Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, November 20, 2018

Yasujiro Ozu10.I was born, but… Otona no miru ehon, Umarete wa mita keredo, 1932)




  Αυτό το έργο με άφησε σε αμηχανία. Το βρήκα πολύ απαισιόδοξο. Το θέμα του συμβιβασμού/μη συμβιβασμού το πραγματεύτηκα στο διδακτορικό μου. Βρήκα σε όλα τα έργα τον μη συμβιβασμό να προβάλλεται ως αξία, αν και καταδικασμένος. Εδώ δεν είδα κάτι τέτοιο.
  Ο Kennosuke είναι μεγάλος γλείφτης. Φτάνει στο σημείο να μετακομίσει σε ένα προάστιο όπου ζει ο προϊστάμενός του, προκειμένου να βρίσκεται πιο συχνά μαζί του. Όμως τα παιδιά στο καινούριο τους σχολείο υποφέρουν από το bullying ορισμένων συμμαθητών τους. Κάποια στιγμή βέβαια τα ψιλοβρίσκουν.
  Παρακολουθούν μαζί με τους μεγάλους στο σπίτι αυτού του προϊσταμένου ένα φιλμ στο οποίο καταγράφονται διάφορα επεισόδια. Σε ένα από αυτά ο Kennosuke κάνει περίπου τον κλόουν, για να ευχαριστήσει τον προϊστάμενό του. Τα παιδιά το βλέπουν και αποχωρούν ταπεινωμένα. Τελικά ο πατέρας τους δεν είναι ο δυνατός που φαντάζονταν. Στο σπίτι, όταν επιστρέφει, του φέρονται με σκαιότητα. Το αποτέλεσμα είναι να αρπάξουν ένα γερό μπερντάχι. Αποφασίζουν να κάνουν απεργία πείνας από αύριο. Τους εξηγούν, δεν ξέρουμε αν έχουν καταλάβει. Την επομένη η μητέρα τους ετοιμάζει βώλους με ρύζι, κατ’ εντολή του πατέρα. Δεν το αγγίζουν αρχικά, όμως μετά υποχωρούν.
  Στο δρόμο προς το σχολείο βλέπουν το αυτοκίνητο του προϊσταμένου σταματημένο μπροστά στις ράγες. Περνάει τραίνο. Ο Kennosuke κάνει πως δεν το βλέπει και προσπαθεί να ανάψει τσιγάρο. Το ένα σπίρτο σβήνει μετά το άλλο. Τα παιδιά τον προτρέπουν να πάει να χαιρετήσει τον προϊστάμενο, πράγμα που κάνει. Στο τέλος του έργου βλέπουμε τα παιδιά, μαζί με τον γιο του προϊσταμένου, να πηγαίνουν αγκαλιασμένα στο σχολείο. 
  Σε κάποια φάση τα παιδιά συζητάνε για το τίνος ο πατέρας είναι πιο δυνατός.
  Και θυμήθηκα ένα ανέκδοτο.
  Τρία παιδιά, ένα γερμανάκι, ένα αγγλάκι και ένα ελληνάκι συζητούν για το τίνος ο πατέρας είναι πιο γρήγορος. Το γερμανάκι λέει ότι ο πατέρας του είναι οδηγός υπερταχείας και πηγαίνει από το Βερολίνο στη Βόννη σε τόσες ώρες. Το αγγλάκι λέει ότι ο πατέρας του είναι πιλότος και πηγαίνει από το Παρίσι στο Λονδίνο σε μια ώρα. Και το ελληνάκι λέει ότι ο δικός του πατέρας είναι ο πιο γρήγορος, γιατί είναι δημόσιος υπάλληλος, σχολάει στις τρεις και στις δυόμισι είναι σπίτι.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Tokyo chorus».



