Book review, movie criticism

Sunday, September 6, 2026

Qu Vivian ΑΚΑ 文晏, 1970 - )

 Qu Vivian ΑΚΑ 文晏, 1970 - )

 


  Η Vivian Qu (κινεζικά: 文晏 / Wén Yàn) είναι μία από τις πιο σημαντικές και βραβευμένες προσωπικότητες του σύγχρονου κινεζικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, με τριπλή ιδιότητα ως σκηνοθέτις, σεναριογράφος και παραγωγός.

  Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πεκίνο. Στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου σπούδασε art design  και ήταν αριστούχα φοιτήτρια. Τη δεκαετία του 1990 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε ιστορία της τέχνης και καλές τέχνες. Εκεί ανακάλυψε το σινεμά ως την απόλυτη μορφή τέχνης που μπορούσε να συνδυάσει όλα τα ενδιαφέροντά της —τη συγγραφή, τη φωτογραφία και τη μουσική.

  Το 2003 επέστρεψε στην Κίνα με σκοπό να στηρίξει την ανεξάρτητη εγχώρια σκηνή. Αρχικά εδραιώθηκε ως σπουδαία παραγωγός, με αποκορύφωμα την παραγωγή της ταινίας Black Coal, Thin Ice (2014) του Diao Yinan, η οποία απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

  Ως σκηνοθέτις και σεναριογράφος, έχει γυρίσει μέχρι στιγμής τρεις μεγάλου μήκους ταινίες. Η πρώτη είναι η «Trap street» (2013), που ξεκινάει σαν romance αλλά στο τελευταίο τρίτο της γίνεται θρίλερ, με ευτυχώς happy end.

  Στις επόμενες δυο δίνει το θεματικό της στίγμα, «Η δυστυχία του να είσαι γυναίκα». Σ’ αυτές παρουσιάζει γυναίκες να υποφέρουν, κυρίως στα χέρια των ανδρών.

  Στην ταινία «Angels wear white» (2017) βλέπουμε την αποπλάνηση δυο ανήλικων κοριτσιών από έναν αξιωματούχο σε ένα ξενοδοχείο. Η υπόθεση κουκουλώνεται. Η ρεσεψιονίστρια έμαθε ότι η παρθενιά πουλιέται ακριβά και αποφάσισε να την πουλήσει και να μπει στο επάγγελμα, όμως οι εμπειρίες της με τον νταβατζή της την έκαναν να τα παρατήσει και να γυρίσει στην πατρίδα της. Το δρόμο της πορνείας ήταν έτοιμη να ακολουθήσει και η καμαριέρα όταν την απέλυσε το αφεντικό και βρέθηκε εντελώς ξεκρέμαστη, καθώς αυτή δεν είχε κανένα στον κόσμο. Μόλις την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και το έσκασε.

  Στην τελευταία της ταινία «Girls on wire» (2025) βλέπουμε επίσης δυο γυναίκες που υποφέρουν μέσα σε μια δυσλειτουργική οικογένεια. Η ξαδέλφη το σκάει και δουλεύει ως κασκαντέρ, μια δουλειά εξαιρετικά επικίνδυνη. Όσο για τη μικρή, υποφέρει στα χέρια του πατέρα της. Την απαγάγουν έμποροι ναρκωτικών αλλά κάποια στιγμή καταφέρνει να ξεφύγει σκοτώνοντας τον ένα.

  Οι διώκτες τους θα τις εντοπίσουν τελικά. Θα πέσουν στη θάλασσα να ξεφύγουν, αλλά μόνο η μεγάλη θα τα καταφέρει, η μικρή θα πνιγεί παρά τις προσπάθειες της μεγάλης να τη σώσει. Αλλά τους διώκτες τους τους έχει εντοπίσει η αστυνομία που καταφτάνει με τα περιπολικά.

 

 

Qu Vivian (文晏), Girls on wire (想飞的女孩, 2025)

 Qu Vivian (文晏), Girls on wire (飞的女孩, 2025)

 


  Το κορίτσι που θέλει να πετάξει είναι ο κινέζικος τίτλος.

  Η τρίτη και τελευταία μεγάλου μήκους ταινία της Vivian Qu, μετά την «Angels wear white».

  Γιατί την είδα.

  Θεωρώ πιο πιθανό να την είδα γιατί γυρίστηκε μόλις πέρυσι, και θέλω κατά καιρούς να ξεφεύγω από το πρόγραμμά μου, που είναι να βλέπω ταινίες στα πλαίσια της συγγραφής της «Εισαγωγής στον κινέζικο κινηματογράφο», και τώρα βρίσκομαι στο τέλος της δεκαετίας του ’40, και να βλέπω καινούριες ταινίες. Επίσης μπορεί να την είδα επειδή πρωταγωνιστεί η Liu Haocun, μια όμορφη κοπέλα που την είδα σε δυο ταινίες του Τζανγκ Γιμόου (γίνεται μια αναφορά στο όνομά του στην ταινία), τον οποίο έχω δει πακέτο, τις «Cliff walkers» και «Snipers». Εξαιρετική η ερμηνεία της, και η ταινία ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ Βενετίας.

  Αυτό το εφέ του απροσδόκητου, εξωκειμενικό, δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό:

  5,2 η βαθμολογία της. Ωχ! λέω, δεν θα είναι καλή ταινία, αν και ήξερα ότι σίγουρα θα μου άρεσε. Δεν φανταζόμουν όμως ότι θα μου άρεσε τόσο πολύ. Αγανάκτησα τόσο με το 5,2 που εγώ έβαλα 10.

  Και με αυτή την ταινία συνειδητοποίησα το θεματικό στίγμα της Qu: Η δυστυχία του να είσαι γυναίκα (το έχω ξαναγράψει, μου αρέσουν οι παραφράσεις, εδώ παραφράζω το «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου).

  Κεντρική ηρωίδα είναι η Τιάν Τιάν (田恬, που στο ρόλο της είναι η Liu Haocun). Σε flash back βλέπουμε ότι ζει σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, με τον μεγάλο «κακό» να είναι ο ίδιος της ο πατέρας, ο οποίος θα την παρενοχλεί και μετά ζητώντας της χρήματα.

  Υπάρχουν αφηγηματικά κενά, και η βικιπαίδεια δεν δίνει εκτενή πλοκή. Επίσης υπάρχουν αναδρομές.

  Η ταινία ξεκινάει με την Τιάν Τιάν να δραπετεύει από ένα άντρο όπου την έχουν φυλακισμένη έμποροι ναρκωτικών. Είναι έγκυος (αυτό το μαθαίνουμε πολύ αργότερα), ίσως από αυτούς ίσως από κάποιο φίλο της πριν. Για να δραπετεύσει θα σκοτώσει έναν έμπορο ναρκωτικών, και οι άλλοι θα βρεθούν στο κατόπιν της, να εκδικηθούν.

  Η ξαδέλφη της, που είναι σαν αδελφή της, έχει φύγει εδώ και πέντε χρόνια από το σπίτι και δουλεύει κασκαντέρ. Ψάχνει να τη βρει, τη βρίσκει τυχαία.

  Βλέπουμε πολλά πλάνα στα οποία γυρίζει μια επικίνδυνη σκηνή. Ξανά, και ξανά, και ξανά… στο τέλος γίνεται κυριολεκτικά κουρέλι.

  Οι κακοί θα τις κυνηγήσουν. Θα τις πετύχουν, και για να ξεφύγουν θα πέσουν στη θάλασσα. Η Τιάν Τιάν θα πνιγεί, παρά τις προσπάθειες τις ξαδέλφης της – που την αποκαλεί αδελφή της – να τη σώσει.

  Γλυκόπικρο τέλος, όπως και στην προηγούμενη ταινία. Ενώ οι κακοί παρακολουθούν τις δυο κοπέλες που βρίσκονται στη θάλασσα καταφτάνουν τα περιπολικά. Φυσικά δεν θα καταφέρουν να το σκάσουν.

