Book review, movie criticism

Friday, December 6, 2019

Bujar Alimani, Η αντιπροσωπεία (Delegacioni, 2017)


Bujar Alimani, Η αντιπροσωπεία (Delegacioni, 2017)


  Από χθες στην Έλλη (Ακαδημίας 64).
  Αναρωτιέμαι αν οι γείτονές μας αλβανοί έχουν την ίδια εμμονή με το καθεστώς Χότζα που έχουμε εμείς με την κατοχή και τον εμφύλιο (Αγγελόπουλος, Βούλγαρης). Δεν έχω δει άλλη αλβανική ταινία για να ξέρω, όμως το θέμα της «Αντιπροσωπείας» του Bujar Alimani είναι αυτό ακριβώς, η κομμουνιστική Αλβανία.
   Πρόκειται για μια road movie μέσα από την οποία μας αποκαλύπτονται οι σκοτεινές πλευρές του καθεστώτος.
  Ένας πολιτικός κρατούμενος, καθηγητής, μεταφέρεται στα Τίρανα. Πρέπει να τον παρουσιάσουν σαν δείγμα του φιλελευθερισμού του καθεστώτος. Ένας της αντιπροσωπείας είναι φίλος του και επιμένει να τον δει. Θα ανταλλάξουν τις ευνοϊκές μαρτυρίες του με την αποφυλάκισή του (θέλει ακόμη έξι χρόνια μέχρι να εκτίσει την ποινή του). Τι θα κερδίσουν; Πιθανώς μια οικονομική βοήθεια από την ΕΟΚ. Η βοήθεια από την Κίνα στέρεψε, όπως και πιο παλιά η βοήθεια από την ΕΣΣΔ.
  Το αυτοκίνητο της μεταφοράς κατά τη διαδρομή παθαίνει βλάβη, πρέπει να επιδιορθωθεί. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να συναντηθούν με άλλα πρόσωπα, να ανταλλαγούν κουβέντες, να δούμε συμπεριφορές. Μέσα από όλα αυτά θα δειχθούν όλες οι πλευρές του καθεστώτος, τα βασανιστήρια, οι φυλακές, η δραπέτευση στο εξωτερικό (έχουμε και εδώ το αντίστοιχο της Σβετλάνας Αλληλούγιεβα, της κόρης του Στάλιν), η ανεπάρκεια των υπηρεσιών, η υπεροπτική συμπεριφορά στον απλό πολίτη αλλά και στον κατώτερο ιεραρχικά, οι δυσμένειες, οι παράλογες απαγορεύσεις, κ.λπ. κ.λπ.
  Παλιά έλεγα ότι το χειρότερο που θα μπορούσε να σου τύχει είναι να είσαι μειονότητα σε μια χώρα. Μετά το άλλαξα, στο να είσαι λαθρομετανάστης. Τώρα συνειδητοποιώ το χειρότερο, να είσαι πολιτικός κρατούμενος. Σήμερα δεν υπάρχουν τσαρικά κάτεργα («Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων») και κομμουνιστικά γκουλάγκ («Το αρχιπέλαγος του Γκουλάγκ»), όμως οι φυλακές των απολυταρχικών καθεστώτων είναι γεμάτες από πολιτικούς κρατούμενους, πολλοί από τους οποίους εκτελούνται.
  Πολύ μου άρεσε η ταινία, σας τη συνιστώ.    

Thursday, December 5, 2019

Iosif Kheifits και Aleksandr Zarkhi, Ο βουλευτής της Βαλτικής (Депутат Балтики 1937)