Monday, November 19, 2018

Yasujiro Ozu, 9.Tokyo chorus (Tokyo no kōrasu, 1931)


Yasujiro Ozu, 9.Tokyo chorus (Tokyo no kōrasu, 1931)


  Μια ακόμη βουβή ταινία του Όζου.
  Ξεκινάει σαν κωμωδία, με άφθονα κωμικά επεισόδια. Βλέπουμε ένα γυμναστή να γυμνάζει μαθητές. Συμβαίνουν διάφορα ξεκαρδιστικά. Μετά η ταινία πηγαίνει μερικά χρόνια αργότερα. Ο Okajima, ένας από τους μαθητές, δουλεύει σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Είναι παντρεμένος και έχει μικρό ένα γιο και μια μικρή κόρη, καθώς και ένα μωρό. Έχει τάξει στο γιο του ένα ποδήλατο. Μια μέρα, υπερασπιζόμενος ένα συνάδελφο που τον έχουν για απόλυση, τσακώνεται με το αφεντικό και απολύουν αυτόν.
  Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Για να μην ξοδέψει από τα λίγα χρήματα που έχει του παίρνει ένα πατίνι. Ο γιος δεν θέλει να το δει στα μάτια του. Τσακώνονται και τον δέρνει. Όμως μετανιώνει, και αποφασίζει να κάνει τη θυσία, να του πάρει το πολυπόθητο ποδήλατο.
  Το 1931 η ανεργία μαστίζει την Ιαπωνία. Αδύνατο να βρει δουλειά. Συναντάει τυχαία το γυμναστή. Απολυμένος και αυτός, δούλεψε για λίγο σε ένα ραδιοφωνικό σταθμό. Μετά άνοιξε ένα εστιατόριο. Μικρό εστιατόριο, το δουλεύουν αυτός και η γυναίκα του. Του προτείνει να δουλέψει για λίγο στο εστιατόριο αυτό, και θα φροντίσει να του βρει καλύτερη δουλειά.
  Η γυναίκα του τον βλέπει μέσα από το λεωφορείο να μοιράζει διαφημιστικά φυλλάδια με τον γυμναστή. Νοιώθει ταπεινωμένη. Όμως θα συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητα της δουλειάς, και θα προσφερθεί να βοηθήσει και αυτή στο εστιατόριο. Στη συνέχεια βλέπουμε όλη την οικογένεια να δουλεύει εκεί, εκτός από το μωρό. Το τέλος της ταινίας μάλλον ενέπνευσε το αντίστοιχο τέλος του «Madadayo» του Κουροσάβα: σύναξη των παλιών μαθητών στο εστιατόριο, για να φάνε αλλά και για να δουν τον δάσκαλο. Μήπως άραγε γι’ αυτό τη γύρισε ασπρόμαυρη;
   Ενώ συντρώγουν έρχεται η ευχάριστη είδηση με το ταχυδρομείο: ο Okajima διορίζεται δάσκαλος αγγλικών σε μια μακρινή επαρχία. Αποφασίζει να πάει, ελπίζοντας ότι σύντομα θα ξαναγυρίσουν στο Τόκιο. Και η ταινία τελειώνει τραγουδώντας όλοι μαζί ένα μαθητικό τραγούδι.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The lady and the beard».



Kristian Zübert, Lommbock (2017)


Kristian Zübert, Lommbock (2017)


