Book review, movie criticism

Tuesday, January 13, 2015

Gus van Sant-most of his movies




Mala noche (1985)

  Σε προηγούμενες αναρτήσεις μας για τις δυο ταινίες που είδαμε του Antonio Mercero γράψαμε για τις σπάνιες θεματικές τους. Εδώ θα μιλήσουμε πάλι για θεματική, που όμως δεν είναι σπάνια. Το «Άσχημη νύχτα» έχει σαν θέμα την ομοφυλοφιλία. Ένας νεαρός ιδιοκτήτης μιας κάβας, ομοφυλόφιλος, την πέφτει σε λαθρομετανάστες από τη λατινική Αμερική. Συναντάει δυο ισπανόφωνους φίλους, δεν ξέρουν καν αγγλικά, και προσφέρεται να τους φιλοξενήσει. Όταν τους πλησιάζει σεξουαλικά, μόνο ο ένας θα ανταποκριθεί, όμως τον άλλο θα τον ερωτευθεί. Στη συνέχεια βλέπουμε τις νεανικές τρέλες των νεαρών καθώς και διάφορες καταστάσεις στις οποίες εμπλέκονται συνήθως οι ομοφυλόφιλοι, για να τελειώσει η ταινία με τον τραγικό θάνατό εκείνου τον οποίο ο ιδιοκτήτης της κάβας είχε ερωτευθεί.  
Χρηματοδοτημένη από τον ίδιο, ασπρόμαυρη, η ταινία αυτή δίνει το στίγμα αρκετών από τις επόμενες ταινίες του Gus van Sant. Οι ήρωές του είναι ή περιθωριακοί ή αποκλίνοντες, όπως ο νεαρός στο Good will hunting, την ταινία που ξαναείδαμε και που μας άρεσε πολύ, και όταν διαβάσαμε ότι ο Gus van Sant είχε κερδίσει κάποια βραβεία είπαμε να τον δούμε πακέτο.
Στην ταινία ακούσαμε το τραγούδι Gracias a la vida. Καθόλου περίεργο για μια ταινία με ισπανικό τίτλο και όπου συχνά μιλάνε ισπανικά. Όμως το να ακούσουμε ένα από τα πρόσωπα της ταινίας, νομίζω ένα έλληνα καφετζή, να τραγουδάει «Σήκω χόρεψε κουκλί μου να σε δω να σε χαρώ, τσιφτεφτέλι τούρκικο, ινανάινα γιουβρούν ινανάια», ε, αυτό κι αν ήταν έκπληξη.


  Και αυτή η ταινία έχει μια κυρίαρχη θεματική: τα ναρκωτικά. Τα δυο ζευγάρια ληστεύουν φαρμακεία για τη δόση τους. Πάντα τη γλιτώνουν στην τρίχα. Όμως για πόσο; Κάποια στιγμή η μια από τις δυο κοπέλες θα πεθάνει από υπερβολική δόση. Ο κεντρικός ήρωας, ο αρχηγός της ομάδας, συνειδητοποιεί το αδιέξοδο της κατάστασης, και για πρώτη φορά αποφασίζει να κάνει αποτοξίνωση. Το πετυχαίνει. Όμως το παρελθόν τον καταδιώκει.
  Συναρπαστική ταινία, γεμάτη σασπένς. Χολιγουντιανή, αλλά από εξαιρετικό σκηνοθέτη.