  Και η ξαδέλφη θα αναλάβει, όπως υποσχέθηκε στην Τιάν Τιάν, την κόρη της που είναι τώρα πέντε χρονών (η Τιάν Τιάν μου θύμισε την «Ταρανέ», και αυτή ανύπαντρη κοπέλα που προτίμησε να κρατήσει το μωρό από το να κάνει έκτρωση), ενώ η ίδια θα ξεφύγει από το ρόλο του κασκαντέρ και θα γίνει κανονική ηθοποιός, σε ταινίες wuxia.

  Αυτό πρέπει να το τονίσω: πάρα πολλά πλάνα ήταν συγκλονιστικά, για μένα τουλάχιστον.

Friday, September 4, 2026

Qu Vivian, Angels wear white (嘉年华, 2017)

 Qu Vivian, Angels wear white (嘉年, 2017)

 


  Καρναβάλι (κατ’ ευφημισμό, όπως θα καταλάβετε) είναι ο κινέζικος τίτλος της ταινίας.

  Μετά τη «Trap street» η Vivian Qu γυρίζει τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της.

  Οι γυναίκες σκηνοθέτες συχνά στις ταινίες τους εστιάζουν σε γυναικεία προβλήματα, και η Vivian Qu δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει εξαίρεση. Όμως τα παρουσιάζει με μια συναρπαστική πλοκή που έχει σαν δεύτερο θέμα την «κάλυψη» των υψηλά ιστάμενων.

  Υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας είναι εκείνος που έχει παρασύρει τα δυο ανήλικα κορίτσια σε ένα ύποπτο ξενοδοχείο. Θα δούμε αρκετά επεισόδια μέχρι να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του. Βέβαια θα φροντίσουν να «κουκουλωθεί» το γεγονός, προς μεγάλη αγανάκτηση των γονιών.

  Ο κρίκος που θα αποτελέσει την αιτία για την αποκάλυψη είναι η νεαρή καμαριέρα που αντικατέστησε την ρεσεψιονίστα. Θα δει τη σκηνή που ο άντρας αυτός προσπαθεί να μπει στο δωμάτιο των κοριτσιών ενώ αυτά καταφέρνουν να τον απωθήσουν κάποιες φορές, πριν τελικά τα καταφέρει. Τη σκηνή αυτή θα την καταγράψει στο κινητό της και θα αποτελέσει πυρηνικό γεγονός για την εκτύλιξη πολλών γεγονότων.

  Κάποια στιγμή λέει ότι είναι δεκαέξι χρόνων, αλλά είναι χωρίς ταυτότητα. Δεν ξέρει την ημερομηνία γέννησης, ξέρει μόνο ότι ήταν καλοκαίρι. Λέει ότι έζησε σε πολλά μέρη, που εμείς μεταφράζουμε σε ανάδοχες οικογένειες. Από την τελευταία το έσκασε πριν τρία χρόνια.

  Το αφεντικό θα την απολύσει γιατί, με το να μπάσει τη δικηγόρο που ψάχνει την υπόθεση στο επίμαχο δωμάτιο έχει δημιουργηθεί σκάνδαλο.

  Τι επιλογή έχει;

  Αυτή που έχουν πολλά κορίτσια που βρίσκονται στην κατάστασή της: θα ενδώσει στην πορνεία, ένας «φίλος» είναι ο μεσολαβητής.

  Θα είναι η πρώτη της φορά.

  Μπαίνει μακιγιαρισμένη στο δωμάτιο στο οποίο θα έλθει ο πελάτης. Πληρώνουν καλά λεφτά για τις παρθένες, οι ασιάτες σίγουρα, το διάβασα και στην «Ιστορία μιας γκέισας».

  Όμως μετανιώνει. Το σκάει. Ο «φίλος» της έχει κλειδώσει το μηχανάκι με αλυσίδα, για κάθε ενδεχόμενο. Καταφέρνει να τη σπάσει κτυπώντας τη με μια πέτρα και να το πάρει και να φύγει. Η ταινία τελειώνει με ένα πλάνο μεγάλης διάρκειας, με την κοπέλα να προχωρεί με το μηχανάκι της σε μια λεωφόρο.

  Όμως η Qu πραγματεύεται και το πρόβλημα μιας μεγαλύτερης κοπέλας, της ρεσεψιονίστριας. Αυτή είπε στην καμαριέρα ότι πληρώνουν ακριβά για την παρθενιά. Όμως έπεσε σε κακό νταβατζή, την κτυπάει. Τη βλέπουμε με πρησμένο μάγουλο, και η καμαριέρα τοποθετεί πάνω του ένα παγωμένο αναψυκτικό για να την ανακουφίσει.

  Ναι, δεν είναι δουλειά αυτή. Θα κάνει παρθενορραφή και θα γυρίσει στο χωριό της.

  Και, μια και είμαι αδιόρθωτος ανεκδοτάς, θα πω το ανέκδοτο.

  -Πόσο κάνει η παρθενορραφή;

  -100 ευρώ.

  Μετά από ένα μήνα, να ’σου την πάλι.

  -Πόσο κάνει η παρθενορραφή;

  -100 ευρώ.

  Να την πάλι μετά από ένα μήνα:

  -Πόσο κάνει η παρθενορραφή;

  -300 ευρώ.

  -300 ευρώ; μα τις προηγούμενες φορές μου πήρες 100.

  -Ναι, αλλά τώρα έβαλα φερμουάρ.

  7,1 η βαθμολογία της (εγώ έβαλα 8, πάντα όταν βαθμολογώ βάζω τουλάχιστον τον πλησιέστερο πιο πάνω βαθμό), σε αντίθεση με την «Trap street» που έχει 6,3. Υποθέτω γιατί θίγει κοινωνικά προβλήματα και έχει πιο συναρπαστική πλοκή.

 

 

Francis Ford Coppola, Η συνομιλία (The conversation, 1974)

 Francis Ford Coppola, Η συνομιλία (The conversation, 1974)

 


  Με είχε εντυπωσιάσει το τέλος της ταινίας, δεν το ξέχασα ποτέ μου. Αποφάσισα να την ξαναδώ γιατί η ταινία «Trap street» της Vivian Qu έχει παρόμοιο τέλος.

  Ο Τζην Χάκμαν είναι κορυφαίος στις παρακολουθήσεις, πρωτοπόρος στους κοριούς.

  Το 1974.

  Γιατί σ’ αυτόν τον τομέα οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Μόλις χθες είδα διαφήμιση στο facebook για μια συσκευή με την οποία μπορείς να ακούσεις τι λένε σε μεγάλη απόσταση «για σένα».

  Όχι, δεν έχω καμιά διάθεση να μάθω τι λένε για μένα πίσω από την πλάτη μου.

  Σαν «αρχαιολογία» του θέματος αξίζει να τη δει κανείς.

  Όμως είναι και συναρπαστική σαν πλοκή.

  Μπορεί άραγε να έχει ηθικούς ενδοιασμούς ένας που αναλαμβάνει παρακολουθήσεις και παγιδεύσεις συνομιλιών για τους πελάτες του, που συνήθως πληρώνουν αδρά;

  Ένας ασφαλίτης, όπως στο «Λάθος» του Σαμαράκη, μπορεί να έχει «ανθρωπιά»;

  Ο Τζην Χάκμαν νιώθει τύψεις, γιατί μια παρακολούθησή του οδήγησε στο θάνατο αυτούς των οποίων κατέγραψε τη συνομιλία.

  Και τώρα;

 «Θα σκοτώσει εμάς, αν βρει την ευκαιρία», λέει η κοπέλα στο φίλο της, μια ατάκα που επαναλαμβάνεται συχνά στην ταινία, γιατί την παίζει και την ξαναπαίζει ο Τζην Χάκμαν στη μαγνητοταινία της παρακολούθησης.

  Και αυτός ο φουκαράς ο άστεγος, που βλέπουν καθώς περνάνε…

  «-Όποτε βλέπω έναν τέτοιο γέρο, πάντα σκέφτομαι το ίδιο. Ότι κάποτε ήταν το μωρό μιας μάνας. Κάποτε ήταν ένα μωράκι και είχε μητέρα και πατέρα, που τον αγαπούσαν και τώρα

κείτεται μισοπεθαμένος. Πού είναι οι γονείς του, οι θείοι του τώρα; Αυτό σκέφτομαι πάντα».

