιογραφούμαι στις κριτικές μου.