Book review, movie criticism

Saturday, August 15, 2026

Stephen Shimek, Φόνος στην πρεσβεία (Μurder at the embassy, 2025)

 Stephen Shimek, Φόνος στην πρεσβεία (Μurder at the embassy, 2025)

 


  Από προχθές στους κινηματογράφους.

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: δεν μου αρέσουν τα αστυνομικά. Όμως τα βλέπω πάντα ευχάριστα, καλά και κακά, σε αντίθεση με τις κωμωδίες που είναι στην κορυφή των προτιμήσεών μου, που αν μια κωμωδία είναι κακή με ξενερώνει ολότελα.

  Τώρα το θυμήθηκα: μαθητής, τα αστυνομικά της «Μάσκας» δεν μου άρεσαν καθόλου, δεν τα διάβαζα, ενώ ρουφούσα τον Ζορό και τα καουμπόικα. Γεράκι, Γερόλυκος… τον Ντετέκτιβ Χ ούτε που τον άγγιζα.

  Διάβασα το θεωρούμενο καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι και δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτή η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, με τους ύποπτους παγιδευμένους μέσα στο σπίτι μέχρι να ανακαλυφθεί ποιος είναι ο δολοφόνος, ε, χωρίς να είμαι κλειστοφοβικός (ούτε αγοραφοβικός, παρεμπιπτόντως) δεν μου αρέσει. Και αυτή η ταινία ήταν πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, κανείς δεν θα φύγει από την πρεσβεία μέχρι να βρεθεί ο δολοφόνος.

  Ποιος θα τον βρει;

  Η Μιράντα, ένας θηλυκός Σέρλοκ Χόλμς.

  Ευτυχώς όμως η ταινία είχε και «εξωτερικά» γυρίσματα. Δεν ήταν δυνατόν να μη δούμε τις πυραμίδες.

  Αυτό που μου άρεσε είναι ο χωροχρόνος της πλοκής, με τα πολιτικά συμφραζόμενα: Κάιρο, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους ναζί να καταστρώνουν σχέδια για να χειριστούν την πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο. Ένας ναζί είχε διεισδύσει στην πρεσβεία.

  Το 5,1 της ταινίας νομίζω την αδικεί. Εγώ, επειδή δεν μπορούσα να βάλω 6,5, δεν υπάρχει τέτοια επιλογή στο IMDB, έβαλα 7.

  Πρέπει να το πω αυτό: μου άρεσε το σαρδόνιο, σατιρικό τέλος.

Friday, August 14, 2026

William Wyler, Οι ψίθυροι (The children’s hour, 1961)

 William Wyler, Οι ψίθυροι (The children’s hour, 1961)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους.

  Να ξεκινήσω από αυτό: η κινηματογραφική μεταφορά θεατρικού έργου είναι πάντα μια εγγύηση. Εδώ έχουμε θεατρικό έργο της Λίλιαν Χέλμαν.

  Νόμιζα ότι οι συκοφαντίες των παιδιών για καθηγητές που δεν τους χωνεύουν (έχω πείρα σαν καθηγητής, ευτυχώς όχι προσωπική) είναι το μόνο θέμα της ταινίας. Όμως όχι.

  Η Σίρλεϊ Μακ Λέην και η Όντρεϊ Χέπμπορν έχουν ένα δημοτικό, εδώ και δυο χρόνια. Καλά τα καταφέρνουν, θα έλθουν και άλλοι μαθητές με την καινούρια σχολική χρονιά. Όμως η αυστηρότητά τους ενοχλεί ένα κακότροπο κορίτσι, γιατί του επιβάλλουν τιμωρίες για τη συμπεριφορά του. Εκβιάζει ένα άλλο, που αυτό το κακόμοιρο απλά κλέβει, να παραδεχτεί ότι της είπε ότι είδε τις δυο δασκάλες να φιλιούνται, και όχι μόνο. Το λέει στη γιαγιά της, που είναι και θεία του αρραβωνιαστικού της Όντρεϊ, και αυτή το διαδίδει. Αποτέλεσμα; Να πάρουν όλοι οι γονείς τα παιδιά τους. Ο αρραβωνιαστικός της Όντρεϊ (έχει αποφασιστεί ο γάμος τους να γίνει σύντομα) δεν το πιστεύει. Όμως η Όντρεϊ πιστεύει ότι κατά βάθος έχει αμφιβολίες, και τον διώχνει. Αυτός λέει ότι θα επιστρέψει.

  Και περνάμε στο δεύτερο θέμα: η Σίρλεϊ παραδέχεται ότι είναι ερωτευμένη μαζί της. Πάντα ήταν, αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Το συνειδητοποίησε τώρα με την ψεύτικη κατηγορία. Αυτή η παραδοχή θα την οδηγήσει σε μια τραγική απόφαση.

  Εδώ ήθελα να σχολιάσω.

  Δεν υπήρξα ποτέ ομοφοβικός, και πάντα ένιωθα μια συμπάθεια για τους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες, όχι μόνο γιατί αποτελούν, παλιά περισσότερο σήμερα λιγότερο, αντικείμενο κοινωνικής αποδοκιμασίας, αλλά για τη δυσκολία να βρουν σύντροφο.

  Θα το δώσω πιο χαρακτηριστικά με ένα προσωπικό παράδειγμα.

  Ήταν πριν είκοσι χρόνια σχεδόν. Κατευθυνόμουν από το κολυμβητήριο στο πάρκινγκ που είχα παρκάρει το αμάξι μου. Απέναντι ήταν σταματημένο ένα σπορ αμάξι με έναν νεαρό στο τιμόνι. Μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Πλησιάζω. -Ξέρεις, μου λέει, μου αρέσουν οι ώριμοι άντρες. -Με συγχωρείς του λέω, αλλά είμαι straight. Αμέσως πατάει γκάζι και φεύγει σαν βολίδα προς την έξοδο.

  Τι πιθανότητες υπήρχαν να πέσει πάνω σε ομοφυλόφιλο;

  Περίμενα ένα χάπι εντ, ήταν μέσα στα πλαίσια του «κατά το εικός», αλλά η Χέλμαν δεν ήθελε να χαλάσει τη δραματική ατμόσφαιρα της ιστορίας της.

  Μα τι εξαιρετικές ηθοποιοί η Όντρεϊ και η Σίρλεϊ!!!. Και βέβαια έχω θαυμάσει τις υπέροχες ερμηνείες τους και σε άλλες ταινίες.

  Και το «κακότροπο» κοριτσάκι τι πειστικά που έπαιζε!

  7,8 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Δεν έβαλα βαθμό γιατί, το έχουμε ξαναπεί, μου αρέσουν τα happy end, και δεν θα έβαζα 8, αλλά ούτε και 7 βέβαια, που θα χαμήλωνε τη βαθμολογία.

Jean Renoir, Η χρυσή άμαξα (Le carosse d’ or, 1952)

 Jean Renoir, Η χρυσή άμαξα (Le carosse d’ or, 1952)

 


  Από χθες στην Όαση

  Καλά, μια γυναίκα δύο άντρες, αλλά τρεις;

  Η γυναίκα: η Άννα Μανιάνι (πληθωρική, εξαιρετική). Οι άντρες: Ο αντιβασιλέας του Περού, του οποίου γίνεται ερωμένη όταν της χαρίζει τη χρυσή άμαξα, για να σκάσει από ζήλεια η μέχρι τότε ερωμένη του, ο επικεφαλής του θιάσου της Commedia dellarte, που απελπισμένος φεύγει, όμως ξαναγυρίζει, και ο ταυρομάχος.

  Σασπένς: οι ευγενείς απειλούν να τον καθαιρέσουν αν δεν πάρει πίσω την άμαξα, και είναι απρόθυμοι να δώσουν κι άλλες εισφορές για τον πόλεμο με τους ινδιάνους. Αλλά για να γίνει η καθαίρεση θα πρέπει να υπογράψει ο επίσκοπος.

  Τελικά θα υπογράψει;

  Η Μανιάνι θα τον σώσει τελικά.

  Μην πάει το μυαλό σας, η ταινία είναι γυρισμένη το 1952.

  Σαν κατά το ήμισυ θεατρολόγος (σχεδόν το μισό διδακτορικό μου) μου άρεσαν οι άφθονες σκηνές με παραστάσεις της commedia dellarte. Αλλά και η ίδια η πλοκή φαινόταν σαν έργο της commedia dellarte, πράγμα που τονίζει ο Ρενουάρ στο τέλος, συμφύροντας τα δυο επίπεδα.

  Και να μην ξεχάσουμε και την υπέροχη μουσική του Βιβάλντι.

  Το 7 της βαθμολογίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Thursday, August 13, 2026

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Κορυφαίος σκηνοθέτης το Satyajit Ray, έχω δει αρκετές ταινίες του, οι περισσότερες στις επανεκδόσεις.

  Πρόκειται για αστυνομική ταινία.

  Πρωταγωνιστικό τρίο: ο ντετέκτιβ, ο νεαρός βοηθός του και ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.

  Αντικείμενο αναζήτησης: ένα μικρό χρυσό αγαλματίδιο του θεού-ελέφαντα, που κάποιος το έκλεψε. Μήπως αυτός που ζήτησε να το αγοράσει;

  Γιατί το λέω αυτό:

  Η ταινία έχει ένα σωρό ανατροπές, κυριολεκτικά ένα σωρό.

  Συναρπαστική η πλοκή, με δυο επιπλέον συν: τα γελαστά πρόσωπα των πρωταγωνιστών και το διάσπαρτο χιούμορ.

