Book review, movie criticism

Tuesday, February 19, 2019

Yasujiro Ozu 27.Early summer (Bakushu 1951)


Yasujiro Ozu 27.Early summer (Bakushu 1951)


  Η Noriko είναι ήδη 28 χρονών και ακόμη δεν έχει παντρευτεί. Πρόβλημα για την οικογένεια. Ο θείος, κουφός από το ένα αυτί, πιέζει να της βρουν γαμπρό.
  Της βρίσκουν. Είναι όμως 42 χρονών, την περνάει 14 χρόνια. Όμως και η ίδια, στα 28 της είναι περασμένη, τι καλύτερο θα μπορούσε να βρει; Την πιέζουν από εδώ, την πιέζουν από εκεί, η ίδια, χωρίς να απορρίπτει την πρόταση, δεν λέει και το ναι. Όταν όμως η μητέρα ενός συναδέλφου του αδελφού της λέει ότι πολύ θα την ήθελε για νύφη, συγκατατίθεται αμέσως. Η μητέρα είναι ενθουσιασμένη.
  Όμως είναι χήρος, με μια κόρη. Η οικογένειά της αντιδρά. Η κόρη θα είναι πρόβλημα στο μέλλον. Αυτή όμως είναι ανένδοτη. Αναγκάζονται να υποχωρήσουν.
  Σαν σενάριο δεν μου είπε τίποτα το ιδιαίτερο. Βλέπουμε το πρόβλημα της αποκατάστασης μιας κοπέλας στις διάφορες εκδοχές του. Αυτό όμως που με ενθουσίασε είναι τα κωμικά επεισόδια με τα πιτσιρίκια, που δεν προσφέρουν τίποτα στην οικονομία του έργου. Απλά, έχοντας κωμική φλέβα ο Όζου όπως είπαμε, τα επινοεί και τα παρεμβάλει στη ροή του έργου. Ειδικά εκείνα με τον κουφό θείο είχαν πολύ πλάκα.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The Munekata sisters».

Monday, February 18, 2019

Kaveh Bakhtiari, L’ escale (Stop-over, 2013)


Kaveh Bakhtiari, L’ escale (Stop-over, 2013)


  Πρέπει να παρακολουθώ τις καινούριες ταινίες και να τελειώνω με τον Μιτζογκούτσι, έτσι κάποιες ιρανικές ταινίες που έχω παραμένουν στη λίστα αναμονής. Έκανα εξαίρεση με τον «Ενδιάμεσο σταθμό», για δυο λόγους. Ο πρώτος, αφορά τους σημερινούς κολασμένους της γης, που είναι οι λαθρομετανάστες. Ο δεύτερος, ο ενδιάμεσος αυτός σταθμός είναι η Αθήνα.
  Παρακολουθούμε τη ζωή κάποιων Ιρανών μεταναστών που έχουν παγιδευτεί στην Αθήνα, και οι οποίοι έχουν σαν τελικό προορισμό κάποια βόρεια ευρωπαϊκή χώρα, οι περισσότεροι τη Σουηδία. Κρυφτούλι με την αστυνομία, φυλακίσεις, εξαπάτηση από τους λαθρέμπορους που τους μετέφεραν, κατάθλιψη από την αβεβαιότητα για το πόσο θα μείνουν ακόμη εδώ, δεν είναι καθόλου μικρά προβλήματα. Ένας βρίσκεται στην Αθήνα πέντε χρόνια και ακόμη δεν τα κατάφερε να φύγει. Δυο απελπίζονται, κάνουν απεργία πείνας, ο ένας μάλιστα θα ράψει τα χείλη του. Τα κανάλια αδιάφορα, δεν είναι δα και τρομερή είδηση, όμως στο τέλος θα τα καταφέρουν και θα πάρουν το πολυπόθητο διαβατήριο.
  Έχουμε δει και άλλες ταινίες με λαθρομετανάστες, οι περισσότερες για τη ζωή τους στη χώρα προορισμού, ένα ντοκιμαντέρ για τη θαλασσινή περιπέτεια μέχρι να πατήσουν στη στεριά («Φωτιά στη θάλασσα») και ένα άλλο («Ανθρώπινη ροή») για τις συνθήκες παραμονής τους σε στρατόπεδα προσφύγων, μεγάλο μέρος του οποίου δείχνει τη ζωή τους στην Ιδωμένη.
  Οι λαθρομετανάστες από τη Συρία έρχονται για να ξεφύγουν από τον πόλεμο. Οι λαθρομετανάστες από το Πακιστάν για να ξεφύγουν από την φτώχεια. Οι λαθρομετανάστες από το Ιράν για να ξεφύγουν από τι άραγε; 

Sunday, February 17, 2019

Arturo Ripstein, El castillo de la pureza (1973)


Arturo Ripstein, El castillo de la pureza (1973)


