Book review, movie criticism

Saturday, October 17, 2026

Lu Yang, Brotherhood of blades (绣春刀, 2014)

 Lu Yang, Brotherhood of blades (绣春刀, 2014)

 


  Ο Lu Yang, σκηνοθέτης της μετα-έκτης (έβδομης) γενιάς, ξεκίνησε την καριέρα του «φλερτάροντας» την πέμπτη και έκτη γενιά, ίσως γιατί ηλικιακά (γεννήθηκε το 1979) τους πλησιάζει. Επιλέγει να πατήσει με ασφάλεια στις mainstream και εμπορικές προτιμήσεις των δύο προηγούμενων γενιών, το wuxia και τις ταινίες εποχής. Ωστόσο, πετυχαίνει μια μοναδική ισορροπία: δανείζεται το ιστορικό μεγαλείο και την πολιτική ίντριγκα της 5ης γενιάς, αλλά εμποτίζει τους χαρακτήρες του με τον υπαρξιακό και οικονομικό ρεαλισμό που καθιέρωσε η 6η γενιά.

  Στον, ύστερο είναι αλήθεια, Zhang Yimou, βλέπουμε mainstream ταινίες όπως ο «Ήρωας» (2002), ταινία εποχής με wuxia και αυλικές ίντριγκες.

  Η απομυθοποίηση του «ήρωα» της 5ης γενιάς ευθυγραμμίζεται θεματικά με τον τρόπο που η 6η γενιά διαχειρίζεται τη βία, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το «A Touch of Sin» (2013) του Jia Zhangke. Όπως στον Zhangke η βία γεννιέται από την οικονομική περιθωριοποίηση και την κοινωνική αδικία στην επαρχιακή Κίνα του σήμερα, έτσι και στο wuxia του Lu Yang, οι λεπίδες των ηρώων δεν κινούνται από ιπποτική ηθική, αλλά έχουν πιο προσωπικά κίνητρα.

  Η αδελφότητα αποτελείται από τρεις άντρες, τους Lu Jianxing, Shen Lian και Jin Yichuan, που υπηρετούν στην μυστική αστυνομία. Έχουν σαν αποστολή να εξοντώσουν έναν ευνούχο που συνωμοτεί.

  Ο ευνούχος θα δωροδοκήσει τον Shen Lian για να μην τον σκοτώσει. Στη θέση του μπαίνει ένας υπηρέτης, τον οποίο πυρπολούν. Ένα αγνώριστο πτώμα, που όμως αργότερα θα διαπιστωθεί ότι δεν είναι ο ευνούχος.

  Γιατί αφέθηκε να δωροδοκηθεί;

  Ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα που δόθηκε σε κρατικό οίκο ανοχής και ήθελε τα λεφτά για να εξαγοράσει την ελευθερία της. Οι κρατικοί οίκοι ανοχής είχαν γυναίκες και κόρες εκτελεσμένων αξιωματούχων. Η εξαγορά της ελευθερίας τους στοίχιζε πανάκριβα.

  Προοδευμένοι οι κινέζοι, όχι μόνο στην πυρίτιδα και την πυξίδα. Εμείς βέβαια δεν υπάρχει περίπτωση να δούμε ποτέ κρατικούς οίκους ανοχής, αφού η τάση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό είναι αποκρατικοποίηση και όχι εθνικοποίηση, όπως σε χώρες με προοδευτικούς ηγέτες.

  Βλέπουμε αρκετά επεισόδια με το romance, ευτυχώς δηλαδή, γιατί εμένα οι σκηνές wuxia δεν με συναρπάζουν. Πιο χαρακτηριστικό, εκείνο στο οποίο κινδύνεψε τη ζωή του για να τη σώσει, κερδίζοντας έτσι ολοκληρωτικά την καρδιά της.

  Είπαμε, διαπιστώνεται ότι το απανθρακωμένο πτώμα δεν είναι του ευνούχου, και πρέπει να το σκάσουν. Όμως θα περάσουν από πολλές περιπέτειες πριν τα καταφέρουν. Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε τον Shen Lian που πηγαίνει να συναντήσει την αγαπημένη του, που βρίσκεται σε ένα χωριό.

  6,6 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7 για το romance.

Wei Shujun, 魏书钧 (1991 - )

 Wei Shujun, 魏书钧, (1991 - )

 


  Ο Wei Shujun ξεκίνησε την καριέρα του μόλις στα δεκατέσσερά του χρόνια, σαν ηθοποιός. Στα είκοσί του είχε τη φιλοδοξία να γίνει μουσικός, όμως σπούδασε ηχοληψία. Μετά τις δυο πρώτες μεγάλου μήκους ταινίες του και μια μικρού μήκους που βραβεύτηκε, γύρισε τέσσερις ταινίες μυθοπλασίας με τις οποίες έγινε ευρύτερα γνωστός.

  Οι δυο πρώτες, «Striding into the wind» (2020) και «Ripples of life» (2021) είναι αυτοαναφορικές (η πρώτη μάλιστα εν πολλοίς αυτοβιογραφική), καθώς η θεματική τους στρέφεται γύρω από τον κινηματογράφο. Χωρίς συναρπαστική πλοκή, αποτελούνται κυρίως από επεισόδια με χαλαρή σύνδεση.

  Με την επόμενη ταινία του ο Wei κάνει μια θεαματική στροφή, γυρίζοντας μια ταινία noir με άφθονο σασπένς, την «Only the river flows» (2023). Η τέταρτη, «Mostly sunny» (2024) είναι κοινωνική, με δυο θέματα: τη διαχείριση ενός επερχόμενου θανάτου και το σμίξιμο, μετά από τριάντα χρόνια, δυο ερωτευμένων.

  Οι δυο τελευταίες έχουν το κοινό στοιχείο μιας διαταραχής, παροδικής στην περίπτωση του αστυνομικού, μόνιμης (ελαφρά πνευματική καθυστέρηση) στην περίπτωση του γιου της τελευταίας ταινίας. Επίσης και στις δυο ταινίες εισχωρεί το φανταστικό, σαν ρεαλιστική παραίσθηση στην περίπτωση του αστυνομικού, σαν όνειρο ή επεισόδιο φαντασίας στην περίπτωση της τελευταίας ταινίας.

  Ο Wei Shujun είναι ένας πολύ χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της μετα-έκτης (έβδομης) γενιάς των κινέζων σκηνοθετών.  

Wei Shujun, Mostly sunny (阳光俱乐部, 2024)

 Wei Shujun, Mostly sunny (阳光俱乐部, 2024)

 


  De gustibus non est disputandum. Είπα, επειδή τις κριτικές μου τις γράφω αρκετά χύμα (είμαι ραμπελαιικός είπαμε) να μη γράψω το περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Αυτό, για το 5,8 της βαθμολογίας της ταινίας, που όμως εμένα μου άρεσε πολύ.

