Book review, movie criticism

Thursday, February 28, 2019

Κι άλλες μαντινάδες: 84. Στο μιτάτο


84. Στο μιτάτο

  Μου την έστειλε ο ανιψιός μου ο Μανώλης.

Μια κάμερα ψηφιακή θα βάλω στο μιτάτο
να πίνω γάλα ιντερνέτ, εν μέσω τω προβάτω.

  Εγώ σε σχόλιο φτιάχνω τη δική μου.

Μια δορυφορική τι βι θα βάλω στο μιτάτο
για να θωρώ τα σήριαλ εν μέσω τω προβάτω

  Ο Νίκος, παλιός συγκάτοικος και φίλος, μου στέλνει την αυθεντική, όπως γράφει στο δικό του σχόλιο.

Θα βάλω υπολογιστή μικρή μου στο μιτάτο
να πέμπω με το Ιντερνετ το γάλα τω προβάτω

  Και ο Μιχάλης, ένας άλλος φίλος, γαμπρός στη Πισκοπή.

Να βάλω θέλω ίντερνετ απάνω στο μιτάτο
για να πουλώ ολημερίς το γάλα τω προβάτω

  Και κλείνει η Έρη Ρίτσου.

Μόνο να έχουν οι βοσκοί και τούτο στα υπόψη:
αν δουν τα πρόβατα ίντερνετ, το γάλα τους θα κόψει


Drake Doremus, Ζωή (2018)


Drake Doremus, Ζωή (2018)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία είναι romance, η επιστημονική φαντασία είναι απλώς το φόντο· και το μοτίβο είναι «τα σύνορα της αγάπης», ένα μοτίβο στο οποίο αναφέρομαι συχνά. Μόνο που εδώ τα σύνορα είναι πολύ διαφορετικά από τα γνωστά: εθνικά, φυλετικά, θρησκευτικά. Είναι τεχνολογικά.
  Αυτή είναι συνθετική, αυτός είναι άνθρωπος, ο κατασκευαστής της. Τον έχει ερωτευθεί. Όχι, δεν έχει το σύνδρομο της σταχτοπούτας, δεν τον ερωτεύθηκε σαν τον πρίγκιπα του παραμυθιού, απλά τον ερωτεύθηκε.
  Και αυτός;
  Δυσκολεύεται. Νοιώθει αισθήματα, αλλά δεν αφήνεται να τα παραδεχτεί. Στο κάτω κάτω είναι συνθετική, δεν είναι ανθρώπινη. Δεν μπορεί να κλάψει, δεν το είχαν προβλέψει στο σχεδιασμό της, όμως νοιώθει όλα τα ανθρώπινα αισθήματα· και το πιο υπέροχο, τον έρωτα.
  Τα σύνορα αυτά που τους (ξε)χωρίζουν δημιουργούν περιπλοκές στη σχέση. Κάποιες στιγμές το τέλος της φαίνεται αναπόφευκτο. Όμως ευτυχώς, θα το κάνω το σπόιλερ, το τέλος της ταινίας είναι happy, στα τελευταία πλάνα τους βλέπουμε αγκαλιασμένους. Στο κάτω κάτω με το σπόιλερ μετατρέπω το «σασπένς του τι» σε «σασπένς του πώς».
  Μου αρέσουν τα romance, εφόσον βέβαια είναι καλογυρισμένα. Αυτό μου άρεσε πολύ.


Tuesday, February 26, 2019

Fernando Meirelles, Cidade de deus (2002)


Fernando Meirelles, Cidade de deus (2002)


  Βασισμένη σε αληθινή ιστορία, η «Πόλη του θεού», στην πραγματικότητα μια φαβέλα, δηλαδή μια φτωχογειτονιά του Ρίο, μας δείχνει την αλληλοεξόντωση δυο συμμοριών. Αφηγητής είναι ένας νεαρός της φαβέλας που κάποιες συμπτώσεις θα τον οδηγήσουν να γίνει επαγγελματίας φωτορεπόρτερ. Θα δούμε να πέφτει άφθονο πιστολίδι και τα πτώματα να σωριάζονται σαν στάχυα. Η διαφθορά στης αστυνομίας που κάνει τα στραβά μάτια μόνο για τον αρχηγό της μιας συμμορίας θα φανεί στο τέλος.
  Και οι δυο αρχηγοί θα εξοντωθούν και κυρίαρχοι της πόλης του θεού θα μείνουν τα πιτσιρίκια, που τα είχαν εξοπλίσει οι δυο συμμορίες για λογαριασμό τους. Αυτά θα εξοντώσουν τον αρχηγό της συμμορίας που λάδωνε την αστυνομία για να κάνει τα στραβά μάτια.
  Σκηνοθετικά άψογη, τη βλέπεις χωρίς να πλήττεις. Εμένα όμως, το έχω ξαναπεί, μου αρέσουν ταινίες με θετικούς ήρωες, με τους οποίους μπορώ να ταυτιστώ, έτσι δεν μπορώ να πω ότι ήταν ιδιαίτερα του γούστου μου, παρά την πολύ υψηλή της βαθμολογία στο IMDb (8,6).