  Για μένα προσωπικά: μου άρεσε ο αργός ρυθμός της, κάτι που δεν συναντάς στις αντίστοιχες «δυτικές», και η διαύγεια στην πλοκή.

  7,9 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

César Diaz, Mexico 86 (2024)

 César Diaz, Mexico 86 (2024)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας, αν και ρετρό, μιας και οι λατινοαμερικάνικες δικτατορίες του περασμένου αιώνα ανήκουν πια στο παρελθόν.

  Η Μαρία, ακτιβίστρια, αναγκάζεται να το σκάσει για το Μεξικό, όπου κατέφευγαν πολλοί επαναστάτες που αγωνίζονταν ενάντια σε αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες όταν αποκαλυπτόταν η ταυτότητά τους. Τον άντρα της τον σκότωσε μπροστά στα μάτια της ο μετέπειτα αρχηγός της αστυνομίας. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: τι θα γίνει ο γιος της, που είναι πολύ μικρός;

  Δυο επιλογές υπάρχουν, ή μάλλον τρεις, αλλά η τρίτη αποκλείεται: να τον πάρει μαζί της στο Μεξικό. Η άλλη, η πιο συνηθισμένη την οποία προωθούν οι επαναστάτες, τα παιδιά αυτών που έχουν ήδη εντοπισθεί να σταλούν στην Κούβα. Η άλλη, η οποία επιλέγεται τελικά, είναι να μείνει με τη γιαγιά του.

  Η Μαρία συνεχίζει τη δράση της, παράνομη φυσικά, ενώ δουλεύει ως δημοσιογράφος. Μαζί της είναι και ο σύντροφός της. Προσέχουν πολύ να μην αποκαλυφθούν, γιατί κυβερνητικοί πράκτορες της Γουατεμάλας που δρουν στο Μεξικό, όταν τους εντοπίζουν τους εκτελούν.

  Η πλοκή με τα δραματικά επεισόδια ξεκινάει όταν την επισκέπτεται η μητέρα της με τον γιο της. Έχει καρκίνο, έχει αρχίσει χημειοθεραπείες, δεν έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής. Έχουν περάσει δέκα χρόνια, ο νεαρός είναι πια παλικαράκι. Η οργάνωση πιέζει, να πάει στο Μεξικό. Η μητέρα αρνείται.

  Ο μικρός εξεγείρεται με τις απαγορεύσεις που του επιβάλλουν για προστασία.

  Τελικά τους εντοπίζουν.

  Τι θα γίνει τότε;

  Θα εξακολουθεί να επιμένει η μητέρα; Και ο νεαρός, μετά τα δραματικά επεισόδια, τι θα κάνει;

  Παρά τη χαμηλή βαθμολογία της, 6,2, η ταινία μου άρεσε. Και ένα συν στην ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία της Bérénice Béjo, την οποία έχω δει και σε άλλες ταινίες και μου άρεσε πολύ.

Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 

Τελικά θα προβληθεί στις 20. Βαριέμαι, αλλά και δεν έχει νόημα, να ξανακάνω κοινοποίηση. 

  Προβλήθηκε, θα προβληθεί, δεν ξέρω, πάντως δεν βρίσκεται στις ταινίες που προβάλλονται αυτή τη βδομάδα.

 

  Όσα δεν λέγονται, όμως γιατί;

  Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

  Έγραψε ένα πολύ καλό βιβλίο ο καθηγητής φιλοσοφίας, δεν έχει έμπνευση για δεύτερο. Να κάνουν ένα ταξίδι (το προτείνει και ο προϊστάμενός της στη γυναίκα του, η οποία είναι δημοσιογράφος). 20 χρόνια παντρεμένοι, όμως αυτή δεν μπορεί να κάνει παιδί.

  Πού;

  Στο Μαρόκο.

  Αγαπημένη χώρα.

  Στην Ταγγέρη.

  Αγαπημένη πόλη η Ραμπάτ.

  Αγαπημένο όνομα το όνομα της ξεναγού τους σε ένα μουσείο.

  Μαζί τους και οι κολλητοί τους, το ζευγάρι με την προέφηβη κόρη τους.

  Η γυναίκα του στρίγγλα, ταλαιπωρεί την κόρη τους που βρίσκει παρηγοριά στις συζητήσεις της με τον καθηγητή.

  Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η φοιτήτρια έρχεται κι αυτή στην Ταγγέρη. Τον πιέζει, είπε ότι θα το έλεγε στη γυναίκα του, τι περιμένει;

  Και δεν έφτανε αυτό, τον βλέπει, τυχαία, ο φίλος του να φιλιέται μαζί της.

  Θα του τα ψάλλει φυσικά.

  Η γυναίκα του καθηγητή θα δει την κόρη του φίλου της μαζί με τη φοιτήτρια, πάνω σε ένα βράχο στην ακροθαλασσιά.

  Αργότερα θα ανασυρθεί το πτώμα της φοιτήτριας από τη θάλασσα.

 Τι δεν λέγεται, και γιατί άραγε;

  Παραπάτησε, αυτοκτόνησε, ή την έσπρωξε η μικρή;

  Να κάνουμε εικασίες, ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει απάντηση.

  Την έσπρωξε μήπως, για να γλιτώσει απ’ αυτήν ο αγαπημένος της καθηγητής;

  Η ίδια λέει ότι της είπε να φύγει, αυτή θα έμενε λίγο ακόμα.

  Και πώς γύρισε στο σπίτι η μικρή, βαμμένη και ντυμένη σαν κοκέτα;

  Δεν μας λέγεται.

  -Σ’ αγαπώ, θα πει η γυναίκα του καθηγητή, μετά τα αποκαλυπτήρια, στον φίλο της με τη στρίγγλα γυναίκα. -Κι εγώ σ’ αγαπώ.

  Ένα ειδύλλιο που θα περιμέναμε δεν το βλέπουμε να εξελίσσεται.

  Αφηγηματικά έχει ενδιαφέρον η ταινία.

  Υπάρχει ο αφηγηματικός χρόνος του παρόντος, με πολλά flash back. Το πρωτότυπο είναι ότι υπάρχουν και πολλά flash forward. Οι ήρωες μιλάνε, μετά την επιστροφή τους, για τα επεισόδια. Τους βλέπουμε να μιλάνε και σε ένα αστυνομικό τμήμα της Ιταλίας. Από την Ταγγέρη την κοπάνησαν την ίδια μέρα, δεν θα ήθελαν να μπλέξουν με την μαροκινή αστυνομία.

  Θα ήθελα να σχολιάσω και αυτό.

  Έχουν ορμήσει στην αυλή ενός σπιτιού. Αγκαλιάζονται, προφανώς θα κάνουν έρωτα.

  Μήπως θέλει να την σπρώξει μέσα στο πηγάδι δίπλα, να την ξεφορτωθεί;

  Το επεισόδιο δεν ολοκληρώνεται, η ταινία περνάει σε άλλο.

  Αργότερα θα δούμε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο.

  Ένα γενικότερο σχόλιο: Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να κάνουμε εικασίες σε ανάλογα επεισόδια, για να δούμε τελικά αν επιβεβαιωθήκαμε ή αν διαψευστήκαμε.

  Σίγουρα βλέπεται με ενδιαφέρον η ταινία. Κλασικό το θέμα της, η γκόμενα που τον πιέζει να παρατήσει τη γυναίκα του και να παντρευτούν. Όμως τα επεισόδια που ακολουθούν είναι αρκετά ασυνήθιστα.

  6,7 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.

Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μια ακόμη ταινία του Αντονιόνι, ενός σκηνοθέτη «που δεν μου πάει», αλλά βλέπω κάθε επανέκδοσή του. Σίγουρα έχω δει τουλάχιστον έξι ταινίες του.

  Το περίεργο: ενώ αυτή η ταινία δεν άρεσε (μπορείτε να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας), εμένα μου άρεσε. Όχι όμως τόσο ώστε να βάλω παραπάνω από 7 (με τα χρόνια έγινε cult, η βαθμολογία της είναι 6,9).

  Η ταινία ξεκινάει με μια σύναξη φοιτητών, που μιλάνε για την κατάληψη του πανεπιστημίου. Μεγάλη η διάρκειά της, δίνει το κλίμα της εποχής.

  Οι αστυνομικοί είναι αδίστακτοι. Ένας πυροβολεί εν ψυχρώ έναν μαύρο φοιτητή. Ο Μαρκ, που είναι οπλισμένος, εκδικείται για πάρτη του, πυροβολεί τον αστυνομικό.

  Και κλέβει ένα αεροπλάνο.

  Τώρα πότε έμαθε να πιλοτάρει, δεν μας λέγεται, γιατί δεν έχει και τόση σημασία.

  Η Ντάρια (αγαπημένο όνομα, έγραψα και τη βιογραφία της) το σκάει και αυτή από την εταιρία που δουλεύει, διασχίζει την έρημο (όχι την κόκκινη) μάλλον για να συναντήσει τον φίλο της.

  Η Μαρκ τη βλέπει και την «φλερτάρει» περνώντας με το αεροπλάνο του σύριζα πάνω από το αυτοκίνητό της, και μετά πάνω από την ίδια.

  Του τελειώνει η βενζίνη, αναγκάζεται να προσγειωθεί, κοντά της φυσικά.

  Η συνέχεια είναι αναμενόμενη.

  Κάποια στιγμή θα κάνουν σεξ.

  Και μας εμφανίζεται ένας ποιητικός Αντονιόνι.

  Δίπλα τους κάνει σεξ ένα άλλο ζευγάρι.