Μπορεί στην ταινία να πρωταγωνιστούν δυο νεαροί που ψωνίζονται, όμως το κεντρικό θέμα δεν είναι η ομοφυλοφιλία αλλά η ανθρώπινη μοναξιά. Ο ένας νεαρός, που όταν βρίσκεται σε ψυχολογική ένταση παθαίνει κρίσεις λιποθυμίας, γνωρίζεται κάποια στιγμή με τον άλλο νεαρό, από μεγαλοαστική οικογένεια που έχει περάσει συνειδητά στο περιθώριο. Μαζί θα κάνουν παρέα, και θα πάνε μέχρι την Ιταλία για να συναντήσει τη μάνα του που τους εγκατέλειψε όταν ήταν μικρός. Πολύ αργά, έχει επιστρέψει στην Αμερική. Ο φίλος του θα τον εγκαταλείψει για μια νεαρή ιταλίδα, πριν εγκαταλείψει και το περιθώριο. Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε τον νεαρό να σωριάζεται στο δρόμο από μια καινούρια κρίση λιποθυμίας. Ένα φορτηγό θα σταματήσει. Δυο άντρες κατεβαίνουν. Περιμένουμε ότι θα τον πάρουν μαζί τους. Όμως αυτοί του κλέβουν τον στρατιωτικό του σάκο και τα παπούτσια του.
  Δεν είναι όλοι ίδιοι. Ο οδηγός του επόμενου ΙΧ αυτοκινήτου που θα σταματήσει θα τον τραβήξει μέχρι τη θέση του συνοδηγού. Η ταινία τελειώνει με το αυτοκίνητο να απομακρύνεται στο βάθος του δρόμου.
  Μια πρωτοτυπία της ταινίας είναι η χρήση διαλόγων από σαιξπηρικά έργα σε κάποια επεισόδια.


Μετά την ομοφυλοφιλία και τη μοναξιά, θέμα της καινούριας ταινίας του Gus van Sant είναι η καταπίεση της γυναίκας και η καταστροφή του περιβάλλοντος. Η Σίσσι (Uma Thurman), με τους τεράστιους αντίχειρες, μετακινείται συνεχώς με οτοστόπ. Οι αντίχειρες αυτοί μαγνητίζουν τους οδηγούς και σταματούν. Θα διανύσει χιλιάδες χιλιόμετρα μέχρι να καταλήξει σε ένα ράντσο, το οποίο καταλαμβάνουν οι γυναίκες που εργάζονται εκεί, οι cow girls. Η αρχηγός τους θα την ερωτευθεί. Χωρίς να είναι το κεντρικό θέμα, για πρώτη φορά ο Sant καταπιάνεται με την γυναικεία ομοφυλοφιλία, η οποία στο ράντσο αυτό αναπτύσσεται περισσότερο σαν αντίδραση στην ανδρική κυριαρχία. Με τις φροντίδες τους οι γερανοί δεν χρησιμοποιούν πια την περιοχή σαν προσωρινή στάση αλλά εγκαθίστανται εκεί. Αυτό, μέχρι να καταλάβουν το ράντσο οι αστυνομικές δυνάμεις, οπότε τους βλέπουμε να πετούν όλοι μαζί μακριά.
  Πάλι ιδιόρρυθμοι περιθωριακοί, περιθωριακές καλύτερα, πρωταγωνιστούν και σ’ αυτή την ταινία του Sant, ο οποίος φαίνεται να χαρακτηρίζεται, μέχρι τώρα τουλάχιστον, από την ίδια παριολατρεία που χαρακτήριζε και αρκετούς έλληνες πεζογράφους, κυρίως τις περασμένες δεκαετίες (Σκούρτης, Μουρσελάς, Μάτεσις, Φακίνου κ.ά.).

To die for (1995)
Η ταινία είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που στηρίζεται σε πραγματικό γεγονός. Η Σουζάν (την υποδύεται η Νικόλ Κίντμαν) είναι μια φιλόδοξη γυναίκα με πάθος για την τηλεόραση. Καταφέρνει και βρίσκει δουλειά σε ένα τοπικό κανάλι. Τίποτα φιλόδοξο, απλά λέει τον καιρό, όμως έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Αποφασίζει να ξεφορτωθεί τον ευκατάστατο άντρα της, και για να τον κληρονομήσει αλλά και επειδή μπαίνει εμπόδιο στα όνειρά της. Πείθει έναν δεκαπεντάχρονο νεαρό με τον οποίο συνάπτει ερωτική σχέση να τον δολοφονήσει. Και όπως συμβαίνει πάντα (σχεδόν) στο σινεμά, αλλά όχι πάντα στην πραγματική ζωή, θα τους ανακαλύψουν. Η ταινία αυτή φαίνεται να αποτελεί μια στροφή στο έργο του Gus, καθώς απουσιάζουν οι περιθωριακοί ήρωες και οι συγκεκριμένες θεματικές. Ενδιαφέρουσα είναι και η ψευδοντοκουμενταρίστικη τεχνική, σε ένα μεγάλο μέρος της ταινίας.