  Τελικά νομίζω ότι διαφέρω από τον μέσο κινηματογραφόφιλο ως προς την αίσθηση του χιούμορ. Αυτό το συμπέρανα, αφενός από μια κόντρα που είχα πρόσφατα με σχολιαστές σε μια ανάρτησή μου στην ομάδα σινεφίλ και αφετέρου από τη βαθμολογία που βλέπω ότι έχει το Lommbock (όνομα πιτσαρίας) στο IMDb: 6,9, σε αντίθεση με το «Lammbock» του οποίου αποτελεί sequel και το οποίο έχει 7,3. Δεν είναι μεγάλη διαφορά το 0,4, όμως εμένα μου άρεσε πολύ περισσότερο η συνέχεια.
  Το βασικό κριτήριο, αλλά φυσικά όχι το μόνο, για να μου αρέσει μια κωμωδία είναι το πόσο πολύ γελάω. Σε μια σοφιστικές κωμωδία μπορεί απλά να χαμογελάω αλλά να μου αρέσει περισσότερο λόγω των έξυπνων διαλόγων. Στο «Lommbock» γέλασα περισσότερο από ό,τι στο «Lammbock».
  Ο Τσίμπερτ χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος από το καστ που χρησιμοποίησε στην πρώτη ταινία, και φυσικά στο δίδυμο Στέφαν και Κάι. Γερμανικό, soft humor, αλλά εξαιρετικό. Επί πλέον η ταινία αυτή έχει πιο σφιχτοδεμένη πλοκή, με διάφορα σασπένς και ανατροπές να σχηματίζονται κατά διαστήματα. Και ο κεντρικός ήρωας βέβαια γύρω από τον οποίο δένεται η πλοκή είναι η κάνναβη.
  Ο Στέφαν έχει τελειώσει τη νομική, είναι εδώ και πέντε χρόνια στο Ντουμπάι και ετοιμάζεται να παντρευτεί μια ντόπια. Ο πατέρας της είναι ένας πάμπλουτος άραβας επιχειρηματίας και η μητέρα της ελβετίδα. Χρειάζεται όμως κάποιο πιστοποιητικό για το γάμο. Πρέπει να γυρίσει στην πατρίδα, μετά από πέντε χρόνια. Στο αεροδρόμιο τον περιμένει ο φίλος του ο Κάι. Έχει έτοιμη την πίτσα με το ναρκωτικό μέσα. Ο Στέφαν τη ρίχνει στα σκουπίδια. Αν τον πιάσουν την έχει βαμμένη, τέρμα ο γάμος, το Ντουμπάι είναι ισλαμική χώρα.
  Όμως θα παρασυρθεί από το φίλο του και θα μαστουρώσουν. Θα συνέλθει αργά και θυμάται ότι πρέπει να βγάλει το πιστοποιητικό. Θα προλάβει;
  Δεν προλαβαίνει, αλλά τον σώζει η παλιά του φιλενάδα που ξεπροβάλλει ξαφνικά. Δουλεύει εκεί.
    Εκτός από το σασπένς έχουμε και τις ανατροπές. Στο κινητό του γιου του Κάι, που θέλει να παρατήσει το σχολείο, βλέπουν διάφορα αραβικά ονόματα. Σίγουρα έχει μπλέξει με φονταμενταλιστές τρομοκράτες. Είναι βόμβα αυτό που κρατάει στη τσάντα του; Ορμάνε να την πάρουν πριν την πυροδοτήσει μέσα στην καφετέρια.
  Από την τσάντα ξεχύνονται τα σακουλάκια με τα ναρκωτικά. Ακολούθησε κι αυτός τα χνάρια του πατέρα του.
  Η επιχείρηση να τον ξεμπλέξουν έχει σασπένς και ανατροπές, να μην την αφηγηθούμε. Επίσης και το πώς αναβάλλει την επιστροφή του ο Στέφαν στο Ντουμπάι, προκειμένου να εξαφανισθούν τα ίχνη από τα ούρα του, γιατί στο αεροδρόμιο, κατά την επιστροφή, θα τον εξετάσουν, και αν βρουν ίχνη ναρκωτικών θα τον απελάσουν αμέσως, οπότε πάει η νύφη, που δεν την πήρε μόνο για τα λεφτά της.
  Η εμφάνιση της παλιάς του φιλενάδας θα δημιουργήσει κάποιες αφηγηματικές αναμονές, που θα δικαιωθούν στο τέλος.
  Αλλά να μην πούμε όλο το στόρι παρά μόνο κάτι σπαρταριστό από την αρχή της ταινίας.
  Ο Κάι κάνει μια μίνι διάλεξη στον Στέφαν σχετικά με το τι πιστεύει για την προέλευση του ανθρώπου πάνω στη γη. Δεν συμφωνεί με τον Δαρβίνο, δεν μπορεί μέσα σε τόσο λίγες χιλιετηρίδες να δημιουργήθηκε ο homo sapiens. Ήλθαν οι εξωγήινοι, φορείς μιας ανώτερης ευφυίας, και ζευγάρωσαν με τους πιθήκους, φορείς των πιο πρωτόγονων ενστίκτων, συμπεριλαμβανομένου και του σεξουαλικού. Σε κάποιους από τους απογόνους επικράτησαν τα γονίδια των εξωγήινων και διακρίνονται για την εξαιρετική τους ευφυία αλλά τη μειωμένη σεξουαλικότητα, και σε άλλους τα γονίδια του πιθήκου με την αυξημένη σεξουαλικότητα αλλά τη χαμηλή ευφυία. Αυτός διακρίνεται για την αυξημένη του ευφυία που συνεπάγεται όμως χαμηλή σεξουαλικότητα, και αυτός είναι ο λόγος που δεν κάνει με τη γυναίκα του τόσο συχνά σεξ.
  Απολαυστικό, και δημιουργεί βέβαια μια αφηγηματική αναμονή που επιβεβαιώνεται: η γυναίκα του τον παρατάει.
  Κοίτα να δεις, κι εγώ που πίστευα ότι οι γερμανοί δεν έχουν χιούμορ. Νομίζω είναι η καλύτερη γερμανική κωμωδία που έχω δει μέχρι τώρα.