  Από σήμερα στο Στούντιο.
  Είναι η τρίτη ταινία που βλέπω του Ιωσήφ Χάιφετς, την οποία συνυπογράφει (δεύτερος, βλέπω στην ταινία) με τον Αλεξάντρ Ζάρχι. Οι άλλες δυο ήταν η «Άσια» και η «Κυρία με το σκυλάκι».
  Πίσω από τον καθηγητή Παλιεζάεφ, το κεντρικό πρόσωπο του έργου, κρύβεται ο φυσιοδίφης-δαρβινιστής Κ.Α. Τιμιριάζεφ (1843-1920), ο οποίος υποστήριξε ανοικτά τους μπολσεβίκους και οι ναύτες του στόλου της Βαλτικής τον εξέλεξαν αντιπρόσωπό τους.
  Πάλι θα μιλήσω για την πρόσληψη.
  Αυτό που με εντυπωσίασε εμένα ήταν το φόντο.
  Γνωστά πράγματα, αλλά μόνο με την τέχνη μπορείς να τα συνειδητοποιήσεις σ’ όλο τους το βάθος.
  Πώς μπορεί να στεριώσει μια επανάσταση όταν τόσοι είναι εναντίον της;
  Στην αρχή της ταινίας ακούμε ότι η Πετρούπολη έχει ψωμί μόνο για τέσσερις μέρες. Κάποιοι σπεκουλάτορες το κρύβουν, όχι μόνο για να το μοσχοπουλήσουν στη μαύρη αγορά αλλά και για να αντιπολιτευθούν τη σοβιετική εξουσία-πράγματα που είδαμε και στο τρίτο μέρος της τριλογίας του Μαξίμ του Γρηγόρι Κοζίντσεφ. Οι μπολσεβίκοι πρέπει να πάρουν αυστηρά μέτρα. Όποιος κρύβει το αλεύρι, η ποινή είναι ο θάνατος. Η εκτέλεση κάποιου θα γίνει off-screen.
  Το άλλο πρόβλημα είναι η αντιπολίτευση των αστών.
  Οι φοιτητές, προφανώς όλοι τους από αστικά στρώματα, μποϊκοτάρουν τις εξετάσεις του καθηγητή που έχει δηλώσει ανοικτά την υποστήριξή του στους μπολσεβίκους. Ο μόνος που θα παρευρεθεί είναι ένας αργοπορημένος φοιτητής. Μόλις γύρισε από τη Σιβηρία όπου ήταν εξόριστος, μπολσεβίκος, φίλος του.
  Στη δεξίωση για τα γενέθλιά του δεν θα έλθει κανείς από τους συναδέλφους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ο πιο στενός του συνεργάτης θα τον εγκαταλείψει. Η ανοικτή υποστήριξή του στην επανάσταση δεν άρεσε καθόλου.
  Αξιοθαύμαστοι πράγματι οι μπολσεβίκοι που τα κατάφεραν τελικά.
  Πάρα πολύ καλή ταινία, με αρκετές πινελιές χιούμορ. Και βέβαια ο Νικολάι Τσερκάσωφ ήταν εξαιρετικός στο ρόλο του γέρου καθηγητή.

Bertrand Mandico, Τα άγρια αγόρια (Les garçons sauvages, 2017)


Bertrand Mandico, Τα άγρια αγόρια (Les garçons sauvages, 2017)


  Τα πέντε άγρια αγόρια έχουν υποκριτικές ικανότητες. Η φιλόλογός τους τα βάζει να παίξουν μια σκηνή από τον «Μάκβεθ». Το αποτέλεσμα; Τη βιάζουν ομαδικά στη διάρκεια της πρόβας, όμως κατά λάθος τη σκοτώνουν. Άκουσα για ένα ανάλογο περιστατικό με κάποια που δίδασκε εθελοντικά μετανάστες, νομίζω στη Σουηδία.  
  Η τιμωρία τους;
  Ή φυλακή, ή αναμόρφωση στο πλοίο του καπετάνιου.
  Οι γονείς προτιμούν την αναμόρφωση, πληρώνοντας βέβαια αδρά τον καπετάνιο.
  Τα παιδιά θα υποφέρουν στα χέρια του, αλλά όταν θα φτάσουν σε ένα περίεργο νησί θα γευθούν ηδονές, όμως τους περιμένει και μια μεγάλη έκπληξη.  
   Η ταινία, γεμάτη σκληρότητα και με ένα κατά κάποιο τρόπο διεστραμμένο ερωτισμό, δεν μου άρεσε. Τα σκηνοθετικά τρικ (εναλλαγή έγχρωμου ασπρόμαυρου, σουρεαλιστικές εικόνες) δεν ήταν αρκετά για να μου αρέσει. Έχει όμως βαθμολογία 6,9 στο IMDb, εσάς μπορεί να σας αρέσει.
 