  Μου το είπε ο Γιάννης ο Καραμπίτσος (Να τον ευχαριστήσω άλλη μια φορά και από εδώ, μου πρόσφερε πολλά στην κινηματογραφική μου παιδεία, και χάρη σε κάποιες συμπτώσεις και στο camera stylo περιοδικό απέκτησα κάρτα διαπίστευσης για να βλέπω τις ταινίες avant premiere): Δυο κατά τα άλλα έγκριτοι κριτικοί, βαθμολόγησαν μια ταινία ο ένας με 5 και ο άλλος με 0, και μια άλλη αντίστροφα, κάπου τους έχω σημειώσει.

  Το ξαναλέω, μου αρέσουν οι ταινίες drama, κοινωνικές, που θίγουν προβλήματα.

  Ο Wei Shujun στις δυο τελευταίες του ταινίες φλερτάρει με την ψυχική διαταραχή. Στην προηγούμενή του, «Only the river flows», ο αστυνομικός, δεχόμενος πιέσεις στη δουλειά και στην οικογένεια, κάποια στιγμή έχει παραισθήσεις. Εδώ βλέπουμε έναν νεαρό με μια πολύ ελαφρά νοητική καθυστέρηση.

  Ζει με τη μητέρα του η οποία πάσχει από καρκίνο του παγκρέατος.

  Trivia: την έπαθε ο διπλανός μου στον Ευαγγελισμό, αμέλησε τη χολή του. Τώρα παίρνει creon, για να μπορεί να χωνέψει.

  Δυστυχώς η μητέρα του είναι στο τέταρτο στάδιο, με μεταστάσεις, πολύ αργά για χειρουργεία, μόνο χημειοθεραπεία. Ο γιατρός της δίνει τέσσερις μήνες ζωής. Ο άλλος της γιος είναι συνάδελφός του, τον ενημερώνει.

  Θα πάει στην Αμερική και θα στείλει ένα καινούριο φάρμακο για τη θεραπεία.

  Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται. Για αυτό έχουν πέραση ένα σωρό εναλλακτικές θεραπείες, όταν η ορθόδοξη ιατρική δεν δίνει ελπίδες. Ένας πετεινός (συγνώμη, κόκορας, αλλά να μην κάνω άλλη παρέκβαση με trivia παραθέτοντας απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», ΑΛΔΕ 1995) με το κρώξιμό του παράτεινε για ένα χρόνο τη ζωή μιας καρκινοπαθούς. Ο γιος της ο γιατρός, ναι, ο γιατρός, θα προμηθευτεί δυο, και θα τους προτρέπει να κράζουν, όχι πάντα με επιτυχία, σε κωμικοτραγικές σκηνές.

  Είναι γνωστό ότι οι αρρώστιες επηρεάζονται από την ψυχολογική μας κατάσταση.

  Παραθέτω δυο ατάκες: «Η ευτυχία είναι σίγουρα η καλύτερη θεραπεία» (Η μητέρα συμμετέχει σε μια λέσχη ενίσχυσης της ψυχολογίας που ονομάζεται «Η λέσχη του ήλιου»-ο κινέζικος τίτλος-ήδη πριν από την εμφάνιση της αρρώστιας).

  Η άλλη, στίχος από ένα τραγούδι, αγγλικό (θα ακούσουμε πολλά τραγούδια στην ταινία), που ακούμε στο μεγάλο πλάνο του τέλους, βλέποντας τον καθυστερημένο γιο να βαδίζει σε ένα μακρύ δρόμο προχωρώντας προς την κάμερα: Don’t worry, be happy now (μια κουβέντα είναι, εδώ που τα λέμε).

  Όμως το θέμα της διαχείρισης ενός επερχόμενου θανάτου από καρκίνο (το έχουμε δει σε κάμποσες ταινίες) συνοδεύεται από ένα άλλο θέμα: το σμίξιμο της μητέρας με έναν παλιό αγαπημένο της, που γύρισε από τη Γερμανία μετά από τριάντα χρόνια. Δεν ήταν ευτυχισμένος εκεί, της εξομολογείται ότι είχε κάνει τρεις απόπειρες αυτοκτονίας.

  Η μητέρα δεν θέλει να την βλέπει στα τελευταία της, όμως αυτός επιμένει, θα σταθεί στο πλάι της μέχρι την τελευταία στιγμή.

  Trivia:

  Ήταν βιολονίστας. Γιατί να μην της παίξει το Butterfly lovers;

  Θα τον δούμε να το παίζει σε μια σκηνή φαντασίας, μέσα σε μια έρημο.

  Είναι μια μελωδία που έχει συντεθεί πάνω στο μύθο των δυο ανέφικτα ερωτευμένων. Συγκινητικός μύθος, έχω δει τις ταινίες «The butterfly lovers» του Jingle ma, «The lovers» του Tsui Hark και «The love eterne» του Han Hsiang Li.

  Παραλίγο να το ξεχάσω. Υπάρχει και μια όμορφη στην ταινία, φίλη του καθυστερημένου γιου, και ανάμεσά τους αναπτύσσεται ένα σχεδόν πλατωνικό αίσθημα. Όμως με την επανεμφάνιση του πρώην της θα επιστρέψει στη Σαγκάη, στις ρεαλιστικές προοπτικές (το αν θα χωρίσει ξανά με αυτόν ή όχι είναι έξω από τα πλαίσια της ταινίας)

  Είπαμε, η ταινία μου άρεσε, δεν μπορούσα να βάλω κάτω από 8.  

 

                                                                                                                

 

Friday, October 16, 2026

Wei Shujun, Only the river flows (河边的错误, 2023)

 Wei Shujun, Only the river flows (河边的错误, 2023)

 


  Το λάθος στην όχθη του ποταμού, ο κινέζικος τίτλος.

  Στην προηγούμενη ταινία του «Ripples of life» ο Wei βάζει τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο να διαπληκτίζονται. Η ταινία πρέπει να έχει δράση, σασπένς, υποστηρίζει ο σκηνοθέτης.

  Ακολουθεί τη συμβουλή του, και η επόμενη ταινία του είναι μια αστυνομική ταινία. Την ιστορία τη βρήκε έτοιμη σε μια νουβέλα και τη μετέφερε στη μεγάλη οθόνη.

  Δυο φόνοι διαπράττονται στην όχθη του ποταμού, για τους οποίους ύποπτος είναι ένας τρελός. Όμως ο αστυνομικός πιστεύει ότι δεν είναι αυτός ο ένοχος. Ένας πιτσιρικάς λέει ότι είδε στο μέρος του φόνου μια γυναίκα με μακριά μαλλιά.

  Όλες οι ενδείξεις οδηγούν σ’ αυτόν επιμένει ο προϊστάμενός του, βιάζοντάς τον να κλείσει την υπόθεση. Είναι γνωστό ότι οι αστυνομικοί βιάζονται να ξεμπερδεύουν με μια υπόθεση, με αποτέλεσμα συχνά να ενοχοποιούνται αθώοι, αν και τα στοιχεία είναι ελλιπή.

  Ένας κομμωτής ανακρίνεται.  

  -Τι κάθεσαι και με ρωτάς, αφού στο τέλος θα με ενοχοποιήσεις. Μπορείς να με συλλάβεις από τώρα.

  -Πρέπει να ακολουθηθούν όλες οι νόμιμες διαδικασίες.