Sunday, November 18, 2018

Kristian Zübert, Lammbock (2001)


Kristian Zübert, Lammbock (2001)


  Έχω ένα αρχείο για γερμανικές κωμωδίες στο οποίο ξεκινάω ως εξής:
  «Με αφορμή τον «Tony Erdman», που σαν κωμωδία μου φάνηκε σαχλή αλλά σαν drama τη βρήκα πολύ καλή, και αναρωτώμενος αν οι γερμανοί έχουν χιούμορ, βρήκα στο διαδίκτυο ένα σύνδεσμο με τις δέκα καλύτερες γερμανικές κωμωδίες. Βρήκα τις πέντε, και γράφω δυο λόγια γι’ αυτές».
  Στη συνέχεια βέβαια βρήκα και άλλες. Τώρα βρήκα δυο ακόμη του Κρίστιαν Τσίμπερτ (εν τάξει, κάτι μεταξύ ι και υ) και είπα να τις δω.
  Τους γερμανούς τους θεωρώ αγέλαστους, δεν μπορεί να έχει χιούμορ ένας λαός που γέννησε ένα Χίτλερ (εν τάξει, γέννησε και ένα Μαρξ, και επειδή μπορεί να μου πείτε ότι αυτός είναι εβραίος να σας θυμίσω τον Ένγκελς). Όμως δεν ξέρω να έχουν αναδείξει κανένα κωμωδιογράφο αντίστοιχο του Σαίξπηρ, του Μολιέρου και του Γκολντόνι. Ούτε έχουν τον δικό τους Τσάρλι Τσάπλιν, Μάρκο Φερέρι, Αλμοδόβαρ, Γούντι Άλεν και Μελ Μπρουξ.
  Οι ιταλοί έχουν πληθωρικό, μεσογειακό χιούμορ, οι γάλλοι πιο συγκρατημένο και οι εγγλέζοι σοφιστικέ. Οι γερμανοί, μου φαίνεται, έχουν κάτι ενδιάμεσο.
  Δεν ξεκαρδίστηκα στα γέλια, αλλά μου άρεσε η κωμωδία του Τσίμπερτ.
  Προσχηματική η πλοκή, για να μας δείξει ο σκηνοθέτης διάφορες τυπικές καταστάσεις και τυπικές συζητήσεις μεταξύ νεαρών εικοσάρηδων. Απολαυστική ήταν η σκηνή που ο ήρωάς μας τρύπωσε στο κρεβάτι όπου κοιμόταν η κοπέλα, και την πήρε πλαγιαστά. Αυτή έκανε την πάπια, δηλαδή την κοιμισμένη. Είχε μόλις τελειώσει όταν κατάλαβε το λάθος του και το έβαλε έντρομος στα πόδια: δεν ήταν η κοπέλα που νόμιζε.
  Και η πλοκή;
  Οι δυο φίλοι εμπορεύονται ναρκωτικά. Έχουν μια μικρή φυτεία με κάνναβη μέσα στο δάσος. Φτειάχνουν διάφορα προϊόντα μ’ αυτήν και τα εμπορεύονται καμουφλάροντάς τα μέσα σε πίτσες. Ο ένας τους έχει την πιτσαρία, ενώ ο άλλος είναι φοιτητής νομικής. Ο πατέρας του είναι δικαστής και πρόσφατα έριξε μια γερή ποινή σε έναν έμπορο ναρκωτικών. Φυσικά όταν τους μυριστεί η δίωξη και την έχουν άσκημα (αυτόν που τους συνέλαβε τον έχουν κλεισμένο στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου τους) ο πατέρας του, χάρη στη γνωριμία του με έναν υψηλά ιστάμενο της δίωξης ναρκωτικών, θα τους ξεμπλέξει. Όχι δηλαδή, για να μην νομίζετε ότι μόνο στην Ελλάδα γίνονται αυτά.
  Είπα, δεν ξεκαρδίστηκα, αλλά μου άρεσε πολύ αυτή η κωμωδία.      