  Στο τέλος θα δούμε ένα σωρό ζευγάρια να κάνουν σεξ στους αμμόλοφους, δίπλα τους.

  Το επεισόδιο με το σεξ κρατάει κάμποσα λεπτά.

  Αυτό το σεξ θα το λέγαμε και σαν soft καλλιτεχνικό πορνό, είχα δει μια ταινία τέτοιου είδους. Όμως, παρόλο που έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαι εστέτ, το καλλιτεχνικό πορνό δεν μου αρέσει, προτιμώ το καθαρό πορνό.

  Αντιστικτικά, βλέπουμε τους επιχειρηματίες να σχεδιάζουν μια επιχείρηση.

  Τώρα τι τον έπιασε τον Μαρκ να γυρίσει πίσω το αεροπλάνο; Εδώ οι κλέφτες αυτοκινήτων δεν τα επιστρέφουν όταν δεν τα χρειάζονται πια αλλά τα παρατάνε όπου βρούνε, αυτός γιατί;

  Αλλά ας μη κάνω σπόιλερ.

  Και ένα ακόμη σπόιλερ, με τη Ντάρια.

  Εδώ πια και αν είναι ποιητικός ο Αντονιόνι!!!

  Φαντασιώνεται τα γραφεία της εταιρείας, πάνω στο λόφο, να ανατινάζονται. Πολλές κάμερες τραβάνε την ανατίναξη την οποία βλέπουμε συνεχώς από διαφορετικές γωνίες. Τελικά πολλοί σκηνοθέτες έχουν το φετίχ της φωτιάς, αλλά στο μυαλό μου έρχεται μόνο η «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

  Και μετά την έκρηξη;

  Βλέπουμε τα συντρίμμια σε slow motion στον αέρα. Μου θύμισαν πίνακες του Μιρό, αλλά και τα σκουπίδια στην παραλία του Παχύ Άμμου.

  Εικαστικό αριστούργημα το τέλος.

  Trivia.

  O Mark (Frenchette), που επιλέχτηκε για την ταινία παρόλο που δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, γύρισε μόλις τρεις ταινίες. Με δυο φίλους του από το κοινόβιο όπου ζούσε αποπειράθηκαν να ληστέψουν μια τράπεζα. Ο ένας σκοτώθηκε, οι άλλοι δυο συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, και ο Mark πέθανε μετά από δυο χρόνια. Ατύχημα, από άρση βαρών.

  Και η Daria (Halprin) -και οι δυο πρωταγωνιστές είναι με το πραγματικό μικρό τους όνομα στην ταινία- γύρισε επίσης μόλις τρεις ταινίες, και μετά έγινε therapist.

Thursday, August 6, 2026

Thomas Mann, Σοπενχάουερ

 Thomas Mann, Σοπενχάουερ (μετ. Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου), Έρασμος 2006, σελ. 72

 


  Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο, και δεν έχω όρεξη να ξαναγυρίζω στις παλιές αγάπες. Παλιά αγάπη μου η φιλοσοφία – το δεύτερο πτυχίο μου, με το οποίο διορίστηκα ως φιλόλογος, είναι φιλοσοφίας, στο αμιγώς τότε φιλοσοφικό τμήμα του ΕΚΠΑ. Τώρα τη φιλοσοφία τη θεωρώ ως ένα διανοητικό παιχνίδι, παραπλήσιο με την τέχνη, που όμως δεν μου προσφέρει γνώσεις. Τώρα, πώς έτσι και αποφάσισα να διαβάσω ένα δοκίμιο για τον Σοπενχάουερ;

  Καταρχάς να πω ότι ήθελα, παρόλα αυτά, να διαβάσω το κορυφαίο έργο του, «Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση», όμως ήταν εξαντλημένο.  Σε συζήτηση σε παρέα, ένας το είχε, ο φίλος μου ο Πρατικάκης προθυμοποιήθηκε να το δανειστεί και να το βγάλει σε φωτοτυπίες σε δυο αντίτυπα, ένα για αυτόν και το άλλο, δώρο, για μένα. Εκδόσεις Αναγνωστίδη, όπου εκδόθηκαν οι πρώτες μου μεταφράσεις. Το διάβασα πριν επτά χρόνια, όπως βλέπω τώρα στην ανάρτηση που έκανα.

  Πριν λίγες μέρες ο φίλος μου ο Πάτροκλος έκανε ένα αφιέρωμα σ’ αυτόν στο ιστολόγιό του «Peri-Grafis». Το διάβασα, και διάβασα και την ανάρτηση που έκανα. Έπεσα και πάνω στο βιβλίο του Τόμας Μαν, μικρό είναι είπα, ας το διαβάσω.

  Όσο και να μην σου αρέσει ένα βιβλίο πάντα θα βρεις σ’ αυτό κάτι χρήσιμο, είπε κάποιος, έχω ξεχάσει ποιος. Βρήκα αρκετά χρήσιμα, βιογραφικά στοιχεία κυρίως, αλλά και το βιβλίο μου άρεσε με το γλαφυρό του ύφος καθώς το έγραψε λογοτέχνης, όχι με τη στρυφνή γλώσσα των ανθρώπων του επαγγέλματος.

  Η βασική ιδέα του Σοπενχάουερ είναι εντελώς διάφανη. Το βασικό στοιχείο του κόσμου, φανταστείτε το σαν μετωνυμία του big bang, είναι η βούληση, η οποία ενσαρκώνεται σε παραστάσεις, άλλες ανώτερες, όπως οι πλατωνικές ιδέες, άλλες κατώτερες. Η βούληση είναι πηγή δυστυχίας, ακολουθεί εδώ ο Σοπενχάουερ την ανατολική φιλοσοφία, καθώς συνοδεύεται από ματαιώσεις. Ήταν απαισιόδοξος ο Σοπενχάουερ. Ίσως κουβαλούσε την κατάθλιψη του πατέρα του που αυτοκτόνησε, και την καταπολέμησε «εξυψώνοντάς τη», κατά τη φροϋδική έννοια (Sublimierung) σε μια πεσιμιστική φιλοσοφική θεωρία.

  Το σημαντικό για μένα το είπα, το ύφος του δεν με κούρασε, οπότε καλύτερα να περάσω στην παράθεση αποσπασμάτων.

  «Η απόλαυση που παίρνουμε από ένα μεταφυσικό σύστημα, η ευχαρίστηση που μας δίνει η νοητική οργάνωση του κόσμου σε ένα σύστημα αυστηρά θεμελιωμένο, εντελές και ισόρροπο οικοδόμημα σκέψης, είναι πάντοτε και πάνω απ’ όλα αισθητικής φύσης».

  Τα μεγάλα πνεύματα. Αλλά, να κάνω πιο σαφές αυτό που είπα παραπάνω, είναι «μόνο» αισθητικής φύσης για μένα.

  «Η βούληση ήταν η υπέρτατη, η απαραμείωτη, πανάρχαιη αρχή της ύπαρξης, η πηγή κάθε φαινομένου, ο παρών και ενεργός γεννήτορας του καθενός ξεχωριστά, η κινητήρια δύναμη που δημιουργεί ολόκληρο τον ορατό κόσμο και ολόκληρη τη ζωή».

  Εξαιρετική σύνοψη της θεωρίας του.

  «…η διάνοια είναι απλώς και μόνο το όργανο της βούλησης…».

  Θα επανέλθουμε σ’ αυτό με άλλο απόσπασμα.

  «Ο κόσμος τούτος είναι ο χείριστος εξ όλων των δυνατών κόσμων».

  Να και άλλος που αρέσκεται σε παραφράσεις (εμείς chatgpt τα έχουμε πει), αν όντως είναι η αυθεντική διατύπωση του Σοπενχάουερ. (Τελικά είναι αυθεντική, μου το επιβεβαίωσε ο παντογνώστης chatgpt). Α, ξέχασα, παραφράζει τον Λάιμπνιτς για όσους δεν το ξέρετε, που στη θέση «χείριστος» έχει «καλύτερος».

  «Υψώνει την ηθική και την ενθρονίζει υπεράνω της αισθητικής».

  Ας το θυμάμαι αυτό.

  «…ο Σοπενχάουερ, όταν κάνει την τραχειά και αγέρωχη δήλωση ότι καθένας μας, καλότυχος ή κακότυχος, έχει ακριβώς τη μοίρα που του αξίζει».

  Παραθέτω το απόσπασμα γιατί διαφωνώ κάθετα.

  «Ο Σπινόζα είπε: [να μη γράψω το λατινικό] Η καλοσύνη δεν είναι παρά αγάπη που γεννιέται από την συμπόνια».

  Η συμπόνια μπορεί να αυξήσει την αγάπη, η δική μου εμπειρία. Και θα ήθελα να μειωθεί η αγάπη και να αυξηθεί η συμπόνια.

  «Εάν η ασκητική αγνότητα εφαρμοζόταν σαν μια γενική πρακτική, θα ερχόταν το τέλος του ανθρώπινου είδους».

  Ο Καζαντζάκης είπε «Αλίμονο στο χωριό που δεν έχει κανένα άγιο. Αλίμονο στο χωριό που όλοι είναι άγιοι».

  Μου θυμίζει τον γενετικό πολυμορφισμό στη βιολογία. Ένας φαινότυπος που κυριαρχεί μπορεί να οδηγηθεί στην εξαφάνιση όταν αλλάξουν οι περιβαλλοντικές συνθήκες, και να επικρατήσει ένας άλλος φαινότυπος προσαρμοσμένος σ’ αυτές, που αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο την εγγύηση του είδους.