  Μα τι πονόψυχη κοπέλα!!!

  Και αυτή την ατάκα την ακούμε ξανά και ξανά.

  Ίσως το θυμόμουνα αμυδρά, αλλά και η αφηγηματική αναμονή ήταν δεδομένη: θα υπήρχε μια συγκλονιστική ανατροπή.

  Αυτοί που σκοτώθηκαν δεν ήταν το ζευγάρι που παρακολούθησε ο Χάκμαν αλλά ο εργοδότης του. Η κοπέλα ήταν η γυναίκα του που τώρα θα διαχειριζόταν την περιουσία του, και ο νεαρός ο γκόμενός της. Ο θάνατός του παρουσιάστηκε ως ατύχημα.

  Κτυπάει το τηλέφωνο, το σηκώνει:

  «Ξέρουμε ότι ξέρετε κε. Κωλ. Για το δικό σας καλό, μην αναμιχθείτε άλλο. Θα σας παρακολουθούμε».

  Αμέσως αρχίζει να ψάχνει απεγνωσμένα να βρει κοριούς στο σπίτι του. Αφού το έχει κάνει μαντάρα, κάθεται και παίζει το σαξόφωνό του.

  Εξαιρετικά τα επεισόδια της ταινίας, δίκαια κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα.

Qu Vivian, Trap street (水印街, 2013)

 Qu Vivian, Trap street (水印街, 2013)

 


  «Δρόμος-υδατόσημο» είναι ο κινέζικος τίτλος, με μια μεταφορική σημασία, δρόμος σαν υδατογράφημα, αόρατος με την πρώτη ματιά που φαίνεται μόνο κάτω από συγκεκριμένο φως. Δρόμος παγίδα ο αγγλικός τίτλος, παραπέμπει στην πλοκή.

  Έχω δει πολλές ανατροπές, αλλά πρώτη φορά βλέπω ειδολογική ανατροπή.

  Το έχω γράψει πολλές φορές, μου αρέσουν τα romance, και τα δύο τρίτα της ταινίας είναι romance. Του άρεσε φοβερά η κοπέλα, της τη στήνει, βοηθούν και οι συμπτώσεις, θα βρεθούν τέσσερις φορές, στο τέλος θα φιληθούν. Θα τους δούμε σε ζωολογικό κήπο, σε λούνα παρκ…

  Όταν τον παίρνει στο αμάξι της και δεν ξέρει πώς να προχωρήσει για να φτάσει εκεί που θέλει, την καθοδηγεί κάνοντας το gps. Έτσι όταν ζητάει δανεικά από τον προϊστάμενό του ξέρουμε γιατί τα θέλει. Η αφηγηματική προσδοκία επαληθεύεται, της κάνει δώρο ένα gps.

  Θα δούμε αρκετά χαριτωμένα τέτοια.

  Βρίσκει στο αμάξι της ένα κουτάκι με δυο στικάκια με τον αριθμό ενός τηλεφώνου. Ευκαιρία. Παίρνει τηλέφωνο για να της το δώσει, κλείνουν ραντεβού, όμως έρχεται ο προϊστάμενός της και τα παίρνει, αυτή δεν μπορούσε να έλθει.

  Πού δουλεύει;

  Στο Lab23, σε ένα δρόμο που πρόσφατα χαρτογράφησε. Είναι ακόμη μαθητευόμενος, δουλεύει με τον προϊστάμενό του.

  Μα πώς διάβολο εξαφανίστηκε ο δρόμος από τον χάρτη;

  Το Lab23 είναι μυστικό εργαστήριο του κράτους, δεν πρέπει να φαίνεται στο χάρτη, για αυτό «εξαφάνισαν» το δρόμο.

  Και η ταινία γίνεται θρίλερ.

  Υπήρξε διαρροή.

  Μήπως αντέγραψε τα στικάκια και τα πούλησε;

  -Μα τόσο βλάκες είσαστε και δεν κωδικοποιήσατε το περιεχόμενο; Τους είπε περίπου όταν τον ανέκριναν.

  Όχι με ξύλο αλλά με ορθοστασία και στέρηση ύπνου.

  Ανέκριναν και τον πατέρα του, παλιό στέλεχος του κόμματος, χωρίς τίποτα να κηλιδώνει τον υπηρεσιακό του φάκελό.

  Τελικά θα τον αφήσουν.

  Θα την ψάχνει.

  Στο ζωολογικό κήπο δεν θα τη βρει. Μήπως τη βρει στο λούνα παρκ;

  Πηγαίνει και κάθεται ένα αμαξάκι.

  Trivia: Μήπως, τριάντα χρονών που είμαι, παραείμαι μεγάλος για να κάθομαι σε αμαξάκι του λούνα παρκ; Αναρωτιόμουν.

  Κλείνει το λούνα παρκ.

  Είναι έξω και τον περιμένει.

  Στο επόμενο πλάνο θα τους δούμε σπίτι της. Ευτυχώς, δεν θα ήθελα να υπάρχει unhappy end, όπως και κανείς φαντάζομαι από τους θεατές.

  Όμως η σκηνοθέτιδα, για να κάνει το τέλος πιο εντυπωσιακό, αφήνει ένα παραθυράκι, μια μικρή πιθανότητα το τέλος να μην είναι happy. Τον βλέπουμε να ψάχνει μανιωδώς στο δωμάτιο, μήπως υπάρχουν κοριοί παρακολούθησης. Αυτή την βλέπει μέσα από τον καθρέφτη του μπάνιου.

  Μου θύμισε το τέλος της «Συνομιλίας» του Κόπολα, που ξαναείδα επί τη ευκαιρία.

  Εξαιρετική η ερμηνεία του νεαρού Lu Yilai.

  Έξυπνο το σενάριο, που το υπογράφει η σκηνοθέτις. Κατά τη γνώμη μου το 6,2 του IMDb την αδικεί. Εγώ ταλαντεύθηκα ανάμεσα στο 7 και το 8, τελικά έβαλα 8.

Thursday, September 3, 2026

John Huston, Η βουή της καταιγίδας (Key Largo, 1948)

 John Huston, Η βουή της καταιγίδας (Key Largo, 1948)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Γκόμενος ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, γκόμενα η Λωρήν Μπακόλ, ο Έντουαρντ Ρόμπινσον δεν ήταν γκόμενος, αλλά τι εξαιρετικός ηθοποιός!

  Ο Μπόγκαρτ, απόστρατος συνταγματάρχης, πηγαίνει σε ένα ξενοδοχείο, ιδιοκτησία ενός φίλου του στο στρατό που σκοτώθηκε στον πόλεμο. Περαστικός, να δει τους δικούς του. Η Λωρήν Μπακόλ είναι η χήρα του φίλου του. Ο πατέρας του είναι ανάπηρος σε καροτσάκι.

  Το ξενοδοχείο το έχουν «καταλάβει» μια ομάδα μαφιόζων, επικεφαλής των οποίων είναι ο Ρόμπινσον. Οι σχέσεις θα ενταθούν, γρήγορα θα αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους.

  Ο Ρόμπινσον θα παραδώσει πλαστά χαρτονομίσματα σε ένα φίλο του, που έχουν φτιαχτεί στην Κούβα. Εκεί πρόκειται να επιστρέψει, γιατί εκεί τον έχουν απελάσει εδώ και πολλά χρόνια.

  Το τυχαίο, αυτό το τυχαίο που χαλά τα σχέδια!

  Έρχεται καταιγίδα. Μια καταιγίδα το 1935 άφησε πίσω της πεντακόσιους νεκρούς στα νησιά. Λες να γίνει το ίδιο και αυτή τη φορά;

  Δεν έγινε κάτι τέτοιο, όμως ο καπετάνιος που θα τον μετέφερε πίσω δεν ήταν χαζός να τον υπακούσει και να μην απομακρύνει με το σκάφος του, που διαφορετικά κινδύνευε να πέσει πάνω σε υφάλους με την καταιγίδα, το έβγαλε στα ανοικτά.

  Ποια επιλογή μένει;

  Να τους οδηγήσει στην Κούβα ο Μπόγκαρτ με ένα μικρό σκάφος.

