Book review, movie criticism

Thursday, April 21, 2016

Λήδα Παναγιωτοπούλου, Τα τραπέζια που μιλούν



Λήδα Παναγιωτοπούλου, Τα τραπέζια που μιλούν, εκδόσεις Τέχνης Οίστρος 2015, σελ. 102

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια ποιήτρια «συνομιλεί» με ένα ζωγράφο

Έχουμε παρουσιάσει άλλο ένα βιβλίο της Λήδας Παναγιωτοπούλου, το «Συμβίωσις αρμονική». Σειρά έχουν σήμερα «Τα τραπέζια που μιλούν».
Το βιβλίο είναι ένα βιβλίο ποίησης και ζωγραφικής. Στην αριστερή σελίδα είναι η φωτογραφία ενός πίνακα του Νίκου Οικονομίδη, ενώ στην δεξιά είναι το ποίημα-πρόσληψη του πίνακα της Λήδας Παναγιωτοπούλου. Η Βάσω Οικονομοπούλου που προλογίζει το βιβλίο γράφει σχετικά:
 «Στο συγκεκριμένο λεύκωμα, ο ζωγράφος μάς αποκαλύπτει το γενεσιουργό πυρήνα των εικαστικών έργων του, ενώ η λογοτέχνης διαλέγεται δημιουργικά με το εικαστικό έργο του Οικονομίδη, μετουσιώνοντάς το λεκτικά σε νέο έργο τέχνης, σε ποίηση. Οι αναγνώστες του παρόντος τόμου καλούνται, επομένως, να απολαύσουν δύο διαφορετικής τεχνοτροπίας έργα, ένα ποίημα και ένα πίνακα ζωγραφικής. Η λεκτική περιγραφή των εικαστικών έργων καλεί τον αναγνώστη να λειτουργήσει ταυτόχρονα και ως θεατής, συγκρίνοντας αναπόφευκτα τον πίνακα με τον ποίημα ή το διήγημα που τον συνοδεύει, δοκιμάζοντας συγκριτικά, με αυτόν τον τρόπο, την προσληπτική εντύπωσή του» (σελ. 7).
Πολλές φορές ποιητές εμπνέονται από πίνακες ζωγραφικής. Ο Μανόλης Πρατικάκης έχει γράψει ολόκληρη ποιητική συλλογή εμπνευσμένη από τον Ελ Γκρέκο, με τον τίτλο «Η κοίμηση και η ανάσταση των σωμάτων του Δομήνικου». Και ενώ η συνομιλία ποιητή ζωγράφου είναι περίπου τυχαία – καρπός ενός ταξιδιού στο Τολέδο στην περίπτωση του Πρατικάκη - εδώ είναι προγραμματική. Το αποτέλεσμα αυτής της συνομιλίας, ή μάλλον η ίδια η συνομιλία, είναι το παρόν βιβλίο. Ισχύει βέβαια και το αντίστροφο, ο ζωγράφος να εμπνέεται από ποιήματα. Η Βάσω μας πληροφορεί σε υποσημείωση ότι ο «Ο Ν. Οικονομίδης έχει συνδιαλαγεί και ο ίδιος δημιουργικά με το ποιητικό έργο εννέα σύγχρονων νεοελλήνων λογοτεχνών» (σελ. 7).
Δεν έχω εντρυφήσει ιδιαίτερα στην τέχνη αλλά θα αποτολμήσω να πω δυο λόγια για τους πίνακες του Οικονομίδη.
Θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν σαν μια χρωματική συμφωνία, στην οποία όμως τα χρώματα έχουν και μια αναπαραστατική λειτουργία. Θα τολμούσα να μιλήσω για μια αντιστροφή της αφηρημένης τέχνης του κυβισμού και του φουτουρισμού. Σ’ αυτούς, εστιακό σημείο ήταν το αναπαριστώμενο αντικείμενο. Εδώ, το αναπαριστώμενο αντικείμενο λειτουργεί προσχηματικά για να απλώσει ο Οικονομίδης πάνω στον καμβά του τα χρώματα. Αυτό φαίνεται και από την σχεδόν απουσία βάθους, όπως στις βυζαντινές αγιογραφίες. Το όποιο βάθος ανασυγκροτείται λογικά, όχι με τους κανόνες της προοπτικής.
Το δεύτερο πράγμα που παρατηρούμε στους πίνακες είναι η αγάπη του Οικονομίδη για τα γεωμετρικά σχήματα, το τετράγωνο, το παραλληλόγραμμο, τον κύκλο, το οβάλ. Όμως αυτά τα σχήματα δεν γίνονται με γεωμετρικά όργανα, χάρακα, διαβήτη, κ.λπ., αλλά με το ελεύθερο χέρι ενός παιδιού. Πρόκειται δηλαδή για γεωμετρικά σχήματα που όμως ξεφεύγουν από τη γεωμετρική αυστηρότητα. Επίσης δεν τα «αποκαλύπτει» σε μη γεωμετρικά αντικείμενα όπως κάνουν οι κυβιστές, αλλά τα ψάχνει στο περιβάλλον. Τα πλακάκια είναι το αγαπημένο του αντικείμενο, όπως και τα τραπέζια, πιο «ομιλητικά» από τα πρώτα. Το γαλάζιο, αγαπημένο χρώμα όπως και στον Σαγκάλ, είναι κυρίαρχο. Μάλιστα στις σελίδες 24, 58 και 78, με εξαίρεση ελάχιστο άσπρο, κατακλύζει όλο τον πίνακα. Το τοπίο αναπαρίσταται με τις αποχρώσεις του.
και το μπλε, σταθερό σημείο
στον ορίζοντα της γαλήνης
Μας λέει σε ένα ποίημά της η Παναγιωτοπούλου.
Να μιλήσουμε τώρα και για τα ποιήματα.
Κατ’ αρχάς να πούμε για την εξαιρετική διαύγειά τους, κάτι που δεν είναι και τόσο συνηθισμένο στην ποίηση. Επίσης ανασυσταίνουν τον πίνακα, συχνά κατευθύνοντας το βλέμμα του θεατή σε μικροαντικείμενα που ξεφεύγουν σε πρώτη παρατήρηση. Κυρίως όμως είναι η πρόσληψη, με τα αισθήματα και τους συνειρμούς που δημιουργεί η θέαση των πινάκων. Όμως γι’ αυτό θα παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
Ποιος σας είπε ότι τα τραπέζια
Δεν έχουν ψυχή;
Αυταπατάστε…