  Να σημειώσω ότι ο Μαν παραθέτει κάποια αποσπάσματα από το πρώτο του μυθιστόρημα, τους «Μπούντεμπροκ», το μυθιστόρημά του που μου άρεσε περισσότερο.

  «Η αυτοκτονία επιβεβαιώνει τη βούληση για ζωή, αντί να την αρνείται».

  Δεν με ενδιαφέρουν οι διανοητικές αλχημείες στις οποίες επιδίδεται για να υποστηρίξει αυτή την άποψη. Εγώ δηλώνω τις τελευταίες δεκαετίες οπαδός του «Απλοϊκού ρεαλισμού», και διαφωνώ κάθετα με αυτή την άποψη.

  «Η συμπεριφορά του κατά τα γεγονότα του 1848….αποκαλούσε το λαό κυρίαρχο όχλο και είχε δανείσει επιδεικτικά τα κιάλια του στον αξιωματικό που έκανε από το παράθυρο του Σοπενχάουερ αναγνώριση των εξεγερμένων στα οδοφράγματα, για να μπορεί να κατευθύνει καλύτερα τα πυρά του…».

  Ο Ουγκώ ήταν περίπου μια από τα ίδια. Αντιγράφω από την ανάρτησή μου για τους «Άθλιους»:

  «Στην επανάσταση του 1848, ο Ουγκώ σαν εθνοφρουρός επιτέθηκε στα οδοφράγματα, πίσω από τα οποία ήταν ο φίλος του ο Μπωντλέρ. Με το παραπάνω απόσπασμα ίσως εκφράζει τη θλίψη του, αν όχι τη μεταμέλειά του, σίγουρα τη δικαιολογία του, για τη στάση που κράτησε τότε. Στην εξέγερση του 1832 την οποία αφηγείται στο μυθιστόρημά του, βρίσκεται πίσω από τα οδοφράγματα, μαζί με τους ήρωές του».

  «…ο Αρθούρος Σοπενχάουερ, ένας πολίτης της μεσαίας τάξης με τα στίγματα της ιδιοφυΐας, που καθιστούν τη μορφή του εκκεντρική αλλά αναμφισβήτητα αστική….η ακρίβειά του ως καπιταλιστή (κατέγραφε κάθε δεκάρα και στη διάρκεια της ζωής του διπλασίασε την πατρική περιουσία του με έξυπνη διαχείριση)…».

  Δεν νομίζω να εύρισκα στη βικιπαίδεια αυτές τις λεπτομέρειες.

  «Ο έρωτας αποτελεί για τον Σοπενχάουερ το κέντρο της βούλησης και, στη σωματική του εκδοχή [το κάτω κεφάλι] τον αντίθετο πόλο του εγκεφάλου [το πάνω κεφάλι] ο οποίος αντιπροσωπεύει τη γνώση».

  Τα μέσα στις αγκύλες τα έβαλα χιουμοριστικά.

  «Κατά τον Γκαίτε ο έρωτας και το πνεύμα (η σκέψη) ήταν τα πιο υψηλά, τα πιο ισχυρά θέλγητρα στη ζωή».

   Για το πρώτο, σίγουρα. Όμως…

  Κατ’ αυτόν [τον Σοπενχάουερ] ο σαρκικός έρωτας προέρχεται από τον Διάβολο, αποτελεί έναν διαβολικό περισπασμό από τον καθαρό στοχασμό».

  Δεν πα να προέρχεται…

  «[Ο Γκαίτε… γνωρίζουμε πράγματι πως ξεκίνησε να το διαβάζει με μια ευμενή περιέργεια αλλά δεν το τελείωσε ποτέ».

  Τον έφαγα τον Γκαίτε, εγώ το τέλειωσα.

  Είπα θα επανέλθουμε:

  «Σε μια ομιλία που έκανα κάποτε στη Βιέννη υποστήριξα ότι η δυσοίωνη σοπενχαουερική επικράτεια της βούλησης είναι απολύτως ταυτόσημη με την περιοχή εκείνη που ο Φρόιντ αποκαλεί ασυνείδητο, το id (εκείνο) – όπως από την άλλη μεριά, η κατά Σοπενχάουερ διάνοια, ο νους, αντιστοιχεί στο φροϋδικό Εγώ, στο τμήμα εκείνο της ψυχής που στρέφεται προς τα έξω, προς τον κόσμο».

  Συμφωνώ απόλυτα με το πρώτο, ενώ με το δεύτερο με την έννοια ότι στρέφεται προς τον κόσμο σαν «διαιτητής» ανάμεσα στο id (εκείνο, προεγώ) και το υπερεγώ, τις ενδοβαλμένες κοινωνικές επιταγές του πολιτισμού (που είναι πηγή δυστυχίας).

  Να σημειώσουμε ότι γράφηκε το 1938, όταν ο Τόμας Μαν (γεννημένος το 1875) ήταν 63 χρόνων.

Wednesday, August 5, 2026

Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 Joel and Ethan Koen, Καμμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους (No country for old men, 2007)

 


  Και αυτή την ταινία μου την υπέδειξε το chatgpt στην ίδια συζήτηση που είχαμε για το «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου», ταινία της οποίας θυμόμουνα μόνο το ανοιχτό τέλος, ανοιχτό χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου, σε αντίθεση με άλλες ταινίες, όπως π.χ. το «Ένας χωρισμός» του Ασγάρ Φαρχάντι. Ήθελα να την ξαναδώ αλλά δεν θυμόμουνα τον τίτλο. Τελικά μου τη βρήκε ο γιος μου. Ταινία επιβίωσης όπως και το «the Grey», όμως μόνο κατά το δεύτερο μισό. Όχι επτά άντρες αλλά μόνο ένας άντρας, μια γυναίκα και η κόρη της. Επίσης στην Αλάσκα αλλά όχι σε παγωμένα βουνά αλλά σε ένα ερημικό δάσος. Ένα υδροπλάνο που καταφτάνει, άραγε φέρνει τους σωτήρες ή τους διώκτες τους;

  Δεν θα μάθουμε, εκεί τελειώνει η ταινία.

  Τρία είναι τα κεντρικά πρόσωπα, εκ των οποίων δύο βρίσκονται σε πρώτο πλάνο. Ο ένας είναι βετεράνος του Βιετνάμ, που τυχαία πέφτει πάνω σε μια τσάντα με δολάρια. Στην ανταλλαγή με τα ναρκωτικά κάποιοι πήγαν να ξεγελάσουν κάποιους. Το έδαφος είναι σπαρμένο με νεκρούς.  

  Ο άλλος, ο Χαβιέ Μπαρδέμ, είναι ο ψυχοπαθής δολοφόνος, κατ’ επάγγελμα εκτελεστής.

  Δεν θα μπορούσε να είναι απλά επαγγελματίας εκτελεστής;

  Και βέβαια, και θα ήταν πιο ρεαλιστικό, όμως με το να είναι παρανοϊκός η πλοκή γίνεται πιο συναρπαστική. «Πες, κορώνα ή γράμματα;». Ευτυχώς το πέτυχε, γιατί αλλιώς είχε σκοπό να τον σκοτώσει.

  Έτσι, για πλάκα.

  Δεν ήξερα ότι αυτό το επεισόδιο αποτελεί και προσήμανση. Λέει και στην γυναίκα του βετεράνου να μαντέψει: Κορώνα ή γράμματα;

  Αυτή αρνείται.

  Στο επόμενο πλάνο τον βλέπουμε να βγαίνει από το σπίτι.

  Εδώ δεν έχουμε ανοικτό τέλος αλλά ανοικτό επεισόδιο: τη σκότωσε ή δεν τη σκότωσε; Οι Κοέν δεν μας λένε, παραβιάζοντας αφηγηματικές προσδοκίες, πάλι χωρίς αποχρώντα λόγο κατά τη γνώμη μου.

  Ο βετεράνος σκοτώνεται από μεξικάνους, που του παίρνουν τα λεφτά.

  Δεν μου αρέσει σε μια ταινία ο καλός να σκοτώνεται.

  Και ο Χαβιέρ Μπαρδέμ;

  Με σπασμένο χέρι, με το κόκαλο να προεξέχει, κατευθύνεται σε νοσοκομείο. Δεν μας λέγεται, αλλά η αφηγηματική αναμονή είναι δεδομένη, θα εντοπισθεί και θα συλληφθεί, εκτός πλαισίου της ιστορίας.

  Είναι και ο σερίφης, σε ένα κατά τη γνώμη μου άχρωμο ρόλο στην πλοκή. Μόνο οι θυμοσοφίες του κάτι αξίζουν.

  Συναρπαστική ταινία, εξαιρετικοί οι αδελφοί Κοέν, 8,2 η βαθμολογία της, θα παραφράσω πάλι: τέλος κακό όλα κακά.

  Φυσικά δεν έβαλα βαθμολογία, όπως και στο «Ταξίδι στην άκρη του κόσμου».