Kenji Mizoguchi (溝口 健二, 1998-1956) 5. 1933 Cascading White Threads/White Threads of the Waterfall/The Water Magician (滝の白糸 Taki no Shiraito)


Kenji Mizoguchi (溝口 健二, 1998-1956) 5. 1933 Cascading White Threads/White Threads of the Waterfall/The Water Magician (滝の白糸 Taki no Shiraito)


  Taki no Shiraito είναι το όνομά της. Είναι performer, κάνει κάτι επιδείξεις με νερό, εξ ου και οι αγγλικοί τίτλοι. Ερωτεύθηκε τον αμαξά που τη μετέφερε. Εξαιρετικές οι σκηνές που δείχνουν τον τρόπο που τον φλερτάρει.
  Από οικογένεια σαμουράι, μένοντας ορφανός έπρεπε να δουλέψει. Το όνειρό του ήταν να σπουδάσει νομική. Η Σιράιτο τον ενισχύει οικονομικά να σπουδάσει. Σε αντάλλαγμα; Να θελήσει η μοίρα να την αγαπήσει.
  Δεν θα ξεχάσει ποτέ τις θυσίες που έκανε γι’ αυτόν, το λέει συχνά στη σπιτονοικοκυρά του, η οποία της το μεταφέρει όταν…
  Όταν πηγαίνει να τον δει για τελευταία φορά. Καθώς ήταν χειμώνας και οι παραστάσεις είχαν σταματήσει, πιέστηκε οικονομικά. Πιο πριν είχε δώσει χρήματα σε μια γυναίκα και ένα ζευγάρι του θιάσου που τα είχαν ανάγκη, χωρίς να υπολογίσει την οικονομική στενότητα που την περίμενε. Δανείστηκε από τοκογλύφο αλλά το αντάλλαγμα ήταν βαρύ, να πέσει στην αγκαλιά του. Τι να κάνει, έπρεπε να βρει επειγόντως χρήματα, ήδη είχε στείλει λιγότερα χρήματα στον αγαπημένο της την προηγούμενη φορά απολογούμενη. Ο τοκογλύφος είχε κανονίσει να την παρακολουθήσουν και να της κλέψουν τα χρήματα που θα της έδινε, όπως και έγινε. Αυτή, αγανακτισμένη, καταλαβαίνοντας τι της είχε σκαρώσει, πηγαίνει και του τα ζητάει πίσω. Στο χέρι της κρατάει το μαχαίρι που είχε πέσει από τη ζώνη ενός από τους ληστές. Αυτός πηγαίνει να την βιάσει και δεύτερη φορά και αυτή τον σκοτώνει. Αρπάζει τα χρήματα και πηγαίνει στο Τόκιο. Θέλει να τον δει για τελευταία φορά, ξέροντας ότι θα τη συλλάβουν και θα την καταδικάσουν σε θάνατο. Λείπει. Τα δίνει στη σπιτονοικοκυρά του, και από αυτήν μαθαίνει ότι ήταν πάντα στη σκέψη του.
  Η ιστορία εξελίσσεται σε μελόδραμα, με την απίθανη σύμπτωση να είναι αυτός ο εισαγγελέας στη δίκη της. Θέλει να παραιτηθεί, αυτός φταίει για την κατάστασή της, πρέπει να καθίσει δίπλα της, σαν κατηγορούμενος. Τον μεταπείθει. Θέλει να υλοποιηθεί το όνειρό της, να τον δει επιτυχημένο στη ζωή.
  Και πάλι το μοτίβο της αυτοθυσίας της γυναίκας για τον άνδρα, στο οποίο αναφέρθηκα το καλοκαίρι μιλώντας για μια πραγματική περίπτωση αυτή τη φορά και όχι μυθοπλασίας: η χωριανή μου η Μαίρη Πολυχρονίδη, στην πυρκαγιά στο Μάτι έμεινε κοντά στον ανάπηρο σύζυγό της που δεν μπορούσε να μετακινηθεί και πέθανε μαζί του.
  Ο μεγάλος έρωτας έχει βαθιές ρίζες και η απώλειά του δεν γιατρεύεται. Λίγους μήνες μετά την εκτέλεσή της ο αγαπημένος της αυτοκτόνησε.
  Η ταινία συνοδεύεται από benshi, δηλαδή αφηγητές. Οι benshi δεν διαβάζουν μόνο τους μεσότιτλους σαν να είναι οι ίδιοι οι χαρακτήρες (έτσι γίνεται στο Νο και στο Καμπούκι), λένε και ατάκες που θα μπορούσαν να υπάρχουν σε μεσότιτλους αλλά που όμως θα βάραιναν την ταινία. Επίσης σχολιάζουν και γεμίζουν τα αφηγηματικά κενά, εγγενή στην τέχνη του κινηματογράφου.
    Τρυφερή και συγκινητική ταινία, θεωρείται από τις καλύτερες του βωβού Μιτζογκούτσι. 
    Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.