Είναι η ταινία που μας παρώθησε να δούμε τον Gus σαν σύνολο. Την ξαναείδαμε και γράψαμε εδώ.

Psycho (1998)
Πρόκειται για remake της ομώνυμης ταινίας του Χίτσκοκ. Τα θρίλερ δεν εντάσσονται στις προτιμήσεις μου, όμως μια και αποφάσισα να δω πακέτο τον Σαντ είπα να το δω. Καλογυρισμένο έργο, αλλά ένα θρίλερ στηρίζεται στο εφέ του απροσδόκητου, και μια και το εφέ αυτό δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν ξέρεις ήδη την υπόθεση, δεν μπορώ να πω ότι μου άφησε την ίδια εντύπωση που μου άφησε το «Ψυχώ» πριν χρόνια, όταν το είδα στην Ίριδα, στον κινηματογράφο όπου γίνονταν οι φοιτητικές προβολές. Θυμάμαι τη σκηνή που γυρνάει η πολυθρόνα, και αντί τη γυναίκα που περιμένουμε να δούμε βλέπουμε ένα σκελετό. Βουβαμάρα στην πλατεία και στα θεωρεία –θυμάμαι ότι έβλεπα από θεωρείο- και αμέσως μετά ένα μεγάλο βουητό καθώς άρχισαν να μιλάνε όλοι μαζί, σαν να έγινε σεισμός. 

Το Finding Forrester είναι μια διπλοτυπία του Good will hunting, αν και έχει κάποιες διαφορές από αυτό. Ο δεκαεξάχρονος μαύρος Wallace όχι μόνο είναι καταπληκτικός μπασκετμπολίστας και με φοβερές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, είναι και συγγραφικό ταλέντο. Γνωρίζεται με τον Forrester, έναν συγγραφέα που το ένα και μοναδικό βιβλίο που έγραψε στα νιάτα του ήταν αρκετό για να του χαρίσει μια θέση στο λογοτεχνικό Παρνασσό της πατρίδας του. Δεν είναι διαταραγμένος όπως ο Will Hunting, όμως ο Forrester είναι διαταραγμένος, ζώντας μια μοναχική ζωή. Μου θύμισε τον μοναξιασμένο συγγραφέα στο «Καλύτερα δεν γίνεται», ένα μοναχικό τύπο σε μια ταινία του Κισλόφσκι που βαριέμαι να ψάξω, τουλάχιστον τώρα, να βρω ποια είναι, και έναν επίσης μοναξιασμένο σε μια ιρανική – νομίζω – ταινία, ο οποίος ενώ αρχικά έρχεται σε σύγκρουση με τα παιδιά της γειτονιάς που παίζουν μπάλα και τον ενοχλούν, στη συνέχεια φιλιώνει μαζί τους.

(Τελικά βρήκα την ιρανική, δηλαδή συμπτωματικά έπεσα πάνω της, είναι η πρώτη ταινία,  μικρού μήκους, του Bahram Beizai, η Amo Sibilo).
  Η σχέση ανάμεσα στον νεαρό Wallace και στον Forrester θα έχει ευεργετική επίδραση και στους δυο. Ο Wallace θα εξελίξει το λογοτεχνικό ταλέντο του ενώ ο Forrester θα σπάσει σιγά σιγά τα δεσμά της μοναξιάς του και θα εμφανιστεί ξανά στον κόσμο. Τα επεισόδια της ταινίας που δείχνουν αυτή την εξέλιξη στους δυο ήρωες είναι πραγματικά συναρπαστικά.