  Στα αστυνομικά έργα έχουμε «σασπένς του πώς» θα συντριβούν οι κακοί, για αυτό δεν έχουμε καμιά αμφιβολία.

  Και βέβαια, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν πρόκειται να το λύσω κάνοντας σπόιλερ. 7,7 η βαθμολογία της ταινίας, σίγουρα αξίζει να τη δείτε.

  Και εμείς που δεν είμαστε στην Αθήνα;

  Ε, τι να σας πω, είστε άτυχοι. Δηλαδή μπορώ να σας πω, αλλά για ευνόητους λόγους δεν σας λέω.

  Και πάλι η συνειρμική μου μνήμη, που λειτουργεί ακόμη αρκετά καλά. Η ταινία μου θύμισε ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα που διάβασα πριν χρόνια, το «Νύχτα καταιγίδας» του J.B.Priestley.

  Ξέχασα να γράψω για τα θέματα/μοτίβα της ταινίας. Ομηρία, φυσική καταστροφή, πτώση μιας καλλιτέχνιδας (Την ανέδειξε ο Ρόμπινσον αλλά κατάντησε αλκοολική. Τώρα που αναρτώ θυμήθηκα, «Ο πολίτης Κέην»).

  Έχω αναφερθεί και αλλού, πιο αναλυτικά, ότι οι λεφτάδες, όχι υποχρεωτικά γκάγκστερ όπως ο Ρόμπινσον, ανεβάζουν πολιτικούς, με το αζημίωτο φυσικά.

  Ας το καταθέσω εδώ, δεν θα πω ονόματα. Ταξιδεύαμε μαζί στην ίδια καμπίνα τώρα που ερχόμουνα στην Κρήτη. Μου λέει για τον αδελφό του που έφτιαχνε τηλέτυπα, μια πιο παλιά εποχή πριν τη διάδοση του διαδικτύου. Πήγε να φτιάξει το τηλέτυπο στο σκάφος ενός εφοπλιστή. Και ήταν μεγάλη η έκπληξή του όταν τον είδε να βρίζει πατόκορφα έναν υπουργό, και αυτός να μη βγάζει μιλιά.

Satyajit Ray, Ο δειλός (1965)

 Satyajit Ray, Ο δειλός (1965)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Ας ξεκινήσουμε από τον τίτλο. Τον θεωρώ άστοχο. Αλλά, αλήθεια, πώς θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον άντρα (που παράτησε την αγαπημένη του) και τη γυναίκα (που αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, μετά από ενάμισι χρόνο νομίζω, όταν την συνάντησε τυχαία, παντρεμένη);

  Ο άντρας: δεν ήταν τόσο δυνατή η αγάπη του, γι’ αυτό επέλεξε να την εγκαταλείψει.

  Η γυναίκα: Παντρεύτηκε τον πλούσιο, καθόλου όμορφο αλλά καλόψυχο, όμως η καρδιά της είναι δοσμένη στον άντρα (που, παρεμπιπτόντως, είναι σεναριογράφος), την είδαμε κάποια στιγμή να πέφτει στην αγκαλιά του.

  Αν θα έδινα ένα τίτλο στην ταινία, θα έλεγα «Η δειλή». Που όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν δειλή, αλλά ρεαλίστρια. Το ότι δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχισμένη με τον άντρα της, το ότι επέλεξε το μεγάλο Όχι αντί το μεγάλο Ναι (στην πρόταση του άντρα να τον ακολουθήσει) όπως θα έλεγε και ο Καβάφης, την κάνει δειλή; ρεαλίστρια; Σίγουρα το μεγάλο Όχι της έχει στοιχίσει, στο τέλος, που έχει ένα εφέ έκπληξης, αυτό φαίνεται ολοκάθαρα.   

  Υπάρχουν όμορφα flash back της γνωριμίας τους προς το τέλος της ταινίας. 

  Μου άρεσε πολύ η ερμηνεία του Soumitra Chatterjee, που με την εκφραστικότητα του προσώπου του εξέφραζε κάθε φορά τα συναισθήματά του.

  Έχω δει πολλές ταινίες του Satyajit Ray, πράγμα που με κάνει να υποθέσω ότι θεωρείται ο καλύτερος ινδός σκηνοθέτης, αδιαμφισβήτητα, όπως σε μας αδιαμφισβήτητα είναι ο Αγγελόπουλος.

  7,6 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Thursday, August 27, 2026

Rob Reiner, Στάσου δίπλα μου (Stand by me, 1986)

 Rob Reiner, Στάσου δίπλα μου (Stand by me, 1986)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Δεν μας έχει συνηθίσει ο δυτικός κινηματογράφος σε ιστορίες με παιδιά, σε αντίθεση με τον ιρανικό, και έτσι ήταν για μένα έκπληξη το «Στάσου δίπλα μου».

  Εδώ φαίνεται ξεκάθαρα η διαφορά στις σκηνοθετικές επιλογές. Είτε θα επιλέξει τη συγχρονικότητα του κινηματογραφικού πλάνου είτε την αφήγηση, οπότε η όλη πλοκή τοποθετείται στο παρελθόν καθώς ένα από τα τέσσερα δωδεκάχρονα παιδιά, μεγάλος πια, συγγραφέας, αφηγείται την ιστορία τους.

  Και ποια είναι η ιστορία τους;

  Ένα παιδί σκοτώθηκε και οι έρευνες για να το βρουν σταμάτησαν. Οι τέσσερις φίλοι θέλησαν να κερδίσουν τη δόξα της ανακάλυψης του νεκρού παιδιού.

  Και αποδύθηκαν στην περιπέτεια.

  Και σε κάθε περιπέτεια δεν είναι μόνο οι αντικειμενικές δυσκολίες που βρίσκονται στον δρόμο τους, (π.χ. το ποτάμι που πρέπει να διασχίσουν φαίνεται ρηχό αλλά ξαφνικά γίνεται πολύ βαθύ, με αποτέλεσμα να τους φτάνει το νερό μέχρι το λαιμό), είναι και οι «αντίμαχοι», όπως θα έλεγε ο Greimas, που στέκονται εμπόδιο γιατί θέλουν να κερδίσουν αυτοί τη δόξα. Και οι αντίμαχοι είναι νεαροί, δεν τα βάζεις εύκολα μαζί τους.

  Εκτός και κρατάς πιστόλι.

  Συναρπαστική περιπέτεια.

  Πάντως μου έκανε εντύπωση που τσακώνονταν συχνά μεταξύ τους. Εγώ δεν έχω τέτοιες αναμνήσεις από τους παιδικούς μου φίλους. Τρεις αρχικά, προστέθηκαν άλλοι τρεις, δεν θυμάμαι να τσακωθήκαμε ποτέ, παρά μόνο εγώ μια φορά με κάποιον, και όχι σοβαρά.

  Αλλά εδώ μιλάμε για αμερικανάκια.

  Υπάρχουν και κοινωνικά σχόλια. Μόνο ο συγγραφέας, από σχετικά εύπορη οικογένεια και καλός μαθητής (μια ιστορία που τον βάζουν να τους πει, πολύ όμορφη πραγματικά, δραματοποιείται), προβλέπεται να πάει στο γυμνάσιο, οι άλλοι θα πάνε σε τεχνική σχολή. Αυτός προσπαθεί να τους ενθαρρύνει, να τον ακολουθήσουν στο γυμνάσιο, να μη διαλυθεί η παρέα.

  Μόνο ένας θα τα καταφέρει.

  Υπήρξαν αρκετοί χιουμοριστικοί διάλογοι και χιουμοριστικές σκηνές που κάνουν πραγματικά απολαυστική την ταινία, έτσι η επανέκδοσή της και το 8,1 της βαθμολογίας της δεν μου ήταν καθόλου έκπληξη.  

Saturday, August 22, 2026

Danny Boyle, Trainspotting (1996)

 Danny Boyle, Trainspotting (1996)

 


  Από προχθές στους κινηματογράφους.