  Το «Κάστρο της αγνότητας» Προβλήθηκε απόψε στο Σχολείο του Σινεμά.
  Παρόλο που στα γράμματα τέλους διαβάζουμε ότι «όλα τα πρόσωπα και οι καταστάσεις στην ταινία είναι φανταστικά και κάθε ομοιότητα με γεγονότα της πραγματικής ζωής είναι απλή σύμπτωση», εκ των υστέρων μάθαμε ότι δεν πρόκειται καθόλου για σύμπτωση αλλά για πραγματικά γεγονότα.  
  Η ταινία μου θύμισε τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Η Φραγκογιαννού, έχοντας την εμμονή ότι οι γυναίκες υποφέρουν στον κόσμο που ζούμε, σκοτώνει τέσσερα κοριτσάκια για να τα γλιτώσει από τα βάσανα της ζωής, πριν την εντοπίσουν. Ο Gabriel, πιστεύοντας ότι ο κόσμος έξω είναι ζούγκλα, φυλακίζει την οικογένειά του μέσα στο σπίτι του. Για την ακρίβεια φυλακίζει τη γυναίκα του και το μωρό τους, ενώ στη συνέχεια γεννιούνται άλλα δυο παιδιά. Πιθανότατα όμως το επιχείρημα ότι ο κόσμος έξω είναι ζούγκλα δεν είναι παρά μια εκλογίκευση του σαλεμένου του μυαλού για να καταπολεμήσει μια παθολογική ζήλεια. Ανακρίνει κατά καιρούς τη γυναίκα του για τις προηγούμενες σχέσεις της. Ο ίδιος βέβαια δεν έχει κανένα ενδοιασμό να την πέσει στην κόρη μιας πελάτισσάς του και να πάει με μια πόρνη, αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η αγνότητα των μελών της οικογένειάς του.
  Πώς ζουν;
  Παρασκευάζουν ποντικοφάρμακο, το οποίο αυτός πουλάει σαν πλασιέ. Όμως οι καιροί είναι δύσκολοι, ο κόσμος προτιμάει τα βιομηχανικό προϊόντα, τους προειδοποιεί, πρέπει να κάνουν οικονομίες.
  Φροντίζει για τη μόρφωση των παιδιών του. Όμως είναι και αυστηρός μαζί τους, με το παραμικρό παράπτωμα τα «φυλακίζει» σε ένα δωμάτιο, σε απομόνωση. Κατά καιρούς έχει ξεσπάσματα οργής.
  Το αγόρι και το μεγάλο κορίτσι βρίσκονται πια στην εφηβική ηλικία. Ο εγκλεισμός που συνεπάγεται αδυναμία συνεύρεσης με άτομα του άλλου φύλου οδηγεί αναπόφευκτα στα προεόρτια της αιμομιξίας. Ο πατέρας γίνεται πυρ και μανία όταν το ανακαλύπτει.
  Το κορίτσι δεν αντέχει πια, θα ρίξει έξω στο δρόμο ένα σημείωμα καλώντας σε βοήθεια. Η βοήθεια θα φτάσει αναπάντεχα, από άλλο δρόμο. Ο πατέρας θα συλληφθεί. Στην τελευταία σκηνή θα τους δούμε μόνους στο σπίτι. Ναι, γλίτωσαν από ένα πατέρα-αφέντη, όμως είχαν συνηθίσει σ’ αυτή τη ζωή.
  Θυμήθηκα και «Το μήλο», την πρώτη ταινία της δεκαεπτάχρονης τότε Σαμίρας Μαχμαλμπάφ, κόρης του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ και της Μερσιγιέ Μεσκινί-Μαχμαλμπάφ, που αναφέρεται επίσης σε πραγματικό γεγονός. Ο τυφλός χήρος πατέρας έχει κλείσει το μικρό κοριτσάκι του, αλλά όχι και το γιο του, στο σπίτι, απαγορεύοντάς του κάθε έξοδο. Φοβάται για την τιμή της. Η επέμβαση των γειτόνων θα το σώσει.  
    

Saturday, February 16, 2019

Frank Oz, Dirty rotten Scoundrels (1988)


Frank Oz, Dirty rotten Scoundrels (1988)