Gerry (2002)

Πρόκειται για το πρώτο έργο μιας «τριλογίας θανάτου», όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια. Τι διάβολο, ζήλεψε τις τριλογίες του Lars von Trier;
  Είναι ένας διαφορετικός Sant από ό,τι στις προηγούμενες ταινίες του. Δεν υπάρχουν εδώ περιθωριακοί ήρωες. Οι ήρωες είναι δυο νεαροί που κάνουν hiking, δηλαδή περπάτημα σε απρόσιτα μονοπάτια. Κάποια στιγμή αποφασίζουν να επιστρέψουν, όμως χάνουν το δρόμο. Και αρχίζει μια πραγματική οδύσσεια επιστροφής.
  Η ταινία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ποιητικού κινηματογράφου. Μακρά πλάνα, που θα τα ζήλευε και ο Αγγελόπουλος. Μόνο που ο ποιητικός κινηματογράφος, σαν στόρι, δεν έχει τα στοιχεία της αγωνίας και του θρίλερ.
  Πότε η κάμερα «περιφέρει» το μάτι της σε μια άγρια φύση, πότε περιστρέφεται γύρω από τους ακίνητους ήρωες, πότε τους παρακολουθεί στην πορεία τους, στην αρχή να περπατούν γρήγορα με την αυτοπεποίθηση ότι θα βρουν νερό ή ένα αυτοκινητόδρομο, μετά πιο αργά, κουρασμένοι, ελπίζοντας, στο τέλος ακόμη πιο αργά, εξαντλημένοι, χωρίς ελπίδες πια. Πεσμένοι στο έδαφος, κάτω από ένα καυτό ήλιο, φαίνεται ότι δεν θα ξανασηκωθούν. Ο ένας ξαφνικά σέρνεται πάνω από το σώμα του άλλου και τον στραγγαλίζει. Ευθανασία ή εκδίκηση που τον παρέσυρε σε αυτή την περιπέτεια; Δεν ξέρουμε. Όμως μετά θα κάνει μια τελευταία προσπάθεια να σηκωθεί. Περπατάει. Και να, ένας αυτοκινητόδρομος φαίνεται μακριά. Στα τελευταία πλάνα βλέπουμε την κάμερα, σαν σε αυτοκίνητο, να παρακολουθεί το άγριο τοπίο, και μετά βλέπουμε ότι είναι πράγματι μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Κάποιος οδηγεί το αυτοκίνητο ενώ στο πίσω κάθισμα είναι ένα παιδί και δίπλα του ο ήρωάς μας, με το πρόσωπο γεμάτο εγκαύματα από τον ήλιο.
  Το ανατριχιαστικό, όπως διαβάζω στην βικιπαίδεια, είναι πως στηρίζεται σε πραγματική ιστορία.
  Παρεμπιπτόντως η ταινία μου θύμισε πολύ το «Water, wind, dust» του Amir Naderi. Προγενέστερη (1989), δεν ξέρω αν την είχε υπόψη του ο Sant.

Elephant (2003)
Είναι το δεύτερο μέρος της «τριλογίας θανάτου», βραβευμένο με χρυσό φοίνικα, και αναφέρεται στο πραγματικό περιστατικό που δυο παιδιά πήγαν βαριά οπλισμένοι στο σχολείο τους και άρχισαν να βαράνε στο ψαχνό όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Φάνηκε σαν εκδίκηση για bullying, αν και όχι τόσο ξεκάθαρα.
 