  Ψάχνοντας στο σπίτι του βρήκε μια περούκα με μακριά μαλλιά και γόβες. Αυτός σίγουρα είναι ο ένοχος, τελικά η υπόθεση φαίνεται να έχει κλείσει.

  Ο κομμωτής κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, πιθανόν γιατί αποκαλύφθηκε ότι είναι τραβεστί. Ο αστυνομικός διατάζει να τον μεταφέρουν γρήγορα στο νοσοκομείο, να μην περιμένουν την έγκριση της οικογένειάς του, και πότε θα έλθει αυτή. Έτσι σώζεται ο κομμωτής.

  Στο μεταξύ έχουμε και τρίτο φόνο.

  Άρα δεν είναι αυτός ο ένοχος.

  Έρχεται στο γραφείο του να τον ευχαριστήσει που του έσωσε τη ζωή, φέρνοντάς του ένα δώρο.

  Καθώς ο αστυνομικός βγαίνει έξω από το κτίριο της αστυνομίας βλέπει τον κομμωτή να σκάζει πάνω στην οροφή ενός αυτοκινήτου.

  Δεν μας λέγεται, η αφηγηματική προσδοκία είναι ότι αυτή τη φορά τα κατάφερε να αυτοκτονήσει. Στο διήγημα, υποθέτω, αυτό λέγεται με σαφήνεια.

  Τώρα δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία,  ο δολοφόνος είναι ο τρελός.

  Ο αστυνομικός δεν είναι ένας άχρωμος χαρακτήρας. Κουβαλάει τα προσωπικά του προβλήματα. Η γυναίκα του επιμένει να κρατήσουν το παιδί, αν και υπάρχει μια πιθανότητα 10%, που δεν είναι αμελητέα υπογραμμίζει η γυναικολόγος, το παιδί να βγει με νοητική καθυστέρηση.

  Παρά τις αντιρρήσεις του η γυναίκα θα επιμείνει να το κρατήσουν.

  Η ένταση στη δουλειά και στην οικογενειακή του ζωή τον κάνει να βλέπει εφιάλτες όταν αποκοιμιέται μέσα στο αμφιθέατρο του κτιρίου της αστυνομίας, εφιάλτες που έχουν να κάνουν με τους φόνους.

  Το παρακάτω επεισόδιο όμως είναι κουφό. Ίσως υπάρχει στο διήγημα, όμως η μεταφορά του δεν είναι πειστική στη μεγάλη οθόνη.

  Βλέπει τον τρελό, τον κυνηγάει και τον πυροβολεί. Είναι σίγουρος ότι τον σκότωσε, του έριξε τέσσερις σφαίρες, λέει στον προϊστάμενό του.

  Όμως δεν λείπει καμιά σφαίρα από το πιστόλι του.

  Μήπως είχε την παραίσθηση αυτή γιατί ήταν μεθυσμένος; Είχε πιει προηγουμένως.

  Είναι αναστατωμένος ψυχολογικά. Τον βλέπουμε να περπατάει μέσα στο νερό του ποταμού, με τα ρούχα. Μόνο το σακάκι έχει αφήσει έξω. Στο διήγημα ίσως λέγεται το γιατί.

  Έρχεται ο τρελός και το φοράει.

  Βγαίνει έξω.

  Του ρίχνει μια γροθιά και τον ρίχνει κάτω.

  Αφηγηματικό κενό.

  Βλέπουμε να του απονέμεται ένα μετάλλιο τρίτης τάξης, που κατάφερε να κλείσει την υπόθεση.

  Ένα χρόνο μετά: τον βλέπουμε με τη γυναίκα του να κάνουν μπάνιο το μωρό τους στην μπανιέρα. Δεν φαίνεται να έχει νοητική καθυστέρηση.

  Δεν είναι από τα αστυνομικά που θα συνάρπαζαν τον μέσο θεατή. Παρόλα αυτά η βαθμολογία της ταινίας είναι ικανοποιητική, 6,6.

  Δεν μου αρέσουν τα αστυνομικά. Αλλά σ’ αυτή την ταινία μου άρεσε το ότι δείχνεται η ανθρώπινη πλευρά του αστυνομικού, με τα οικογενειακά του προβλήματα αλλά και τον ευαίσθητο ψυχισμό του.

  Και για ένα ακόμη λόγο: ακούσαμε σε μουσική υπόκρουση το πρώτο μέρος της «Σονάτας του σεληνόφωτος» του Μπετόβεν, και μάλιστα σε δυο ξεχωριστά επεισόδια. Μου αρέσει πολύ μια ταινία στην οποία ακούγεται κλασική μουσική.

Wei Shujun, Ripples of life (永安镇故事集, 2021)

 Wei Shujun, Ripples of life (永安镇故事集, 2021)

 


  Ιστορίες από την κωμόπολη Yongan, είναι ο κινέζικος τίτλος.

  Trivia: Γιονγκ Αν, όχι Γιονγκάν. Shanghai, Shang hai, 上海, Σανγκ χάι, στη θάλασσα, όχι Σανγκάι. Είδαμε και πάθαμε μέχρι που να γίνει το Peking Beijing. Εμείς βέβαια στην Ελλάδα εξακολουθούμε να το λέμε Πεκίνο.

  Και ενώ ο κινέζικος τίτλος παραπέμπει στο χώρο της πλοκής, ο αγγλικός στο περιεχόμενο: κύματα της ζωής.

  Ειρωνικά κατ’ ευφημισμό. Η ζωή στην επαρχία είναι ακύμαντη, μια γενική αλήθεια, που όμως με την εξέλιξη παύει να είναι και τόσο αλήθεια. Ακύμαντη η ζωή στο Yong An, όμως ένα τουριστικό θέρετρο κτίζεται σ’ αυτό εκείνη την εποχή.

  Από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά» (ΑΛΔΕ, 1995): Τα γαϊδουράκια τα αντικατέστησαν αρχικά τα ντάτσουν και αργότερα και άλλες μάρκες αγροτικών αυτοκινήτων.

  Η ταινία με πληροφόρησε το google είναι ένα «Μετα-κινηματογραφικό έργο».

  Δηλαδή.

  Ένα έργο που αναφέρεται στον εαυτό του.

  Το θέμα του έργου είναι το γύρισμα της ταινίας ripples of life, και σίγουρα τον αγγλικό τίτλο τον έδωσε ο ίδιος ο σκηνοθέτης.   

  Τρεις ιστορίες παρακολουθούμε στην ταινία.

  Στην πρώτη βλέπουμε μια σερβιτόρα που προσπαθεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της, σαν μητέρα να φροντίσει το μωρό της και σαν γυναίκα να φροντίσει τον εαυτό της. Η σκηνή που με το ένα χέρι κρατάει το μωρό και με το άλλο βάφει τα βλέφαρά της είναι αρκετά χιουμοριστική.

  Κατηγορεί τον άντρα της ότι επέλεξε τη νυχτερινή βάρδια για να αποφύγει το μερίδιό του στη φροντίδα του μωρού ενώ ο ίδιος λέει ότι το κάνει γιατί τότε υπάρχει λιγότερη κυκλοφορία στους δρόμους και βγάζει περισσότερα λεφτά.