  Έχω πρόβλημα όταν οι ήρωες είναι αρνητικοί. Βλέποντας αυτή την ταινία διαπιστώνω ότι, όταν πρόκειται για κωμωδία, αυτό δεν με ξενερώνει ιδιαίτερα.
  Οι δυο απατεώνες, ο ένας μεγαλο- και ο άλλος μικρο-, στοιχηματίζουν ποιος από τους δυο θα αποσπάσει 50.000 δολάρια από το υποψήφιο θύμα, μια κοπέλα. Ο μεγαλοαπατεώνας, ο Μάικλ Κέιν, αρνείται να τα πάρει από την κοπέλα όταν μαθαίνει ότι δεν είναι η πλούσια που νόμιζαν αλλά μια φτωχούλα, που όμως είναι διατεθειμένη, πουλώντας κάποια πράγματά της, να τα διαθέσει για να θεραπευτεί ο μικροαπατεώνας, ο Στηβ Μάρτιν, που παριστάνει τον παραπληγικό και βρίσκεται σε καροτσάκι.
  Τα κωμικά επεισόδια που σκαρφίζονται για να την ξεγελάσουν είναι απολαυστικά. Τελικά φαίνεται ότι θα παίξει και ο έρωτας. Αλλά, αν και μεταξύ κατεργαρέων υπάρχει ειλικρίνεια, όμως δεν υπάρχει μεταξύ απατεώνων.
  Βλέποντας το τέλος θυμήθηκα ότι την ταινία την είχα ξαναδεί, γιατί υπήρχε μια μεγάλη, απολαυστική ανατροπή: και οι δυο έπεσαν θύματα της κοπέλας, που ήταν μεγαλύτερης κλάσης απατεώνισσα από τους ίδιους. Ο Μάικλ Κέιν δέχεται την ήττα του με στωικότητα, θαυμάζοντας την κοπέλα. Στο τέλος θα τη δούμε να κουβαλάει ένα τσούρμο στη βίλα του, ο οποίος μεγαλόψυχα φιλοξενεί για μια βδομάδα τον Στην Μάρτιν. Τους αρπάζει αγκαζέ και τους καλεί να ξαφρίσουν το τσούρμο που προπορεύεται.
  Για να πω την αλήθεια, μια κωμωδία την κρίνω κυρίως από το κατά πόσο γελάω. Και δεν γέλασα ιδιαίτερα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι τη βρήκα κακή, σε αντίθεση με το «Bowfinger», πάλι του Frank Oz, πάλι με τον Στηβ Μάρτιν, που τη βρήκα ξεκαρδιστική, και υπέροχη στη σάτιρά της.

Friday, February 15, 2019

Frank Oz, Bowfinger (1999)


Frank Oz, Bowfinger (1999)


  Εξαιρετική κωμωδία με τον Στιβ Μάρτιν και τον Έντι Μέρφι, με ένα εντελώς πρωτότυπο σενάριο.
  Ο Στιβ Μάρτιν είναι σκηνοθέτης, αλλά τελευταία δεν τα πηγαίνει καλά, οι παραγωγοί δεν τον εμπιστεύονται. Και σκαρφίζεται το εντελώς απίθανο, να φτιάξει μια ταινία με τέτοιο τρόπο που ο πρωταγωνιστής, ο Έντι Μέρφι, δεν θα το πάρει χαμπάρι.
  Είναι δυνατόν;
  Σε μια κωμωδία τα πάντα είναι δυνατά. Σαν κομπάρσους θα προσλάβει λαθρομετανάστες μεξικανούς τους οποίους θα βοηθήσει να περάσουν τα σύνορα. Είναι και δυο στενοί του συνεργάτες που θα συμμετάσχουν στο κόλπο. Έρχεται και η γκόμενα που μόλις έχει καταφτάσει στο Χόλυγουντ με τη φιλοδοξία να γίνει ηθοποιός.
  Και η σάτιρα: θα τη δείξει να πέφτει από τη μια αγκαλιά στην άλλη, ανάλογα με το ποιος της φαίνεται κάθε φορά ότι έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στο γύρισμα της ταινίας. Πρώτος θα είναι ο νεαρός και όμορφος συνεργάτης του Στηβ Μάρτιν. Στη συνέχεια ο ίδιος ο Στηβ Μάρτιν, για να ακολουθήσει στο τέλος ο σωσίας του Στηβ Μάρτιν, που θα αποδειχθεί ότι είναι ο δίδυμος αδελφός του με τον οποίο όμως δεν έχει ιδιαίτερες σχέσεις.
  Ναι, η καριέρα θέλει θυσίες, και τέτοιου είδους θυσίες μόνο μια γυναίκα μπορεί να τις κάνει, μια και ο σκηνοθετικός χώρος ανδροκρατείται.
  Και το εφέ έκπληξης: οι θυσίες αυτές είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι φανταζόμαστε: η κοπέλα είναι τελικά λεσβία.
  Από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες που έχω δει τελευταία.

