Book review, movie criticism

Thursday, August 30, 2018

Ernesto Contreras, Sueño en otro idioma (Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα 2017)


Ernesto Contreras, Sueño en otro idioma (Ονειρεύομαι σε άλλη γλώσσα 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Συχνά ακούμε για την εξαφάνιση των ειδών, όμως σπάνια ακούμε για την εξαφάνιση των γλωσσών. Θυμάμαι πριν χρόνια που είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για μια φυλή του Αμαζονίου, από την οποία βρίσκονταν στη ζωή μόνο τρία άτομα. Τη γλώσσα της φυλής τους τη μιλούσαν μόνο αυτά τα τρία άτομα.
  Δύο άτομα μιλάνε και τη γλώσσα των Ζίκριλ, οι υπόλοιποι της φυλής μιλάνε ισπανικά. Για αυτά τα άτομα έχει ακούσει ο Μάρτιν, νεαρός γλωσσολόγος ερευνητής, και έχει έλθει για να τους ηχογραφήσει, έναν άντρα και μια γυναίκα. Ο άνδρας είναι χρόνια απομονωμένος σε μια καλύβα στο δάσος, δεν έχει μάθει ισπανικά.
  Ο Μάρτιν μαθαίνει ότι υπάρχει και ένας τρίτος. Η παρουσία του είναι απαραίτητη, καθώς κάποια στιγμή η γυναίκα πεθαίνει. Πρέπει οπωσδήποτε να βιντεοσκοπήσει μια συζήτηση μαζί τους.
  Δεν είναι καθόλου εύκολο. Οι άνδρες αυτοί είναι άσπονδοι εχθροί. Δηλαδή, για την ακρίβεια ο ένας εχθρεύεται απίστευτα τον άλλο, αυτόν τον μοναχικό, ο οποίος όμως είναι έτοιμος για συμφιλίωση.
  Ο Μάρτιν θα τα καταφέρει να τους συμφιλιώσει, και θα τους βάλει μαζί και θα τους βιντεοσκοπήσει. Όμως κάποια στιγμή ο τρίτος άνδρας θα κάνει πίσω σ’ αυτή τη συμφιλίωση, εκφράζοντας μια απίστευτη έχθρα.
  «Μια γυναίκα, δύο άντρες», όμως δεν είναι ακριβώς αυτό το μοτίβο της ταινίας. Ας μην το αποκαλύψουμε όμως.
  Στη συνταγή μιας επιτυχημένης ταινίας υπάρχει πάντα και η ερωτική σχέση. Αυτή αναπτύσσεται ανάμεσα στον Μάρτιν και στη «Βροχή», την εγγονή του τρίτου αυτού άνδρα.
  Συναρπαστική πλοκή, που όμως πιστεύω ήταν προσχηματική μπροστά στο θέμα που θέλει να αναδείξει ο σκηνοθέτης, την εξαφάνιση των γλωσσών. Και βέβαια, μεξικάνικη καθώς είναι, έχει και στοιχεία λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού που παραπέμπουν άμεσα στον «Pedro Paramo» του Juan Rulfo.
  Πολύ καλή ταινία, αξίζει να τη δείτε, και όχι μόνο για το θέμα της.
  Συμπληρώνω διαβάζοντας τη συνέντευξη που έδωσε ο σκηνοθέτης στον Γιάννη Κοντό. Και με έκπληξη βλέπω ότι η γλώσσα Ζίκριλ είναι μια τεχνητή γλώσσα που την έφτιαξε ένας γλωσσολόγος μέσα σε δυο μήνες για τις ανάγκες της ταινίας. Άρα δεν ήταν ιδέα μου όταν μου θύμισε μια άλλη τεχνητή γλώσσα, την esperanto.
  Επιστρέφοντας σήμερα στην Αθήνα και φτάνοντας αύριο οπότε και θα αναρτήσω μιας και από αύριο θα αρχίσει να προβάλλεται η ταινία, μπορώ να προσθέσω εδώ ότι η παραμονή μου στην Κρήτη αυτό το καλοκαίρι ήταν ολότελα παραγωγική. Δυο ταινίες παραπάνω, δυο βιβλία παραπάνω, δεν μετράνε τόσο όσο δυο ακόμη γλώσσες. Αυτές είναι η esperanto, καθώς με έβαλε στα αίματα ο γιος μου δίνοντάς μου ένα σωρό πληροφορίες και κυρίως το ότι είναι πολύ εύκολη, και η άλλη είναι τα македонски (μακέντονσκι), που αποφάσισα να τα μάθω μιας και ξέρω ρωσικά και κάποτε είχα διαβάσει μια μέθοδο βουλγάρικων με τα οποία μοιάζουν πολύ, και βέβαια για τον τζερτζελέ (σεισμός στα ιρανικά, το άκουσα σε ιρανική ταινία) που γίνεται τελευταία σχετικά με το όνομα της γειτονικής χώρας. Τέλειωσα τις δυο μεθόδους άνευ διδασκάλου, μπορώ να πω ότι οι γλώσσες που ξέρω έγιναν δέκα γιατί αυτές δεν σκοπεύω να τις εγκαταλείψω όπως έκανα με επτά άλλες. Ήδη έχω ξεκινήσει να διαβάζω την βιογραφία του Zamenhof που επινόησε την εσπεράντο, γραμμένη στην εσπεράντο φυσικά. Και βέβαια δεν φιλοδοξώ να μάθω να τις μιλάω και να τις γράφω, απλά να τις διαβάζω, και να καταλαβαίνω φράσεις στις ταινίες που θα βλέπω. Μια ακόμη παρώθηση για τα μακέντονσκι υπήρξε η σκοπιανή ταινία «Μυστικό συστατικό» που εξακολουθεί να προβάλλεται στις αίθουσες.
 