Saturday, November 17, 2018

David Blair, Hurricane (2018)


David Blair, Hurricane (2018)


  Στην ανάρτησή μου για το «Air strike» έγραψα ότι αγαπημένο μου είδος είναι οι πολεμικές ταινίες, και πιο αγαπημένο το υποείδος των αερομαχιών. Τέτοιος είναι ο «Τυφώνας».
  Το ιστορικό πλαίσιο το έχω δει σε μια ακόμη ταινία που όμως δεν θυμάμαι τον τίτλο της. Οι πολωνοί πιλότοι διέπρεψαν στις αερομαχίες της Αγγλίας, έχοντας το μεγαλύτερο ρεκόρ καταρρίψεων εχθρικών αεροπλάνων.
  Βλέπω να έχει χαμηλή βαθμολογία στο IMDb, και αυτό πιστεύω οφείλεται στο ότι δεν έχει εντυπωσιακή πλοκή με σασπένς, όπως το «Air strike» στο οποίο υπάρχει και ένας κατάσκοπος. Η ταινία δείχνει τη ζωή των πιλότων, τις καταστάσεις τις οποίες εμπλέκονται, τους έρωτές τους, την αρχική δυσπιστία των άγγλων μέχρι να τους εμπιστευθούν τα μαχητικά τους, κ.ά. Και βέβαια βλέπουμε εντυπωσιακές αερομαχίες.
  Στα γράμματα τέλους διάβασα πράγματα που με σόκαραν. «Μετά τον πόλεμο μια δημοσκόπηση έδειξε ότι το 56% των βρετανών ήταν της γνώμης ότι οι πολωνοί θα έπρεπε να επαναπατριστούν. Πολλοί από αυτούς που επέστρεψαν διώχθηκαν, φυλακίσθηκαν ή καταδικάσθηκαν σε θάνατο».
  Δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς με τους άγγλους, ξέροντας πώς φέρθηκαν στον Alan Turing.  