Thursday, February 14, 2019

Sara Colangelo, Η νηπιαγωγός (The Kindergarten teacher, 2018)


Sara Colangelo, Η νηπιαγωγός  (The Kindergarten teacher, 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η νηπιαγωγός εντυπωσιάζεται από το ποιητικό ταλέντο του πεντάχρονου μαθητή της, σε σημείο που της γίνεται εμμονή. Τον ενθαρρύνει όσο μπορεί, και μάλιστα τον παρουσιάζει σε μια ποιητική βραδιά όπου απαγγέλει δυο ποιήματά του.
  Σε μια τάξη δημιουργικής γραφής παρουσιάζει τα ποιήματά του σαν δικά της, όχι για να τα οικειοποιηθεί αλλά γιατί ήταν ο μόνος τρόπος να τα παρουσιάσει. Εντυπωσιάζει τον δάσκαλό της που περίπου την ερωτεύεται. Μέχρι που, σ’ εκείνη την ποιητική βραδιά, μαθαίνει ότι τα ποιήματα δεν είναι δικά της.
  Δεν συμμερίζονται όλοι τον ενθουσιασμό της. Ο πατέρας του μάλιστα, εντελώς αρνητικός, τον παίρνει και τον πηγαίνει σε άλλο νηπιαγωγείο. Απογοητευμένη και από την οικογενειακή της ζωή, κουβαλώντας και την απογοήτευση από τα δικά της λογοτεχνικά πετάγματα, θα προβεί σε ένα απονενοημένο διάβημα. Η τελευταία σκηνή είναι συγκλονιστική.
  Η όλη ιστορία αποτελεί μια αντιστροφή αυτού που συμβαίνει συνήθως στην πραγματικότητα. Ο δάσκαλος ενθαρρύνει τον μαθητή (εγώ είχα την ενθάρρυνση δυο καθηγητών μου), και προοδεύει. Εδώ τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Βλέπουμε τη διαδικασία της ενθάρρυνσης ενός ταλέντου, που λόγω ενός πατέρα που δεν δείχνει κατανόηση είναι καταδικασμένο να μαραζώσει. Όμως αυτό γίνεται με ένα δραματικό τρόπο.
  Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία, πιστεύω να αρέσει και σε σας αν πάτε να τη δείτε.  

Nadine Labaki, Καπερναούμ (2018)


Nadine Labaki, Καπερναούμ (2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Θα μιλήσω καλύτερα για την «Καπερναούμ» συγκρίνοντάς τη με τους «Κλέφτες καταστημάτων» του Hirokazu Koreeda.
  Στην ταινία του Κορέεντα βλέπουμε μια οικογένεια εξαθλιωμένη. Ανάμεσά τους είναι και ένα κοριτσάκι που το βρήκαν στο δρόμο και το περιμάζεψαν. Το αγαπάνε. Ζούνε κλέβοντας από σούπερ μάρκετ.
  Το κοριτσάκι είναι μιας μικρο-ή μεσοαστικής οικογένειας, που δεν γνώρισε στοργή και αγάπη σ’ αυτήν. Θα τη γνωρίσει μέσα στην οικογένεια των «καταφρονεμένων» (για να θυμηθούμε και το «Dodesukaden» του Κουροσάβα).
  Το αγοράκι και το κοριτσάκι της εξαθλιωμένης οικογένειας που ζει σε μια φτωχογειτονιά ανήκει σ’ αυτήν, το ζευγάρι δεν τα περιμάζεψε, είναι παιδιά τους. Ζουν κάνοντας μικροδουλειές, αλλά η ζωή είναι δύσκολη, δεν έχουν να πληρώσουν το νοίκι, ο σπιτονοικοκύρης που έχει ένα μπακάλικο δεν επιμένει, μάλιστα τους δίνει και τρόφιμα, περιμένοντας όμως ένα αντάλλαγμα: να παντρευτεί το εντεκάχρονο κοριτσάκι. Ο Ζαΐν ούτε να το ακούσει, και φυσικά ούτε το κοριτσάκι θέλει.
  Καινούρια ταινία, να μην κάνω σπόιλερ.
  Ξεκινάει με μια δίκη. Το αγοράκι έχει μηνύσει τους γονείς του. Η κατηγορία; Ότι τον γέννησαν. Εκτίει ποινή πέντε χρόνων γιατί μαχαίρωσε κάποιον. Στη συνέχεια, σε αναδρομή, θα παρακολουθήσουμε την ιστορία του. (Και η σύμπτωση: πριν ολοκληρώσω την ανάρτηση αυτή ο φίλος μου ο Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου αναρτάει στον τοίχο του στο facebook ένα σχετικό δημοτικό ποίημα).
  Μια παράλληλη ιστορία έχει να κάνει με τους λαθρομετανάστες. Βλέπουμε μια γυναίκα μαύρη που έχει ένα μωρό. Τελειώνει η άδεια παραμονής της και πρέπει γρήγορα να την αντικαταστήσει. Θα συναντηθεί με το αγοράκι και οι τύχες τους στο εξής θα συμπλέουν.
  Ενώ όμως στην οικογένεια του Κορέεντα βλέπουμε τις αγαπησιάρικες σχέσεις των μελών της, στην οικογένεια της Λαμπακί οι σχέσεις είναι γεμάτες εντάσεις. Την ταινία θα την έλεγα πιο ρεαλιστική γιατί η φτώχεια και η εξαθλίωση συχνά δημιουργούν τεταμένες σχέσεις και καυγάδες.
  Θα κάνω όμως δυο σπόιλερ. Το ένα είναι ενδοαφηγηματικό.
  Μπορεί κι εσείς να προτιμάτε τα έργα με happy end. Όπως και όλα τα έργα της Λαμπακί, τα οποία τα είδαμε με τελευταίο το «Ρίο, σ’ αγαπώ», η «Καπερναούμ» έχει happy end. Διαφέρει όμως απ’ αυτά γιατί είναι ολότελα σκοτεινή, χωρίς χιούμορ.
  Το δεύτερο είναι εξωκειμενικό.
  Ο Zain Al Rafeea, ο νεαρός πρωταγωνιστής της Λαμπακί, νεαρό προσφυγόπουλο από τη Συρία που δεν είχε πάει ποτέ του σχολείο, τώρα βρίσκεται στη Σουηδία και πηγαίνει σχολείο, όπως μας λέει η ίδια η Λαμπακί.   
  Μια μερίδα της κριτικής εξανίσταται πώς μια τέτοια ταινία διεκδικεί βραβείο στις Κάννες (τιμήθηκε τελικά με το βραβείο Κριτικών). Τη βρήκε πολύ συναισθηματική. Θα το σχολιάσω όπως σχολίασα αντίστοιχες αντιδράσεις της κριτικής για την ταινία του Feng Xiaogang «Back to 1942». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την κριτική μου.
  «Στο τμήμα reception του λήμματος της βικιπαίδειας διαβάζω αποσπάσματα από τέσσερις αγγλόφωνους συντάκτες, που όλοι τους στέκονται αρνητικά απέναντι στην ταινία. Ο Daniel Eagan του Film Journal γράφει χαρακτηριστικά: the storytelling in Back to 1942 is so careful that it fails to build much interest or emotion.
  Πάλι θα αναφερθώ στην πρόσληψη. Ένας δυτικός ούτε θα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον ούτε θα συγκινηθεί ιδιαίτερα με αυτή την ταινία. Όχι εξαιτίας της ίδιας της ταινίας, αλλά εξαιτίας των γεγονότων που αφηγείται. Αν αυτά συνέβαιναν κάπου στη Δύση θα έδειχνε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον και θα τον συγκινούσαν περισσότερο».
  Ισχύει και εδώ το γνωστό «κάτι τρέχει στα γύφτικα».
  Παραλίγο να το ξεχάσω, πολύ μου άρεσε η μουσική του συζύγου της.  
  Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και τη συνέντευξη που έδωσε η Λαμπακί στον Γιάννη Κοντό.