Leigh Whannell, Upgrade (2018)


Leigh Whannell, Upgrade (2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας είναι σχεδόν αναπόφευκτα και δράσης. Έτσι και αυτή η ταινία του Leigh Whannell, που όμως επί πλέον είναι και horror, κυρίως στο τέλος. Συμφωνώ απόλυτα με τους χαρακτηρισμούς του IMDb.
  Όταν επιτίθενται στον Grey και στη σύντροφό του και τους σκοτώνουν, ε, κάτι πρέπει να κάνει για να εκδικηθεί. Θα απευθυνθεί σε έναν κομπιουτερά που θεωρείται ιδιοφυία. Και θα πάρει την εκδίκησή του, ή έτσι νομίζει τουλάχιστον, γιατί η ταινία προχωράει από ανατροπή σε ανατροπή, με κορυφαία αυτή του τέλους.
  Και βέβαια τίθεται το ερώτημα, για μια ακόμη φορά: μήπως τα ανθρώπινα δημιουργήματα στο χώρο της ρομποτικής καταφέρουν τελικά να υποτάξουν τον άνθρωπο;
  Και ένα ακόμη, με βάση την πλοκή: Μήπως το να ζούμε στην εικονική πραγματικότητα, μακριά από τις ματαιώσεις της «πραγματικής» πραγματικότητας, είναι μια καλή επιλογή;

Wednesday, August 29, 2018

Bob Rafelson, The postman always rings twice (1981)


Bob Rafelson, The postman always rings twice (1981)


  Καθώς είμαι αθεράπευτα συγκριτολόγος όπως έχω ξαναγράψει, μετά το «Ο ταχυδρόμος πάντα κτυπάει δυο φορές» (1946) του Tay Garnett που προβλήθηκε πριν ένα μήνα σε επανέκδοση είδα και την ομώνυμη ταινία του Bob Rafelson.
  Δεν πρόκειται για remake, αλλά για μια ακόμη από τις τέσσερις μεταφορές οι οποίες έγιναν στο πρώτο και πιο διάσημο μυθιστόρημα του James M. Cain.
  Διάβασα την υπόθεση του μυθιστορήματος από περιέργεια, για να δω πoια μεταφορά μένει πιο πιστή και σε τι.
  Φυσικά καμιά από τις δυο δεν είναι εντελώς πιστή. Όμως πριν πούμε τις κεφαλαιώδεις διαφορές να πούμε δυο λόγια για την υπόθεση του μυθιστορήματος.
  Ο Φρανκ είναι ένας περιπλανώμενος που προσπαθεί κάπου να ριζώσει. Πιάνει δουλειά στο φαγάδικο του Νικ Πετράκης που βρίσκεται πάνω σε ένα αυτοκινητόδρομο, έξω από την πόλη. Γρήγορα τα φτιάχνει με την όμορφη γυναίκα του και σχεδιάζουν να τον βγάλουν από τη μέση. Η πρώτη απόπειρα αποτυγχάνει, όχι όμως και η δεύτερη. Ο εισαγγελέας που τους υποπτεύεται πετυχαίνει τη δίωξή τους. Ο δικηγόρος τους όμως καταφέρνει να απαλλαγούν, όχι και τόσο εύκολα, γιατί ο εισαγγελέας είχε καταφέρει τον Φρανκ να υπογράψει ένα χαρτί που ενοχοποιεί την Κόρα.
  Υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους αλλά τελικά φιλιώνουν. Παντρεύονται, η Κόρα είναι έγκυος. Σε ένα καινούριο ατύχημα με τον Φρανκ να οδηγεί το αμάξι τους η Κόρα σκοτώνεται. Ο Φρανκ ενοχοποιείται και καταδικάζεται σε θάνατο.
  Δυο είναι οι κεφαλαιώδεις διαφορές στις οποίες μπορώ να αναφερθώ, μια και έχω διαβάσει μόνο την υπόθεση και όχι το μυθιστόρημα. Στο έργο του Tay Garnett ο άντρας της Κόρας δεν είναι Έλληνας, ενώ είναι στο έργο του Bob Rafelson. Επίσης το έργο του Bob Rafelson η ταινία τελειώνει με τον Φρανκ να οδύρεται πάνω στο νεκρό σώμα της Κόρα, χωρίς να αναφέρεται στην μετέπειτα καταδίκη του.