Eran Riklis, Δίκτυο κατασκόπων (Spider in the web, 2019)


Eran Riklis, Δίκτυο κατασκόπων (Spider in the web, 2019)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  O Ben Kingsley, πράκτορας της mossad, θεωρείται ύποπτος. Τον στέλνουν σε μια αποστολή με τη συνοδεία ενός νεαρού για να τον προσέχει, με την εντολή να τον καθαρίσει αν όντως καταλάβει ότι είναι διπλός πράκτορας. Θα τα καταφέρει; Πρέπει να αποδείξει ότι πίσω από την εταιρεία που παράγει εντομοκτόνα κρύβεται μια καλοοργανωμένη επιχείρηση που τροφοδοτεί με χημικά το καθεστώς Άσσαντ, τότε που μαινόταν ο εμφύλιος στη Συρία (η ταινία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά).
  Δεν με εκπλήσσει η χαμηλή βαθμολογία της ταινίας στο IMDb, μόλις 4,5. Καθένας βλέπει και κρίνει μια ταινία ανάλογα με τις αφηγηματικές αναμονές του. Ένα θρίλερ στο οποίο υπάρχει μόνο ένα σύντομο κυνηγητό με αυτοκίνητα και ελάχιστοι πυροβολισμοί, δεν μπορεί να αρέσει. Όμως εμένα με συγκίνησε η υπαρξιακή διάσταση της ταινίας. Χαρακτηριστικός ο διάλογος: Μόνικα Μπελούτσι: -Κάνεις έρωτα όπως ζεις και τη ζωή σου. -Δηλαδή; -Με απελπισία. Και προπαντός οι σκηνές εξομολόγησης στον νεαρό φρουρό του στον οποίο μιλάει για τις σχέσεις του με τον πατέρα του, πράκτορας κι αυτός που πέθανε πριν χρόνια από καρκίνο, ιδιαίτερα συγκινητικές, γεμάτες ανθρωπιά.
  Μεγάλος ο Ben Kingsley, one man show η ταινία. Δεν ξέρω τα γούστα σας, να μη σας πάρω στο λαιμό μου, όμως εμένα μου άρεσε πάρα πολύ.

May el-Toukhy, Η βασίλισσα της καρδιάς (Queen of hearts, 2019)


May el-Toukhy, Η βασίλισσα της καρδιάς (Queen of hearts, 2019)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  «Ντάμα κούπα» είναι ο αγγλικός τίτλος, ενώ ο δανέζικος «Dronningen» σημαίνει απλά η βασίλισσα. Η βασίλισσα είναι παρούσα λοιπόν και στους τρεις τίτλους.
  Η Φαίδρα τα ρίχνει στον Ιππόλυτο, τον γιο του άνδρα της του Θησέα. Ο Ιππόλυτος ανταποκρίνεται. Κάποια στιγμή όμως μια συναδέλφισσά της τους βλέπει, και γι’ αυτό αποφασίζει να διακόψουν. Ο Ιππόλυτος επιμένει στη σχέση, όμως αυτή είναι κάθετη στην άρνησή της. Τότε αυτός πηγαίνει και την καρφώνει στον πατέρα του, ότι του την έπεσε.
  Προσπαθεί να με εκδικηθεί γιατί νομίζει ότι εγώ σε πήρα από τη μητέρα του, θα διαμαρτυρηθεί έντονα η Φαίδρα.
  Ποιον από τους δυο να πιστέψει ο Ιππόλυτος;
  Ας μην κάνουμε άλλο σπόιλερ, μπορείτε να δείτε την ταινία.
  Τα ονόματα που έδωσα στα πρόσωπα του έργου είναι αυτά της ευριπίδειας τραγωδίας, από την οποία όμως αφίσταται αρκετά.   
  Και τώρα δυο σχόλια.
  Το πρώτο.
  Περισσότερο από ό,τι στα remake μας ενδιαφέρει εδώ η απόκλιση από τον αρχαίο μύθο (εδώ για παράδειγμα είναι ο Ιππόλυτος που καρφώνει και όχι η Φαίδρα), όπως και οι αναπόφευκτες διαφορές στις λεπτομέρειες μια και τοποθετείται η πλοκή σε σύγχρονο context.  
  Και το δεύτερο.
  Ναι, η Φαίδρα είναι πιο κεντρικό πρόσωπο στο έργο, αυτή εμφανίζεται περισσότερες φορές, όμως πιο τραγικό πρόσωπο, ο ήρωας που υποφέρει χωρίς να του πρέπει (αν και εδώ όχι απόλυτα, θα μπορούσε να αρνηθεί την ερωτική προσέγγιση της Φαίδρας) είναι ο Ιππόλυτος. Πολύ σωστά τιτλοφορεί με το όνομά του το έργο του ο Ευριπίδης, σε αντίθεση με τον Σενέκα και τον Ρακίνα, και φυσικά την May el-Toukhy, η οποία όμως με τον τίτλο «Η βασίλισσα» πιθανότατα ήθελε να παραπέμψει διακειμενικά στην βασίλισσα Φαίδρα.
  Πολύ καλή ταινία, αξίζει να τη δείτε, έστω και μόνο γιατί αποτελεί μεταφορά της αρχαίας τραγωδίας. 