  Και ο άντρας μιας φίλης μου δούλευε ταξιτζής τη νύχτα, υποθέτω για τους ίδιους λόγους.

  Δούλευε, γιατί πέθανε πριν χρόνια από έμφραγμα, αν και μικρότερος από μένα. Να ήταν άραγε η νυχτερινή βάρδια η κύρια αιτία;

  Ελένη Καζαντζάκη η φίλη μου, φυσικά όχι η Λιένοτσκα του Νίκου.

  Το συνεργείο που έφτασε στην επαρχιακή πόλη για να γυρίσει την ταινία την επισημαίνει στο εστιατόριο. Τέλεια, να τη χρησιμοποιήσουν στην ταινία, την θέλουν να μιλήσει στο ιδίωμα της επαρχίας Hunan, όπου βρίσκεται η κωμόπολη.

  Η Laura Ramsey (έχω δει όλες τις ταινίες της) είχε καλύτερη τύχη. Από σερβιτόρα έκανε καριέρα στον κινηματογράφο.

  Στη δεύτερη ιστορία βλέπουμε την σταρ που επιστρέφει στην κωμόπολη που γεννήθηκε. Της έχουν ετοιμάσει μια πανηγυρική υποδοχή. Ο Wei την παρουσιάζει σατιρικά με μεγάλη υπερβολή, σαν να πρόκειται για φεστιβαλικό εορτασμό.

  Δυο είναι τα κεντρικά επεισόδια.

  Το πρώτο, που η καμαριέρα που παρουσιάζεται στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο που μένει ήταν παλιά της φίλη ή συμμαθήτρια. Μεγάλη η απόσταση που τις χωρίζει. Η καημένη άλλαξε βάρδια για να μην την συναντά.

  Όμως το μεγαλύτερο και πιο εντυπωσιακό επεισόδιο είναι αυτό στο οποίο συναντάει ένα παλιό φίλο της που τώρα έχει συνεργείο αυτοκινήτων. Αρνείται την πρόσκλησή της να τους κεράσει, αυτόν, τη γυναίκα του και το γιο του, σε εστιατόριο. Η γυναίκα του τη θαυμάζει, θα ετοιμάσει δείπνο ειδικά για αυτήν.

  Δυο πράγματα ξεχωρίζουν σ’ αυτό το επεισόδιο: τα ρουσφέτια που της ζητάνε και ο καυγάς του ζευγαριού. Μη αντέχοντας, χωρίς να τηρήσει καν τα προσχήματα, σηκώνεται και φεύγει.

  Η τρίτη ιστορία είναι και η πιο ενδιαφέρουσα, για μένα τουλάχιστον. Τσακώνονται ο σκηνοθέτης με το σεναριογράφο (μα γιατί καθυστερεί τόσο να διορθώσει το σενάριο σύμφωνα με τις υποδείξεις του; ). Στον καυγά θα μπει αργότερα και ο παραγωγός, ενώ πιο ύστερα θα κάνει την εμφάνισή του και ο κινηματογραφικός κριτικός.

  -Δεν τα βάζεις μαζί τους, ωρύεται ο σκηνοθέτης, γιατί ο σεναριογράφος του πέταξε κάτι προσβλητικό.   

  Η ιστορία αυτή είναι σαν πλατωνικός διάλογος, όπου εκτίθενται απόψεις για τη συγγραφή του σεναρίου κυρίως. Δηλαδή τι διάλογος, κανονικός διαπληκτισμός ανάμεσα σε σεναριογράφο και σκηνοθέτη. Για αυτό βλέπω σχεδόν πάντα στα credits του σεναρίου και το όνομα του σκηνοθέτη. Τελικά συνειδητοποίησα ότι η ταινία είναι προϊόν ενός «ιστορικού συμβιβασμού» (οι παλιότεροι αναγνωρίζουν το διακείμενο) ανάμεσα στους δυο αυτούς. Κάποιες φορές ανάμεσα σε τρεις, με τρίτο τον παραγωγό.

  Η καίρια διαφωνία: είναι δυνατόν να γυριστεί ταινία με θέμα την ακύμαντη ζωή της επαρχίας; Μια ταινία πρέπει να έχει σασπένς (εκ των ων ουκ άνευ κατά τον Syd Field) και ανατροπές, για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή.

  Και πώς χειρίζεται τις συζητήσεις τους ο Wei;

  Κάνοντας τέτοιες λήψεις και σε τέτοιους χώρους που να μην πλήττει ο θεατής. Πιο χαρακτηριστικά είναι τα πλάνα με συζητήσεις πάνω σε μια σχεδία.

  6,8 η βαθμολογία της, ίσως γιατί της λείπει το αριστοτελικό «Πράξη σπουδαία και τέλεια», δηλαδή μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Εδώ έχουμε τρεις ιστορίες που καμιά τους δεν έχει αρχή, μέση και τέλος αλλά απαρτίζεται από επεισόδια, «σημαίνοντα» καθ’ αυτά, που εικονογραφούν πρόσωπα και καταστάσεις, αλλά που δεν έχουν καταλυτικό ρόλο σε μια έτσι κι αλλιώς απούσα πλοκή.

 

 

Thursday, October 15, 2026

William Wyler, Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας (The best years of our lives, 1946)

 William Wyler, Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας (The best years of our lives, 1946)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Πολύ καλή ταινία, με πολύ ενδιαφέρον θέμα, την επιστροφή των βετεράνων. Στόχος της, να ενθαρρύνει τους βετεράνους και να τους βοηθήσει να προσαρμοστούν στην πολιτική ζωή.

  Παρακολουθούμε τρεις βετεράνους που ταξίδεψαν μαζί στην επιστροφή. Οι ζωές τους συμπλέκονται.

  Και βλέπουμε την αντιστροφή στο status, ας το ονομάσουμε έτσι. Ο αξιωματικός στην πολιτική του ζωή εργαζόταν ως παρασκευαστής και σερβιτόρος αναψυκτικών. Θα βρεθεί απολυμένος και θα ψάχνει για δουλειά. Ο υπαξιωματικός, μεγαλύτερος σε ηλικία, είναι υπάλληλος σε τράπεζα. Θα τον δούμε να γίνεται στέλεχος, υπεύθυνος για τα μικρά δάνεια. Δεν θα διστάσει να δώσει δάνεια σε έναν βετεράνο χωρίς εγγύηση. Είναι αγρότης, ξέρει από αγροτικές δουλειές, αυτό είναι μια εγγύηση. Όμως θα εισπράξει την κατσάδα του προϊσταμένου του. Σε ένα γεύμα θα κάνει μια «πύρινη» πρόποση, υποστηρίζοντας ότι για το καλό της πατρίδας πρέπει να προσφέρουν τέτοια δάνεια στους βετεράνους, έστω και με ρίσκο.

  Ο τρίτος της παρέας, ο ναύτης, είναι με κομμένα χέρια, ευτυχώς κάτω από τον αγκώνα. Για παλάμες έχει γάντζους, που όμως τους χειρίζεται στην εντέλεια. Μπορεί και κάνει τις πιο δύσκολες κινήσεις, από το να βγάζει και να ανάβει τσιγάρο μέχρι να παίζει πιάνο.