  Εξαιρετική και η δική του μεταφορά, με τον Jack Nickolson σε μια υπέροχη ερμηνεία. Εξαιρετική και η Τζέσικα Λανγκ. Να σημειώσουμε βέβαια ότι είδαμε και ελληνικό φολκλόρ, με τσάμικα και καλαματιανά. 
  Το πιο πάνω κείμενο το έγραψα στις 4 του Αυγούστου. Όμως αμέσως μετά, έχοντας το μικρόβιο του συγκριτολόγου (ή μήπως είναι ιός) είπα να διαβάσω και τη νουβέλα. Και τη διάβασα. Και έτσι δίπλα στην περίληψη της περίληψης που παραθέτει η βικιπαίδεια, μπορώ να παραθέσω κάποια σημαντικά στοιχεία ακόμη από το βιβλίο.
  Στη νουβέλα οι δυο ήρωες το σκάνε μετά την απόπειρα ενώ και στις δυο ταινίες το σκάνε λίγο μετά αφού τα φτιάχνουν. Ο Ράφελσον χρησιμοποιεί τον Νίκο Παπαδάκη, και μάλιστα σε επεισόδια που δεν υπάρχουν στην νουβέλα, όπως π.χ. σε μια ελληνική γιορτή όπου ακούμε ελληνικά δημοτικά και τον Παπαδάκη να ευχαριστεί τον Φρανκ που του έσωσε τη ζωή. Πιο πριν τον είδαμε να μην καταλαβαίνει για τη νέα πινακίδα που του συστήνει ο Φρανκ, ότι πρέπει να είναι από neon. Είναι το πρόβλημα που έχουμε οι Έλληνες με την προφορά την ελληνικών λέξεων της αγγλικής. Το πρόσωπό του φωτίζεται όταν επί τέλους καταλαβαίνει, «Α! νέον», λέγει (η αγγλική προφορά είναι νίον). Έτσι φτιάχνει την πινακίδα «Twin Oaks Tavern, and Eat, and BarB-Q, and Sanitary Rest Rooms, and N. Papadakis, Prop.», και εγώ νομίζω ότι βρήκα την προέλευση του μπάρμπεκιου, από το BarB-Q, που υποθέτω είναι συντομογραφία του Bar Be Quick. Όμως στη βικιπαίδεια βρήκα άλλη ετυμολόγηση της λέξης barbecue.
  Ενώ όμως προσθέτει στα επεισόδια με τον Παπαδάκη αφαιρεί το κορυφαίο επεισόδιο με το κολύμπι, το οποίο ο Garnett δεν παραλείπει. Η Κόρα λέγει στον Φρανκ να πάνε να κολυμπήσουν. Αν δεν την θέλει, μπορεί να την πνίξει, θα την κληρονομήσει εξάλλου αφού μόλις έχουν παντρευτεί. Τον αγαπάει, θέλει να πεισθεί και για τη δική του αγάπη.
  Πράγματι κολυμπούν, αυτή κουράζεται έγκυος καθώς είναι, και βέβαια ο Φρανκ αντί να την πνίξει τη σώζει.
  Επίσης αφαιρεί το τέλος της νουβέλας. Είναι η αφήγηση του Φρανκ που, μελλοθάνατος, περιμένει την εκτέλεσή του.
  Πέρα από το αστυνομικό της υπόθεσης ο James Cain δίνει εξαιρετικά πορτραίτα των δυο ηρώων. Απόβλητοι της μοίρας  προσπαθούν να της ξεφύγουν καταφεύγοντας στο φόνο. Τα απροσδόκητα που συνάντησαν έβαλαν σε δοκιμασία τη σχέση τους. Και, τραγική ειρωνεία, όταν πια βαδίζουν ερωτευμένοι και αισιόδοξοι στη ζωή, παντρεμένοι, περιμένοντας το παιδί τους, τους έρχεται η αναποδιά, αναπόφευκτη σε μια μυθοπλασία που δεν πρέπει να αγνοήσει την ποιητική δικαιοσύνη: κάπως έπρεπε να τιμωρηθούν για το έγκλημά τους.
 