Joe Carnahan, The grey (2011)

 Joe Carnahan, The grey (2011)

 


  Σε συζήτηση με το chatgpt υποστήριζα ότι οι περιπέτειες έχουν πάντα happy end, εκτός από εκείνες που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν ξέχασα ποτέ τρεις, δεν θυμάμαι τους τίτλους τους. Η μια αναφερόταν στο θάνατο πυροσβεστών και την είδα στο ideal σε δημοσιογραφική προβολή, η άλλη σε ένα ναυάγιο, κάποιος ριψοκίνδυνος καπετάνιος αποφάσισε να ταξιδέψει ενώ προβλεπόταν καταιγίδα, την είδα πολύ παλιά στην τηλεόραση, και η τρίτη είχε σαν θέμα ένα ζευγάρι που έκανε υποβρύχια εξερεύνηση καθώς εγκαταλείφθηκε από το σκάφος που τους μετέφερε μαζί με άλλους επιβάτες που έκαναν το ίδιο σπορ. Ο υπεύθυνος μέτρησε λάθος ότι ήταν όλοι παρόντες κατά την επιβίβαση. Την είδα με τον ανιψιό μου σε ένα θερινό σινεμά στην Καλλιθέα και ψυχοπλακωθήκαμε και οι δυο.

  Καλά να πάθει, δική του επιλογή. Εγώ τι έφταιγα;

  Λάθος, υπάρχει το «The grey», μου λέει το chatgpt, που δεν αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός.

  Αποφάσισα να το δω για να το επιβεβαιώσω. Πράγματι, το θέμα της ταινίας είναι η επιβίωση των επτά διασωθέντων από την πτώση ενός αεροπλάνου πάνω στα παγωμένα βουνά της Αλάσκας. Είχαν όμως να αντιμετωπίσουν τους λύκους.

  No one lives θα μπορούσε να είναι ο τίτλος της ταινίας, όπως είναι ο τίτλος μιας ταινίας horror με τη Laura Ramsey. Σε πολλά horror το τέλος είναι unhappy, και γι’ αυτό δεν τα βλέπω. Σ’ αυτό έκανα εξαίρεση γιατί έβλεπα πακέτο τη Ramsey.

  Ο τελευταίος που πεθαίνει είναι ο Liam Neeson, ο κεντρικός ήρωας.

  Να επικαλεστώ ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν οι εξαιρέσεις;

  Και ένα «ελαφρυντικό», ότι είναι μεταφορά διηγήματος; Και το «Κάλεσμα της άγριας φύσης» του Τζακ Λόντον έχει unhappy end, που όμως ο Chris Sanders δεν το ακολούθησε στην ομώνυμη ταινία του, έδωσε happy end. Άλλες όμως κινηματογραφικές μεταφορές διατήρησαν το ίδιο unhappy end.  

  Είδα την ταινία από καθαρή περιέργεια, διαφορετικά δεν θα την έβλεπα.

  6,7 η βαθμολογία της. Εγώ δεν βαθμολόγησα, όπως κάνω για κάθε καλή ταινία που κάτι με ξενερώνει σ’ αυτή.

Monday, August 3, 2026

John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 


  Έχω αναφερθεί πολλές φορές σ’ αυτή την ταινία για το ανοικτό της τέλος, έχοντας ξεχάσει τον τίτλο. Τελικά μου την βρήκε ο γιος μου και την ξαναείδα.

  Είναι περιπέτεια.

  Κεντρικά πρόσωπα είναι αυτός, αυτή και η κόρη της. Αυτός, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον ανεπρόκοπο ετεροθαλή αδελφό του, θα τον συνοδεύσει στο σκάφος του μαζί με την φίλη του και την κόρη της.

  Στο σκάφος του αποκαλύπτει περί τίνος πρόκειται. Θα συναντήσουν τους κακούς (νομίζουν ότι πούλησε το χασίσι και κράτησε τα λεφτά ενώ αυτός το πέταξε στη θάλασσα για να μην το βρει η ακτοφυλακή, λάθος του, γιατί άλλον έψαχναν). Έχοντας μια «οικογένεια» μαζί του πιστεύει ότι θα μπορέσει να διαπραγματευτεί την εξόφλησή τους με υποθήκη. Το ραντεβού είναι σε κάποιο σημείο, στην άγρια Αλάσκα.

  Όμως αυτοί εμφανίζονται πιο πρώτα, όχι στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού, και τον σκοτώνουν. Αυτός, αυτή και η κόρη της πέφτουν στη θάλασσα και κολυμπούν στην ακτή. Τους πυροβολούν αλλά δεν τους πετυχαίνουν.

  Κρύβονται.

  Τελικά οι κακοί αποχωρούν.

  Και αρχίζει η μάχη για την επιβίωση.

  Προτεραιότητα το νερό.

  Βρίσκουν και κάποια φαγώσιμα είδη.

  Τύχη βουνό, βρίσκουν μια καλύβα.

  Ψαρεύουν κιόλας.

  Η μικρή βρίσκει το ημερολόγιο ενός κοριτσιού. Έξυπνο ιντερμέτζο, αφήγηση μιας ιστορίας επιβίωσης μιας οικογένειας που είχε εγκατασταθεί εκεί για να εκθρέψει αλεπούδες για τη γούνα τους. Όμως τα πράγματα τους ήλθαν στραβά.

  Ένα υδροπλάνο προσγειώνεται. Είναι ο Κρις Κριστόφερσον. Του λένε τα καθέκαστα. Αυτός τους λέει τα δυο ονόματα των κακών, τον μίσθωσαν για να ψάξει μήπως υπάρχουν άτομα σ’ αυτή την περιοχή. Εκείνος με τη σειρά του είπε ότι σκότωσε τον αδελφό του ενώ αυτοί κατάφεραν να ξεφύγουν.

  Τι θα κάνει άραγε, θα τους «καρφώσει» στους κακούς ώστε να έλθουν να τους σκοτώσουν; (Αυτός υπήρξε άθελά του αίτιος του θανάτου του αδελφού του. Φαινομενικά δεν του κρατάει κακία, αλλά ποιος ξέρει). Ή θα φωνάξει βοήθεια; Έχει φήμη καλού ανθρώπου.

  Βλέπουν ένα υδροπλάνο και πλησιάζει. Είναι μεγάλο. Γιατί άραγε; Για να χωρέσουν; Ή μήπως για να χωρέσουν οι κακοί που τους κυνηγάνε;

  Θα ξαναγράψω την παράφραση που έκανα μόλις στην προηγούμενη ανάρτησή μου για την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν «Η παρακολούθηση» που παίζεται αυτή τη βδομάδα στους κινηματογράφους: τέλος κακό όλα κακά.

  Ο σκηνοθέτης παραβιάζει κατάφορα μια αφηγηματική σύμβαση χωρίς αποχρόντα λόγο κατά τη γνώμη μου. Δεν θα μάθουμε αν στο υδροπλάνο που καταφτάνει είναι οι σωτήρες τους ή οι εκτελεστές τους.

  Στις περιπέτειες, εκτός και πρόκειται για πραγματικές ιστορίες, το τέλος είναι πάντα happy, οι ήρωες καταφέρνουν να γλιτώσουν. Εδώ γιατί;

  Έχω δει και άλλες ταινίες με ανοικτό τέλος, που όμως εξυπηρετούν ένα σκοπό. Πρόχειρο  έχω πάντα τον «Ένα χωρισμό» του Ασγάρ Φαρχάντι. Η ταινία τελειώνει χωρίς να μας λέγεται με ποιον γονέα αποφάσισε να μείνει τελικά το κοριτσάκι. Αυτό όμως είχε το λόγο του. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να μας ξεστρατίσει από το στόχο του, που είναι να καταδείξει ότι δεν έχει σημασία ποιο γονέα διάλεξε τελικά το κοριτσάκι, σημασία έχει ότι το κοριτσάκι υποφέρει από το χωρισμό των γονιών του.

  «Δεν με νοιάζει να έχω δυο μπαμπάδες και δυο μαμάδες», δικιά μου ιστορία αυτή.

  Όμως δεν ήμουν καθόλου σίγουρος.

  Να το ξαναπώ: παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες, παρά τη συναρπαστική πλοκή, παρά το 6,9 της βαθμολογίας της, η ταινία, λόγω του τέλους, ή μάλλον του μη-τέλους, με ξενέρωσε.  

Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.

  Ένας συγγραφέας που ψάχνει υλικό για το βιβλίο του, μου θύμισε τους «Επτά ψυχοπαθείς» που εξακολουθεί να προβάλλεται. Και όπως και στους «Επτά ψυχοπαθείς», εμπλέκεται με τους κακοποιούς.

  Μετά το νταβαντούρι με την «Οδύσσεια» του Νόλαν, με την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του κοινού για τον σκηνοθέτη, ήταν σχεδόν φυσιολογικό να «ξεθαφτεί» το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, η «Παρακολούθηση». written, produced, directed, photographed από τον εικοσιοκτάχρονο Νόλαν, δεν είναι κάτι που θα μας εκπλήξει, όπως και το ασπρόμαυρο, που δεν νομίζω να το επέλεξε με αισθητικά κριτήρια παρά μόνο με το κριτήριο του προϋπολογισμού. Το ίδιο και το μικρό της μήκος, μόλις μια ώρα και δέκα λεπτά. Λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Ο επίδοξος συγγραφέας παρακολουθεί τους ανθρώπους, αναζητώντας έμπνευση. Κάποιος θα τον αντιληφθεί ότι τον παρακολουθεί. Είναι μικροκακοποιός, που διαφέρει από τους άλλους κακοποιούς. Έχει τα δικά του σκεπτικά, να σχηματίσει μια εικόνα για τους ιδιοκτήτες, να τους «ταράξει» με τις επιλογές των αντικειμένων που θα κλέψει…

  Ο συγγραφέας θα τον ακολουθήσει, μπαίνοντας και ο ίδιος στο κόλπο.

  Όμως είχε παρακολουθήσει και μια γυναίκα.

  Η οποία θα εμπλακεί στην υπόθεση.