  Ταινία του 1946, είναι δυνατόν να είναι τρυκ;

  Όταν τον βλέπουμε με τα χέρια κομμένα, χωρίς τους γάντζους, στην κρεβατοκάμαρα, ήμασταν πια σχεδόν σίγουροι, και το επιβεβαιώσαμε. Πράγματι είναι κομμένα τα χέρια του, και ο Γουάιλερ, βλέποντάς τον σε ένα άλλο έργο, τον προσέλαβε. Ενδιαφέρον το βιογραφικό του Harold John Russel.

  Βετεράνοι, μην απογοητεύεστε.

  Και δάνεια θα πάρετε.

  Και εσείς που γυρίσατε τραυματισμένοι, η κοπέλα σας δεν θα πάψει να σας αγαπά.

  Και εσάς που η γυναίκα σας σας απάτησε, μην απογοητεύεστε, ένας έρωτας παραμονεύει στη γωνιά.

  Εσείς που χάσατε τις δουλειές σας, μην αποθαρρύνεστε, θα βρείτε κάποια άλλη, δεν θα χαθείτε.

  Το 8,1 της ταινίας με βρίσκει σύμφωνο.

   

Κώστας Μαζάνης, Pope Joan vs Mephisto (2026)

 

Κώστας Μαζάνης, Pope Joan vs Mephisto (2026)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Είχαμε δει και την προηγούμενη ταινία του Κώστα Μαζάνη, «Blessing in disguise».

  Τα δίπολα είναι εντελώς αντιθετικά και ευδιάκριτα, όπως «Ο κομισάριος και ο γιόγκι», «Μαρά-Σαντ», «Το μηδέν και το άπειρο», «Το είναι και το μηδέν», όμως εδώ έχουμε άραγε δίπολο; Η πάπισα Ιωάννα (αντιπρόσωπος του Θεού) και Μεφιστοφελής (αντιπρόσωπος του διαβόλου);

  Ίσως όχι, εδώ έχουμε την πάπισα Ιωάννα versus Mephisto, ενάντια στον Μεφιστοφελή.

  Διαβάζω στο ενημερωτικό που μου έστειλε ο Βελισσάριος:  

  «Ένα φιλοσοφικό θρίλερ… Με μια βαθιά κατάδυση στα σκοτεινά βάθη του ανθρώπινου νου, η ταινία θέτει τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για την ανθρώπινη ύπαρξη, την πίστη, την ενοχή, την ελευθερία και τα όρια της ανθρώπινης φύσης. Όταν αυτά τα όρια ανάμεσα στο καλό και το κακό, στη λογική και την παράνοια, στο ανθρώπινο και το υπερφυσικό αρχίζουν να καταρρέουν και να παίρνουν απειλητικές διαστάσεις, σε μια ολοένα και πιο ανησυχητική σύγχρονη πραγματικότητα».

  Φιλοσοφικό θρίλερ λοιπόν.

  Δεν μου αρέσουν τα θρίλερ, ούτε και τα δοκίμια. Και εδώ έχουμε μακρά πλάνα, με τους ήρωες σε ένα θεατρικό στήσιμο, να συζητούν αδιάκοπα. Τα πλάνα είναι οιονεί ποιητικά, ώστε να μην κουράζουν τον θεατή.

  Την εμμονή του με την Ήπειρο ο Μαζάνης τη δείχνει με έναν φλαουτίστα που παίζει τη φλογέρα του μέσα στο δάσος.

  Ασπρόμαυρη, μόνο ένα πλάνο είναι έγχρωμο, παραπέμπει στον μεσαιωνικό κόσμο. Όμως στο τέλος… αλλά ας μη κάνω σπόιλερ.

  Γενικά βρήκα την ταινία πληκτική για τα γούστα μου.

  Καλά, δεν μου άρεσε τίποτα στην ταινία;

  Μου άρεσε το romance. Η πάπισα Ιωάννα είναι ερωτευμένη με τον Φάουστ.

  Και η Στεφανία Ντελιέβα στο ρόλο της Ιωάννας, πολύ όμορφη. Τη βρήκα και στο Instagram και την έκανα follow.

Romain Gavras, Θυσία (Sacrifice, 2025)

 Romain Gavras, Θυσία (Sacrifice, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Ας ξεκινήσω από τη βαθμολογία. 5,1.

  Πολύ χαμηλή.

  Όπως και να είναι επηρεάστηκα, αν και ήξερα ότι πιθανώς οφείλεται στο ότι Romain μπήκε στον προκρούστη του πατέρα του και βγήκε ελλειμματικός, πράγμα σχεδόν αναπόφευκτο.

  Αυτή η «πυροβολημένη» ομάδα ήταν άραγε σατανιστές;

  Δεν λέει κάτι τέτοιο η ταινία, όμως η πρακτική τους ήταν καθαρά σατανιστική.

  Ο πατέρας της επιστήμονας, όμως η όμορφη κοπέλα έχει την εμμονή ότι ένα ηφαίστειο που βρισκόταν εκεί γύρω, σε ένα ελληνικό νησί (ο Γαβράς υιός δεν ξέχασε την εντοπιότητά του) θα εκραγόταν, με αποτέλεσμα να καταστραφεί όχι μόνο μια πόλη, όπως η Πομπηία, όχι μόνο το νησί, αλλά ολόκληρη η γη.

  Πώς να το αποτρέψουν;

  Με θυσία.

  Θα θυσίαζαν τρία άτομα, ώστε να καταπραΰνουν το ηφαίστειο και να μην εκραγεί.

  Σατανιστικά και θρίλερ δεν μου αρέσουν, όμως αυτή η ταινία μου άρεσε για δυο λόγους. Ο πρώτος, γιατί είχε διάσπαρτο χιούμορ. Ο δεύτερος, για τους όμορφους πρωταγωνιστές, για τους οποίους υπήρχε ένα διαφαινόμενο romance, που επιβεβαιώθηκε με δραματικό τρόπο στο τέλος.

  Έβαλα 7 λόγω της εξωκειμενικής ανατροπής: περίμενα ότι η ταινία θα με απογοήτευε, αλλά τελικά μου άρεσε.

  Trivia: Μου θύμισε τον Εμπεδοκλή που πήδηξε στο ηφαίστειο της Αίτνας, αν και εικάζεται ότι αυτό είναι μύθος.  

Sara Miro Fischer, Η καλή αδελφή (Schwesterherz, 2025)

 Sara Miro Fischer, Η καλή αδελφή (Schwesterherz, 2025)

 


  Αδελφούλα μου, ο γερμανικός τίτλος.

  Δάμων και Φιντίας, στο θηλυκό. Τρυφερή η σχέση των δύο αδελφών.

  Που όμως κάποια στιγμή θα δοκιμασθεί. Ο αδελφός της με τον οποίο συγκατοικεί τώρα, αργά τη νύχτα έφερε μια γυναίκα στο σπίτι του. Αυτή βρισκόταν στην τουαλέτα μισοκοιμισμένη, δεν κατάλαβε. Μετά της ήλθε μια κλήση, να καταθέσει ως μάρτυρας στην καταγγελία μιας κοπέλας ότι ο αδελφός της τη βίασε.