Last days (2005)
Το έργο, το τρίτο μέρος της «τριλογίας θανάτου», βασίζεται πάνω στις τελευταίες μέρες της ζωής του μουσικού Kurt Cobain. Παρόλο που εικάζεται ότι ο Cobain αυτοκτόνησε με καραμπίνα, ο Blake, ο ήρωας του Σαντ, δεν φαίνεται στην ταινία πώς πέθανε. Σε μια ποιητική σκηνή βλέπουμε το γυμνό σώμα του να «φεύγει» από πτώμα του που βρίσκεται ξαπλωμένο στο πάτωμα. Όμως υπάρχει η νύξη της αυτοκτονίας καθώς βλέπουμε, στην αρχή της ταινίας, τον Blake να κουβαλάει μια καραμπίνα.
  Το έργο αποτελεί μια σπουδή πάνω στην κατάθλιψη, με μακρά πλάνα, επεισόδια «δεικτικά» και όχι πυρηνικά, που εικονογραφούν δηλαδή μια κατάσταση ή ένα χαρακτήρα και δεν πυροδοτούν παραπέρα επεισόδια. Η εικαστικότητα των εξωτερικών πλάνων (το σπίτι που πέρασε τις τελευταίες του μέρες ο Blake είναι σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον) βρίσκεται σε αντίστιξη με τα εσωτερικά πλάνα, ισορροπώντας την ταινία η οποία διαφορετικά θα ήταν απίστευτα καταθλιπτική. Αν και από τις χαμηλότερες εισπρακτικά ταινίες του, είναι εξαιρετική.   

Έχω γράψει αρκετές φορές πόσο υποτιμημένο είναι το σενάριο, ενώ στην ουσία αυτό αποτελεί το πιο αποφασιστικό στοιχείο για την επιτυχία μιας ταινίας. Πιστεύω ότι το Good Will hunting και το Finding Forrester είχαν την επιτυχία που είχαν λόγω του σεναρίου, που ήταν συναρπαστικό, και όχι λόγω της σκηνοθετικής δεινότητας του Σαντ. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω κάτι ακόμη: το ενδιαφέρον του θέματος. Μια σπουδή πάνω στην κατάθλιψη, έστω και ενός ομοφυλόφιλου, έχει ενδιαφέρον γιατί η κατάθλιψη είναι ένα θέμα γενικό, μια σπουδή όμως πάνω στην ψυχολογική κατάσταση ενός έφηβου που κατά λάθος σκοτώνει κάποιον και, πέρα από τις ενοχές, φοβάται μην αποκαλυφθεί, είναι πιο ειδικό θέμα. Μας άρεσε το έργο, απλά μας άρεσε.

Milk (2008)
Είναι μια βιογραφική ταινία που αναφέρεται στη ζωή του ακτιβίστα ομοφυλόφιλου Harvey Milk ο οποίος δολοφονήθηκε από ένα συνάδελφό του δημοτικό σύμβουλο μαζί με τον δήμαρχο. Πολύ καλός ο Σον Πεν στο ρόλο του Milk.

Restless (2011)
Είναι η ταινία που μου άρεσε περισσότερο από όλες τις ταινίες του Σαντ. Είναι και αυτή μια σπουδή, μια σπουδή πάνω στο θάνατο, τον οποίο, για να τον δει από μια ακόμη πλευρά ο Jason Lew που υπογράφει το σενάριο, μπάζει και το φανταστικό στοιχείο. Το εφέ του απροσδόκητου είναι εντυπωσιακό, και το ίδιο εντυπωσιακή είναι η συμπλήρωση των αφηγηματικών κενών.
  Βλέπουμε τον Enoch να παρακολουθεί μια κηδεία. Αργότερα τον βλέπουμε να παρακολουθεί και μιαν άλλη. Καταλαβαίνουμε ότι οι νεκροί δεν είναι καθόλου συγγενείς του αλλά, για κάποιο λόγο που θα μάθουμε αργότερα, έχει μια εμμονή με το θάνατο. Αυτό που μαθαίνουμε κάπου στα μισά του έργου είναι ότι οι γονείς του σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και αυτός γλίτωσε παρά τρίχα, μένοντας όμως σε κώμα αρκετό καιρό και, όπως λέει ο ίδιος, για τρία ολόκληρα λεφτά κλινικά νεκρός. Έτσι αιτιολογείται και η εμφάνιση του φαντάσματος, με το οποίο συνομιλεί και παίζει ένα επιτραπέζιο παιχνίδι μαζί του. Το φάντασμα είναι ενός γιαπωνέζου καμικάζι. Πώς είναι άραγε το να οδεύεις ο ίδιος συνειδητά στον βέβαιο θάνατο; Ο καμικάζι μιλάει και για το σεπούκου, γνωστό σε μας ως χαρακίρι, την τελετουργική γιαπωνέζικη αυτοκτονία, και για την επιστολή που έγραψε αλλά δεν έστειλε στην κοπέλα που αγαπούσε, πριν φύγει για την αποστολή.
  Σε κάποια κηδεία τον παίρνουν χαμπάρι. Τον σώζει η Annabel. Του λέει ότι δουλεύει στο νοσοκομείο.
  Ψέματα.
  Είναι ασθενής, καρκινοπαθής.
  Κάποια στιγμή ο καρκίνος της υποτροπιάζει. Το τέλος θα έλθει σε τρεις μήνες, και το ξέρει.
  Μπορεί το αίσθημα ανάμεσα στους δυο νέους να φαίνεται χολιγουντιανό, όμως ο Σαντ αποφεύγει με επιμέλεια τη σκηνή του θανάτου.
  Εντυπωσιακή η σκηνή που ο Enoch σπάζει με βαριοπούλα τη μαρμαρόπλακα των τάφων των γονιών του, κατηγορώντας τους που τον άφησαν μόνο.