  Η ταινία μπορεί χοντρικά να χωριστεί σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε σκηνές από τη ζωή των πέντε φίλων, που είναι μπλεγμένοι με ναρκωτικά και κλεψιές (συχνά αυτά τα δυο πάνε μαζί, ο εθισμένος θα κλέψει για να εξασφαλίσει τη δόση του). Ο κεντρικός ήρωας προσπαθεί να απεξαρτηθεί. Η σταδιακή απεξάρτηση με τη μεθαδόνη δεν βοηθάει και οι γονείς του τον κλείνουν σε ένα δωμάτιο για την πιο σκληρή μέθοδο αποτοξίνωσης: μαχαίρι, όχι σταδιακά. Βέβαια αυτός που υφίσταται αυτή τη μέθοδο υποφέρει πολύ, αλλά στο τέλος βγαίνει καθαρός. Σ’ αυτή την ταινία τον κλείνουν η γονείς του. Σε μια άλλη ταινία που είδα αλλά έχω ξεχάσει τον τίτλο της, κλείστηκε μονάχος του. Το επεισόδιο της αποτοξίνωσης κράτησε αρκετά λεπτά και ήταν συγκλονιστικό να το βλέπεις. Ένα μωρό, και με τους δυο γονείς του τοξικομανείς, πεθαίνει από γονεϊκή αμέλεια, καθώς και ένας άλλος, με αρχικό αίτιο τα ναρκωτικά.

  Στο δεύτερο μέρος, αντί για ανεξάρτητες σκηνές και επεισόδια έχουμε μια ιστορία. Δυο ρώσοι ναυτικοί τους πούλησαν ναρκωτικά σε πολύ χαμηλή τιμή. Θα κάνουν τη μπάζα τους μεταπουλώντας τα.

  Το μόνο σπόιλερ που μπορώ να κάνω είναι ότι το τέλος με ξενέρωσε. Και βέβαια με τίποτα δεν θα έβαζα στην ταινία το 8,1 που έχει στο imdb.

  Τo ήξερα, αλλά είπα να ρωτήσω και το chatgtp για επιβεβαίωση. Αντιγράφω και επικολλώ το τέλος της συνομιλίας μας.

  «άλλο η σεξουαλική επιθυμία (libido) και άλλο η σωματική δυνατότητα για σεξ. Ένα ναρκωτικό μπορεί να αυξάνει προσωρινά την επιθυμία αλλά ταυτόχρονα να κάνει τη στύση ή τον οργασμό δυσκολότερο».

  Αυτό, για κάποιους που μπορεί να μην το ξέρουν. Αλλά όλοι ξέρουν ότι πολλοί «φεύγουν» από υπερβολική δόση ναρκωτικών.  

Thursday, August 20, 2026

Thierry Klifa, Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο (La Femme la plus riche du monde, 2025)

 Thierry Klifa, Η πιο πλούσια γυναίκα στον κόσμο (La Femme la plus riche du monde, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Η ταινία είναι βασισμένη χαλαρά σε πραγματικό γεγονός, αλλά έχουν προστεθεί και αλλοιωθεί επεισόδια για να μην αναγνωρίζεται το πραγματικό γεγονός.

  Ο κόσμος δεν το έχει τούμπανο, όμως η βικιπαίδεια το έχει καμάρι, και μας λέει για το πραγματικό γεγονός.

  Η πιο πλούσια γυναίκα του κόσμου είναι ο κύριος μέτοχος μιας εταιρείας με καλλυντικά. Ο άντρας της (θα πεθάνει κάποια στιγμή), η κόρη της, ο άντρας της κόρης της (δεν κατάλαβα αν είναι χωρισμένοι) και ο γιος τους είναι τα πρόσωπα της οικογένειας. Κάποια στιγμή γνωρίζεται με έναν φωτογράφο, πληθωρικό, διαχυτικό, άξεστο ορισμένες φορές, ενθουσιάζεται μαζί του και γίνεται η μαικήνισσά του. Συνεχώς του δίνει χρήματα, και ζητάει και αυτός.

  Μια μικρή λεπτομέρεια: είναι ομοφυλόφιλος, συζεί με κάποιον.

  Υπάρχουν πολλοί μαικήνες και μαικήνισσες στην ιστορία, ιδιαίτερα την εποχή της Αναγέννησης, όμως στην σύγχρονη εποχή νομίζω σπανίζουν.

  Μου θύμισε τη σχέση της μαικήνισσας Ναντέζντας φον Μεκ με τον Τσαϊκόφσκι, που του έδινε ένα επίδομα 6.000 ρουβλίων για δεκατρία χρόνια. Μετά η ίδια διέκοψε απότομα τη σχέση τους.

  Η ομοιότητα βρίσκεται στο ότι ό Τσαϊκόφσκι ήταν ομοφυλόφιλος όπως και ο φωτογράφος. Όμως, σε αντίθεση με τον φωτογράφο, δεν συναντήθηκε ποτέ μαζί της, απαίτηση δική της.

  Τα περισσότερα επεισόδια της πλοκής έχουν να κάνουν με το ότι τα άτομα γύρω της δεν βλέπουν με καθόλου καλό μάτι αυτή τη σχέση, κυρίως βέβαια η προγονή της, και ένας λόγος βέβαια ήταν τα κληρονομικά. Δεν έβλεπε με καθόλου καλό μάτι το ότι ο φωτογράφος της αποσπούσε τεράστια ποσά.

  Αφηγηματική πρωτοτυπία: βλέπουμε σε μαύρο φόντο πρόσωπα να σχολιάζουν τα γεγονότα.

  6,3 η βαθμολογία της, και εγώ δεν θα έβαζα παραπάνω, παρά την εκτυφλωτική ερμηνεία της Ιζαμπέλ Ιπέρ στον ρόλο της μαικήνισσας.

Robert Wiene, Το εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι (Das Cabinet des Dr. Caligari, 1920)

 

Robert Wiene, Το εργαστήρι του Δρ. Καλιγκάρι (Das Cabinet des Dr. Caligari, 1920)

 


  Από σήμερα στο Ατενέ και στο Στούντιο

  Είπαμε, στα horror λέμε όχι, αλλά αυτή τη φορά είπαμε να δούμε ένα κλασικό έργο του βωβού κινηματογράφου, και μάλιστα στις αρχές του. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ταινία χωρίζεται σε έξι μέρη, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε ότι τα καρούλια (μπομπίνες θυμάμαι ότι τις λέγαμε), δεν μπορούσαν να περιέχουν μεγάλης διάρκειας φιλμ.

  Το στόρι ωχριά μπροστά στο ύφος, και αυτό είναι που κάνει ξεχωριστή την ταινία. Οι σκιές, οι γραμμές, τα σχήματα, στοιχεία του γερμανικού κινηματογραφικού εξπρεσιονισμού, είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και βέβαια η εκφραστικότητα των προσώπων και των κινήσεων, εν πολλοίς στιλιζαρισμένων, ως αναπλήρωση της έλλειψης του λόγου.

  Παρεμπιπτόντως, μετά την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου δεν γυρίστηκε ταινία «βωβή», παρά μόνο το «Silent movie» (1976) του Mel Brooks, από όσο ξέρω. Αντίθετα, γυρίστηκαν πολλές ασπρόμαυρες μετά την έλευση του έγχρωμου, για τις καλλιτεχνικές και συνδηλωτικές ιδιότητες του μαύρου. Παρεμπιπτόντως επίσης, μια και αναφερθήκαμε στον Mel Brooks, οι ταινίες του βωβού που υπήρξαν οι μακροβιότερες ήταν κωμωδίες (Χοντρός-Λιγνός, Τσάρλι Τσάπλιν και Μπάστερ Κήτον).

  Ένας νεαρός αφηγείται στον διπλανό του στο παγκάκι του πάρκου την ιστορία του. Πώς ο δρ. Καλιγκάρι έδινε εντολές σε έναν υπνοβάτη να διαπράττει εγκλήματα. Έτσι σκότωσε το φίλο του.

  Πόσο μπορεί να επηρεάσει ο υπνωτιστής τον υπνωτιζόμενο;

  Έχει εντολή να τη σκοτώσει.

  Ωραία κοπέλα.