Η θάλασσα ήσυχη· στο βάθος ένα καράβι.
Κάπου ένας φάρος ξαγρυπνά.
Το τραπέζι μόνο του στ’ ακροθαλάσσι.
Περιμένει ώρες.
Κανείς δεν έρχεται.
(κανείς δεν φεύγει,
Είναι τρομερό,
συμπληρώνω εγώ τη γνωστή ατάκα από το «Περιμένοντας τον Γκοντό») 

Βιβλία πάνω στο τραπέζι. Αρωγοί στη μοναξιά.
Ένα φλιτζάνι καφές, το άρωμά του σε ταξιδεύει.
Και κάτω δεξιά στον πίνακα στην αντικρινή σελίδα βλέπω σε μικρογραφία τη μηχανή μου, τετρακοσάρα Honda steed. Σταμάτησα το γράψιμο αυτής της βιβλιοκριτικής για να ψάξω για ντίζα του αμπραγιάζ στο διαδίκτυο, γιατί ετοιμάζεται να σπάσει. Λέω τώρα, σε περίπτωση που δεν βρει ο Διονύσης, στο service. Λίγο πιο πάνω απ’ αυτή βλέπουμε τον Τσε.
Στο τέλος υπάρχουν και τρία μικρά διηγήματα της Παναγιωτοπούλου. Διηγήματα μελαγχολικά, που εικονογραφούν τα σημερινά υπαρξιακά προβλήματα, την κατάθλιψη και το αδιέξοδο στις σχέσεις.
Τόσο οι πίνακες, έστω και σε μικρογραφίες, όσο και τα ποιήματα, αλλά και τα διηγήματα, είναι εξαιρετικά. Ευχόμαστε το βιβλίο να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης


Post a Comment