 

Philippe Lioret, Toutes nos envies (2011)




  Έχω αποφασίσει να βλέπω όσο μπορώ περισσότερες ταινίες σκηνοθετών «που τους πάω» και να μη βλέπω ταινίες σκηνοθετών, κατά τα άλλα καταξιωμένων, «που δεν τους πάω» (έκφραση του συγχωρεμένου του Κουμανταρέα που την υιοθέτησα, καθώς πάντα είχα την αντίληψη ότι για την λογοτεχνία και για την τέχνη γενικά «De gustibus non est disputandum», αλλιώς «περί ορέξεως κολοκυθόπιτα»). Βλέποντας στη δημοσιογραφική προβολή τον «Οικογενειακό φίλο» του Φιλίπ Λιορέ είπα ότι αυτός είναι ένας σκηνοθέτης που τον πάω. Και αποφάσισα να δω και άλλες ταινίες του. Είδα ακόμη δυο. Σειρά έχει σήμερα η ταινία του «Όλες μας οι επιθυμίες».
  Η ταινία βασίζεται χαλαρά πάνω στο βιβλίο του Emmanuel Carrėre «Dautres vies que le mienne», Άλλες ζωές εκτός από τη δική μου, όπου διηγείται τις ιστορίες ανθρώπων που συνάντησε. Ξεκινάει από τη Σρι Λάνκα όπου βρισκόταν για διακοπές με τη φίλη του και τα παιδιά της. Τότε γίνεται το μεγάλο τσουνάμι (2004) που στοίχισε τη ζωή σε τόσες ζωές. Μια οικογένεια Γάλλων έχασαν τη μοναχοκόρη τους.
  Γυρνώντας στο Παρίσι πέφτει πάνω σε άλλο δράμα. Η κουνιάδα του πεθαίνει από καρκίνο, αφήνοντας τρία παιδιά. Λίγο αργότερα συναντά ένα συνάδελφό της, δικαστή και αυτόν, επίσης καρκινοπαθή που του έχουν κόψει το ένα πόδι, που του διηγείται τις προσπάθειες που έκαναν με τη μακαρίτισσα να γλιτώσουν υπερχρεωμένους ανθρώπους.
  Και ένα συγκινητικό: ο άντρας της με τον οποίο είχε χωρίσει επιστρέφει κοντά της και της συμπαραστέκεται στις τελευταίες μέρες της ζωής της. Και αυτό γιατί ξέρω μια πραγματική ιστορία που μου τη διηγήθηκε ο ξάδελφός μου ο Γιώργης ο Τζανετάκης σε μια επίσκεψη στο νεκροταφείο του χωριού μας. Μου έδειξε τη φωτογραφία μιας πανέμορφης κοπέλας σε ένα τάφο. Συμμαθήτρια και συναδέλφισσά του, δασκάλα και αυτή, προσβλήθηκε από καρκίνο. Ποια ήταν η συνέχεια; Ο άνδρας της την εξαπέστειλε. Ήλθε στο χωριό όπου την περιποιήθηκε η αδελφή της μέχρι το θάνατό της.
  Τα παραπάνω τα διάβασα στη βικιπαίδεια για το βιβλίο του Καρέρ. Με βάση τις δεύτερες ιστορίες ο Λιορέ φτειάχνει την ταινία του, της οποίας το σενάριο υπογράφει ο ίδιος μαζί με τον Emmanuel Courcol.   
  Η Κλαιρ, δικαστίνα, συγκινείται από τη μοίρα μιας γυναίκας υπερχρεωμένης που συμπτωματικά είναι και η μητέρα της καλύτερης φίλης της μικρής της κόρης. Θα προσπαθήσει να την ξεμπλέξει. Θα της πάρουν την υπόθεση από τα χέρια με κάποια πρόφαση. Θα παρακαλέσει τον Στεφάν να την αναλάβει. Και αυτός θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να την ξελασπώσει. Βλέπει παρατυπίες στο δανειακό συμβόλαιο, που δεν έχει νόημα να τις επαναλάβουμε εδώ, θα μείνουμε μόνο στο σε όλους γνωστό «στα ψιλά». Στα ψιλά βρίσκονται οι παγίδες ενός συμβολαίου που ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν.
  Θα τα καταφέρει. Όμως η ίδια δεν θα ζήσει να δει αυτή τη δικαστική νίκη. Σε όλο αυτό το διάστημα έδινε το δικό της αγώνα με τον καρκίνο. Όμως αυτός, ψέματα, θα της ψιθυρίσει όταν βρισκόταν περίπου σε κώμα ότι τα κατάφεραν. Την επιβεβαίωση θα τη λάβει μέρες αργότερα με το ταχυδρομείο.
  Με τα «ψιλά» είχαμε κι εμείς πρόβλημα. Όταν παντρευτήκαμε είμαστε άφραγκοι, αλλά με μόνιμη δουλειά. Ο πατέρας μου φτωχός αγρότης, ο πεθερός μου την προηγούμενη χρονιά είχε παντρέψει την κουνιάδα μου. Πώς να παντρευτούμε; Να πάρουμε δάνειο. Πώς να το πάρουμε όμως; Αργότερα ήταν που οι τράπεζες έδιναν αφειδώς δάνεια. Ο πεθερός μου προθυμοποιήθηκε, θα έβαζε υποθήκη το σπίτι του και εμείς θα πληρώναμε τις δόσεις. Δεν ήταν πολλά λεφτά, αλλά μόνο με υποθήκη θα το έδιναν. Πόσο θα ήταν το επιτόκιο; 16 τόσο τοις εκατό του είπαν και εμείς δεχτήκαμε. Τώρα πώς στο καλό προέκυψε, όταν αρχίσαμε να πληρώνουμε, και το 16 έγινε κάπου 23, δεν το μάθαμε. Μάλλον του είπαν 16 αλλά στο συμβόλαιο που τον έβαλαν να υπογράψει το 23 ήταν στα ψιλά. Ίσως το 16 να ήταν για την πρώτη δόση, όπως στο συμβόλαιο εκείνης της γυναίκας.
  Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά για να μην ξαναδανειστώ. Όταν βγήκα στη σύνταξη πλήρωσα κάπου 1600 ευρώ τόκους κάνοντας υπερανάληψη από το λογαριασμό όψεως που είχα για τη μισθοδοσία μου, γιατί τότε δεν έδιναν έναντι στους συνταξιούχους, έπρεπε να κόψουμε το λαιμό μας για να ζήσουμε μέχρι να βγει η σύνταξη, μετά από καμιά δεκαριά περίπου μήνες.
 

Tuesday, August 28, 2018

Carine Tardieu, Ôtez-moi d’ un doute (Για καλό και για κακό, 2017)


Carine Tardieu, Ôtez-moi d’ un doute (Για καλό και για κακό, 2017)


  Παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους.
  Η πατρότητα είναι το θέμα της ταινίας «Διώξτε μου την αμφιβολία» της Καρίν Ταρντιέ, η οποία το αντιμετωπίζει από διάφορες πλευρές.
  Η κόρη του Έρβιν μένει έγκυος αλλά δεν θέλει να αποκαλύψει τον πατέρα. Ήταν σχέση μιας βραδιάς. Ο Έρβιν φοβάται μήπως κουβαλάει ένα φονικό γονίδιο που έχει η οικογένεια του πατέρα του. Πρέπει να το εξετάσουν.
  Η εξέταση δείχνει ότι δεν έχει κοινά γονίδια με τον πατέρα του, ο γιατρός είναι σαφής, ο βιολογικός του πατέρας είναι άλλος.
  Θα ψάξει να τον βρει. Και θα τον βρει. Ταυτόχρονα γνωρίζεται και με μια γυναίκα (ο ίδιος είναι χήρος). Και η σύμπτωση: η γυναίκα αυτή είναι κόρη του βιολογικού του πατέρα, δηλαδή αδελφή του. Αυτός το ξέρει, αυτή δεν το ξέρει, και περιμένουμε πότε θα αποκαλυφθεί το μυστικό.
  Η ταινία έχει μια μεγάλη ανατροπή, αν και είναι λίγο πολύ προβλέψιμη, όσοι είδατε την ταινία ξέρετε, ας μην την αποκαλύψουμε όμως.
  Ας ξαναγυρίσουμε στην κόρη.
  Ο Έρβιν όταν μαθαίνει ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού που κουβαλάει μέσα της θα προσπαθήσει να την πείσει.
  Να τον παντρευτεί; Δεν είναι και τόσο σόϊκος. Να αναγνωρίσει τουλάχιστον το παιδί, ώστε να μη μεγαλώσει με τον χαρακτηρισμό «αγνώστου πατρός»; Αυτή ούτε να το ακούσει.
  Να μην πούμε περισσότερα για την ταινία, απλά να σχολιάσουμε.
  Ξέρω περιπτώσεις που οι κοπέλες δεν έκαναν έκτρωση αλλά κράτησαν το παιδί μιας σχέσης που είναι αμφίβολο αν θα εξελισσόταν σε γάμο. Θαρραλέες κοπέλες, είναι άξιες θαυμασμού.
  Τώρα μου ήλθε στο μυαλό, ανέκδοτο, σόκιν, αλλά τώρα είμαι συνταξιούχος, θα το παραθέσω για να βγάλω το άχτι μου.
  -Μαμά, πώς γίνεται εσύ να είσαι λευκή κι εγώ μαύρος;
  -Παιδί μου, μετά από εκείνο το όργιο, να νοιώθεις τυχερός που δεν γαυγίζεις.

Sunday, August 26, 2018

Bob Yari, Papa: Hemingway in Cuba (2015)


Bob Yari, Papa: Hemingway in Cuba (2015)


  Η ταινία είναι αυτοβιογραφική. Ο αυτοβιογραφούμενος είναι ο δημοσιογράφος Denne Bart Petitclerc, ο οποίος υπογράφει και το σενάριο. Όμως στην ταινία έχει το όνομα Ed Myers.
  Δεν πρόλαβε να δει την ταινία. Όταν πέθανε το 2005, μόλις είχε ολοκληρώσει το σενάριο. Τότε άρχισε και το γύρισμά της, όμως ολοκληρώθηκε μετά από χρόνια. Είναι η πρώτη αμερικανική ταινία ταινία που γυρίστηκε στην Κούβα μετά την επανάσταση του Κάστρο, στα μέρη όπου έζησε ο Χέμινγουεϊ.
  Ναι, η ταινία είναι του μοτίβου «Αναμνήσεις από τον πατέρα μου». Στο βιβλίο του που μεταγράφει σε σενάριο ο Petitclerc αναφέρεται στη σχέση του με τον Hemingway. Ακούμε βέβαια και λίγα πράγματα για τη δική του ζωή.
  Τον παράτησε ο πατέρας του όταν ήταν μικρός. Και, το πιο φρικιαστικό που μαθαίνουμε, ήταν κάτι όχι σπάνιο στα χρόνια της μεγάλης κρίσης. Για μας εδώ κάτι τέτοιο είναι αδιανόητο. Αν συνέβαινε και σε μας, κάτι θα μυρίζονταν οι δημοσιογράφοι. Όμως τον παράτησε και η μητέρα του-αυτό το διαβάζουμε στη βικιπαίδεια-μαζί με την αδελφή του σε ένα ορφανοτροφείο. Στην ταινία ακούμε ότι είχε, χρόνια αργότερα, απλώς μια σύντομη συνάντηση μαζί της. «Αυτή είχε άλλες προτεραιότητες», λέει χαρακτηριστικά ο Petitclerc.
  Αργότερα έγινε ανταποκριτής στον πόλεμο της Κορέας, και φυσικά συγγραφέας. Η βικιπαίδεια δίνει αρκετά βιογραφικά στοιχεία.
  Κάποια πράγματα που ακούμε στην ταινία μοιάζουν μυθιστορηματικά. Ένας μαφιόζος του λέει, βγάζοντας μια υποχρέωση, ότι ένας υψηλά ιστάμενος στην κυβέρνηση θέλει να εξευτελίσει τον φίλο του. Γιατί; Το λέει ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ αργότερα.
  Κάποιος σε μια παρέα παίνευε τον Χούβερ. Ο Χέμινγουεϊ λέει ότι δεν ήταν και τόσο άμεμπτο πρόσωπο. Ένας πράκτορας του FBI του είχε αφηγηθεί ότι ο Χούβερ τον είχε κακοποιήσει σεξουαλικά. Μετά το θάνατό του από καρδιακή προσβολή δεν είχε πλέον λόγους να το κρατάει μυστικό.
  Κούνια που τον κούναγε! Έφτασε στα αφτιά του Χούβερ, και αυτός θέλησε να πάρει την εκδίκησή του. Η εφορία τού επέβαλε ένα απίστευτα υψηλό φόρο εισοδήματος. Ένας φίλος του εκτελέστηκε σε δήθεν ενέδρα. Στο γιοτ του έβαλα όπλα με σκοπό να τον ενοχοποιήσουν, ότι τάχα βοηθάει τους αντάρτες. Πρόλαβε και τα ξεφορτώθηκε.
  Μου άρεσε πολύ η ταινία γιατί δεν ωραιοποιεί, ούτε μυθοποιεί, αλλά δείχνει έναν ανθρώπινο Χέμινγουεϊ, στις εντάσεις με τη γυναίκα του, στις εκρήξεις οργής του, στις κρίσεις κατάθλιψης που τελικά τον οδήγησαν στην αυτοκτονία.
  Οι κριτικοί έθαψαν την ταινία όπως διαβάζω στην βικιπαίδεια, όχι όμως και οι θεατές, όπως βλέπω στη βαθμολογία στο IMDb. Εγώ συντάσσομαι με τους θεατές.