  Αν είχατε να επιλέξετε, μια τέτοια όμορφη κοπέλα, θα την σκοτώνατε ή θα την… απαγάγατε;

  Το id είναι πιο ισχυρό από την εντολή του υπνωτιστή, την απαγάγει. Όμως τον βλέπουν, τον καταδιώκουν, την παρατάει για να τους ξεφύγει. Αργότερα θα βρεθεί νεκρός σε κάποιο χωράφι.

  Ένα πρόβλημα που έχει απασχολήσει την αφηγηματολογία: πόσο αξιόπιστος μπορεί να είναι ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής;

  Το λέμε αυτό γιατί στην τελευταία μπομπίνα έχουμε το εφέ του απροσδόκητου.

  Trivia:

  Την μαθητεία μου στη σύγχρονη μουσική και στη ζωγραφική την ξεκίνησα μαθητής, για μεν τη μουσική με άρθρα σε συνέχειες στο βήμα, για δε τη ζωγραφική με τα ένθετα ενός περιοδικού, Πάνθεον, Εινόνες, δεν θυμάμαι. Εκεί διάβασα για τη διαστρέβλωση των μορφών στον εξπρεσιονισμό (Θα ξέρετε την «Κραυγή» του Έντβαρτ Μουνκ, σε ένα τέτοιο ένθετο την πρωτοείδα).

  Προβάλλεται στην αυλή του καφενείου του Φαφούτη μια ταινία. Η οθόνη, ένα άσπρο πανί, έχει στηθεί όπως όπως σε δυο κοντάρια. Φυσάει αέρας, την τινάζει. Οι μορφές αλλοιώνονται. -Είναι εξπρεσιονιστική ταινία, σχολιάζω. Πέρασαν αρκετά λεφτά για να καταλάβει ο φίλος μου: -Τι λες, είναι ο αέρας.

  8 η βαθμολογία της στο IMDB, αξίζει να τη δείτε. Επαναλήψεις ταινιών βωβού κινηματογράφου είναι σπάνιες, μόνο η New Star Cinemas κάνει.

Saturday, August 15, 2026

Stephen Shimek, Φόνος στην πρεσβεία (Μurder at the embassy, 2025)

 Stephen Shimek, Φόνος στην πρεσβεία (Μurder at the embassy, 2025)

 


  Από προχθές στους κινηματογράφους.

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: δεν μου αρέσουν τα αστυνομικά. Όμως τα βλέπω πάντα ευχάριστα, καλά και κακά, σε αντίθεση με τις κωμωδίες που είναι στην κορυφή των προτιμήσεών μου, που αν μια κωμωδία είναι κακή με ξενερώνει ολότελα.

  Τώρα το θυμήθηκα: μαθητής, τα αστυνομικά της «Μάσκας» δεν μου άρεσαν καθόλου, δεν τα διάβαζα, ενώ ρουφούσα τον Ζορό και τα καουμπόικα. Γεράκι, Γερόλυκος… τον Ντετέκτιβ Χ ούτε που τον άγγιζα.

  Διάβασα το θεωρούμενο καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι και δεν μου άρεσε καθόλου. Αυτή η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, με τους ύποπτους παγιδευμένους μέσα στο σπίτι μέχρι να ανακαλυφθεί ποιος είναι ο δολοφόνος, ε, χωρίς να είμαι κλειστοφοβικός (ούτε αγοραφοβικός, παρεμπιπτόντως) δεν μου αρέσει. Και αυτή η ταινία ήταν πάνω σ’ αυτό το μοτίβο, κανείς δεν θα φύγει από την πρεσβεία μέχρι να βρεθεί ο δολοφόνος.

  Ποιος θα τον βρει;

  Η Μιράντα, ένας θηλυκός Σέρλοκ Χόλμς.

  Ευτυχώς όμως η ταινία είχε και «εξωτερικά» γυρίσματα. Δεν ήταν δυνατόν να μη δούμε τις πυραμίδες.

  Αυτό που μου άρεσε είναι ο χωροχρόνος της πλοκής, με τα πολιτικά συμφραζόμενα: Κάιρο, λίγο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους ναζί να καταστρώνουν σχέδια για να χειριστούν την πολιτική κατάσταση στην Αίγυπτο. Ένας ναζί είχε διεισδύσει στην πρεσβεία.

  Το 5,1 της ταινίας νομίζω την αδικεί. Εγώ, επειδή δεν μπορούσα να βάλω 6,5, δεν υπάρχει τέτοια επιλογή στο IMDB, έβαλα 7.

  Πρέπει να το πω αυτό: μου άρεσε το σαρδόνιο, σατιρικό τέλος.

Friday, August 14, 2026

William Wyler, Οι ψίθυροι (The children’s hour, 1961)

 William Wyler, Οι ψίθυροι (The children’s hour, 1961)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους.

  Να ξεκινήσω από αυτό: η κινηματογραφική μεταφορά θεατρικού έργου είναι πάντα μια εγγύηση. Εδώ έχουμε θεατρικό έργο της Λίλιαν Χέλμαν.

  Νόμιζα ότι οι συκοφαντίες των παιδιών για καθηγητές που δεν τους χωνεύουν (έχω πείρα σαν καθηγητής, ευτυχώς όχι προσωπική) είναι το μόνο θέμα της ταινίας. Όμως όχι.

  Η Σίρλεϊ Μακ Λέην και η Όντρεϊ Χέπμπορν έχουν ένα δημοτικό, εδώ και δυο χρόνια. Καλά τα καταφέρνουν, θα έλθουν και άλλοι μαθητές με την καινούρια σχολική χρονιά. Όμως η αυστηρότητά τους ενοχλεί ένα κακότροπο κορίτσι, γιατί του επιβάλλουν τιμωρίες για τη συμπεριφορά του. Εκβιάζει ένα άλλο, που αυτό το κακόμοιρο απλά κλέβει, να παραδεχτεί ότι της είπε ότι είδε τις δυο δασκάλες να φιλιούνται, και όχι μόνο. Το λέει στη γιαγιά της, που είναι και θεία του αρραβωνιαστικού της Όντρεϊ, και αυτή το διαδίδει. Αποτέλεσμα; Να πάρουν όλοι οι γονείς τα παιδιά τους. Ο αρραβωνιαστικός της Όντρεϊ (έχει αποφασιστεί ο γάμος τους να γίνει σύντομα) δεν το πιστεύει. Όμως η Όντρεϊ πιστεύει ότι κατά βάθος έχει αμφιβολίες, και τον διώχνει. Αυτός λέει ότι θα επιστρέψει.

  Και περνάμε στο δεύτερο θέμα: η Σίρλεϊ παραδέχεται ότι είναι ερωτευμένη μαζί της. Πάντα ήταν, αλλά δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Το συνειδητοποίησε τώρα με την ψεύτικη κατηγορία. Αυτή η παραδοχή θα την οδηγήσει σε μια τραγική απόφαση.

  Εδώ ήθελα να σχολιάσω.

  Δεν υπήρξα ποτέ ομοφοβικός, και πάντα ένιωθα μια συμπάθεια για τους ομοφυλόφιλους και τις λεσβίες, όχι μόνο γιατί αποτελούν, παλιά περισσότερο σήμερα λιγότερο, αντικείμενο κοινωνικής αποδοκιμασίας, αλλά για τη δυσκολία να βρουν σύντροφο.

  Θα το δώσω πιο χαρακτηριστικά με ένα προσωπικό παράδειγμα.

  Ήταν πριν είκοσι χρόνια σχεδόν. Κατευθυνόμουν από το κολυμβητήριο στο πάρκινγκ που είχα παρκάρει το αμάξι μου. Απέναντι ήταν σταματημένο ένα σπορ αμάξι με έναν νεαρό στο τιμόνι. Μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Πλησιάζω. -Ξέρεις, μου λέει, μου αρέσουν οι ώριμοι άντρες. -Με συγχωρείς του λέω, αλλά είμαι straight. Αμέσως πατάει γκάζι και φεύγει σαν βολίδα προς την έξοδο.

  Τι πιθανότητες υπήρχαν να πέσει πάνω σε ομοφυλόφιλο;

  Περίμενα ένα χάπι εντ, ήταν μέσα στα πλαίσια του «κατά το εικός», αλλά η Χέλμαν δεν ήθελε να χαλάσει τη δραματική ατμόσφαιρα της ιστορίας της.

