Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, August 16, 2018

Michael R. Rocksman, Le fidėle (Racer and the Jailbird, Μη φέρνεις λουλούδια 2017)


Michael R. Rocksman, Le fidėle (Racer and the Jailbird, Μη φέρνεις λουλούδια 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  «Ο πιστός» είναι ο γαλλικός τίτλος, αλλά καλύτερος θα ήταν «Η πιστή». «Η ραλίστρια και ο κακοποιός» είναι ο αγγλικός, και παραπέμπει στο στόρι και όχι στο νόημα στο οποίο παραπέμπει ο γαλλικός. Όσο για τον ελληνικό, είναι αινιγματικός, και όσοι δουν την ταινία θα αναγνωρίσουν την ατάκα.
  Crime, drama, χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb, όμως εγώ αυτό που είδα είναι ένα romance, μια συγκινητική ερωτική ιστορία πάνω στο μοτίβο του love story.
  Ραλίστρια αυτή, θα τον ερωτευθεί χωρίς να ξέρει ότι είναι κακοποιός. Κάποια στιγμή θα το μάθει. Αυτός θέλει να εγκαταλείψει τις «κακές παρέες», να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή μαζί της, την αγαπάει τόσο πολύ.
  Εύκολο είναι; Όταν έχεις μπλέξει με τα σκατά θα σε φάνε οι κότες. Και θα καταλήξει στη φυλακή.
  Εν τάξει, αυτός είναι φυσικό να παραμείνει ερωτευμένος μαζί της, αλλά και αυτή;
  Η αφηγηματική αναμονή είναι ότι μια τέτοια σχέση δεν θα έχει ευτυχισμένο τέλος. Και το σασπένς του πώς (θα φτάσουμε στο τραγικό τέλος) δημιουργείται ειδολογικά, ξέροντας ότι το έργο είναι και crime. Όμως το δραματικό τέλος δεν είναι καθόλου όπως το είχα φανταστεί, ανατρέποντας μια αφηγηματική μου αναμονή. Και οι ανατροπές των αφηγηματικών αναμονών, το εφέ του απροσδόκητου, πάντα προσθέτει σε ένα αφηγηματικό έργο, είτε είναι ταινία είτε είναι μυθιστόρημα. 
  Εξαιρετική η Αντέλ Εξαρχόπουλος, αλλά και ο Matthias Schoenaerts, σε μια πολύ ωραία ταινία, ολότελα συγκινητική, την οποία σας συνιστώ να δείτε.   