Monday, December 2, 2019

Κωστής Φραγκούλης, Η Κατσιφάρα


Κωστής Φραγκούλης, Η Κατσιφάρα, χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή, Κνωσός Αθήναι 1974, σελ. 119


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στα Κρητικά Επίκαιρα, στην ηλεκτρονική έκδοση

  Ο Κωστής Φραγκούλης, ο ποιητάρης με το ψευδώνυμο Ανταίος, είναι ένας μύθος για μας τους κρητικούς. Τα «Δίφορά» του, Α και Β, είναι ορόσημο στην Κρητική Λογοτεχνία. Λάτρης τους κι εγώ, αποφάσισα να μιλήσω γι’ αυτά στην Ένωση Γεραπετριτών. Η ομιλία μου έγινε στις 5 του Μάρτη το 2002.  
  Με την πεζογραφία έχω πολύ καλύτερες σχέσεις από ό,τι με την ποίηση, έτσι αποφάσισα να διαβάσω και το πεζογραφικό του έργο. Αυτό είναι τέσσερις συλλογές διηγημάτων τις οποίες ήθελα να τις παρουσιάσω όλες μαζί, ως το πεζογραφικό του έργο, όπως έκανα και με τα «Δίφορα» για το ποιητικό. Βρήκα τις δύο, τις διάβασα, δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω τις άλλες δύο, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψω το σχέδιο. Ψάχνοντας όμως τώρα που είμαι στην Κρήτη τη βιβλιοθήκη του φίλου μου του Γιώργη του Μανιαδάκη ανακάλυψα την «Κατσιφάρα». Είπα λοιπόν να την ξαναδιαβάσω και να γράψω γι’ αυτήν. Πηγαίνοντας στην Αθήνα θα διαβάσω και την άλλη συλλογή, και τις άλλες δυο, αν και όποτε τις βρω.
  Όπως τα «Δίφορα» έχουν το εφέ της δισημίας, το ίδιο και η «Κατσιφάρα». Για την ακρίβεια εδώ έχουμε εφέ της τρισημίας. Κατσιφάρα είναι η καταχνιά, όμως εδώ έχει δυο μεταφορικές σημασίες. Η μια είναι εικονιστική, η άλλη είναι νοητική. Η εικονιστική είναι η παρομοίωση της σκοτεινιάς του ουρανού της Κρήτης από την πτώση των γερμανών αλεξιπτωτιστών με την κατσιφάρα. Η νοητική είναι η σκοτεινιά που πλάκωσε την Κρήτη μετά την κατάληψή της από τους ναζί και τους φασίστες, η καταπίεση, τα βασανιστήρια, οι εκτελέσεις. Όμως εδώ ο Φραγκούλης μιλάει κυρίως για την εικονιστική.
  Το πρώτο διήγημα αναφέρεται στον αντίχτυπο που είχε στους Θηβαίους η ηρωική αντίσταση των κρητικών. Εκεί είχαν απομονώσει τους κρητικούς στρατιώτες οι γερμανοί, δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους όπως έκαναν με τους στρατιώτες που ήσαν από άλλα μέρη, καθώς είχαν σχέδια για την Κρήτη. Οι Θηβαίοι, βλέποντας τον ηρωικό αγώνα τον κρητικών, αντιμετώπιζαν με αγάπη και θαυμασμό τους κρήτες φαντάρους που βρέθηκαν στον τόπο τους.
  «- η Κρήτη παλεύει! -Η Κρήτη μάχεται!