Monday, February 25, 2019

Ryuichi Hiroki, L’ amant (2004)


Ryuichi Hiroki, Lamant (2004)


  Αναρωτιέμαι μήπως ο τίτλος είναι λάθος και είναι Lamante, η ερωμένη και όχι ο εραστής. Τώρα αν έγινε με πονηριά για να παραπέμψει στον «Εραστή» της Ντυράς, δεν το ξέρω. Βάζω τον γιαπωνέζικο τίτλο ラマστο google.translate και μου βγάζει μετάφραση Raman. Ίσως με τους γιαπωνέζους συμβαίνει το αντίθετο από ό,τι με τους κινέζους που το λ το προφέρουν ρ. Τελικά δεν αποκλείεται να είναι η πονηριά που φαντάστηκα.
  Μια μαθήτρια αποφασίσει να εκδοθεί με ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο τρόπο. Υπογράφει συμβόλαιο με τρεις άνδρες για ένα χρόνο. Θα τους προσφέρει τις ερωτικές της υπηρεσίες οπότε τις χρειάζονται, χωρίς να μπορεί να τις αρνηθεί. Όπως έγραψα και για τη «Melissa P.», παρά το τολμηρό του θέματος οι σκηνές δεν είναι καθόλου τολμηρές. Περισσότερο βλέπουμε τις σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σ’ αυτό το κουαρτέτο.
  Ο ένας δεν την έχει αγγίξει, προτιμά να παρακολουθεί τους άλλους. Αυτό την εκπλήσσει και τον προκαλεί. Αυτός την κάνει πέρα αγανακτισμένος. Γιατί; Δεν θα μάθουμε. Είναι ο ίδιος που τη βοηθά με τα μαθήματά της.
  Της φέρονται αυταρχικά, σαν αφεντικά, αλλά και με αρκετή καλοσύνη. Όμως θα υποστεί την σκληρή εμπειρία ενός βιασμού μέσα σε ένα σινεμά από κάποιον άγνωστο. Άλλο το να έρχεσαι σε σεξουαλική συνεύρεση κατόπιν συμφωνίας και άλλο χωρίς τη θέλησή σου. Και όχι μόνο αυτό, θα μείνει και έγκυος.
  Είχε συνηθίσει αυτή τη ζωή. Όταν τελειώνει το συμβόλαιο θα τους αποχαιρετήσει συγκινημένη. Είναι η μέρα των γενεθλίων της, θα της ευχηθούν. Αυτοί νιώθουν στην αρχή έκπληξη για τη θλίψη της, αλλά φαίνεται να τη συμμερίζονται.
  Μια ατάκα της: νοιώθω τη θλίψη τους να κυλάει μέσα στο σώμα μου.
  Κάποιος έγραψε ότι το σεξ είναι αγχολυτικό, σε αντίθεση με τον έρωτα. Στον έρωτα υπάρχει πάντα ο φόβος της απώλειας. Το σεξουαλικό αυτό συμβόλαιο ήταν για να απαλύνει τα άγχη και τις θλίψεις τους. Του ενός το ξέρουμε, πέθανε η κόρη του, και γι’ αυτό, όταν η κοπέλα αρνήθηκε να τους πει το όνομά της, την ονόμασε Hanako, όπως ήταν το όνομά της. Η ίδια τους ονόμασε A, B και C.
  Μου προκάλεσε μια αμηχανία η ταινία με τα διάφορα ερωτηματικά που μου δημιουργήθηκαν. Οι τρεις τους ασχολούνται με κινηματογραφικές παραγωγές. Δεν νομίζω με πορνό. Όμως πώς έγινε και ένας απ’ αυτούς γύρισε στο σπίτι μαχαιρωμένος; Θα μείνει για μέρες στο νοσοκομείο, αλλά δεν θα μάθουμε ποιοι και γιατί προσπάθησαν να τον σκοτώσουν. Ούτε και ποιο άλλο κίνητρο έκανε την κοπέλα να υπογράψει αυτό το συμβόλαιο πέρα από τα χρήματα, παρόλο που τη ρωτήσανε.
  Όμως μου άρεσε η ταινία γιατί τα «σπουδαία» γεγονότα, ο βιασμός και το μαχαίρωμα, δεν ήταν κομβικά στην πλοκή, ήταν, πιστεύω, μια παραχώρηση στην εμπορικότητα με τα σασπένς που δημιούργησαν. Αυτό που κυριαρχεί είναι οι σχέσεις τους, σχέσεις ανθρώπινες, όπως στη σκηνή που κυνηγάνε όλοι μαζί ένα πουλί που μπήκε μέσα στο σπίτι. πράγμα που θα φανεί καθαρά στη σκηνή του αποχαιρετισμού.  
    Παραλίγο να το ξεχάσω, μια ακόμη σύμπτωση. Είδα την ταινία προχθές το βράδυ, γυρνώντας από το «Σχολείο του σινεμά» όπου είχαμε δει «Τα φτερά του έρωτα» του Βέντερς. Εκεί βλέπουμε αγγέλους με φτερά. Εδώ, η κοπέλα είχε ζωγραφισμένα με τατουάζ δυο φτερά στην πλάτη της. Έβαλα τα σχετικά frames και στις δυο αναρτήσεις. Ελπίζω να μη μου κάνει πάλι πρόβλημα το facebook χαρακτηρίζοντας τη φωτογραφία άσεμνη.  Ή μάλλον βρήκα το κόλπο, θα βάλω άλλη για το facebook.