Promised land (2012) 
Η «Γη της επαγγελίας» είναι χολιγουντιανή, αλλά καλή χολιγουντιανή, πράγμα φυσικό για ταινία ενός σκηνοθέτη του διαμετρήματος του Gus van Sant. Το θέμα το έχω ξαναδεί σε ταινίες, που όμως δεν τις θυμάμαι. Ο Μπάτλερ και η Σου, δυο υπάλληλοι της εταιρείας Global, έρχονται να πείσουν τους κατοίκους μιας περιοχής να υπογράψουν συμβόλαιο για δικαίωμα άντλησης φυσικού αερίου από τη γη τους. Ένας καθηγητής διατυπώνει τις επιφυλάξεις του ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Όταν έρχεται ένας νεαρός περιβαλλοντολόγος από έναν περιβαλλοντικό σύλλογο, κρατώντας φωτογραφίες που δείχνουν τι συνέβη σε άλλες περιοχές που εκχώρησαν αυτό το δικαίωμα, τα πράγματα σκουραίνουν για τον Μπάτλερ και τη Σου.
  Και πάλι έχουμε ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου.
  Ή μάλλον δύο. Το πρώτο είναι ότι οι φωτογραφίες είναι μαϊμού. Η αποκάλυψη θα σοκάριζε τους κατοίκους και θα τους προδιάθετε ψυχολογικά στο να ψηφίσουν υπέρ. Το δεύτερο είναι ότι ο νεαρός περιβαλλοντολόγος είναι υπάλληλος της εταιρείας, που μηχανεύτηκαν αυτό τον τρόπο για να πείσουν τους αμφιταλαντευόμενους, και η περιβαλλοντική οργάνωση ήταν οργάνωση-μαϊμού. Όμως το λάθος έγινε. Πριν προλάβει να φύγει ο νεαρός, ο Μπάτλερ τον προλαβαίνει και ζητάει εξηγήσεις, για ποιο λόγο. Αυτός, αφελώς όπως αποδείχτηκε, του αποκάλυψε το σχέδιο της εταιρείας. Ο Μπάτλερ, θυμωμένος, στην ψηφοφορία θα μιλήσει από το μικρόφωνο και θα πει ότι η άντληση πραγματικά ενέχει κινδύνους. Θα απολυθεί άμεσα από την εταιρεία, όμως θα βρει παρηγοριά στην αγκαλιά της νεαρής καθηγήτριας, η οποία έχει ένα αρκετά μεγάλο κτήμα, πατρογονική κληρονομιά, στο οποίο αποφάσισε κάποια στιγμή να επιστρέψει.


Post a Comment