Paolo Taviani, Μια προσωπική ιστορία, (Una questione privata 2017).


Paolo Taviani, Μια προσωπική ιστορία, (Una questione privata 2017).

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Τη σκηνοθεσία την υπογράφει ο Paolo μετά τον θάνατο του αδελφού του Vittorio, όμως το σενάριο το υπογράφουν και οι δυο.
  Το έργο δεν δείχνει τόσο τη φιλοπατρία όσο τη μεγαλοσύνη της φιλίας. Και ο Milton και ο Giorgio αγαπούν την ίδια κοπέλα, τη Fulvia. Η Fulvia δείχνει καθαρά την προτίμησή της για τον Giorgio. Όμως ο Milton, που είναι μαζί με τον Giorgio στου παρτιζάνους, θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον σώσει όταν πέφτει στα χέρια των «μαύρων κατσαρίδων» πριν τον εκτελέσουν. Ούτε στιγμή δεν περνάει από το μυαλό του ότι έτσι πιθανόν να κερδίσει την καρδιά της Fulvia, μια και θα της έχει μείνει μόνο αυτός. Θα ρισκάρει για να πιάσει έναν φασίστα αιχμάλωτο για να τον ανταλλάξει, όπως γίνεται συχνά. Θα τα καταφέρει; Και τι του μένει να κάνει αν δεν τα καταφέρει;
  Μια σύγχρονη εκδοχή του μοτίβου «Δάμων και Φιντίας», που μου άρεσε πάρα πολύ.  