 

Thursday, August 23, 2018

Dominic Cooke, On Chesil beach (Ανεκπλήρωτος γάμος 2017)


Dominic Cooke, On Chesil beach (Ανεκπλήρωτος γάμος 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Ο ελληνικός τίτλος το κάνει το σπόιλερ. Οι δυο νέοι παντρεύονται, αλλά ο γάμος τους κολλάει στην έλλειψη προηγούμενης σεξουαλικής εμπειρίας που οδηγεί σε μοιραίες σπασμωδικές αντιδράσεις.
  Η ταινία ξεκινάει in media res. Ήδη μαντεύομε ότι θα πάει στραβά η πρώτη νύχτα του γάμου. Σε αναδρομές που παρεμβάλλονται παρακολουθούμε σκηνές από την προηγούμενη ζωή τους, και πριν γνωριστούν αλλά και μετά, όταν έχουν ερωτευθεί ο ένας τον άλλο.
  Μεγάλος έρωτας, κρίμα που σκάλωσε, όμως τι θα γίνει μετά;
  Ας μην κάνω το σπόιλερ, να δείτε την ταινία. Μου άρεσε πολύ, εξαιρετικοί υποκριτικά η Saoirse Ronan και ο Billy Howle.

Giuseppe de Santis, Days of love (Ημέρες του έρωτα 1954)


Giuseppe de Santis, Days of love (Ημέρες του έρωτα 1954)


  Σε επανέκδοση, από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Χαριτωμένη αισθηματική κομεντί, με την δεκαεξάχρονη Μαρίνα Βλαντί και τον τριαντάχρονο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, πανέμορφους στα νιάτα τους.
  Το θέμα της ταινίας γίνεται επίκαιρο στις μέρες μας, τις μέρες της κρίσης, αλλά μόνο εν μέρει.
  Έχω διαβάσει ότι σε τριτοκοσμικές χώρες που το «τι θα πει ο κόσμος αν δεν…» είναι ένα πρόβλημα, ένας γάμος μπορεί να οδηγήσει σε χρεοκοπία, τόσο πολύ κοστίζει. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Μαρτσέλο και η Μαρίνα δεν μπορούν να παντρευτούν. Οι οικογένειές τους δεν έχουν αντίρρηση για το αίσθημά τους, όμως δεν έχουν τα χρήματα για να καλύψουν τα έξοδα του γάμου, και έτσι το πηγαίνουν από αναβολή σε αναβολή. Και ξάφνου τους έρχεται η ιδέα: θα κλεφτούν και θα παντρευτούν χωρίς πολλές φαμφάρες. Όμως οι οικογένειες πρέπει να υποκριθούν ότι είναι αναστατωμένες από αυτή την απαγωγή και να τσακωθούν, για τα μάτια του κόσμου φυσικά. Αλλά, όπως μπορεί να προβλέψει κανείς σε μια κωμωδία, το ψεύτικο τσάκωμά τους γίνεται αληθινό.
  Γράφω ότι το θέμα είναι επίκαιρο μόνο εν μέρει, γιατί το ζήτημα σήμερα είναι πιο σοβαρό. Δεν υπάρχει και μεγάλο κόλλημα για γάμο σε στενό οικογενειακό κύκλο, ξέρω άτομα που το έκαναν, αλλά υπάρχει κόλλημα για το πώς θα ζήσει μετά το ζευγάρι, με την ανεργία που δέρνει τους νέους σήμερα.
  Αλλά οι δυο νέοι του Giuseppe de Santis δεν είχαν τέτοιο πρόβλημα, υπάρχει γη για να δουλέψουν και να ζήσουν. Έτσι, μετά από πολλά κωμικά επεισόδια, αλλά και τρυφερά ερωτικά, θα παντρευτούν.
  Πολύ καλή ταινία, αυτό άλλωστε δικαιολογεί και την επανέκδοση. Μην τη χάσετε. Υπάρχει στο youtube αλλά με ισπανικούς υπότιτλους.