Bryan Bucley, The pirates of Somalia (Οι πειρατές της Σομαλίας, 2017)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Στην πρόσληψη, πέρα από τη σκηνοθεσία, το σενάριο, τους ηθοποιούς και τα υπόλοιπα στοιχεία μιας ταινίας, υπάρχουν και άλλα πράγματα που θα βαρύνουν στο αν και κατά πόσο θα μας αρέσει μια ταινία, και τα οποία είναι σε μεγάλο βαθμό προσωπικά για τον καθένα. Εγώ για παράδειγμα έχω ειδολογικές προτιμήσεις, το έχω δηλώσει. Αυτό που θα γράψω τώρα για πρώτη φορά, είναι ότι μου αρέσουν οι «πραγματικές» ιστορίες, και δεν θυμάμαι αν το δήλωσα απερίφραστα σε μια εισήγησή μου σε κάποιο συνέδριο που είχε τίτλο «Το πραγματικό και το φανταστικό στη λογοτεχνία: δυο σάμιοι πεζογράφοι». Το εξωτικό, που εγώ θα το έλεγα ανθρωπολογικό, επίσης με τραβάει, γιατί βλέπω άλλες κουλτούρες, άλλες ζωές, άλλα ήθη και έθιμα.
  Τα δυο τελευταία στοιχεία βρίσκονται στην ταινία «Οι πειρατές της Σομαλίας», βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του James Bahadur.  
  Ο Bahadur είναι ένας νεαρός που έχει δημοσιογραφικές φιλοδοξίες. Θέλει να σπουδάσει στο Χάρβαρντ δημοσιογραφία. -Χέσε το Χάρβαρντ, του λέει ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Al Pacino, και πάλι εξαιρετικός στον μικρό του ρόλο, δεν γίνονται έτσι οι δημοσιογράφοι. Να ψάξεις να βρεις κάτι που θα είσαι ο πρώτος που θα γράψει γι’ αυτό.
  Έτσι ξεκίνησε η περιπέτειά του στη Σομαλία. Με τις ευλογίες του προέδρου της Σομαλίας θα ψάξει να βρει τους πειρατές, να τους πάρει συνέντευξη. Θα ακούσουμε αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα.
  Έχω διαβάσει ότι κάποιοι επώνυμοι, για να δώσουν συνέντευξη, ζητάνε λεφτά. Εκεί δεν ζητάνε λεφτά, ζητάνε ως «δώρο» ένα τοπικό ναρκωτικό, κάτι σαν το δικό μας χασίσι.
  Δοκίμασε να δει ομήρους των πειρατών, κινδύνευσε, ο πρόεδρος ήθελε άρον άρον να τον εξαποστείλει πίσω, δεν ήθελε ένα «δυτικό» νεκρό στη Σομαλία που θα μπορούσε να του δημιουργήσει διπλωματικό πρόβλημα. Όμως ο διερμηνέας του θα του συμπαρασταθεί με απίστευτο τρόπο.
  Το βιβλίο του έγινε best seller, και επί πλέον…
  Αλλά να πάτε να δείτε την ταινία, αξίζει τον κόπο.
  Ο Αλ Πατσίνο σίγουρα είχε δίκιο, δεν σε κάνουν οι σχολές δημοσιογράφο. Εγώ σαν φοιτητής αγγλικής φιλολογίας ούτε κατά διάνοια σκεφτόμουν να γίνω καθηγητής. Πριν λίγο ήμουν μαθητής, δεν ήθελα να γίνω σαν τους «βασανιστές» μας. Σκεφτόμουνα λοιπόν να γίνω δημοσιογράφος.
  Γράφτηκα στη σχολή δημοσιογραφίας «Όμηρος» πριν καλά καλά κάνω την εγγραφή μου στο Πανεπιστήμιο. Ένας μήνας ήταν αρκετός για να καταλάβω ότι η σχολή αυτή δεν θα μου προσέφερε τίποτα, και έτσι την παράτησα. Τώρα βλέπω φίλους δημοσιογράφους να έχουν βρεθεί στην ανεργία, και λέω τι καλά που η πενία με ανάγκασε να ακολουθήσω τελικά τον δρόμο που ήθελα να αποφύγω, να γίνω καθηγητής. Δεν νομίζω να έγινα βασανιστής, και ελπίζω να είναι περισσότεροι οι μαθητές που με συμπαθούσαν από αυτούς που με αντιπαθούσαν· γιατί ο καθηγητής είναι σαν τον πολιτικό, έχει και συμπάθειες και αντιπάθειες.
  Πάντως είμαι δημοσιογράφος. Αυτές τις γραμμές τις διαβάζετε γιατί έχω την «κάρτα εισόδου στις δημοσιογραφικές προβολές κινηματογραφικών ταινιών». Επίσης είμαι μέλος της «Ένωσης Συντακτών Κρητικού Τύπου», καθώς δημοσιογραφώ σε κρητικά έντυπα, κυρίως με κριτικές βιβλίων, εδώ και δεκαετίες στα «Κρητικά Επίκαιρα» και τα τελευταία χρόνια και στην «Ιεράπετρα 21ος αιών».
   

Monday, August 13, 2018

Mark Raso, Codachrome (Η ζωή σε φιλμ 2018)


Mark Raso, Codachrome (Η ζωή σε φιλμ 2018)


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε παίζεται στους κινηματογράφους.
  Νομίζω είναι η δεύτερη φορά που συναντάω το μοτίβο της συμφιλίωσης πατέρα και γιου. Η πρώτη ήταν στο «Riding alone for thousands of miles» (2005) του Τζανγκ Γιμόου, με τον γιαπωνέζο Yasuo Furuhata να συνυπογράφει τη σκηνοθεσία.
  Ο πατέρας, διάσημος φωτογράφος, πάσχει από καρκίνο, του μένουν, κατά τους γιατρούς, δυο τρεις μήνες ζωής. Θέλει να δει το γιο του, να τον μεταφέρει κάπου στο Κάνσας για να εμφανίσει κάποια ρολά φιλμ με φωτογραφίες που είχε τραβήξει πριν χρόνια. Ο γιος του βέβαια ούτε που θέλει να τον δει στα μάτια του. Τους είχε παρατήσει αυτόν και τη μητέρα του, η οποία έχει πεθάνει, όταν ήταν μικρός. Θα πεισθεί όμως από τη νοσοκόμα του και θα τον συνοδεύσει. Ο πατέρας του είχε το λόγο του που θέλει να είναι αυτός ο συνοδός. Και από την ένταση στη σχέση τους θα καταλήξουν στη συμφιλίωση, σε μια ταινία συγκινητική αλλά και εξαιρετική σκηνοθετικά και ερμηνευτικά. Μεγάλος ηθοποιός ο Ed Harris, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας.