Luca Guadagnino, Melissa P. (2005)


Luca Guadagnino, Melissa P. (2005)

  Η «Melissa P.» είναι η τέταρτη ταινία του Luca Guadagnino που βλέπουμε, με τελευταία την «Να με φωνάζεις με το όνομά σου» (σε κάθε τελευταία ανάρτηση για ένα σκηνοθέτη δίνω το σύνδεσμο για την προηγούμενη ταινία του κ.ο.κ.).  
  Αν ήταν ταινία μυθοπλασίας θα έλεγα ότι το στόρι ήταν το πρόσχημα για μια ελαφρά τολμηρή ερωτική ταινία, όμως βασίζεται πάνω σε ένα ημι-αυτοβιογραφικό βιβλίο της Melissa P(anarello).
  Πάλι θα κάνω ένα σχόλιο. Σε πολλές ταινίες με τολμηρό θέμα οι ερωτικές σκηνές δεν είναι ιδιαίτερα τολμηρές, σε αντίθεση με άλλες στις οποίες το θέμα δεν είναι τολμηρό.
  Η Μελίσα πέφτει θύμα ενός αγοριού που το έχει ερωτευθεί. Αυτός θα τη χρησιμοποιήσει σαν ερωτικό αντικείμενο. Δεν θα μπορέσει να αντισταθεί και σε άλλες προσκλήσεις του, παρόλο που έχει αποφασίσει να εκδικηθεί τους άντρες με τον ίδιο τρόπο. Θα αρχίσει ένας ξεπεσμός, που όμως κάποια στιγμή θα σταματήσει.
  Καλά, δεν το πήρε χαμπάρι κανείς στην οικογένειά της;
  Ο μπαμπάς της λείπει στο εξωτερικό για δουλειές, και τη γιαγιά της, που την αγαπά και η οποία την καταλαβαίνει, την έκλεισαν σε γηροκομείο. Σύντομα θα ξεψυχήσει. Άκουσα για μια παρόμοια περίπτωση πρόσφατα. Αυτά που προσφέρουν τα γηροκομεία σε περιποίηση δίνονται με αντίτιμο την ψυχική απομόνωση που οδηγεί στην κατάρρευση.
  Και η μαμά;
  Δεν έχει πάρει χαμπάρι. Στο τέλος, όταν θα διαβάσει το ημερολόγιο της κόρης της, θα συντριβεί κυριολεκτικά.
  Είναι μια ταινία που πρέπει να τη δει όλος ο κόσμος· τα κορίτσια, για να μην πέφτουν σε παγίδες (είναι γνωστό ότι πολλά καταλήγουν πόρνες ξεγελούμενα από άτομα που τους πουλάνε έρωτα), και οι γονείς για να έχουν τεταμένες τις κεραίες τους ώστε να συλλαμβάνουν τα προβλήματα των παιδιών τους, ειδικά των κοριτσιών που, πώς να το κάνουμε, εκτίθενται σε περισσότερους κινδύνους.
  Ε, ναι, δεν άντεξα τον πειρασμό, θα διαβάσω και το βιβλίο. Είμαι πολύ περίεργος γιατί η Μελίσα Παναρέλο, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, δεν στήριξε την ταινία γιατί απομακρύνεται πολύ από το βιβλίο της. Θα ήθελα να δω σε ποια σημεία.
  Όντως απομακρύνεται πολύ. Όμως απομακρύνεται εν μέρει προς το χειρότερο και εν μέρει προς το καλύτερο. Στο μυθιστόρημα τη βρήκα πιο θύμα, να ενδίδει περισσότερο στις ορέξεις των ανδρών, ικανοποιώντας τη δική της σεξουαλική επιθυμία, ή ίσως το γυναικείο ναρκισσισμό της. Όμως ταυτόχρονα έχει και την επιθυμία για αγάπη. Πώς να τη βρει όμως, όταν οι άντρες τη βλέπουν σαν απλό σεξουαλικό αντικείμενο, όταν την θεωρούν σαν μια «Easy A»; Όμως, σε αντίθεση με την ταινία, υπάρχει το happy end, τελικά γνωρίζει τον έρωτα που τόσο λαχταρούσε.
  Άλλες διαφορές: γιαγιά δεν υπάρχει, και ο πατέρας βρίσκεται σπίτι παρόλο που κάποιες φορές ταξιδεύει. Δεν υπάρχει η φίλη με το σκούτερ, το σκούτερ το οδηγεί αυτή η ίδια. Υπάρχουν και άλλα πρόσωπα στην ταινία, και για να μη μείνει ανολοκλήρωτο το παζλ έχουμε ομοφυλόφιλους και λεσβίες. Και, βέβαια, το μυθιστόρημα είναι πολύ πιο τολμηρό στις ερωτικές σκηνές από ό,τι η ταινία. Αν υπήρχε και πλοκή όπως στις «50 αποχρώσεις του γκρι και όχι απλώς επεισόδια με ερωτικές συνευρέσεις θα είχε κάνει πολύ περισσότερες πωλήσεις, και θα είχε μεταφραστεί και στα ελληνικά.
  Μπα, την πάτησα μια φορά, είπα να μην την ξαναπατήσω. Έψαξα στη biblionet και βρήκα ότι κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη την επόμενη χρονιά που κυκλοφόρησε στη Ιταλία με τίτλο «Ημερολόγιο εφηβείας». Μέχρι το 2008, πέντε χρόνια μετά την έκδοσή του, κυκλοφορούσε σε 42 χώρες, μας λέει η βικιπαίδεια.
  Κάθε φορά ξεχνάω να προσθέσω πράγματα που είχα σκοπό να γράψω. Το πρώτο, την ιστορία της η Μελίσα τη γράφει ημερολογιακά, με εφέ αποστροφής στο ίδιο της το ημερολόγιο. Το δεύτερο, καθώς είναι ημιαυτοβιογραφικό, αναρωτιέμαι ποιο είναι το αληθινό και ποιο το επινοημένο. Αυτό θα το ξέρουν ασφαλώς κάποιοι κολλητοί της, εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ. Η επιμελημένη γραφή, η λογοτεχνικότητα, καταδείχνουν άσφαλτα και προς την επινόηση. Εξάλλου η Παναρέλο έχει εκδώσει άλλα τρία μυθιστορήματα.