  Σηκώθηκε τότε μια φωνή από χιλιάδες στήθη. Κι οι πολίτες κι οι αγρότες κι οι ξωμάχοι, κύτταζαν εμάς τους Κρητικούς κι έβγαζαν τα καπέλλα τους. Άπλωναν τα χέρια και μας άγγιζαν με περιέργεια, με σεβασμό να δουν αν είμαστε άνθρωποι σαν κι αυτούς. Μας έσφιγγαν πιο ζεστά τώρα το χέρι από πριν και μας έλεγαν σιγανά: -Μπράβο σας Κρητικοί. -Να ζήσ’ η Κρήτη!» (σελ. 10).
  Στην αφηγηματική λογοτεχνία έχουμε ήρωες και αντιήρωες. Όμως για πρώτη φορά βλέπω σε λογοτεχνικό έργο αντιήρωες που γίνονται ήρωες.
  Ο «Κοκοβιός» είναι ένας κακομοίρης που τον αντιμετωπίζουν με ειρωνεία και εμπαιγμούς οι χωριανοί του. Όμως ο έρωτάς του για μια χωριανή του τον κάνει ήρωα στο πεδίο της μάχης, όταν τρέχει να της σώσει τη ζωή. Στο εξής θα πάψουν οι εμπαιγμοί και οι χωριανοί του θα τον αντιμετωπίζουν με σεβασμό.
  Ο «Χαΐνης», ήταν «ένα κοντακινό και λιπόσαρκο ανθρωπάκι… Δεν τον έβανε λοιπόν, σκόλη-καματερή το χωριό, παρά χαΐνευε χειμώνα – καλοκαίρι, πότε για ξύλα, πότε για δίχταμο, πότε για χοχλιούς, πότε για θαλασσινά κι αγριοπερίστερα. Και τον έβγαλαν Χαΐνη» (σελ. 37).
  Αυτός λοιπόν ο Χαΐνης μαζί με ένα βοσκό προκάλεσαν μεγάλη ζημιά σε ένα απόσπασμα ιταλών που μετά την απόβασή τους στη Σητεία κατευθύνονταν για τη Γεράπετρο. Με πιο τρόπο; Ρίχνοντάς τους τεράστια βράχια από το στενό της Μαλαύρας.
  «Όταν μετά λίγες μέρες ησύχασαν κάπως τα πράγματα και ο Χαΐνης γύρισε στο χωριό με πληγωμένο το ένα χέρι και ξώπετσα στο πλευρό, με παντελόνι και πουκάμισο ξεσκισμένο, πιο μαύρος και γανιασμένος απ’ ότι τον ήξαιραν, στεγνός σα λιόκαφτο χταπόδι και φάνηκε στον καφενέ, οι χωριανοί που δεν ήξαιραν τίποτε για ό,τι έκαμε τον αναγέλασαν.
  -Ο κόσμος χαλούσε, μωρέ Χαΐνη και συ γύριζες για έρωντα και πεταλίδες. Καλά να πάθεις. Σε ποιον αχεργιώνα ήσουνα χωσμένος όντεν επερνούσανε οι ιταλοί και δεν εφάνηκες;
  Έλεγεν ο καθένας το δικό του γιατί κανείς τους δεν ήξαιρε από πού ήταν οι πληγές ούτε και πώς αυτός μαζί με τον φίλο του κύλησε τις πέτρες σαν τους Αβησσηνούς πού ’φεραν τόσο χαλασμό και ταραχή στους φρατέλους» (σελ. 48-49).
  Θυμήθηκα τώρα και την ταινία «Ήρωας κατά λάθος» με τον Dustin Hoffmann, που έσωσε τους επιβάτες ενός αεροπλάνου βγάζοντάς τους έξω πριν αυτό τυλιχθεί στις φλόγες, και που μόνο μια δημοσιογράφος μάντεψε ότι αυτός ήταν ο σωτήρας τους. Και αυτός ήταν επίσης περιθωριακός.