Kenji Mizoguchi, 4. 1930 Tojin Okichi (唐人お吉 Tōjin Okichi)


4. 1930 Tojin Okichi (唐人お吉 Tōjin Okichi)



  Ούτε τέσσερα λεπτά δεν σώθηκαν από αυτή την ταινία των 130 λεπτών που βασίζεται σε μυθιστόρημα του Gisaburo Juichiya. Αρχικά είπα να μην τη δω, αλλά μετά άλλαξα γνώμη.
  Και έκανα πολύ καλά. Αυτό που είδα είναι μια σκηνή από θέατρο Καμπούκι, ένα κορίτσι να τραγουδάει.
  Ψάχνοντας για να παραθέσω τον σύνδεσμο στο youtube είδα και τη μετάφραση: «Οκίτσι, η ερρωμένη ενός ξένου». Ψάχνοντας παραπέρα βρήκα και άλλες πληροφορίες σ’ αυτή την ιστοσελίδα. Αντιγράφω: «Η Οκίτσι είχε σταλεί από αξιωματούχους της κυβέρνησης, έτσι λέει η παράδοση χωρίς να υπάρχουν αποδείξεις, για να μαλακώσει την καρδιά ενός συχνά εξοργισμένου γέρου που, κάτω από την ξένη σημαία που κυμάτιζε πάνω από το μικρό προξενείο του, τους έλεγε κατάμουτρα ότι είναι ψεύτες και επέμενε να πάει ο ίδιος στο Έντο να δώσει κατευθείαν στον σογκούν, στο ανάκτορό του, την επιστολή του προέδρου των ΗΠΑ».
  Ο πρόεδρος ήταν ο Οδυσσέας Γκραντ, και αν δεν με απατά η μνήμη μου ήταν το 1868. Ο Γκραντ έστειλε το στόλο του και περικύκλωσε το λιμάνι απειλώντας με βομβαρδισμό αν η Ιαπωνία δεν άνοιγε τα σύνορά της στους ξένους. Τα είχε κλειστά από τις αρχές του 1600, όταν κατέσφαξαν τους χριστιανούς, κυρίως τους ιεραπόστολους, που ήταν απειλή για τη θρησκεία τους, το βουδισμό. Ο αυτοκράτορας που κατάλαβε ότι δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τους αμερικάνους που είχαν εξελιγμένη πολεμική τεχνολογία παραμέρισε τον σογκούν που ουσιαστικά κυβερνούσε για κοντά τρακόσια χρόνια μετά από σύντομο εμφύλιο, ανέλαβε πάλι την ηγεσία του κράτους ενώ μέχρι τότε ήταν διακοσμητικός, και άνοιξε τις πύλες στους ξένους. Έτσι ξεκινάει η περίοδος Μέιτζι, από το όνομα αυτού του αυτοκράτορα που κυβέρνησε μέχρι το 1912.
  Ξέροντας την ιστορία της «Μαντάμ Μπατερφλάι», της όπερας του Πουτσίνι, και από αυτά που διαβάζω στον παραπάνω σύνδεσμο, πιστεύω ότι ήταν μάλλον αρκετά συνηθισμένη ιστορία οι αμερικάνοι να έχουν ερωμένες γιαπωνέζες και να τις παρατούν μετά.
  Ήταν ένα σύντομο μουσικό ιντερμέτζο στην ταινία το παραπάνω απόσπασμα, ή όλη η ταινία ήταν γυρισμένη σαν θέατρο Καμπούκι; Έχω δει κινέζικες ταινίες να είναι γυρισμένες εξ ολοκλήρου σαν όπερα του Πεκίνου. Αν ήξερα γιαπωνέζικα θα μπορούσα να το ψάξω. Κρίνοντας όμως από τα σκηνικά το θεωρώ πολύ πιθανό.
  Η αυτόματη μετάφραση μιας γιαπωνέζικης ιστοσελίδας μου έδωσε βιογραφικές πληροφορίες για την Οκίτσι. Η καημένη, όταν ανάρρωσε ο πρόξενος την έδιωξαν και επέστρεψε στην παλιά της δουλειά, σαν γκέισα. Ο κόσμος όμως την έβλεπε με περιφρόνηση που δόθηκε σε ένα ξένο και αυτό την έκανε να αυτοκτονήσει.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The morning sun shines».