 

Oleh Malamuzh, Η κλεμμένη πριγκίπισσα (The stolen princess: Ruslan and Lyudmila, 2018)


Oleh Malamuzh, Η κλεμμένη πριγκίπισσα (The stolen princess: Ruslan and Lyudmila, 2018)


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους. Παίζεται και αυτή τη βδομάδα.
  Η ταινία animation του ουκρανού Oleh Mazamuzh είναι βασισμένη πάνω στο ποίημα του Πούσκιν «Ρουσλάνος και Λουντμίλα».
  Βασισμένη. Γιατί, παρόλο που προσπάθησα να αντισταθώ στον πειρασμό, δεν μπόρεσα να μη διαβάσω τελικά το ποίημα του Πούσκιν. Όμως, αντίθετα από ό,τι κάνω σε τέτοιες περιπτώσεις που αναφέρομαι στο λογοτεχνικό έργο στο τέλος, παραθέτοντας κυρίως τις διαφορές του από την κινηματογραφική μεταφορά, εδώ θα κάνω κάτι διαφορετικό: θα προχωρήσω στην πλοκή ταυτόχρονα και στα δυο έργα, μιλώντας για τις διαφορές.
  Η ταινία ξεκινάει με τον νάνο μάγο Τσέρνομορ να παλεύει για την καρδιά της όμορφης Μίλα (υποκοριστικό της Λιουντμίλα) με έναν άλλο μάγο, τον Φιν (δεν θυμάμαι αν λέγεται ότι είναι αδελφός του, όπως στο έργο του Πούσκιν). Νικάει ο Τσέρνομορ, και κάνοντας έναν ανεμοστρόβιλο παίρνει μακριά τη Μίλα.
  Και μετά το εφέ έκπληξης: Όλο αυτό δεν ήταν παρά μια παράσταση που δίνει ο αφηγητής-παραμυθάς Ρουσλάν. Στο υποβολείο βρίσκεται ο Λέστερ ο οποίος γράφει και τα έργα, περσόνα του ποιητή.
  Ξάφνου ο κόσμος φεύγει. Βλέπει τρεις ιππότες στα άλογά τους. Πάνε να ζητήσουν το χέρι της όμορφης Λιουντμίλας, της πριγκίπισσας. Όμως σε λίγο τους βλέπουμε να επιστρέφουν άπρακτοι.
  Ο βασιλιάς της έχει πει ότι πρέπει οπωσδήποτε να παντρευτεί. Αυτή δεν θέλει να κλειστεί μέσα στα δεσμά του γάμου, θέλει να ταξιδέψει, να ζήσει την περιπέτεια. Ο βασιλιάς εξοργίζεται. Της λέει ότι αν δεν διαλέξει η ίδια από τους υποψήφιους γαμπρούς, τότε θα διαλέξει ο ίδιος.
  Αυτή για να γλιτώσει το σκάει. Στο δρόμο θα πέσει πάνω σε κάτι κακοποιούς, όμως ο Ρουσλάν θα τη σώσει απ’ αυτούς. Κεραυνοβόλος έρωτας, όμως κεραυνοβόλα και η απαγωγή της με έναν ανεμοστρόβιλο που δημιουργεί ο γνωστός μας νάνος μάγος. Ο βασιλιάς θα διακηρύξει ότι όποιος τη βρει θα την πάρει γυναίκα του. Ο Ρουσλάν θα τρέξει, αλλά μαζί του και οι άλλοι τρεις υποψήφιοι τους οποίους είχε απορρίψει.  
  Όμως ας πάμε στον Πούσκιν.
  Η Λιουντμίλα και ο γενναίος πρίγκηπας Ρουσλάν είναι ερωτευμένοι. Ο γάμος τους θα γίνει το βράδυ. Ανάμεσα στους καλεσμένους είναι και τρεις αντίζηλοί του, ο Ρογκντάι (ο κακός), ο Ρατμίρ (ο καλός) και ο Φάρλαφ (ο άσχημος· για την ακρίβεια, ο χοντρός).
  Όμως είναι ερωτευμένος μαζί της και ο μάγος Τσέρνομορ (στην ταινία όχι, τη θέλει για άλλο σκοπό). Κάνοντας έναν ανεμοστρόβιλο την απαγάγει. Ο βασιλιάς, ενοχλημένος που ο Ρουσλάν δεν την προστάτεψε, θα διακηρύξει ότι όποιος βρει την πριγκίπισσα και τη φέρει πίσω θα τον κάνει γαμπρό του και διάδοχο του θρόνου. Και οι τέσσερις ξεκινούν για να βρουν την πριγκίπισσα.
  Οι διαφορές:
  Ο Φιν αγαπούσε την Ναήνα, η οποία όμως δεν τον ήθελε. Ταξίδεψε, έκανε κατορθώματα, επέστρεψε με άφθονους θησαυρούς και τους της πρόσφερε, όμως αυτή δεν συγκινήθηκε. Ξαναέφυγε και σπούδασε την τέχνη της μαγείας. Ναι, θα την έκανε να τον ερωτευθεί.
  Και τα κατάφερε.