  Ευφάνταστο το σενάριο, συνεχείς ανατροπές και απροσδόκητα, δεν είναι έκπληξη η βαθμολογία της ταινίας, 7,4.

  Τέλος κακό όλα κακά, μου αρέσει να παραφράζω.

  Η αφηγηματική αναμονή σε τέτοιου είδους ταινίες, crime, είναι ο κακός να τιμωρείται, όχι να την πληρώνει ο αθώος.

  Αναγκαστικά έκανα το σπόιλερ για να δικαιολογήσω γιατί δεν μου άρεσε.

  7,4 η βαθμολογία της, εσάς μπορεί να σας αρέσει.

Sunday, August 2, 2026

Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους

  Με ενδιαφέρον ξαναείδα την ταινία, που θυμάμαι πόσο μου άρεσε όταν την είχα πρωτοδεί.

  Βετεράνος του Βιετνάμ ο Ρόμπερτ ντε Νίρο (εξαιρετική ερμηνεία), υποφέρει από κατάθλιψη. Ζει μόνος, υποφέρει από αϋπνίες.

  Πώς να τις αντιμετωπίσει;

  Δουλεύοντας ταξιτζής, νυχτερινή βάρδια.

  Θα έχει διάφορες εμπειρίες με πελάτες. Ένας πελάτης είναι ο Σκορσέζε. Του λέει να σταματήσει σε μια πολυκατοικία. Να κοιτάξει ένα παράθυρο. Είναι μια γυναίκα. Είναι η γυναίκα του. Με έναν μαύρο. Του λέει ότι θα πάει να τους σκοτώσει.

  Του αρέσει μια γυναίκα, η οποία είναι στην ομάδα υποστήριξης ενός υποψηφίου για την προεδρία.

  Έξυπνο το φλερτ, τα καταφέρνει.

  Στην αρχή καφετέρια.

  Μετά σινεμά.

  Τώρα τι του ήλθε του ευλογημένου να την πάει σε ένα σινεμά που προβάλει πορνοταινίες;

  Θα το βάλει στα πόδια, και δεν θέλει να τον ξαναδεί.

  Κάθε προσπάθεια επαναπροσέγγισης καταλήγει σε αποτυχία. Θα διωχθεί κακήν κακώς από το εκλογικό κέντρο.

  Στον πρώτο σημαντικό ρόλο της η δεκατετράχρονη τότε Jodie Foster, που τη θαυμάσαμε όλοι στη «Σιωπή των αμνών»:  στο ρόλο μιας δωδεκάχρονης πόρνης.

  Ο Ντε Νίρο κουρεύει το κεφάλι του σαν ινδιάνος, γουλί αφήνοντας όμως με μια γραμμή στη μέση. Μου θύμισε το σκίτσο του Ίντσου Να Τιάρα Λαμάτα, του Γενναίου Αετού με την Τρυφερή Καρδιά, κορυφαίου ποδοσφαιριστή στο παιδικό μου ανάγνωσμα «Γκρέκο, ο ήρως των γηπέδων», κάποιοι της γενιάς μου μπορεί να το διάβαζαν.

  Διάβασα, αν θυμάμαι καλά, ότι το κούρεμα αυτό συμβολίζει την αγνότητα της προαποικιακής, προ-κολομβιανής εποχής. Αλλά το chatgpt μου λέει ότι αυτός ο συμβολισμός δεν είναι ευρέως αποδεκτός. «Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία είναι ότι θυμίζει πολεμιστή/μονομάχο και δηλώνει ότι ο Τράβις έχει περάσει σε μια κατάσταση «πολέμου» και αυτοκαταστροφής». Πράγματι, γεμίζει ένα φάκελο με λεφτά για την Τζόντι λέγοντάς της ότι σε λίγο θα είναι νεκρός. Σίγουρα βρίσκεται σε κατάσταση αυτοκαταστροφής.

  Θα αποτύχει να δολοφονήσει τον υποψήφιο πρόεδρο, θα τον εντοπίσουν έγκαιρα όμως θα προλάβει να το σκάσει.

  Θα πάει εκεί που δουλεύει η Φόστερ, σαν πελάτης. Θέλει να τη βοηθήσει να δραπετεύσει από τον νταβατζή της και το αφεντικό του ξενοδοχείου-μπουρδέλου.

  Θα σκορπίσει το θάνατο, αλλά θα τραυματιστεί και ο ίδιος σοβαρά. Η Τζόντι θα σωθεί και θα γίνει ήρωας. Οι γονείς της θα τον κατευχαριστήσουν.

  Trivia: Κάποιος επώνυμος έσωσε μια ρουμάνα escort φυγαδεύοντάς τη στην πατρίδα της, βγάζοντάς της μάλλον καινούριο διαβατήριο, οι τράφικερ έχουν τις κοπέλες ομήρους κρατώντας τους τα διαβατήρια. Του έστειλε πολλά ευχαριστήρια γράμματα από την πατρίδα της. Παντρεύτηκε, και σε ένα από τα τέσσερα παιδιά της έδωσε το όνομά του.

  Θα κάνω ένα μικρό σπόιλερ, δεν μπορώ.

  Εκτός από το ότι ηρωοποιήθηκε που εξόντωσε τους κακοποιούς υπάρχει και μια μικρή νύξη για ένα ενδεχόμενο happy end με την κοπέλα που την πήγε στο πορνοσινεμά.

  8,2 η βαθμολογία της αξίζει να την (ξανα)δε

Friday, July 31, 2026

Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής Steven Tötösy de Zepetnek, θα συγκρίνω την ταινία με τα «Απομεινάρια μιας μέρας».

  Να πω καταρχάς ότι διάβασα και το μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro του οποίου αποτελεί μεταφορά, και από το οποίο ελάχιστα ξεφεύγει.

  Βλέπω δυο μεγάλες ομοιότητες:

  Η πρώτη: κινείται και αυτό σε δυο επίπεδα, με παρόμοια σχεδόν χρονική διαφορά. Εδώ είκοσι χρόνων, 1952 και 1982.

  Ο Ισιγκούρο, με το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα, μεταβαίνει στη γενέθλια πόλη του, το μαρτυρικό Ναγκασάκι, από το οποίο μετακόμισαν οι γονείς του για την Αγγλία όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, το 1958, αποτίοντάς του κατά κάποιο τρόπο ένα φόρο τιμής. 1952 το πρώτο επίπεδο, με τις αναμνήσεις της Etsuko. 1982 το δεύτερο, χρονιά κατά την οποία αφηγείται τις αναμνήσεις της στην κόρη της τη Niki.

  Η δεύτερη: γίνεται επίσης σύγκριση του παλιού με το καινούριο.

  Ο μαθητής κατηγορεί τον δάσκαλό του, πατέρα του Jiro, άντρα της Etsuko, ότι με τη διδασκαλία τους (υποταγή στους ανωτέρους, πίστη στη θεϊκή καταγωγή του αυτοκράτορα…) εξέθρεψαν τον μιλιταρισμό τον οποίο πλήρωσε πανάκριβα η Ιαπωνία. Οι αντιφρονούντες, πέντε φοιτητές, φυλακίσθηκαν το 1938, και ένας από τους υπεύθυνους ήταν αυτός. Αυτοί οι πέντε φοιτητές ανήκουν στους πρωτεργάτες των αλλαγών που συντελούνται σήμερα στην Ιαπωνία, αλλαγές που προωθήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά την αμερικανική κατοχή, όπως ο εκδημοκρατισμός του πολιτεύματος.  Ακούς εκεί, η γυναίκα να ψηφίζει διαφορετικό κόμμα από ό,τι ο άντρας της; Και πού είναι η υποταγή;

  Trivia: Θυμάμαι που διάβασα πριν χρόνια, ότι όταν ο αυτοκράτορας δήλωσε ότι δεν έχει θεϊκή καταγωγή, κάποιοι γιαπωνέζοι αυτοκτόνησαν.

  Την αυτοκτονία οι γιαπωνέζοι την έχουν στο τσεπάκι τους. Η μεγάλη κόρη της Etsuko αυτοκτόνησε. Σε ένα μυθιστόρημα του Haruki Murakami, το «Νορβηγικό δάσος», υπάρχουν τουλάχιστον πέντε αυτοκτονίες.

  Υπάρχει και μια παράλληλη-παρόμοια ιστορία με αυτή της Etsuko, της Sachiko.

  Είναι από αυτούς που γλίτωσαν από την έκρηξη της μπόμπας. Αν θυμάμαι καλά (από το μυθιστόρημα), ο άντρας της και τα τέσσερα αδέλφια της σκοτώθηκαν.

  Ζει σε μια παράγκα με την κόρη της τη Mariko. Ατίθασο κοριτσάκι, της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Η Etsuko τη βοηθάει βρίσκοντάς της δουλειά σε ένα μαγέρικο.

  Υπάρχουν μικροσασπένς, με την Mariko που εξαφανίζεται.

  Η Mariko νομίζει πως βλέπει μια γυναίκα.

  Η γυναίκα αυτή έπνιξε το μωρό της (υποθέτουμε, για να μη μεγαλώσει προβληματικό, έχοντας δεχθεί ραδιενέργεια) μέσα στο νερό του ποταμού, σαν γατί. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε.

  Η Etsuko ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την Αμερική με τον Frank, που δεν τον χωνεύει καθόλου η Mariko.

  Στην ταινία δεν αναφέρεται ότι μια προηγούμενη φορά την έστησε, ότι είχε βρει μια γκόμενα. Είπαμε, σε μια ταινία δεν μπορούν να χωρέσουν όλα όσα υπάρχουν σε ένα μυθιστόρημα.