Νικόλαου Σταυρινίδη, Ρεμπιά Γκιουλνούς, Η ρεθεμνία χριστιανή σουλτάνα, Έκδοση Δήμου Ηρακλείου 2015, σελ. 143


Νικόλαου Σταυρινίδη, Ρεμπιά Γκιουλνούς, Η ρεθεμνία χριστιανή σουλτάνα, Έκδοση Δήμου Ηρακλείου 2015, σελ. 143


  Ένα ακόμη βιβλίο που μου σύστησε να διαβάσω ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης και μου το δάνεισε.
  Ο Νίκος Σταυρινίδης που γράφει τη βιογραφία της ρεθεμνιώτισας σουλτάνας (που βεβαίως γεννήθηκε χριστιανή, όμως πέθανε μουσουλμάνα) είναι γνωστός στους περισσότερους κρητικούς: είναι ο μεταφραστής των τουρκικών αρχείων του Ηρακλείου. Τους πέντε τόμους μεταφράσεών του που εκδόθηκαν με τους έδειξε ο φίλος μου ο Γιώργης που τους είχε δανειστεί. Διάβασα κάποιες σελίδες όπου αναφερόταν το χωριό μας, το Κάτω Χωριό.
  Ο Σταυρινίδης στη βιογραφία του αυτή αποδεικνύεται και άξιος ιστορικός: παραθέτει από πηγές, συγκρίνει πληροφορίες, καταλήγει σε συμπεράσματα.
  Όπως και η «Μαντάμ Ορτάνς» που διαβάσαμε πρόσφατα, το βιβλίο δεν είναι μια απλή βιογραφία. Το πρώτο μισό αναφέρεται στο ιστορικό της άλωσης του Ρεθύμνου καθώς και στα σκλαβοπάζαρα της εποχής. Αυτά τροφοδοτούσαν με εργατική δύναμη τους τούρκους κατακτητές και με γυναίκες τα χαρέμια τους.
  Η Ευγενία Βεργίτση δεν πουλήθηκε στο σουλτανικό χαρέμι. Γόνος ευγενούς ρεθεμνιώτικης οικογένειας, ήταν ανάμεσα στα δέκα κορίτσια που στάλθηκαν από τον πορθητή του Ρεθύμνου Γαζή Χουσεΐν Πασά στο Σουλτάνο σαν δώρο από την αλωθείσα πόλη.
  Και η τύχη της χαμογέλασε. Έγινε σουλτάνα καθώς και βαλιδέ σουλτάνα, δηλαδή βασιλομήτωρ σουλτάνα όταν στο θρόνο βρέθηκαν οι δυο της γιοι, διαδοχικά. Ο Σταυρινίδης αφηγείται ποια ήταν η ζωή μιας κοπέλας, από την τρυφερή ηλικία των πέντε με δέκα χρόνων κατά την οποία έμπαινε στο χαρέμι μέχρι την ενηλικίωσή της. Κάποιες κοπέλες γίνονταν ευνοούμενες, αλλά μία μόνο είχε την τύχη να γίνει σουλτάνα. Και η Ρεμπιά Γκιουλνούς ήταν ακόμα πιο τυχερή γιατί όχι μόνο την αγάπησε ο σουλτάνος, ο Μεχμέτ ΙV, αλλά του έδωσε και δυο γιους.
  Ο Σταυρινίδης υποθέτει πώς ήταν η ζωή της στα πρώτα χρόνια της στο χαρέμι, από ιστορικές πληροφορίες για το πώς ήταν η ζωή των γυναικών εκεί, όμως από τη στιγμή που τα μάτια του σουλτάνου έπεσαν πάνω της έπεσαν πάνω της και άλλα μάτια, που την περιγράφουν και αφηγούνται για τη ζωή της. Ο Σταυρινίδης παραθέτει αρκετά αποσπάσματα, τόσο τούρκων όσο και ξένων που έτυχε να την γνωρίσουν· δηλαδή τι να τη γνωρίσουν, απλά να τη δουν από κοντά και να ακούσουν γι’ αυτήν. Παρακολουθώντας τη ζωή της μέχρι το θάνατό της παρακολουθούμε και την ιστορία της οθωμανικής αυτοκρατορίας τα ύστερα χρόνια του 17ου αιώνα και αρχές του 18ου.
  Ο άντρας της δεν είχε τις ικανότητες των προκατόχων του. Είχε και την ατυχία να διορίσει κάποιον ανάξιο σαν μεγάλο Βεζύρη. Αυτός παρέσυρε τον σουλτάνο στην ολέθρια εκστρατεία κατά της Βιέννης, που στάθηκε και η αρχή του τέλους για την οθωμανική αυτοκρατορία. Μαζί του είχε πάρει όλο του το χαρέμι. Οι στρατιώτες έλεγαν κοροϊδευτικά ότι «ο γυναικείος στρατός στην εκστρατεία αυτή ήταν σχεδόν ισάριθμος με το στρατό των ανδρών, όταν ο Σουλτάν Μουράτ IV δεν κουβαλούσε μαζί του στις εκστρατείες του παρά μια μόνο γυναίκα και δύο υπηρέτες, και ότι τώρα οι άμαξες που μετέφεραν το χαρέμι ήταν περί τις εκατό» (σελ. 116-117). Η εκθρόνισή του ήταν αναμενόμενη.
  Η παρακμή έφερε όχι μόνο τη λαϊκή δυσαρέσκεια αλλά και τις προσωπικές βλέψεις και φιλοδοξίες διαφόρων αξιωματούχων, κυρίως από τις τάξεις των γενίτσαρων που την εκμεταλλεύτηκαν. Ο δεύτερος γιος του τους πάταξε αλύπητα, αλλά μόλις το 1826, διαβάζουμε, καταργήθηκε το περιβόητο αυτό σώμα που είχα καταντήσει μάστιγα για την αυτοκρατορία.