  Θα πάει να καταθέσει για να πει τι καλώς που είναι ο αδελφός της, όμως κάποιες ερωτήσεις την φέρνουν σε αμηχανία.

  Τελικά;

  Ο αδελφός της θα της πει, κλαίγοντας, ότι δεν είναι τέρας. Σχεδόν άμεση αναγνώριση ότι διέπραξε το βιασμό, αποδίδοντάς τον, έμμεσα, σε μια κακιά στιγμή.

  Στο μεταξύ η αδελφούλα, που ο ανακριτής της είχε δώσει τον αριθμό του τηλεφώνου του μήπως τυχόν θελήσει να ενημερώσει για τίποτα, είχε πληροφορηθεί ότι ο αδελφός της απαλλάχτηκε από την κατηγορία λόγω ελλιπών στοιχείων.

  Και βρίσκεται μπροστά σε ένα ηθικό δίλημμα.

  Να τον μαρτυρήσει τελικά ή όχι;

  Εσείς στη θέση της τι θα κάνατε;

  Το τι έκανε αυτή δεν θα το μαρτυρήσω φυσικά, δεν θα κάνω σπόιλερ.

  Αξίζει να δείτε την ταινία, η ερμηνεία της Marie Bloching είναι εκπληκτική, με το εκφραστικότατο πρόσωπό της.

  Trivia: Είχα μια αρκετά μεγάλη συζήτηση με το claude.ai για το αν υπάρχουν βιαστές που ένιωσαν μετάνοια μετά την πράξη τους. Ασαφή τα δεδομένα, παραθέτω μόνο μια παράγραφο: «Η κυρίαρχη τάση στα δεδομένα είναι η άρνηση και η δικαιολόγηση, και η αυθόρμητη ηθική μετάνοια φαίνεται να είναι μειονότητα. Αν είναι αριθμητικά σημαντική, δεν το γνωρίζουμε».

  Με βάση την τάση γενίκευσης στα είδωλα της φυλής του Bacon, μπορεί να σχηματίσει κανείς από την ταινία τη λαθεμένη αντίληψη ότι οι περισσότεροι βιαστές μετανοούν για την πράξη τους στη βάση ενοχών που νιώθουν, όπως ο αδελφός στην ταινία, πράγμα που δεν ισχύει.

  6,7 η βαθμολογία της ταινίας, με βρίσκει σύμφωνο, κυρίως λόγω της ερμηνείας της Marie Bloching.

Sunday, October 11, 2026

Wei Shujun, Striding into the wind (野马分鬃, 2020)

 Wei Shujun, Striding into the wind (野马分鬃, 2020)

 


  Πάντα ξεκινάω μ’ αυτό: ο κινέζικος τίτλος σημαίνει «Το άγριο άλογο χωρίζει τη χαίτη του, και είναι κίνηση στο tai chi chuan (κίνηση των χεριών, σε αντίθεση με το tai chi jian, που είναι κίνηση με σπαθί).

  Ο Wei Shujun είναι από τους πιο σημαντικούς εκπρόσωπους τους μετα-έκτης (έβδομης) γενιάς, και είναι ο μόνος που όλες οι ταινίες του εκτός από την τελευταία προβλήθηκαν στις Κάννες.

  Η ταινία είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφική. Ο ήρωας, ο Κουν, είναι ένας απειθάρχητος φοιτητής ηχοληψίας σε σχολή κινηματογράφου. Ο ίδιος ο Wei Shujun σπούδασε ακριβώς αυτό (ηχοληψία) στο Πεκίνο και έχει παραδεχτεί ότι η ταινία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα δικά του άγρια φοιτητικά χρόνια.

  Ένα μεγάλο μέρος της πλοκής αναφέρεται σε κινηματογραφικές λήψεις, και μάλιστα στην ηχοληψία, και συγχρονισμό ήχου και εικόνας. Θα δούμε αρκετά σχετικά πλάνα. Τα προβλήματα είναι έντονα, ο ήχος δεν είναι πάντα αυτός που πρέπει, και τι να κάνουν;

  Να πάνε στην εσωτερική Μογγολία, εκεί γίνεται μια κινηματογράφηση, μπορούν να πάρουν μέρος, θα αμειφθούν, και θα πάρουν και τον ήχο που θέλουν.

  Ποιοι θα πάνε;

  Αυτός, με μια μόνιμη φλεγματική έκφραση, ο μπουλούκος φίλος του, απολαυστικός με την απάθειά του, η φίλη του που τον εκνευρίζει και εκνευρίζεται μαζί του συχνά, και ένας άλλος φίλος από το συνάφι.  

  Πώς θα πάνε;

  Με ένα σαράβαλο τζιπ που ο Κουν αγόρασε κοψοχρονιά. Και φυσικά θα αντιμετωπίσουν ένα σωρό προβλήματα στο δρόμο.

  Θα του κάνουν αλκοτέστ. Έχει πιει. Θα του πάρουν το δίπλωμα οδήγησης και θα του επιβάλλουν πρόστιμο. Θα συνεχίσει το ταξίδι χωρίς αυτό. Ένα πλαστό που θα επιδείξουν στο επόμενο μπλόκο δεν πιάνει, με το ίντερνετ διαπιστώνουν τα πάντα, το δίπλωμά του έχει κατασχεθεί πριν τρεις μέρες.

  Trivia:

  Είχα αφήσει τη μηχανή μου, honda steed τετρακοσάρα, στον Διονύση, είχε κάποιο πρόβλημα. Την παίρνει ο βοηθός του για να πάει να αγοράσει κάτι. Στο δρόμο τρακάρει. Πλακώνει η τροχαία. Ψάχνουν αμέσως αν είναι ασφαλισμένη. Ο Διονύσης μου λέει ότι βρήκαν πως είναι ασφαλισμένη στην interamerican.

  Υπάρχουν πάρα πολλά χιουμοριστικά και κωμικοτραγικά επεισόδια στην ταινία.

  Θα δούμε και λαογραφικά στοιχεία της εσωτερικής Μογγολίας.

  Μου έκαναν εντύπωση οι νυχτερινές λήψεις. Ο Wei Shujun δείχνει να τις προτιμά, χωρίς εμφανή λόγο. Τώρα να κάνω υποθέσεις, ότι με αυτό θέλει να εκφράσει… αποστρέφομαι τέτοιου είδους υποθέσεις, όπως και την αναζήτηση συμβόλων. Το λέω αυτό γιατί το google μου είπε ότι το τζιπ συμβολίζει “τη δική του ανάγκη για ελευθερία, η οποία όμως συνεχώς «χαλάει» και «κολλάει»”. Όσοι έχετε πάθος με τα σύμβολα, και δεν είστε λίγοι, το κρατάτε.

  Δεν μπορώ να μην το γράψω: ρώτησαν τον Ελύτη τι ήθελε να συμβολίσει με την «Τρελή ροδιά». Η απάντησή του: -Τίποτα. Είδα απλά μια ροδιά να την ταρακουνάει ο άνεμος και εμπνεύστηκα το τραγούδι.