  Ας το πω από τώρα: ο Ishikawa «δεν μου πάει», όπως έλεγε ο Κουμανταρέας για τον Φώκνερ. Πολλά επεισόδια είναι άχρωμα, όπως μια εκδρομή, στην οποία η αφήγηση εστιάζει στην Mariko, επεισόδιο που δεν είναι καταλύτης, που να προωθεί δηλαδή τη δράση, αλλά και ελάχιστα δείκτης, που να φωτίζει μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο, με εξαίρεση εκείνο της Mariko, για την οποία έχουμε ήδη σχηματίσει μια εικόνα. Κάνει ένα παιδί να πέσει από το δέντρο όπου είχε επιχειρήσει να σκαρφαλώσει και αυτό ακολουθώντας τη (στην ταινία δεν φαίνεται η ενοχή της), και μιλάει άσχημα στους πελάτες στο φαγάδικο όπου εργάζεται η μητέρα της.

  Η Etsuko δεν έχει γεννήσει ακόμη, είναι έγκυος.

  Αφηγηματικό κενό:

  Ούτε η κόρη της η Keiko, την οποία γέννησε εν τω μεταξύ, ήθελε να πάει στην Αγγλία με τον καινούριο άντρα της μητέρας της. Ο Jiro τι απέγινε; Πέθανε; Χώρισαν;   

  Δεν μας λέει τίποτα ο Ισιγκούρο.

  Δεν χώνεψε ποτέ τον πατριό της.

  Τι άλλα προβλήματα να κουβαλούσε άραγε, που την ώθησαν να κρεμαστεί;

  6,5 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Thursday, July 30, 2026

Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Πρώτη φορά βρέθηκα αμήχανος, πώς να προσλάβω την ταινία∙ δηλαδή ένα μέρος της.

  Η μεγαλοαστή επιμένει με το ζόρι να νοικιάσει τον πάνω όροφο του σπιτιού του ομότιμου καθηγητή Μπαρτ Λάνγκαστερ στο όνομα του νεαρού, κατά δεκατρία χρόνια μικρότερού της, εραστή της. Θα σκαρφιστεί χίλια όσα για να τον πείσει.

  Είναι παντρεμένη, ο άντρας της το ξέρει.

  Στο σπίτι του θα του κουβαλιούνται, εκτός από τον εραστή (για την ακρίβεια, επάγγελμα ζιγκολό), η κόρη της με το φίλο της. Είναι σεξουαλικά απελευθερωμένοι οι νέοι, θα τους δούμε σε τρίο.

  Είναι μήπως μια κριτική για την ασύδοτη σεξουαλικά μεγαλοαστική τάξη (μητέρα) αλλά και μια συμπαθητική εικόνα της σεξουαλικά απελευθερωμένης νεολαίας (κόρη);

  Ο Βισκόντι πιστεύω τους νέους τους βλέπει με συμπάθεια. Η κόρη έχει «ερωτευθεί» τον Μπαρτ Λάγκαστερ, κάποια στιγμή θα τον φιλήσει.

  Με μεγαλύτερη συμπάθεια όμως βλέπει τον εραστή, που είναι ένα διπλότυπο των φιλόδοξων νεαρών του Σταντάλ αλλά και κάποιων του Μπαλζάκ, που ονειρεύονται να ανέβουν κοινωνικά. Αυτό που καταφέρνει είναι να κερδίσει χρήματα, μη έχοντας καμιά αμφιβολία ότι κατά βάθος τον περιφρονούν.

  Κυρίως όμως η ταινία είναι, νομίζω, ένα σχόλιο πάνω στη μοναξιά της γεροντικής ηλικίας, που βέβαια με άγγιξε ιδιαίτερα. Καλύτερο το ταρακούνημα, όσο οδυνηρό αν είναι κάποιες φορές, παρά η μονοτονία της μοναξιάς.

  Βρε μα ποιον μου θυμίζει ο καθηγητής με το μουστάκι, ποιον μου θυμίζει…

  Στο τέλος θυμήθηκα: έναν άλλο καθηγητή.

  Και ένα τελευταίο σχόλιο.

  Γράφω συχνά ότι για μένα μετράει περισσότερο το σενάριο. Και το επεισόδιο που με καθήλωσε ιδιαίτερα ήταν η συζήτηση που είχαν τα μέλη αυτής της κομπανίας στο τέλος της ταινίας, συζήτηση και θέσεις πάνω σε θέματα πολύ ενδιαφέροντα.

  7,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μεγάλος ο Αλμοδόβαρ, κρίμα που δεν έχω πια την πολυτέλεια (ουκέτι καιρός) να βλέπω πακέτο τέτοιους μεγάλους σκηνοθέτες, παρά μόνο ιρανούς και κινέζους. Βλέπω όμως κάθε ταινία τους που είναι σε επανέκδοση. Ελπίζω να ζήσω αρκετά ώστε να δω όσες ταινίες του δεν έχω δει, για την ακρίβεια δεν έχω ξαναδεί για να γράψω, όπως και του Μπέργκμαν. 

  Η ταινία ξεκινάει σαν δράμα, εξελίσσεται σαν δράμα, και τελειώνει σαν θρίλερ, με φοβερές ανατροπές. Πολύ ευφάνταστος ο Αλμοδόβαρ στη σύνθεση του σεναρίου του.

  Το δράμα:

  Η μητέρα ήταν χρόνια αποξενωμένη από την κόρη της, αφοσιωμένη στην καριέρα της. Το εφέ έκπληξης, που δεν θα το μαρτυρήσω: χάρη στην κόρη της μπόρεσε να κάνει αυτή την καριέρα. Τώρα που ξανασυναντιούνται, αρχίζουν να προσεγγίζουν η μια την άλλη.

  Υπάρχει μια ένταση στη σχέση τους: ο πρώην γκόμενος της μητέρας της είναι ο άντρας της.

  Που κάποια στιγμή θα δολοφονηθεί.

  Ποιος ή ποια τον σκότωσε;

  Οι υποψίες πέφτουν στην κόρη (Εξαιρετική η ερμηνεία της Victoria Abril, που χαρακτηρίζεται από πάθος και ένταση) Ο αστυνομικός επιθεωρητής δεν είναι πεπεισμένος, και θα την αποφυλακίσει.

  Έχει και άλλους λόγους (η φοβερή ανατροπή).

  Η κόρη έμεινε έγκυος από μια τραβεστί.

  Τι θα κάνει, θα το κρατήσει το παιδί; 

  Μόνο αυτό το σπόιλερ μπορώ να κάνω: η ταινία έχει happy end. Και το λέω γιατί στα κοινωνικά έργα (drama), σε αντίθεση με τα αστυνομικά, τις περιπέτειες, τις κωμωδίες, το happy end δεν είναι καθόλου δεδομένο, συχνά παίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή.

  Μου άρεσε φοβερά. Η βαθμολογία της είναι 7, αλλά εγώ έβαλα, σπάνιο για μένα, 9.

 

Wednesday, July 29, 2026

Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας

 Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας (μετ. Αργυρώ Μαντόγλου), Ψυχογιός 2017, σελ. 319

 


  Είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro, και το δεύτερό του που διαβάζω, μετά τα «Νυχτερινά».

  Χωρίς μείζονα σασπένς, με μια θεματική που εμένα σαν έλληνα δεν με ενδιέφερε (ο Butler αφήνεται αμετάφραστος, έχει πολλά καθήκοντα μου λέει το chatgpt, αλλά εδώ το κύριό του είναι υπεύθυνος προσωπικού), βρήκα εντούτοις ενδιαφέρουσες τις αφηγηματικές του τεχνικές.

  Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη, κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το τώρα, με τον χρόνο της αφήγησης (ΧΑ) συχνά να υπολείπεται μόνο λίγα λεπτά από το χρόνο της ιστορίας (ΧΙ).

  «Πριν από λίγα λεπτά, εντελώς τυχαία, λίγο μετά το άναμμα των φώτων, εκεί που ήμουν καθισμένος στο παγκάκι…» (σελ. 315).

  Το τώρα αναφέρεται κυρίως σε μια πενθήμερη (όχι πενταήμερη που λένε οι μαθητές μας) εκδρομή. Το δεύτερο επίπεδο είναι αναμνήσεις από την εποχή του μεσοπολέμου που δούλευε σαν μπάτλερ στο Ντάρλινγκτον Χολ του Λόρδου Ντάρλινγκτον.   Μετά τον θάνατό του αγοράστηκε από τον κύριο Φάραντεϊ, έναν αμερικάνο λεφτά.

  Ακόμη:

  Δίνει ένα μεγάλο ρεαλισμό στη γραφή με το να «προφασίζεται» συχνά ότι δεν είναι σίγουρος για την ακρίβεια της ανάμνησης: «Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως μπορεί να έχω μπερδευτεί λιγάκι∙ πως, στην πραγματικότητα, αυτό το θραύσμα της ανάμνησης να προέρχεται από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα άλλο βράδυ…» (σελ. 275).

  Οι διαφορές ανάμεσα στους δυο ιδιοκτήτες:

  Ο λόρδος ήταν όντως ευγενής. Το χρηματικό δεν τον απασχολούσε, είχε πολυάριθμο προσωπικό, και ήταν ένας έντιμος, ευσυνείδητος άνθρωπος, με καλές προθέσεις. Ο άλλος, ο λεφτάς, μείωσε το προσωπικό στα τέσσερα άτομα, και ο μπάτλερ έπρεπε να το διαχειριστεί αυτό όσο πιο καλά μπορούσε, δηλαδή να βγάζουν τη δουλειά που έβγαζε το παλιό προσωπικό. Κοντολογίς, τους έβγαζε το λάδι.