  Και ο «Ατσέλεγας» ήταν ένας αντιήρωας που έγινε ήρωας. Με μια πέτρα σκοτώνει ένα γερμανό αλεξιπτωτιστή, του παίρνει τον οπλισμό, ντύνεται με τη στολή του και επιστρέφει θριαμβευτικά στο χωριό του. Όμως στο δρόμο τον βρίσκει μια αδέσποτη. Η αιμορραγία τον εξαντλεί, τρεκλίζει. Ευτυχώς, γιατί οι χωριανοί του, παίρνοντάς τον για γερμανό ήταν έτοιμοι να τον πυροβολήσουν, όμως βλέποντάς τον να παραπατεί δίσταζαν, μέχρι που είδαν ότι ήταν ο Ατσέλεγας.
  Στα «Κιάλια του σερτζέντε» δεν έχουμε ακριβώς τον αντιήρωα, αλλά ένα νεαρό που ήθελε να σπρώξει στον γκρεμό τον σερτζέντε για να του πάρει τα κιάλια. Δεν πρόλαβε όμως, γιατί η άκρη του βράχου όπου στεκόταν ο ιταλός υποχώρησε κάτω από τα πόδια του με αποτέλεσμα να γκρεμοτσακισθεί.
  Τί τα ήθελε τα κιάλια;
  Να βλέπει την αγαπημένη του από μακριά. Όταν όμως την είδε με τον ταχυδρόμο και κατάλαβε ότι τη φλέρταρε και αυτή ανταποκρινόταν, τον έπιασε η απελπισία. Εγκατέλειψε κάθε ιδέα να την προσεγγίσει. Τρία χρόνια αργότερα θα τα πετάξει από το βράχο από όπου είχε γκρεμιστεί ο σερτζέντες. Ο λόγος;
  «Ίσως αν δεν ήταν αυτά, να την έπαιρνα την Αννίκα. Γιατί ο ταχυδρόμος, δεν την πήρε ούτ’ αυτός. Προτίμησε μια πρώτη ξαδέρφη της που την είχανε προξενήτρα. Τα κιάλια με είχαν εκδικηθεί» (σελ. 81).
  Αυτό είναι το διήγημα που μου άρεσε περισσότερο.
  Στη «Μεγάλη μέρα» έχουμε το δράμα των φαντάρων που πολέμησαν στην Αλβανία και των γυναικών που άφησαν πίσω τους.
  Ο άντρας, τραυματισμένος, πιάστηκε αιχμάλωτος από τους ιταλούς, δυο μέρες πριν την κατάρρευση του μετώπου με την εισβολή των ναζί. Η γυναίκα του, έγκυος, αγωνιά μη έχοντας νέα του. Όλοι πιστεύουν πως σκοτώθηκε στην Αλβανία.
  Αυτός, επιστρέφοντας από την αιχμαλωσία, μαθαίνει ότι η γυναίκα του έκανε δίδυμα, όμως πέθανε, προφανώς από τη στενοχώρια της καθώς τον νόμιζε νεκρό.
  Το «Ουράνιο τόξο», το τελευταίο διήγημα της συλλογής, αναφέρεται στο δράμα των ιταλών στρατιωτών που αιχμαλωτίσθηκαν από τους γερμανούς μετά την πτώση του Μουσολίνι και την προσχώρηση της Ιταλίας στο πλευρό των συμμάχων. Οι κρητικοί τους λυπήθηκαν και τους φίλευαν με διάφορα, ξεχνώντας ότι είχαν υποφέρει απ’ αυτούς, αν και, είναι αλήθεια, πολύ λιγότερο από ότι απ’ τους γερμανούς. Η ιστορία είναι γνωστή, οι γερμανοί τους έβαλαν σε ένα καράβι για να τους μεταφέρει τάχα στην Ιταλία και το βούλιαξαν.    
  Πολύ ωραία τα διηγήματα στου Φραγκούλη, μόλις επιστρέψω στην Αθήνα θα διαβάσω και τη δεύτερη συλλογή.
  Αντί για αποσπάσματα θα παραθέσω τρεις λαϊκές ρήσεις.       
  «Όποιος κάνει το σταυρό του, άρματά ’χει στο πλευρό του» (σελ. 40)
  «Ο τούρκος θέλει μπάλα» (σελ. 42).
  «Πού ’χει τα θάρρη του στο Θιο, αδείπνητος δεν θέτει» (σελ. 84)