  Αλλά να παραθέσουμε κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «Εκτός όμως από τις εθελόντισσες αυτές κιρκασιανές σκλάβες, υπήρχαν κι εκείνες που τις πουλούσε ο πατέρας των στους διάφορους δουλέμπορους, πράγμα που εθεωρείτο πολύ φυσικό και νόμιμο» (σελ. 22).
  Εθελόντισσες; Στην προηγούμενη παράγραφο διαβάζουμε ότι κάποιες από τις εθελόντισσες αυτές αναδείχθηκαν σουλτάνες. Τι έγινε όμως με τις υπόλοιπες, έπαιξαν στο τζόγο και έχασαν;
  Δεν το πιστεύω. Τις γυναίκες του χαρεμιού τις είχαν στα ώπα ώπα, άλλες περισσότερο άλλες λιγότερο. Θυμάμαι την έκπληξη που ένοιωσα όταν μου είπε ένας φίλος μου, Γιώργος κι αυτός, ότι η γιαγιά του έλεγε πολλές φορές ότι η ευτυχέστερη περίοδος στη ζωή της ήταν στο χαρέμι· όχι στο σουλτανικό αν θυμάμαι καλά, αλλά στο χαρέμι του τούρκου ηγεμόνα της Σάμου.
  Τώρα για το δεύτερο μέρος του αποσπάσματος που παραθέσαμε. Εν τάξει, νόμιμο το να πουλάει ο πατέρας την κόρη του, όμως η κόρη του πώς ένοιωθε; Μπορούμε να εικάσουμε από το παρακάτω απόσπασμα από την επόμενη παράγραφο.
  «Ένας γέρος τσερκέζος χωρικός -λέγει-παρουσιάστηκε μια μέρα στη μεγάλη πόρτα των Ανακτόρων του Σουλτάνου, όπου κατοικούσε η δεύτερη γυναίκα του Σουλτάν Αβδούλ Μετζήτ. Αφού εδήλωσε στους ανακτορικούς φρουρούς ότι ήταν ο πατέρας της Σουλτάνας, τους παρακάλεσε να του επιτρέψουν αν ιδή την κόρη του για τελευταία φορά πριν να κλείσει τα μάτια του. -Δεν θέλω ν’ αντικρύσω τον άνθρωπο που με πούλησε σκλάβα, ήταν η απάντηση της κόρης του» (σελ. 22-23).
  Αντιγράφοντας τις παραπάνω γραμμές θυμήθηκα μια άλλη περίπτωση αγοραπωλησίας γυναικών, μόνο που αυτή είναι δύσκολο να την κατακρίνουμε. Την είδα στην ταινία «Back to 1942» του κινέζου Feng Xiaogang. Πουλούσαν τα κορίτσια για να μην πεθάνουν από την πείνα, σε ένα λιμό κατά τη διάρκεια της ιαπωνικής κατοχής.  
  Και ένα απόσπασμα από την έκθεση ενός λατίνου καλογέρου που παραθέτει ο Σταυρινίδης.
  «λέγουν πως είναι εξαιρετικά ωραία, μ’ όλο που το πρόσωπό της φέρνει αμυδρά τα σημάδια της βλογιάς… ζηλεύει πάρα πολύ το Σουλτάνο, σε σημείο που στα τέλη του 1667 έβαλε κι έπνιξαν μια όμορφη γεωργιανή σκλάβα, εκπάγλου καλλονής, γιατί ο Σουλτάνος είχε αρχίσει να την κοιτάζει μ’ ενδιαφέρον κι ευχαρίστηση» (σελ. 89). Πιο κάτω ο Σταυρινίδης αφηγείται πώς την έβγαλε από τη μέση.
  Εν τάξει, κρητικιά, αλλά δεν ήταν και κανένα πρότυπο ηθικής για να την καμαρώνουμε. Παρότρυνε τον σύζυγό της να σκοτώσει τους δυο αδελφούς του που θα τον διαδέχονταν στο θρόνο σύμφωνα με τον θεσμό της αδελφοκτονίας που επικρατούσε στην οθωμανική αυτοκρατορία, και μάλιστα μια φορά παρά λίγο να τα καταφέρει. Φαίνεται ότι είχε ατονήσει αρκετά ο θεσμός αυτός για να μπορέσει να τον επιβάλλει ο σουλτάνος. Η Ρεμπιά Γκιουλνούς ήταν όμως τυχερή, γιατί αν και μετά την εκθρόνισή του οι δυο αδελφοί του κυβέρνησαν διαδοχικά, όμως ήταν σύντομη η ζωή τους και έτσι στη συνέχεια στέφθηκε σουλτάνος ο μεγαλύτερός της γιος, και όταν αυτός εκθρονίστηκε (αρνήθηκε να σκοτώσει τον αδελφό του ώστε να αποτρέψει την εκθρόνισή του) τον διαδέχθηκε στο θρόνο ο άλλος. Εκείνος ήταν που εκδικήθηκε τους στασιαστές που ανέτρεψαν τον αδελφό του και τον ενθρόνισαν, ξέροντας ότι αργά ή γρήγορα τα ταραχοποιά αυτά στοιχεία θα ζητούσαν και τη δική του εκθρόνιση. 
  Πολύ μου άρεσε αυτό το βιβλίο, αν και με ψυχοπλάκωσε λιγάκι διαβάζοντας για τα όσα υπέφεραν οι κρητικοί κατά τη διάρκεια της πρώτης εκείνης περιόδου της τουρκικής κατοχής.