Sunday, February 24, 2019

Wim Wenders, Der Himmel über Berlin (Τα φτερά του έρωτα, 1987)


Wim Wenders, Der Himmel über Berlin (Τα φτερά του έρωτα, 1987)


  Εις μνήμη του Bruno Ganz που πέθανε πρόσφατα προβλήθηκαν χθες στο «Σχολείο του σινεμά» τα «Φτερά του έρωτα». «Wings of desire» είναι ο τίτλος που του έδωσαν οι Άγγλοι, ενώ ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Ο ουρανός πάνω από το Βερολίνο».
  Έχω δει άλλες πέντε ταινίες του Βιμ Βέντερς, και έτσι λέω να τον δω κι αυτόν πακέτο, δηλαδή όλες του τις ταινίες.
  Στις ταινίες του που έχω δει βλέπω τη μεγάλη απαισιοδοξία του. Μοναχικά πρόσωπα με ματαιώσεις στη ζωή τους αποτελούν τους ήρωες του, και ο έρωτας με τη μη ευτυχή κατάληξη είναι ένα από τα κεντρικά θέματά του.
  Βλέποντας την ταινία συνειδητοποίησα έντονα κάτι που θέλω να το σχολιάσω.
  Έχω ξαναγράψει ότι οι δυο μεγάλες αρετές σε μια αφήγηση είναι το σασπένς και η ανατροπή. Πολλές ταινίες ξεκινάνε in media res ή in fine res, δημιουργώντας ένα σασπένς του πώς, ενώ άλλες ξεκινούν με ένα επεισόδιο που προκαλεί σασπένς του τι, τι θα γίνει στη συνέχεια. Υπάρχουν όμως και ταινίες που η ανατροπή ή το σασπένς δεν ξεκινάνε από την αρχή αλλά χοντρικά από τη μέση, χωρίζοντάς τις σε δυο μέρη. Στο πρώτο μέρος βλέπουμε κάποια επεισόδια χωρίς σασπένς, ενώ βέβαια δημιουργείται ειδολογικά το σασπένς, δηλαδή το περιμένουμε, κυρίως αν η ταινία είναι αστυνομική, περιπέτειας ή τρόμου. Οι παραπάνω σκέψεις μου δημιουργήθηκαν γιατί είδα πρόσφατα την «Ευνοούμενη» του Λάνθιμου και την «Σύζυγο», όπου έκανα σχετικό σχόλιο.
  Το ίδιο παρατήρησα και στα «Φτερά του έρωτα».
  Στις άλλες ταινίες του Βέντερς που έχω δει βλέπουμε δυστυχισμένους ήρωες, ένας ή δυο, ενώ στη «Λάθος κίνηση», εκτός από τον βασικό ήρωα, συναντάμε και άλλους πέντε δυστυχισμένους. Εδώ συναντάμε πολύ περισσότερους με μια έξυπνη επινόηση. Ο Βέντερς εισάγει το φανταστικό, με δυο αγγέλους να περιφέρονται στη γη και να «διαβάζουν» τις σκέψεις των ανθρώπων, εσωτερικούς μονόλογους με τους οποίους οι άνθρωποι, πολλοί άνθρωποι, εκφράζουν τη θλίψη τους. Μπορεί να κάνει κάτι ο άγγελος Ganz, που τον βλέπουμε στα περισσότερα επεισόδια;
  Μάλλον όχι. Στο πιο σημαντικό, δεν καταφέρνει να εμποδίσει ένα νεαρό να φουντάρει από μια ταράτσα. Παρακολουθεί επίσης με αγωνία τις απαισιόδοξες σκέψεις της κοπέλας, ακροβάτριας σε ένα τσίρκο την παραμονή της διάλυσής του, καθώς οι δουλειές δεν πήγαν καθόλου καλά. Την είδαμε σε πάρα πολλές σκηνές να ακροβατεί. Αναρωτιόμουνα αν θα φουντάριζε κι αυτή.
  Αυτά μέχρι τη μέση περίπου της ταινίας, γιατί μετά τα δεικτικά επεισόδια που δείχνουν την ανθρώπινη δυστυχία γίνονται πυρηνικά, πυροδοτώντας τα επόμενα με μια ανατροπή που δημιουργεί το συνακόλουθο σασπένς. Ο Ganz ερωτεύεται την κοπέλα. Θέλει να τα φτιάξει μαζί της, αλλά προϋπόθεση είναι να εγκαταλείψει την αγγελική του υπόσταση και να γίνει άνθρωπος, κάτι που συμβαίνει συχνά. Θα συναντήσουμε έναν τέτοιο πρώην άγγελο που επέλεξε να γίνει άνθρωπος. Έχουν και το πλεονέκτημα οι άνθρωποι να βλέπουν έγχρωμα, ενώ οι άγγελοι ασπρόμαυρα, σαν τα σκυλιά.
  Ναι, ο έρωτας θα ευοδωθεί. Στη σκηνή που με εντυπωσίασε περισσότερο, μακράς διάρκειας, η κοπέλα εκφράζει τον έρωτά της με ένα μακρύ μονόλογο γεμάτο αίσθημα και φιλοσοφικές σκέψεις.
  Ο βιογραφισμός σχολιάζεται συνήθως απαξιωτικά στη λογοτεχνία, το να χρησιμοποιείς δηλαδή βιογραφικά στοιχεία για να φωτίσεις ένα έργο. Εγώ πιστεύω εντελώς το αντίθετο, και αυτή η ταινία νομίζω ότι μου προσφέρει την επιβεβαίωση.