  Μα τι εξαιρετικές ηθοποιοί η Όντρεϊ και η Σίρλεϊ!!!. Και βέβαια έχω θαυμάσει τις υπέροχες ερμηνείες τους και σε άλλες ταινίες.

  Και το «κακότροπο» κοριτσάκι τι πειστικά που έπαιζε!

  7,8 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Δεν έβαλα βαθμό γιατί, το έχουμε ξαναπεί, μου αρέσουν τα happy end, και δεν θα έβαζα 8, αλλά ούτε και 7 βέβαια, που θα χαμήλωνε τη βαθμολογία.

Jean Renoir, Η χρυσή άμαξα (Le carosse d’ or, 1952)

 Jean Renoir, Η χρυσή άμαξα (Le carosse d’ or, 1952)

 


  Από χθες στην Όαση

  Καλά, μια γυναίκα δύο άντρες, αλλά τρεις;

  Η γυναίκα: η Άννα Μανιάνι (πληθωρική, εξαιρετική). Οι άντρες: Ο αντιβασιλέας του Περού, του οποίου γίνεται ερωμένη όταν της χαρίζει τη χρυσή άμαξα, για να σκάσει από ζήλεια η μέχρι τότε ερωμένη του, ο επικεφαλής του θιάσου της Commedia dellarte, που απελπισμένος φεύγει, όμως ξαναγυρίζει, και ο ταυρομάχος.

  Σασπένς: οι ευγενείς απειλούν να τον καθαιρέσουν αν δεν πάρει πίσω την άμαξα, και είναι απρόθυμοι να δώσουν κι άλλες εισφορές για τον πόλεμο με τους ινδιάνους. Αλλά για να γίνει η καθαίρεση θα πρέπει να υπογράψει ο επίσκοπος.

  Τελικά θα υπογράψει;

  Η Μανιάνι θα τον σώσει τελικά.

  Μην πάει το μυαλό σας, η ταινία είναι γυρισμένη το 1952.

  Σαν κατά το ήμισυ θεατρολόγος (σχεδόν το μισό διδακτορικό μου) μου άρεσαν οι άφθονες σκηνές με παραστάσεις της commedia dellarte. Αλλά και η ίδια η πλοκή φαινόταν σαν έργο της commedia dellarte, πράγμα που τονίζει ο Ρενουάρ στο τέλος, συμφύροντας τα δυο επίπεδα.

  Και να μην ξεχάσουμε και την υπέροχη μουσική του Βιβάλντι.

  Το 7 της βαθμολογίας με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

Thursday, August 13, 2026

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

Satyajit Ray, O Θεός ελέφαντας (The elephant god, 1979)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο

  Κορυφαίος σκηνοθέτης το Satyajit Ray, έχω δει αρκετές ταινίες του, οι περισσότερες στις επανεκδόσεις.

  Πρόκειται για αστυνομική ταινία.

  Πρωταγωνιστικό τρίο: ο ντετέκτιβ, ο νεαρός βοηθός του και ένας συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων.

  Αντικείμενο αναζήτησης: ένα μικρό χρυσό αγαλματίδιο του θεού-ελέφαντα, που κάποιος το έκλεψε. Μήπως αυτός που ζήτησε να το αγοράσει;

  Γιατί το λέω αυτό:

  Η ταινία έχει ένα σωρό ανατροπές, κυριολεκτικά ένα σωρό.

  Συναρπαστική η πλοκή, με δυο επιπλέον συν: τα γελαστά πρόσωπα των πρωταγωνιστών και το διάσπαρτο χιούμορ.

  Για μένα προσωπικά: μου άρεσε ο αργός ρυθμός της, κάτι που δεν συναντάς στις αντίστοιχες «δυτικές», και η διαύγεια στην πλοκή.

  7,9 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

César Diaz, Mexico 86 (2024)

 César Diaz, Mexico 86 (2024)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Ενδιαφέρον το θέμα της ταινίας, αν και ρετρό, μιας και οι λατινοαμερικάνικες δικτατορίες του περασμένου αιώνα ανήκουν πια στο παρελθόν.

  Η Μαρία, ακτιβίστρια, αναγκάζεται να το σκάσει για το Μεξικό, όπου κατέφευγαν πολλοί επαναστάτες που αγωνίζονταν ενάντια σε αυταρχικά καθεστώτα και δικτατορίες όταν αποκαλυπτόταν η ταυτότητά τους. Τον άντρα της τον σκότωσε μπροστά στα μάτια της ο μετέπειτα αρχηγός της αστυνομίας. Υπάρχει όμως το εξής πρόβλημα: τι θα γίνει ο γιος της, που είναι πολύ μικρός;

  Δυο επιλογές υπάρχουν, ή μάλλον τρεις, αλλά η τρίτη αποκλείεται: να τον πάρει μαζί της στο Μεξικό. Η άλλη, η πιο συνηθισμένη την οποία προωθούν οι επαναστάτες, τα παιδιά αυτών που έχουν ήδη εντοπισθεί να σταλούν στην Κούβα. Η άλλη, η οποία επιλέγεται τελικά, είναι να μείνει με τη γιαγιά του.

  Η Μαρία συνεχίζει τη δράση της, παράνομη φυσικά, ενώ δουλεύει ως δημοσιογράφος. Μαζί της είναι και ο σύντροφός της. Προσέχουν πολύ να μην αποκαλυφθούν, γιατί κυβερνητικοί πράκτορες της Γουατεμάλας που δρουν στο Μεξικό, όταν τους εντοπίζουν τους εκτελούν.

  Η πλοκή με τα δραματικά επεισόδια ξεκινάει όταν την επισκέπτεται η μητέρα της με τον γιο της. Έχει καρκίνο, έχει αρχίσει χημειοθεραπείες, δεν έχει μεγάλο προσδόκιμο ζωής. Έχουν περάσει δέκα χρόνια, ο νεαρός είναι πια παλικαράκι. Η οργάνωση πιέζει, να πάει στο Μεξικό. Η μητέρα αρνείται.

  Ο μικρός εξεγείρεται με τις απαγορεύσεις που του επιβάλλουν για προστασία.

  Τελικά τους εντοπίζουν.

  Τι θα γίνει τότε;

  Θα εξακολουθεί να επιμένει η μητέρα; Και ο νεαρός, μετά τα δραματικά επεισόδια, τι θα κάνει;

  Παρά τη χαμηλή βαθμολογία της, 6,2, η ταινία μου άρεσε. Και ένα συν στην ταινία είναι η εκπληκτική ερμηνεία της Bérénice Béjo, την οποία έχω δει και σε άλλες ταινίες και μου άρεσε πολύ.

Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 Gabriele Muccino, Όσα δεν λέγονται (Le cose non dette, 2026)

 

Τελικά θα προβληθεί στις 20. Βαριέμαι, αλλά και δεν έχει νόημα, να ξανακάνω κοινοποίηση. 

  Προβλήθηκε, θα προβληθεί, δεν ξέρω, πάντως δεν βρίσκεται στις ταινίες που προβάλλονται αυτή τη βδομάδα.

 

  Όσα δεν λέγονται, όμως γιατί;

  Όμως ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

  Έγραψε ένα πολύ καλό βιβλίο ο καθηγητής φιλοσοφίας, δεν έχει έμπνευση για δεύτερο. Να κάνουν ένα ταξίδι (το προτείνει και ο προϊστάμενός της στη γυναίκα του, η οποία είναι δημοσιογράφος). 20 χρόνια παντρεμένοι, όμως αυτή δεν μπορεί να κάνει παιδί.

  Πού;

  Στο Μαρόκο.

  Αγαπημένη χώρα.

  Στην Ταγγέρη.

  Αγαπημένη πόλη η Ραμπάτ.

  Αγαπημένο όνομα το όνομα της ξεναγού τους σε ένα μουσείο.

  Μαζί τους και οι κολλητοί τους, το ζευγάρι με την προέφηβη κόρη τους.

  Η γυναίκα του στρίγγλα, ταλαιπωρεί την κόρη τους που βρίσκει παρηγοριά στις συζητήσεις της με τον καθηγητή.