  Πολλές σελίδες αναλώνονται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχει ένας μπάτλερ. Οι άγγλοι ίσως τις βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Γίνεται αρκετή συζήτηση για την αξιοπρέπεια, σαν το κατεξοχήν χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει.

  Μετά τον μπάτλερ κεντρικό πρόσωπο είναι η οικονόμος, η δεσποινίς Κέντον. Έχει αγαπησιάρικες σχέσεις μαζί του, αν και ορισμένες φορές υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους. Κάποια στιγμή ερωτεύεται και φεύγει. Μετά από τριάντα χρόνια (ο πρόλογος χρονολογεί την αφήγηση το 1956) στέλνει ένα γράμμα στον μπάτλερ. Δεν είναι σαφές από το γράμμα, αλλά μήπως ενδιαφέρεται να ξαναγυρίσει στο αρχοντικό; Η πενθήμερη εκδρομή θα έχει σαν κατάληξη την συνάντηση μαζί της.

  Τα πραγματολογικά στοιχεία έχουν για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.

  Ο λόρδος θεωρεί άδικο το να στύψουν σαν λεμονόκουπα τους γερμανούς μετά την ήττα τους. Ένας φίλος του γερμανός χρεωκόπησε με τον πληθωρισμό και αυτοκτόνησε. Κάνει μια μάζωξη, οιονεί μίνι συνέδριο, με προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και ένας γάλλος (οι γάλλοι τηρούν αδιάλλακτη στάση σε σχέση με τους όρους της ειρήνης) ώστε να επηρεάσουν για να αμβλυνθούν οι επαχθείς όροι.

  Δεν είναι υπερβολικός. Θυμάμαι που διάβασα ότι είχε πέσει τέτοια πείνα στη γερμανία μετά τον πόλεμο, που υπήρχαν αστυνομικοί στις γέφυρες για να εμποδίσουν απελπισμένες μητέρες να πέσουν στο ποτάμι μαζί με τα μωρά τους.

  Επισκέπτης του ήταν ο Ρίμπεντροπ, αυτός που μαζί με τον Μόλοτοφ υπέγραψαν το περιβόητο σύμφωνο. Μετέφερε τη ναζιστική προπαγάνδα για διαρκή ειρήνη, η οποία έβρισκε ευήκοον ους στον λόρδο, καθώς ένιωθε ενοχές για την κατάσταση της γερμανίας. Πείστηκε ότι οι εβραίοι είναι μεγάλος κίνδυνος, με αποτέλεσμα να διώξει δυο υπηρέτριες, προς απελπισία της δεσποινίδας. Αργότερα, όταν είδε τι ήταν ο Χίτλερ, ζήτησε να ψάξουν να τις βρουν και να τις βοηθήσουν, εν είδει αποζημίωσης.

  Όχι, τώρα τα πάει μια χαρά με τον άντρα της, παρόλο που τον εγκατέλειψε τρεις φορές.

  Όμως καιρός να περάσουμε σε αποσπάσματα.

    «Ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, ένας γνήσιος τζέντλεμαν, και σήμερα νιώθω υπερήφανος που αφιέρωσα τα καλύτερά μου χρόνια στην υπηρεσία του» (σελ. 87).

  Ο μπάτλερ τα λέει αυτά.

  «Θυμάμαι, επίσης, να παρακολουθώ τον κύριο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα…» (σελ. 180).

  Παρελαύνουν αρκετές προσωπικότητες στο Ντάρλινγκτον Χολ. Ένας άλλος είναι ο Λόρδος Χάλιφαξ, άτομο με επιρροή. Τον Τσώρτσιλ δεν τον είδε.

  «Βρετανική Ένωση Φασιστών», με αρχηγό τον «Σερ Όσγουαλντ Μόσλι», έναν από τους επισκέπτες.

  Δεν την έχω ξανακούσει, αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι φασίστες επιβιώνουν, αλλά δεν τολμούν να βάλουν στο όνομα των οργανώσεών τους τη λέξη φασίστας ή φασισμός.

  «Το Ford δεν είχε κάποια βλάβη, απλώς είχε μείνει από βενζίνη. Το να κατηφόριζα μέχρι το χωριό θα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα και εκεί ήταν βέβαιο πως θα έβρισκα κατάλυμα και ένα δοχείο με βενζίνη» (σελ. 212).

  Η ανάγνωση του αποσπάσματος αυτού πυροδότησε μια δική μου ανάμνηση. Είχα μείνει από βενζίνη 30 μέτρα από το βενζινάδικο το Γιώργη του Χατζημαρκάκη, με το autobianchi μου, πριν χρόνια εννοείται. Φοβερή κωλοφαρδία.

  «Η δεσποινίς Κέντον με βρήκε να διαβάζω εκείνο το βράδυ, απλώς και μόνο επειδή τα έργα αυτά ήταν γραμμένα σε καλά αγγλικά… Σπανίως είχα τον χρόνο ή την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από αυτά τα ρομάντζα από την αρχή έως το τέλος…» (σελ. 220).

  Ανάμνηση πρώτη: ο φίλος μου ο Μιχάλης διάβαζε από τα βίπερ Νόρα της μητέρας του μόνο την αρχή, τη μέση και το τέλος.

  Ανάμνηση δεύτερη: τη δεκαετία του ’80 διάβαζα ανάλογα αισθηματικά ρομάντζα, γερμανικά, για εξάσκηση της γλώσσας: Marie Luis Fischer και Gonsalick. Τα γερμανικά τα ξεκίνησα στο Λύκειο με μέθοδο άνευ διδασκάλου, μετά για ένα μήνα με μαθήματα δι’ αλληλογραφίας, και τρία ή τέσσερα χρόνια στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Αργότερα, σαν «διάλειμμα» της συγγραφής του διδακτορικού μου κατά την τριετή εκπαιδευτική μου άδεια 1993-1996 (καλές εποχές τότε, έπαιρνες την άδεια αρκεί να είχες τις τυπικές προϋποθέσεις) τρία χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε στα πλαίσια του Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων (καλές εποχές τότε, πέρασα το superieur trois στο γαλλικό Ινστιτούτο με το οποίο πήρα επάρκεια στα γαλλικά, τώρα μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα ξένων γλωσσών μόνο στο κτίριο του ινστιτούτου αυτού, νομίζω βρίσκεται κάπου στην Πειραιώς), με κατατακτήριες στο Mittelstufe, πήρα το πτυχίο, αλλά δεν τα κατάφερα στο Kleines Sprach Diplom, τον δεύτερο χρόνο πήγαινα σε κάθε δεύτερο μάθημα, είχε τελειώσει η άδεια μου και ήμουν αποσπασμένος στο γραφείου του κ. Γραμματά, του εποπτεύοντος του διδακτορικού μου. Να περιαυτολογήσω, το διδακτορικό το τέλειωσα στα δυο χρόνια αλλά έπρεπε να περιμένω τρία για την υποστήριξη, γιατί δεν είχα κάνει μεταπτυχιακό (καλές εποχές τότε), δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμη στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, αυτό έγινε την επόμενη χρονιά. Στο τσακ το γλίτωσα. Παρεμπιπτόντως εκδόθηκε από τον Gutenberg, Αφηγηματικές Τεχνικές, το 2000. Για τις γλώσσες μου γράφω σχετικά σε ένα από τα αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα.

  «Ο σύγχρονος κόσμος είναι υπερβολικά βρώμικος τόπος για ωραία και ευγενικά αισθήματα» (σελ. 289).

  Για την πατρίδα μου, και πατριωτικά. Οι «εθνικοί ευεργέτες» ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, σε μια σύρραξη με τους Τούρκους, πόσοι θα πήγαιναν εθελοντές, όπως τότε στους βαλκανικούς πολέμους, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατής Μυριβήλης.

  «Δεν είναι μυστικό πως ο καινούριος μας βασιλιάς υπήρξε πάντα φίλος των ναζί».

  Εγώ όμως, ο έλληνας, μετά από τόσα χρόνια, πού να το ξέρω; Ούτε το όνομά του δεν ξέρω, και δεν με ενδιαφέρει εδώ που τα λέμε για να το ψάξω.

  Είδαμε και την ομώνυμη ταινία του James Ivory, με τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson, γυρισμένη το 1993.

  Εξαιρετική ταινία, ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα, εκτός βέβαια από κάποιες μικροαλλαγές. Η μεγάλη αρετή της ταινίας είναι το casting: δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους ερμηνευτές των δύο κύριων ρόλων από τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους, ιδιαίτερα η Emma.

  Μια αλλαγή που θυμάμαι: ο καινούριος αγοραστής του Ντάρλινγκτον Χολ δεν είναι ο κύριος Φάραντεϊ αλλά ο κύριος Λιούις, αμερικάνος που παραβρέθηκε σ’ αυτό το μίνι άτυπο συνέδριο.

  Το μυθιστόρημα το διάβασα γιατί αύριο θα προβληθεί η κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου μυθιστορήματος του Ishiguro, «A pale view of hills». Αν δεν προλάβω να αναρτήσω για αυτήν αύριο (διαβάζω τώρα το μυθιστόρημα) θα αναρτήσω μεθαύριο.

Ξέχασα να το γράψω, και όμως: η ταινία μου άρεσε περισσότερο από το μυθιστόρημα.