  Εγώ το δηλώνω απερίφραστα, αλλά σε άλλους δουλεύει υποσυνείδητα: θέλω έργα με χάπι εντ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το θεωρώ προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι η ταινία του «Στο βαθύ γαλάζιο» δεν άρεσε κατά βάθος για το unhappy end, ενώ εμένα μου άρεσε γιατί παρά το unhappy end αναγνώρισα τον μεγάλο σκηνοθέτη. Τα «Φτερά του έρωτα» έχουν, πιστεύω, happy end γιατί εκτός από το ενδοκειμενικό ειδύλλιο του Ganz με την κοπέλα υπήρξε και το εξωκειμενικό ειδύλλιο του Βέντερς με την όμορφη Solveig Dommartin που πέθανε νεότατη, στα 45 της χρόνια, από καρδιακή προσβολή. Θα μπορούσε να είναι γνήσια ηρωίδα του Βέντερς. Το ειδύλλιό τους κράτησε κάπου πέντε χρόνια (στη γερμανική βικιπαίδεια διαβάζω ότι ο Βέντερς παντρεύτηκε το 1993 μια φωτογράφο). Μαζί ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο για να βρουν το κατάλληλο μέρος όπου θα γύριζαν την ταινία «Μέχρι το τέλος του κόσμου» (νομίζω ήταν πρόφαση, έκαναν ένα ταξίδι του μέλιτος χωρίς να έχουν παντρευτεί). Και η καριέρα της, διαβάζοντας το βιογραφικό της, βλέπω ότι σταμάτησε νωρίς. Ίσως η θλίψη απ’ αυτό προκάλεσε την καρδιακή προσβολή, όπως στον Κουροσάβα το σταμάτημα της χρηματοδότησης των ταινιών του τον οδήγησε σε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Ευτυχώς αμέσως μετά τον ανακάλυψε το Χόλυγουντ. Νομίζω τα τελευταία αριστουργήματά του είχαν χρηματοδότηση από το εξωτερικό. Όμως η χαρισματική κόρη του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ Σαμίρα Μαχμαλμπάφ, μετά το «Two legged horse» (2008), δεν γύρισε άλλη ταινία, και έτσι μπήκε τέρμα στην καριέρα της, στα εικοσιοκτώ της χρόνια. Η ίδια μιλάει σε συνέντευξή της για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει μια γυναίκα σκηνοθέτις στο Ιράν. Πιστεύω όμως ότι ένας βασικός λόγος είναι ότι η ταινία αυτή δεν άρεσε, σίγουρα σε μένα και σε μια φίλη, σε αντίθεση με τις άλλες τρεις ταινίες της.
  Μια ηθοποιός που μου άρεσε σαν γυναίκα και είδα όλες της τις ταινίες, ακόμη και μια δυο horror, είναι η Laura Ramsey. Βλέπω την καριέρα της να σταματάει το 2015, ενώ μέχρι τότε κάθε χρόνο είχε συμμετοχή σε ταινίες ή σε σήριαλ. Τι έγινε και εξαφανίστηκε;
  Θα κάνω ένα ακόμη σχόλιο. Ίσως να μη μου φαινόταν τόσο ωραία αν δεν την είχα πρωτοδεί στην καταπληκτική ταινία «Whatever Lola wants» του μαροκινού σκηνοθέτη Nabil Ayouch, του οποίου είδα επίσης όλες του τις ταινίες εκτός από την τελευταία (μη ρωτάτε το γιατί). Η πανέμορφη Maria Valverde την οποία είδα προχθές στην ταινία του Luca Guadagnino «Melissa P.» (θα γράψω στη συνέχεια) δεν με εντυπωσίασε (ούτε που τη θυμόμουνα καν) στο «Ημερολόγιο φόνων». Για ποιο λόγο; Μα γιατί η ταινία ήταν horror, είδος που δεν μου αρέσει καθόλου.
  Τότε γιατί την είδα;
  Αντιγράφω από την κριτική που έγραψα: «Πήγα και το είδα στη δημοσιογραφική προβολή στο Ιντεάλ γιατί δεν θα έχανα με τίποτα την επόμενη προβολή, το ντοκιμαντέρ «The human flow» του κινέζου κινηματογραφιστή και ακτιβιστή Ai Weiwei που αναφέρεται στους πρόσφυγες, και που η πρεμιέρα του είναι επίσης σήμερα».
  Πολύ μου άρεσε ο Βέντερς, ναι, θα δω και τις ταινίες του που δεν έχω δει ή, για να ακριβολογούμε, για τις οποίες δεν έχω γράψει, καθώς κάποιες απ’ αυτές, όπως το «Παρίσι-Τέξας», τις είδα πριν χρόνια.  
  Είχα ξεχάσει να ψάξω για μια ιρανική ταινία που στο τέλος της βλέπουμε έναν άγγελο να ανεβαίνει στον ουρανό, και έψαξα μετά την ανάρτηση. Δεν την βρήκα, αλλά έπεσα πάνω σε μια άλλη ιρανική ταινία που έχει τίτλο "Οι δυο άγγελοι", με το "άγγελοι" όμως με μεταφορική σημασία.  