  Όμως η ίδια ήταν πια κοντά στα ογδόντα, γριά και άσχημη, είχε λείψει πολλά χρόνια.
  Ούτε να τη δει.
  Αυτή, εξοργισμένη που την απέρριψε, κάνει όρκο να εκδικηθεί.
  Ο φίλος του εχθρού μου είναι εχθρός μου: μαθαίνοντας η Ναήνα ότι ο Φιν βοήθησε τον Ρουσλάν να βρει τη Λιουντμίλα θα σταθεί εμπόδιο στην προσπάθειά του. Φυσικά ο Ρουσλάν θα συναντήσει και πολλά άλλα εμπόδια μέχρι να καταφέρει να τη σώσει.
  Δεν θα συνεχίσουμε με διαφορές και ομοιότητες, απλά θα θέλαμε να δείξουμε μια κεφαλαιώδη διαφορά ανάμεσα στις δυο ιστορίες σε σχέση με το μοτίβο του σταχτοπούτου στο οποίο αναφέρομαι συχνά. Στην ιστορία του Πούσκιν απουσιάζει, αφού ο αγαπημένος της πριγκίπισσας είναι ένας πρίγκιπας. Στην ταινία του Malamuzh αυτός που θα κερδίσει την καρδιά της τελικά είναι ένας ταπεινός παραμυθάς, ένας αντιήρωας. Πώς θα τα καταφέρει; Θα το δείτε στην ταινία.
  Θυμήθηκα τώρα τον «Cameraman», έναν άλλο αντιήρωα στην ομώνυμη ταινία του Μπάστερ Κίτον, που καταφέρνει τελικά να κερδίσει την καλή του, παρά τον ανταγωνιστή του που προσπάθησε να την ξεγελάσει ότι αυτός τάχα την έσωσε από πνιγμό. Το ίδιο θα προσπαθήσει να κάνει και ο Φάρλαφ στο έργο του Πούσκιν, χωρίς επιτυχία φυσικά.  
  Γεμάτη φαντασία και χιούμορ η ταινία μου άρεσε πολύ, παρόλο που, το έχω ξαναγράψει, δεν είμαι φαν των animation. Για το έργο του Πούσκιν, δεν το συζητάμε.
  Γιατί ουκρανός ο σκηνοθέτης;
  Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Κίεβο, πρωτεύουσα του κράτους των Ρως πριν το τέλος της πρώτης χιλιετίας. Το Κίεβο, για όσους δεν το ξέρουν, είναι η πρωτεύουσα της σημερινής Ουκρανίας.
  Είδα και την ταινία «Ρουσλάνος και Λιουντμίλα» (1972) του Alexandr Ptushko και απόλαυσα τη μουσικότητα των δεκατρισύλλαβων και δεκατετρασύλλαβων στίχων του Πούσκιν, χωρίς να τους πολυκαταλαβαίνω εννοείται, παρά τους υπότιτλους. Κατέβασα και το Ρωσικό πρωτότυπο, οι στροφές είναι ανισοσύλλαβες ενώ στις ομοιοκαταληξίες κυριαρχεί η πλεχτή και η ζευγαρωτή, κάτι που διαπίστωσα βλέποντας και την ταινία· η οποία, παρεμπιπτόντως, ακολουθεί αρκετά πιστά τον Πούσκιν.
  Τι γίνεται με τους τρεις υποψήφιους γαμπρούς;  
  Τον Rogday ο Ρουσλάν, όταν του επιτίθεται, μετά από σύντομη μάχη τον ρίχνει στον Δνείπερο, το σώμα του το παίρνουν οι γοργόνες, μόνο το φάντασμά του θα εμφανίζεται κατά καιρούς στην επιφάνεια. Ο Ρατμίρ, αφού τον μάγεψαν για ένα διάστημα οι σειρήνες στο παλάτι τους, ξεφεύγει, βρίσκει μια ωραία κοπέλα και ζει μια ευτυχισμένη ζωή, μακριά από κατορθώματα και ηρωισμούς, σαν απλός ψαράς. Όσο για τον Φάρλαφ, θα σκοτώσει τον Ρουσλάν και θα απαγάγει την Λιουντμίλα που βρίσκεται σε λήθαργο πλάι του, μαγεμένη. Θα τη φέρει στο παλάτι και θα υποκριθεί ότι την έσωσε αυτός. Όμως ο Φιν, ο καλός μάγος, θα επαναφέρει στη ζωή τον Ρουσλάν και θα του δώσει ένα μαγικό δακτυλίδι που με αυτό θα ξυπνήσει την αγαπημένη του. Πιο πρώτα όμως θα τρέψει σε φυγή τους Πετσενέγκους που πολιορκούν το Κίεβο. Και ο Chernomor, που έχει χάσει πια τη δύναμή του αφού ο Ρουσλάν του έκοψε τη γενειάδα του (ας θυμηθούμε τον Σαμψών), και ο Φάρλαφ, θα συγχωρεθούν.