  Το ξέχασα, 6,2 η βαθμολογία.


Saturday, October 10, 2026

Gu Xiaogang 顾晓刚 (1988 - )

 Gu Xiaogang 顾晓刚 (1988 - )

 


  Ο Gu Xiaogang γεννήθηκε στην πόλη Fuyang το 1988. Αρχικά σπούδασε σχέδιο μόδας και μάρκετινγκ. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ανακάλυψε το πάθος του για τον κινηματογράφο, και ξεκίνησε με το «Planting for life» (2014) κάνοντας ντοκιμαντέρ.

  Η αναγνώριση ήλθε ήδη με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το «Dwelling in the Fuchun mountains», 2019, που προβλήθηκε στις Κάννες, για να ακολουθήσουν οι άλλες δυο της τριλογίας του «Dwelling by the west lake» (2023) και «The first taste of loneliness» (2026).

  Τις ιστορίες του, εμπνευσμένες από την επιχείρηση των γονιών του και εμπειρίες συγγενών του, τις τοποθετεί στη γενέτειρά του. Βλέπουμε την ένταση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο, με το καινούριο να επιβιώνει, καθώς και τη λαχτάρα για μια καλύτερη ζωή. Οι ταινίες του τελειώνουν πάντα με μια αισιόδοξη νότα.

  Η ποιητική αίσθηση που δίνει η φύση τον οδήγησε προφανώς στην τοποθέτηση των ιστοριών του στην επαρχία. Ήδη ο κινέζικος τίτλος της δεύτερης ταινίας του, «Ο κόσμος των φυτών και ο άνθρωπος» είναι χαρακτηριστικός.

  Αρέσκεται στα μεγάλης διάρκειας μονόπλανα, χαρακτηριστικό των σκηνοθετών της μετα-έκτης γενιάς, με την κάμερά του να κινείται αργά οριζόντια, σαν να ξετυλίγεται ένας κινέζικος ζωγραφικός πίνακας (slow cinema).  

 

Friday, October 9, 2026

Gu Xiaogang, Dwelling by the west lake (草木人间, 2024)

 Gu Xiaogang, Dwelling by the west lake (草木人间, 2024)

 


  «Ο κόσμος των φυτών και ο άνθρωπος» είναι ο κινέζικος τίτλος. Όμως ο αγγλικός είναι περίπου παράφραση του αγγλικού τίτλου της προηγούμενης ταινίας του Gu Xiaogang «Dwelling in the Fuchun mountains», που ο κινέζικος τίτλος της είναι «Το νερό του ανοιξιάτικου ποταμού είναι ζεστό».

  Η επαρχία φαίνεται να ενδιαφέρει περισσότερο τους σκηνοθέτες της μετα-έκτης γενιάς καθώς και η ζωή των κατοίκων της εκεί, με την ένταση ανάμεσα στο νέο και την παράδοση. Το ίδιο και σ’ αυτή την ταινία, όμως όχι εντελώς. Η επαρχία με τη ζωή σ’ αυτή, αγροτική κυρίως, δίνεται με μεγάλα πλάνα στην αρχή και στο τέλος, εγκιβωτίζοντας την κεντρική ιστορία που έχει να κάνει με την απελπισμένη αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής πολλών ανθρώπων, που συχνά πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης.

  Ο γιος, σπουδαγμένος, πηγαίνει στην επαρχία που δουλεύει η μητέρα του στο μάζωμα των φύλλων τσαγιού μήπως βρει τον πατέρα του που τους παράτησε πριν χρόνια, όμως αυτό που θα δει είναι ότι η μητέρα του πέφτει θύμα εκμετάλλευσης μιας εταιρείας, που καταλαβαίνει αμέσως ότι είναι πυραμιδική, δηλαδή εταιρεία απάτη, η οποία λειτουργεί με το προκάλυμμα ότι πουλάει θεραπευτικά έμπλαστρα. Υποτίθεται ότι έχει ένα κεφάλαιο εκατομμυρίων. Είναι εντυπωσιακές οι σκηνές του ντοπαρίσματος των μελών.

  Θα καραφλιάσει κυριολεκτικά ο γιος όταν η μητέρα του τού λέει ότι πούλησε το σπίτι τους για να επενδύσει στην εταιρεία με τα σίγουρα κέρδη. Εντυπωσιακές οι σκηνές που δείχνουν την αγανάκτηση του γιου, αλλά και της μητέρας, που διαμαρτύρεται έντονα, δηλώνοντας πόσο ευτυχισμένη νιώθει, και ότι δεν την ενδιαφέρει αν η εταιρεία είναι τελικά μια εταιρεία απάτη.

  Αμ δε.

  Όταν αποκαλύπτεται η απάτη, πέφτει περίπου σε κατατονία. Για να τη θεραπεύσει ο γιος της τη μεταφέρει στο βουνό όπου είναι τα δέντρα που «αγκαζάρουν» οι κάτοικοι σε κάθε γέννηση, όπου βρίσκονται τα δέντρα του πατέρα του και το δικό του. Υπάρχει σασπένς σ’ αυτή την διαδρομή (μου θύμισε το «Μητέρα και γιος» του Σοκούροφ), όμως τέλος καλό όλα καλά.

   Το ύφος είναι το γνωστό ύφος των μεγάλων σκηνοθετών αλλά και των σκηνοθετών της μετα-έκτης γενιάς. Μεγάλα μονόπλανα, όχι όμως τεράστια όπως αυτά στις ταινίες του Gan Bi. Ο άνθρωπος χάνεται μέσα στη φύση, σαν μέρος της. Χαρακτηριστικό το πλάνο της ανάρτησης, με τις γυναίκες να δουλεύουν στη φυτεία τσαγιού.

Thursday, October 8, 2026

Gan Bi, 毕赣, 1989 - )

 Gan Bi, 毕赣, 1989 - )

 


  Ο Gan Bi (γεννημένος στις 4 Ιουνίου 1989 στο Kaili της επαρχίας Guizhou) είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ποιητής και φωτογράφος. Ανήκει στην εθνική μειονότητα των Μιάο (Miao). Σπούδασε τηλεοπτική σκηνοθεσία στο Shanxi και έκανε αίσθηση στο παγκόσμιο σινεμά ήδη με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το Kaili Blues (2015), το οποίο κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη στο Λοκάρνο. Η καθιέρωσή του ήρθε με το Long Day's Journey into Night (2018), ενώ με την τελευταία του ταινία Resurrection (Αναγέννηση - 2025) απέσπασε το Ειδικό Βραβείο (Prix Spécial) στο Φεστιβάλ των Καννών, εδραιώνοντας τη θέση του ως ένας από τους κορυφαίους auteurs του σύγχρονου παγκόσμιου κινηματογράφου.

  Η ιδιαίτερη πατρίδα του τον κατατρύχει, και στις τρεις ταινίες του. Θεματικά, από τον ρεαλισμό των «Kaili blues» μετατοπίζεται στον απόλυτο σουρεαλισμό της (επιστημονικής) φαντασίας με την «Αναγέννηση».