Saturday, February 23, 2019

Νικόλας Ευαντινός, ο "θέλω να λέγομαι ποιητής

Εξαιρετικό κείμενο, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Alexey German Jr., Εξόριστος συγγραφέας (Dovlatov, 2018)


Alexey German Jr., Εξόριστος συγγραφέας (Dovlatov, 2018)


  Από προχθές στους κινηματογράφους.
  Η ταινία παρουσιάζει μερικές βδομάδες από τη ζωή του συγγραφέα Σεργκέι Ντοβλάτοφ το 1971, τις παραμονές της μετανάστευσης του φίλου του ποιητή Joseph Brodski στο εξωτερικό, ο οποίος αργότερα τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Καθώς η γραφή του δεν ήταν αρεστή δεν κατάφερε κανένα γραπτό του να τυπωθεί ώστε να γίνει μέλος της ένωσης συγγραφέων, πράγμα που θα άνοιγε το δρόμο για την έκδοση των έργων του. Δουλεύοντας ως δημοσιογράφος, εξοστρακίστηκε αργότερα από την ένωση δημοσιογράφων εξαιτίας του ανορθόδοξου, συχνά σατιρικού και προκλητικού τρόπου γραφής του. Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε για τη μετανάστευσή του στις ΗΠΑ και την μετέπειτα αναγνώριση του έργου του, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα ως ένας από τους πιο σημαντικούς Ρώσους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Δεν το έμαθε ποτέ καθώς πέθανε σαράντα έξι χρονών, το 1990, από καρδιακή προσβολή.
  Διανθισμένη με αρκετό χιούμορ, συχνά βέβαια σατιρικό, η ταινία μας δείχνει τις συνθήκες που ζούσαν οι Ρώσοι συγγραφείς, που για να δουν τα έργα τους τυπωμένα έπρεπε να γράφουν σύμφωνα με ορισμένες νόρμες που ήσαν αποδεκτές από το καθεστώς.
  Εδώ θα κάνω το δικηγόρο του διαβόλου. Εν τάξει, έχουμε συνηθίσει να καταγγέλλουμε τη λογοκρισία στα δικτατορικά καθεστώτα, μη εξαιρουμένης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, ξεχνώντας τη δικτατορία της αγοράς που ασκείται στη δημοκρατική Δύση, εκπρόσωποι της οποίας είναι οι εκάστοτε «αναγνώστες» των εκδοτικών οίκων, που έχουν σαν αποστολή να «μυρίσουν» τα έργα που θα αρέσουν στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Συχνά τα καταφέρνουν, συχνά όχι. Και δεν μιλάω για έργα όπως «Οι Δουβλινέζοι» του Τζόυς που απορρίφθηκαν από 34 εκδότες αν δεν με απατά η μνήμη μου, ούτε για τον «Οδυσσέα» του ίδιου συγγραφέα που απορρίφθηκε από επτά εκδοτικούς οίκους πριν γίνει δεκτός από τον όγδοο, αλλά και για έργα όπως ο «Χάρι Πότερ» που απορρίφθηκε και αυτός αρχικά από επτά νομίζω εκδοτικούς οίκους, όπως μου είπε αναγνώστης εκδοτικού οίκου στον οποίο είχα στείλει δείγμα του μυθιστορήματός μου «Το μυστικό των εξωγήινων», δίνοντάς μου την εμπιστευτική συμβουλή να μην περιμένω απάντηση αλλά να το στείλω ταυτόχρονα και σε άλλους εκδοτικούς οίκους. Για τη δικτατορία της αγοράς, που μεταφράζεται σε δικτατορία των εκδοτικών οίκων, θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. Το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που θεωρείται σήμερα ένα από τα αριστουργήματα της νεότερης πεζογραφίας μας, πέρασε απαρατήρητο όταν εκδόθηκε με έξοδα του συγγραφέα αφού προηγουμένως το είχαν απορρίψει τρεις εκδοτικοί οίκοι. Η αναγνώριση ήλθε όταν «μυρίστηκε» την αξία του ο «Ερμής», ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος της εποχής και το εξέδωσε το 1970. Σήμερα είναι γνωστό ότι για να εκδώσεις, ιδιαίτερα ποίηση, πρέπει να πληρώσεις, εκτός και αν είσαι ένας εντελώς πρωτοκλασάτος συγγραφέας.
  Και η αναγνώριση δεν είναι μόνο ζήτημα αξίας αλλά και μάρκετιν. Το ήξερα ήδη αλλά το διάβασα και στη βιογραφία του Σεφέρη που έγραψε ο Ρόντρικ Μπήτον: ο Σεφέρης πλήρωσε τον Ανδρέα Καραντώνη ο οποίος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για να «κρίνει», δηλαδή να εκθειάσει, την πρώτη του ποιητική συλλογή. Δεν ακούστηκε τίποτα τέτοιο για το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη για το «Άξιον εστί» του Ελύτη, που έκανε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Το διάβασα στην πρώτη του έκδοση, φοιτητής.
  Να μην ξεχάσω τη σύμπτωση: μέσα σε μια βδομάδα διάβασα-άκουσα πέντε φορές για το «μπλοκάρισμα του συγγραφέα». Οι άλλες τρεις ήταν: η ταινία «Η κλεμμένη πριγκίπισσα», η ταινία «Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις;» που παίζεται από αυτή την Πέμπτη, το ίδιο και «Η σύζυγος», και τέλος το βιβλίο των Ίρβιν Γιάλομ και Τζίνι Έλκιν «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» για το οποίο θα αναρτήσω μόλις το τελειώσω.