  Τα πράγματα περιπλέκονται όταν η φοιτήτρια έρχεται κι αυτή στην Ταγγέρη. Τον πιέζει, είπε ότι θα το έλεγε στη γυναίκα του, τι περιμένει;

  Και δεν έφτανε αυτό, τον βλέπει, τυχαία, ο φίλος του να φιλιέται μαζί της.

  Θα του τα ψάλλει φυσικά.

  Η γυναίκα του καθηγητή θα δει την κόρη του φίλου της μαζί με τη φοιτήτρια, πάνω σε ένα βράχο στην ακροθαλασσιά.

  Αργότερα θα ανασυρθεί το πτώμα της φοιτήτριας από τη θάλασσα.

 Τι δεν λέγεται, και γιατί άραγε;

  Παραπάτησε, αυτοκτόνησε, ή την έσπρωξε η μικρή;

  Να κάνουμε εικασίες, ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει απάντηση.

  Την έσπρωξε μήπως, για να γλιτώσει απ’ αυτήν ο αγαπημένος της καθηγητής;

  Η ίδια λέει ότι της είπε να φύγει, αυτή θα έμενε λίγο ακόμα.

  Και πώς γύρισε στο σπίτι η μικρή, βαμμένη και ντυμένη σαν κοκέτα;

  Δεν μας λέγεται.

  -Σ’ αγαπώ, θα πει η γυναίκα του καθηγητή, μετά τα αποκαλυπτήρια, στον φίλο της με τη στρίγγλα γυναίκα. -Κι εγώ σ’ αγαπώ.

  Ένα ειδύλλιο που θα περιμέναμε δεν το βλέπουμε να εξελίσσεται.

  Αφηγηματικά έχει ενδιαφέρον η ταινία.

  Υπάρχει ο αφηγηματικός χρόνος του παρόντος, με πολλά flash back. Το πρωτότυπο είναι ότι υπάρχουν και πολλά flash forward. Οι ήρωες μιλάνε, μετά την επιστροφή τους, για τα επεισόδια. Τους βλέπουμε να μιλάνε και σε ένα αστυνομικό τμήμα της Ιταλίας. Από την Ταγγέρη την κοπάνησαν την ίδια μέρα, δεν θα ήθελαν να μπλέξουν με την μαροκινή αστυνομία.

  Θα ήθελα να σχολιάσω και αυτό.

  Έχουν ορμήσει στην αυλή ενός σπιτιού. Αγκαλιάζονται, προφανώς θα κάνουν έρωτα.

  Μήπως θέλει να την σπρώξει μέσα στο πηγάδι δίπλα, να την ξεφορτωθεί;

  Το επεισόδιο δεν ολοκληρώνεται, η ταινία περνάει σε άλλο.

  Αργότερα θα δούμε ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο.

  Ένα γενικότερο σχόλιο: Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό να κάνουμε εικασίες σε ανάλογα επεισόδια, για να δούμε τελικά αν επιβεβαιωθήκαμε ή αν διαψευστήκαμε.

  Σίγουρα βλέπεται με ενδιαφέρον η ταινία. Κλασικό το θέμα της, η γκόμενα που τον πιέζει να παρατήσει τη γυναίκα του και να παντρευτούν. Όμως τα επεισόδια που ακολουθούν είναι αρκετά ασυνήθιστα.

  6,7 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.

Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 Michelangelo Antonioni, Zabriskie point (1970)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μια ακόμη ταινία του Αντονιόνι, ενός σκηνοθέτη «που δεν μου πάει», αλλά βλέπω κάθε επανέκδοσή του. Σίγουρα έχω δει τουλάχιστον έξι ταινίες του.

  Το περίεργο: ενώ αυτή η ταινία δεν άρεσε (μπορείτε να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας), εμένα μου άρεσε. Όχι όμως τόσο ώστε να βάλω παραπάνω από 7 (με τα χρόνια έγινε cult, η βαθμολογία της είναι 6,9).

  Η ταινία ξεκινάει με μια σύναξη φοιτητών, που μιλάνε για την κατάληψη του πανεπιστημίου. Μεγάλη η διάρκειά της, δίνει το κλίμα της εποχής.

  Οι αστυνομικοί είναι αδίστακτοι. Ένας πυροβολεί εν ψυχρώ έναν μαύρο φοιτητή. Ο Μαρκ, που είναι οπλισμένος, εκδικείται για πάρτη του, πυροβολεί τον αστυνομικό.

  Και κλέβει ένα αεροπλάνο.

  Τώρα πότε έμαθε να πιλοτάρει, δεν μας λέγεται, γιατί δεν έχει και τόση σημασία.

  Η Ντάρια (αγαπημένο όνομα, έγραψα και τη βιογραφία της) το σκάει και αυτή από την εταιρία που δουλεύει, διασχίζει την έρημο (όχι την κόκκινη) μάλλον για να συναντήσει τον φίλο της.

  Η Μαρκ τη βλέπει και την «φλερτάρει» περνώντας με το αεροπλάνο του σύριζα πάνω από το αυτοκίνητό της, και μετά πάνω από την ίδια.

  Του τελειώνει η βενζίνη, αναγκάζεται να προσγειωθεί, κοντά της φυσικά.

  Η συνέχεια είναι αναμενόμενη.

  Κάποια στιγμή θα κάνουν σεξ.

  Και μας εμφανίζεται ένας ποιητικός Αντονιόνι.

  Δίπλα τους κάνει σεξ ένα άλλο ζευγάρι.

  Στο τέλος θα δούμε ένα σωρό ζευγάρια να κάνουν σεξ στους αμμόλοφους, δίπλα τους.

  Το επεισόδιο με το σεξ κρατάει κάμποσα λεπτά.

  Αυτό το σεξ θα το λέγαμε και σαν soft καλλιτεχνικό πορνό, είχα δει μια ταινία τέτοιου είδους. Όμως, παρόλο που έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαι εστέτ, το καλλιτεχνικό πορνό δεν μου αρέσει, προτιμώ το καθαρό πορνό.

  Αντιστικτικά, βλέπουμε τους επιχειρηματίες να σχεδιάζουν μια επιχείρηση.

  Τώρα τι τον έπιασε τον Μαρκ να γυρίσει πίσω το αεροπλάνο; Εδώ οι κλέφτες αυτοκινήτων δεν τα επιστρέφουν όταν δεν τα χρειάζονται πια αλλά τα παρατάνε όπου βρούνε, αυτός γιατί;

  Αλλά ας μη κάνω σπόιλερ.

  Και ένα ακόμη σπόιλερ, με τη Ντάρια.

  Εδώ πια και αν είναι ποιητικός ο Αντονιόνι!!!

  Φαντασιώνεται τα γραφεία της εταιρείας, πάνω στο λόφο, να ανατινάζονται. Πολλές κάμερες τραβάνε την ανατίναξη την οποία βλέπουμε συνεχώς από διαφορετικές γωνίες. Τελικά πολλοί σκηνοθέτες έχουν το φετίχ της φωτιάς, αλλά στο μυαλό μου έρχεται μόνο η «Θυσία» του Ταρκόφσκι.

  Και μετά την έκρηξη;

  Βλέπουμε τα συντρίμμια σε slow motion στον αέρα. Μου θύμισαν πίνακες του Μιρό, αλλά και τα σκουπίδια στην παραλία του Παχύ Άμμου.

  Εικαστικό αριστούργημα το τέλος.

  Trivia.

  O Mark (Frenchette), που επιλέχτηκε για την ταινία παρόλο που δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, γύρισε μόλις τρεις ταινίες. Με δυο φίλους του από το κοινόβιο όπου ζούσε αποπειράθηκαν να ληστέψουν μια τράπεζα. Ο ένας σκοτώθηκε, οι άλλοι δυο συνελήφθησαν, καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, και ο Mark πέθανε μετά από δυο χρόνια. Ατύχημα, από άρση βαρών.

  Και η Daria (Halprin) -και οι δυο πρωταγωνιστές είναι με το πραγματικό μικρό τους όνομα στην ταινία- γύρισε επίσης μόλις τρεις ταινίες, και μετά έγινε therapist.