Nicolas Ségur, Το συζυγικό κρεβάτι (μετ. Γ. Τσουκαλά), Αθήνα χχ, σελ. 182 και Αντρέ Μωρουά, Κλίματα.


Nicolas Ségur, Το συζυγικό κρεβάτι (μετ. Γ. Τσουκαλά), Αθήνα χχ, σελ. 182 και Αντρέ Μωρουά, Κλίματα.


  Ένα ακόμη βιβλίο που μου θύμισε τα μαθητικά μου χρόνια. Και, όπως και την «Παρθένα των δεκαοχτώ καρατιών», το πιο πιθανό είναι ότι το αγόρασα χρόνια μετά, από κάποιο πάγκο με μεταχειρισμένα.
  Αρπακολατζίδικες αρκετές εκδόσεις εκείνης της εποχής. Στο βιβλίο δεν αναγράφεται χρονολογία έκδοσης. Και, το πιο σημαντικό, ακολουθεί ένα μυθιστόρημα που όμως δεν αναφέρεται στο εξώφυλλο. Είναι το «Ζητώντας την ευτυχία» του Αντρέ Μωρουά σε μετάφραση Πολύβιου Βοβολίνη. Το «Συζυγικό κρεβάτι» με τις 56 σελίδες του, μόνο σαν νουβέλα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
  Θυμόμουνα ότι το όνομα ήταν ψευδώνυμο αλλά είχα ξεχάσει ποιος κρύβεται πίσω από αυτό. Διαβάζοντας τη νουβέλα σκέφτηκα ότι μάλλον κρύβεται γυναίκα. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βλέπω με έκπληξη ότι πρόκειται για άντρα, και μάλιστα Έλληνα.
  Νικόλαος Επισκοπόπουλος (1874-1944) το όνομά του. Ξεκίνησε να γράφει ελληνικά, αλλά συνέχισε στη Γαλλία με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ.
  Λίγα πράγματα βρήκα στα ελληνικά στη βικιπαίδεια όπου με παρέπεμψε το google ψάχνοντας με το γαλλικό του ψευδώνυμο. Λήμμα στα γαλλικά δεν βρήκα. Μπορώ όμως να υποθέσω από ενδοκειμενικές ενδείξεις ότι το έργο γράφηκε το μεσοπόλεμο.
  Ενδιαφέρον έχει αυτό που διαβάζω στην τρίτη εσωτερική σελίδα: «Για το βιβλίο τούτο κατηγορήθηκε ο εκδότης του, αλλά αθωώθηκε με την υπ’ αριθ. 34)53 απόφαση του Εφετείου Αθηνών».
  Τι σκανδάλισε αυτούς που τον έσυραν στα δικαστήρια;
  Όχι προφανώς το μοτίβο, «μια γυναίκα δύο άντρες», αλλά το τέλος του μυθιστορήματος, με το οποίο διαψεύδεται η παροιμία ότι δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο.
  Η γυναίκα αγαπάει τον εραστή της, έχουν κάνει αίτηση για διαζύγιο, αλλά μπροστά στη μεγαλοψυχία του συζύγου (το κάνουν και δυο φορές μετά), διαπιστώνει ότι τον αγαπάει ακόμη. Παρά το ότι κυοφορεί το παιδί του εραστή, αποφασίζει να φύγει μακριά τους. Αλλά, ξάφνου, σκέφτεται μια καλύτερη λύση: τους αγαπάει και τους δυο. Αν την αγαπούν και οι δυο, μπορούν να την έχουν και οι δυο ταυτόχρονα. Τι λένε, συμφωνούν;
  Τους το προτείνει επιχειρηματολογώντας. Και η νουβέλα τελειώνει:
  «Οι δυο άντρες έμεναν σιωπηλοί».
  -Θα κάνω ό,τι νομίζω εγώ καλό, εξακολούθησε, και θα ιδούμε αν θάχετε τη δύναμη να μ’ ακολουθήσετε. Αν αποτύχουμε, θάρθουν άλλοι μετά από μας. Αλλ’ οπωσδήποτε, μια μέρα η γυναίκα θάναι ίση με τον άντρα στον έρωτα.
  Και, ρίχνοντάς τους μια τελευταία ματιά, γεμάτη τρυφερότητα, σίγουρη για την επιτυχία της, βγήκε από το δωμάτιο, με την καρδιά πλημμυρισμένη από ελπίδα».
  Πώς διάβολο ήταν τόσο σίγουρη για την επιτυχία της δεν μπορώ να καταλάβω. Έχω την υποψία ότι την παράτησαν και οι δυο.
  Θα παραθέσω ένα απόσπασμα, στο οποίο νομίζω ότι έχει δίκιο.
  «Μήπως μ’ αγάπησες για να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο; τον ρώτησε. Το πρόβλεπες αυτό το παιδί; Το ευχόσουν, έστω, όταν μ’ έσφιγγες στην αγκαλιά σου; Έφτανε να πάρω εγώ μερικές προφυλάξεις, για να μην έρθει στον κόσμο. Ο μόνος σου σκοπός, τότε, ήταν η ευχαρίστηση, το ρίγος της ηδονής, που ένοιωθες. Κι αυτό είναι ακριβώς το σημείο που ο πατέρας είναι κατώτερος από τη μητέρα. Αυτός δεν ζητάει παρά μια στιγμή ηδονής, κι έπειτα φεύγει, ή τουλάχιστον μπορεί να φύγει, χωρίς να κρατήσει ούτε ίχνος, ούτε ανάμνηση απ’ αυτό που έκανε. Η μητέρα όμως έχει μέσα της το παιδί, είναι σαν αλυσοδεμένη μαζί του, με το ιερό και τρομερό βάρος μιας καινούργιας ύπαρξης, που μεγαλώνει μέσα της. Του δίνει το αίμα της, την τρυφερότητά της και τις σκέψεις της» (σελ. 57).
  Ολότελα φεμινιστικό από έναν άντρα συγγραφέα, και γι’ αυτό αξιοθαύμαστο. Και την δικαιώνει κατά κάποιο τρόπο για την απιστία της με το να βάζει τον άντρα της να την απατάει με μια μαροκινή, ονόματι Λολίτα Βαμπέθ, στην αρχή της νουβέλας.