  Τις περισσότερες φορές βλέπω την ταινία ή τις ταινίες όταν έχω διαβάσει το βιβλίο, συνήθως ένα από τα κλασικά αριστουργήματα, όπως έκανα π.χ. με τη «Μαντάμ Μποβαρί». Κάποιες φορές διαβάζω το βιβλίο αφού δω την ταινία, όπως για παράδειγμα το «Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει» που παίζεται επίσης από αυτή την Πέμπτη. Αυτή τη φορά έκανα κάτι διαφορετικό. Καθώς αγνοούσα εντελώς τον συγγραφέα είπα να διαβάσω κάποιο έργο του. Βρήκα τον τρίτο τόμο των απάντων του στα ρωσικά, όμως σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να ψάξω κάποιο βιβλίο του σε αγγλική μετάφραση που θα μου έτρωγε λιγότερο χρόνο να το διαβάσω. Βρήκα κάποιες ιστοσελίδες να δίνουν σε pdf μια αγγλική μετάφραση, «The suitcase», «Η βαλίτσα», πράγμα που σημαίνει ότι είναι από τα πιο δημοφιλή έργα του, και έτσι αποφάσισα να τη διαβάσω. Τη βρήκα και στα ρωσικά, «Чемодан». Και για να αξιοποιήσω το χρόνο της ανάγνωσης είπα να διαβάσω το ρωσικό πρωτότυπο συμβουλευόμενος και την αγγλική μετάφραση, για να θυμηθώ λέξεις και να μάθω κάποιες καινούριες.
  Τζίφος!!! Είχαν δείγμα μόνο από το βιβλίο. Η αγγλική μετάφραση τον πρόλογο και την πρώτη ιστορία λειψή, χωρίς δυο σελίδες από το τέλος, ενώ το ρωσικό πρωτότυπο είχε επί πλέον μια ιστορία.
  Στην εισαγωγή διαβάζουμε για τη μετανάστευσή του. Είχε δικαίωμα να πάρει μαζί του μόνο μια βαλίτσα. Έβαλε μέσα κάποια πράγματα, ενώ πάρα πολλά πούλησε ή δώρισε σε φίλους. Πρώτος σταθμός η Ρώμη. Εκεί έλαβε κάποια χρήματα από τα συγγραφικά δικαιώματα έργων του που είχαν τυπωθεί στις ρωσικές εφημερίδες των εμιγκρέδων. Μετά πήγε στις ΗΠΑ. Μετά από τέσσερα χρόνια συναντήθηκε εκεί με τη γυναίκα του και την κόρη του. Αργότερα γεννήθηκε και ο γιος τους.
  Τη βαλίτσα δεν την άνοιξε καθόλου. Με τα χρήματα που πήρε αγόρασε ό,τι χρειάστηκε. Κάποια στιγμή την ανακάλυψε στο βάθος της ντουλάπας. Πάνω της καθόταν ο γιος του, τον οποίο είχε κλείσει στην ντουλάπα η μητέρα του για τιμωρία για τις επανειλημμένες αταξίες του, για τρία λεπτά. Ο Ντοβλάτοφ την άνοιξε και είδε τα αντικείμενα που είχε μέσα. Ένα από αυτά ήταν και οι κρεπ κάλτσες.
  Η πρώτη ιστορία «Οι φινλανδέζικες κρεπ κάλτσες» έχει να κάνει με το πώς τις απόκτησε.
  Πώς τις απόκτησε αλήθεια;
  Βοήθησε ένα φίλο του που έκανε μαύρη αγορά. Αυτός ήταν περίπου σεσημασμένος, δεν ήθελε να ρισκάρει, έστειλε τον Ντοβλάτοφ να παραλάβει τις δυο Φινλανδές που τις μετέφεραν, επτακόσια είκοσι ζευγάρια. Θα τις πλήρωναν 60 καπίκια το ζευγάρι και θα τις πουλούσαν στη χοντρική τρία ρούβλια. Στη λιανική πουλιούνταν έξι ρούβλια.
  Η επιχείρηση πήγε κατά διαόλου, γιατί δεν είχαν προλάβει να τις διοχετεύσουν στην αγορά και η σοβιετική βιομηχανία κυκλοφόρησε στο μεταξύ πάμφθηνες κρεπ κάλτσες, πιο φτηνές από όσο εκείνες που αγόρασαν αγόρασαν. Τις μοιράστηκαν, δώρισε στους φίλους του και κράτησε αρκετές. Δυο τρία ζευγάρια βρέθηκαν στη βαλίτσα.
  Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε: Они напомнили мне криминальную юность, первую любовь и старых друзей. Μου θύμιζαν την εγκληματική μου νιότη, την πρώτη μου αγάπη (τη δεύτερη, μας λέει πιο πριν, την παντρεύτηκε) και παλιούς φίλους.
  Απολαυστική αφήγηση, με αρκετό χιούμορ, μου άρεσαν πάρα πολύ τόσο ο πρόλογος όσο και η πρώτη ιστορία που διάβασα. Φαντάζομαι και οι υπόλοιπες θα είναι στο ίδιο μοτίβο, αναμνήσεις από τα αντικείμενα που βρήκε τη βαλίτσα.
  Μετατρέποντας τον τρίτο τόμο από epub σε pdf (υπάρχει μια ιστοσελίδα που το κάνει) είδα ότι περιέχει τη «Βαλίτσα». Όμως θα μου φάει χρόνο να τη διαβάσω, και έχω ένα σωρό ταινίες και βιβλία που με περιμένουν. Πριν κλείσω όμως να παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα:
– До нашего рождения – бездна. И после нашей смерти – бездна. Наша жизнь – лишь песчинка в равнодушном океане бесконечности.
  Μέχρι τη γέννησή μας, η άβυσσος. Και μετά το θάνατό μας – η άβυσσος. Η ζωή μας-ένας κόκκος άμμου στον αδιάφορο ωκεανό του απείρου.
  «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
  Λέτε να το αντέγραψε ο Ντοβλάτοφ από την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, παραλλάζοντάς το ελαφρά;
  Στην ιστοσελίδα όπου το βρήκα στο διαδίκτυο δίνοντας λέξεις-κλειδιά υπάρχει και το εξής στα σχόλια: Τι σημαίνει η λέξη «άβυσσος»;  Σημαίνει «το πράγμα που δεν έχει βυθό».  Οι λέξεις «άβυθος» και «άβυσσος» είχαν κάποτε την ίδια σημασία”.
  Ενδιαφέρον. Στο ρωσικό απόσπασμα που παρέθεσα η λέξη που μεταφράζεται «άβυσσος» είναι бездна. Без σημαίνει «χωρίς» και дно «βυθός».
  Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, και πρώτα απ’ όλα στη biblionet, δεν είδα να έχει μεταφραστεί κανένα έργο του στα ελληνικά. Μήπως είναι καιρός;
  Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που έδωσε ο σκηνοθέτης στον Γιάννη Κοντό εδώ.