  Συνηθίζω να γράφω για την ανωτερότητα της λογοτεχνίας σε σχέση με τον κινηματογράφο. Με αφορμή την ταινία θα σχολιάσω ότι και ο κινηματογράφος μπορεί να συναγωνισθεί κάποιες φορές επάξια τη λογοτεχνία. Το επεισόδιο εκείνο όπου η Λιουντμίλα, φορώντας τον σκούφο του κακού μάγου που την κάνει αόρατη, τους κοροϊδεύει χωρίς αυτοί να μπορούν να την πιάσουν μου φάνηκε πιο απολαυστικό από ότι στο ποίημα.
  Εξαιρετική ταινία, μπορείτε να τη δείτε σε δυο μέρη, 1ο και 2ο, με αγγλικούς υπότιτλους στο youtube.
   Υπάρχει στο youtube και η ταινία «Руслан и Людмила» (1938) των Иван Никитченко και Виктор Невежин, σύντομη, πενήντα λεπτών. Έχει τη φιλοσοφία του βωβού κινηματογράφου με μεσότιτλους στίχους του Πούσκιν. Η διαφορά: υπάρχει η εξαίσια μουσική της ομώνυμης όπερας του Γκλίνκα και η απαγγελία στίχων του Πούσκιν. Η ιστορία με τις σειρήνες παραλείπεται.
  Μια βουβή ταινία, του 1915, δεν την βρήκαμε. Θα ήταν άλλωστε απίθανο να τη βρούμε.
  Φυσικά είδαμε και την όπερα του Γκλίνκα από το youtube, με ρώσικους υπότιτλους, με την Albina Shagimuratova και τον Μιχαήλ Πετρένκο. Εδώ συνειδητοποίησα πόσο οι σκηνικοί περιορισμοί, αλλά και οι σκηνικές απαιτήσεις, επιβάλλουν δραστικές αλλαγές. Εδώ ο Rogdai απουσιάζει. Στη σκηνή, στο παλάτι με τις σειρήνες, μετά τον Ρατμίρ και την φίλη του την οποία είχε παρατήσει, έρχεται ο Ρουσλάν. Θα φύγουν όλοι μαζί και θα πάνε στο παλάτι του Τσέρνομορ όπου κρατιέται η Λιουντμίλα. Θα έλθει και ο Φιν. Πιο πριν έχουμε δει τις προσπάθειες που καταβάλουν οι αυλικοί του Τσέρνομορ να διασκεδάσουν τη Λιουντμίλα. Βλέπουμε παρατεταμένα φιλιά και δυο γυμνές κοπέλες, σε ένα βιαστικό πέρασμα. Η κωμική σκηνή με το σκούφο απουσιάζει.
  Δεν προλαβαίνουν να σώσουν την Λιουντμίλα, η οποία βρίσκεται ναρκωμένη, και την απαγάγει ο Φάρλαφ. Την πηγαίνει στο Κίεβο, στο παλάτι του πατέρα της, και βέβαια δεν μπορεί να την ξυπνήσει. Σε λίγο καταφτάνει και η τριάδα, Ρουσλάν-Ρατμίρ-Φιν. Όλοι ζητωκραυγάζουν τον Φιν που χάρη σ’ αυτόν ξύπνησε η Λιουντμίλα. Και φυσικά δεν βλέπουμε καμιά πολιορκία από τους Πετσενέγκους. Τέλος γίνεται αναφορά σε ένα ποιητή που θα γράψει αυτή την ιστορία και θα κάνει αθάνατα τα ονόματά τους.
  Η όπερα ανοίγει και κλείνει με σκηνικά εποχής, ενώ ενδιάμεσα βλέπουμε σύγχρονα κοστούμια και σκηνικά, που στη λιτότητά τους φαίνονται φουτουριστικά.
  Μας άρεσε πολύ αυτή η όπερα, με μια μουσική εξαίσια, και με μια εισαγωγή ιδιαίτερα μαγευτική την οποία βέβαια είχαμε ξανακούσει.   
  Βρήκα στη βικιπαίδεια τους συντελεστές της παράστασης αυτής. Αντιγράφω και επικολλώ: 2011: (DVD) Vladimir Jurowski (conductor), Orchestra and Choir of the Bolshoi Theatre, Albina Shagimuratova (Lyudmila), Mikhail Petrenko (Ruslan), Yuriy Mynenko (Ratmir), Almas Svilpa (Farlaf), Alexandrina Pendatchanska (Gorislava), Charles Workman [de] (Finn/Bayan), Vladimir Ognovenko (Svetozar), Elena Zaremba (Naina).
  Σκοπεύουμε να δούμε και άλλη μία, χωρίς υπότιτλους.
  Είδαμε επίσης ένα μπαλέτο στο youtube με τη μουσική του Γκλίνκα. Μας άρεσε τόσο πολύ που το είδαμε δυο φορές. Χοντρικά ακολουθεί την ταινία.
  Είδαμε και ένα ice show με διάφορες μουσικές. Θεαματικότατο, πολύ μας άρεσε.