  Το romance δίνει εντυπωσιακό τέλος στις δυο τελευταίες ταινίες του.

  Του αρέσουν τα μακρά πλάνα, με κορυφαία το 41 λεπτών μονόπλανο στο «Kaili blues», το 59 λεπτών 3D μονόπλανο στο «Long day’s journey into night» και το 40 λεπτών μονόπλανο στην «Αναγέννηση».

  Η κάμερα κινείται αργά, υποβλητικά. Ο Gan Bi δεν βιάζεται να τελειώσει την ιστορία του, και οι δυο τελευταίες του ταινίες μάλιστα ξεπερνούν κατά πολύ το δίωρο.

  Τον ενδιαφέρει περισσότερο από το στόρι η ποιητικότητα του πλάνου, και γι’ αυτό χρησιμοποιεί χρώματα όπως το σμαραγδί πράσινο, το κίτρινο της ώχρας/σέπια και το κόκκινο.

  Καθώς είναι ο ίδιος ποιητής, θα ακούσουμε απαγγελίες ποιημάτων του.

  O Gan Bi είναι από τους κύριους εκπρόσωπους της μετα-έκτης (έβδομης) γενιάς.

 

Diao Yinan (刁亦男, 1969 - )

 Diao Yinan (刁亦男, 1969 - )

 


  Ο Diao Yinan είναι σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός. Αποφοίτησε από την Κεντρική Ακαδημία Δράματος του Πεκίνου το 1992 και ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας σενάρια για σημαντικούς σκηνοθέτες της 6ης γενιάς, όπως ο Zhang Yang.

  Ως σκηνοθέτης έχει υπογράψει τέσσερις ταινίες: το χαμηλού προϋπολογισμού ντεμπούτο του «Uniform» (2003), το «Night Train» (2007) που έκανε πρεμιέρα στο Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών, το αριστουργηματικό «Black Coal, Thin Ice» (2014) με τη μεγάλη ανατροπή, το οποίο κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου, και το «The Wild Goose Lake» (2019) που διαγωνίστηκε για τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες.

   Στον κόσμο του Diao Yinan δεν υπάρχει απόλυτο καλό και απόλυτο κακό. Οι αστυνομικοί είναι συχνά διεφθαρμένοι ή τσακισμένοι και οι εγκληματίες αναζητούν απλώς μια χαμένη αξιοπρέπεια. Όλοι οι ήρωες κινούνται στο περιθώριο, προσπαθώντας να επιβιώσουν σε μια κοινωνία που αλλάζει βίαια.

  Οι γυναίκες στις ταινίες του είναι μυστηριώδεις, κρατούν θανάσιμα μυστικά («Black coal, thin ice», «Πυροτεχνήματα της αυγής ο ελληνικός τίτλος») και γίνονται ο καταλύτης για την υπαρξιακή αναζήτηση και την τελική αυτοθυσία του άνδρα («Η λίμνη με τις αγριόχηνες»).

  Η κάμερα παρακολουθεί τους μελαγχολικούς ήρωές του στις κινήσεις τους. Είναι λιγόλογοι, συχνά με σκυμμένο κεφάλι. Τσεχωφικοί ήρωες, η ματαίωση τους περιμένει πάντα στο τέλος. Το unhappy end είναι περίπου αναπόφευκτο.

  Το ερωτικό στοιχείο θα το δούμε μόνο στην πρώτη και στην τρίτη ταινία του.

  Ο Diao Yinan παίρνει τα κλασικά αμερικανικά και ευρωπαϊκά μοτίβα του φιλμ νουάρ (τον αλκοολικό ντετέκτιβ, τη μοιραία γυναίκα, τον υπόκοσμο) και τα μεταφέρει στην κινεζική πραγματικότητα, πολύ χαρακτηριστικά στην ταινία του «Black coal, thin ice» και «Η λίμνη με τις αγριόχηνες».

  Η κάμερά του δεν εστιάζει απλώς στους ηθοποιούς, αλλά στο πώς το περιβάλλον τους καταπίνει. Είτε πρόκειται για τις βιομηχανικές, σκουριασμένες πόλεις του κινεζικού Βορρά είτε για τις παραλίμνιες, υποβαθμισμένες γειτονιές της Wuhan, ο χώρος είναι ο πραγματικός πρωταγωνιστής. Αυτό είναι σχεδόν κοινό χαρακτηριστικό με τους σκηνοθέτες της μετα-έκτης γενιάς, σίγουρα με τον Gan Bi. Αυτή η ανάδειξη του χώρου δίνει μια ποιητική διάσταση στα πλάνα, καθώς και η χρήση του χρώματος, κυρίως στο «Black coal» και στη «Λίμνη με τις αγριόχηνες».

Rafael Rangel, Γάζα, η λωρίδα της εξόντωσης (Gaza, La Franja del exterminio, 2024)

 Rafael Rangel, Γάζα, η λωρίδα της εξόντωσης (Gaza, La Franja del exterminio, 2024)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Συγκλονιστικό το ντοκιμαντέρ του μεξικάνου Rafael Rangel για τη Γάζα.

  Πάντα πίστευα ότι ο λόγος είναι πιο πάνω από την εικόνα, αλλά αυτό το ντοκιμαντέρ μου έδειξε ότι υπάρχουν και εξαιρέσεις. Με όση ακρίβεια και αν περιγραφούν αυτά που συμβαίνουν στη Γάζα, δεν θα μπορέσουν να ξεπεράσουν τη φρίκη της εικόνας.

  Πέφτει ο πύραυλος και σηκώνεται ένα φοβερό σύννεφο σκόνης.

  Προσπαθούν να βγάλουν τους παγιδευμένους μέσα στα ερείπια, ανάμεσα στους οποίους είναι και μικρά παιδιά.

  Μια μητέρα ανοίγει τον νεκρικό σάκο, για να χαϊδέψει για τελευταία φορά το κεφάλι του παιδιού της.

  Οι αφηγήσεις των μικρών παιδιών κυριολεκτικά σου σκίζουν την καρδιά.

  Νομίζω ότι αυτό το ντοκιμαντέρ δεν πρέπει να το χάσετε.

  Trivia:

  Είχα γράψει παλιά ότι η επίθεση της Χαμάς στο γήπεδο με τους χίλιους τόσους νεκρούς ισραηλινούς λειτούργησε σαν εξαιρετική προβοκάτσια, για να δώσει άλλοθι στον Νετανιάχου να κάνει αυτά που κάνει.

  Το οποίο μπορεί να λειτούργησε στην αρχή, όμως τώρα έχει ξεσηκώσει την γενική κατακραυγή.

  Όμως πριν λίγες μέρες διάβασα στο διαδίκτυο κάτι φοβερό.

  Οι μυστικές υπηρεσίες, διαβάζω στο διαδίκτυο, είχαν ενημερωθεί για την επίθεση της Χαμάς. Ο Νετανιάχου θα μπορούσε να την αποτρέψει. Όμως προτίμησε να θυσιάσει χίλιους τόσους ισραηλινούς προκειμένου να έχει άλλοθι για τη γενοκτονία που διαπράττει στη Γάζα.