Friday, February 22, 2019

Kristoffer Nyholm, Ο φαροφύλακας (Keepers, 2018)


Kristoffer Nyholm, Ο φαροφύλακας (Keepers, 2018)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Η πλοκή της ταινίας βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της εξαφάνισης τριών φαροφυλάκων σε ένα νησί των Εβρίδων που βρίσκονται στη δυτική ακτή της Σκωτίας (Παρεμπιπτόντως η εισαγωγή «Εβρίδες» του Μέντελσον είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια). Προτάθηκαν διάφορες θεωρίες για την εξαφάνισή τους, η οποία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ένα σήριαλ, μια όπερα δωματίου και για μια σύνθεση ενός ροκ συγκροτήματος. Μόνο το τέλος της ταινίας στηρίζεται σε μια απ’ αυτές.
  Ένα κιβώτιο ξεβράζεται στο φάρο. Τι περιέχει; Μπάρες χρυσού. Να τις μοιραστούν. Όμως εμφανίζονται οι ιδιοκτήτες του, πράγμα που θα τους μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
  Πώς θα ξεμπλέξουν;
  Μην περιμένετε να σας πω, να πάτε να δείτε την ταινία αν είστε τόσο περίεργοι. Έτσι κι αλλιώς είναι από πολλές απόψεις συναρπαστική, ιδιαίτερα το τέλος της που είναι ένα καθαρά ψυχολογικό θρίλερ.
   

Björn Runge, Η σύζυγος (The wife, 2017)


Björn Runge, Η σύζυγος (The wife, 2017)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Πολλές φορές έχω γράψει ότι το στόρι ήταν το πρόσχημα για να αναδειχθεί το φόντο, και νόμισα ότι και «Η σύζυγος» ήταν μια τέτοια περίπτωση. Αυτό, μέχρι τη μέση της ταινίας οπότε έχουμε τη μεγάλη ανατροπή, που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ένα προσχηματικό στόρι με λίγο πολύ τυπικά επεισόδια, επαναληπτικά (iterative) στην πλειοψηφία του, δεν είναι ακριβώς το στόρι που θα αρέσει στο μέσο θεατή.
  Το φόντο:
  Ο συγγραφέας τιμάται με το Νόμπελ, και με τη σύζυγό του και το γιο τους πηγαίνει να το παραλάβει. Παίρνομε μια ιδέα για το τι περίπου διαδραματίζεται μετά την ενημέρωση του βραβευθέντα. Σε αναδρομές που κόβουν, εν είδει ιντερμέτζου, την κύρια αφήγηση, βλέπουμε το ζευγάρι στα νεανικά τους χρόνια, αυτή νεαρή φοιτήτρια, αυτός νεαρός καθηγητής, προφανώς σε ένα μάθημα δημιουργικής γραφής, μια και γράφουν και οι δυο. Παντρεμένος αυτός, θα χωρίσει και θα την παντρευτεί. Μετά όμως;
  Δεν θα κάνουμε σπόιλερ, μπορείτε να δείτε την ταινία που πιστεύω ότι θα σας αρέσει όπως άρεσε και σε μένα. Ιδιαίτερα μου άρεσαν οι πνευματώδεις διάλογοι, το λεπτό, σοφιστικέ χιούμορ και η εξαιρετική ερμηνεία της Glenn Close.

Thursday, February 21, 2019

John Andreas Andersen, Ο σεισμός (The quake, 2018)


John Andreas Andersen, Ο σεισμός (The quake, 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία χαρακτηρίζεται ως action, drama, thriller στο IMDb, πράγμα που με εξέπληξε, γιατί ανήκει σε ένα ξεκάθαρο είδος, τις ταινίες καταστροφής. Είχα δει μια παρόμοια ταινία πρόπερσι νομίζω, και αν δεν με απατά η μνήμη μου επίσης σουηδική. Δεν κατάφερα να τη βρω, όμως έπεσα πάνω σε ένα σύνδεσμο με τις «δέκα καλύτερες ταινίες με θέμα τις φυσικές καταστροφές».
  Το μοτίβο είναι γνωστό: ο Shite (κάνω τώρα παραλληλισμό με το θέατρο Νο) είναι ο ξύπνιος, αυτός που ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει, αυτός που προβλέπει την μελλοντική καταστροφή και ζητάει να παρθούν μέτρα, με βασικό βέβαια να ειδοποιηθεί ο κόσμος. Ο Waki είναι ο στενοκέφαλος, πιο πάνω στην ιεραρχία, που δεν συμμερίζεται την άποψή του με αποτέλεσμα να έλθει σε σύγκρουση μαζί του. Κάποιες φορές προλαβαίνει να ειδοποιήσει, εδώ όμως δεν θα προλάβει. Στο τέλος της ταινίας θα τον δούμε να προσπαθεί να σώσει τουλάχιστον την οικογένειά του, όταν ο σεισμός είναι πια γεγονός.
  Συναρπαστικές σκηνές, φαντάζομαι η ταινία είναι από τις καλύτερες του είδους.
  Τελικά τη βρήκα, είναι «Το κύμα» (2015), νορβηγική. Από την κατολίσθηση ενός βουνού δημιουργείται ένα τσουνάμι εξαιτίας του οποίου θα χαθούν ζωές. Υπήρξε πραγματικό γεγονός, το 1905, και πάνω σ’ αυτό στηρίχθηκε η ταινία. Ελπίζω να μη γρουσουζέψει το πράγμα.