  Και πάμε στο «Ζητώντας την ευτυχία» του Αντρέ Μωρουά.
  Εδώ έκανα μια μικρή έρευνα και βρήκα κάποια στοιχεία για το μυθιστόρημα.
  Κατ’ αρχάς για την έκδοση.
  Το οπισθόφυλλο με τις αναγραφόμενες εκδόσεις μού ήταν γνωστό από πολλά βιβλία. Βρήκα πρόχειρη την «Αυγή» του Νίτσε και είδα ότι έχει το ίδιο οπισθόφυλλο. Ως εκδοτικός οίκος της «Αυγής» φέρεται η «Πηγή Γνώσεων».
  Ψάχνοντας στο λήμμα της βικιπαίδειας για τον συγγραφέα είδα ότι τα «Κλίματα» είναι το πιο γνωστό του έργο («Climats», 1928), με δυο ελληνικές μεταφράσεις, η μια του Γιάννη Κουχτσόγλου ως «Κυνηγώντας την ευτυχία» (Μορφωτική επιστημονική Εταιρία, 1952) και η άλλη του Μανώλη Γιαλουράκη, πιθανόν με τον πρωτότυπο τίτλο (Πανεπιστημιακός τύπος-Φοντάνα, χχ). Γκουγκλάροντας τον γαλλικό τίτλο βρήκα ότι πρόκειται ακριβώς για αυτό το μυθιστόρημα που εδώ δίνεται με τον τίτλο «Ζητώντας την ευτυχία». Τώρα, γιατί δεν αναγράφεται ούτε εκδοτικός οίκος ούτε και αυτό το έργο στο εξώφυλλο, η μόνη εικασία που μπορώ να κάνω είναι ότι πρόκειται για πειρατική έκδοση.
  Μια σπουδή πάνω στη ζήλεια είναι τα «Κλίματα» (θυμήθηκα τα «Κλίματα αγάπης» του Nuri Bilge Ceylan, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά η ταινία του «Iklimler»).
  Ο Φίλιππος αφηγείται την ιστορία της ζωής του. Δεν πρόκειται για πρωτοπρόσωπη αφήγηση της οποίας αποδέκτης είναι ο αναγνώστης, αλλά για πρωτοπρόσωπη αφήγηση της οποίας αποδέκτης είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, στο οποίο απευθύνεται άμεσα κάποιες φορές, όπως: «Θα προσπαθήσω να σου εξηγήσω τα αισθήματα που με ωδηγούσαν, γιατί θα σε βοηθήσουν να καταλάβεις αργότερα τον παράξενο ρόλο που έπαιξε η Μίζα στη ζωή μου. Αν επιθυμούσα νάμαι μόνος με την Οντίλ…» (σελ. 90).
  Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο; Το μαθαίνουμε αργότερα: είναι η δεύτερη γυναίκα του, η Ιζαμπέλ. Της γράφει αυτό το εκτενές αυτοβιογραφικό κείμενο για να τον γνωρίσει καλύτερα. Πολύ ειλικρινές εκ μέρους του, μια και πρόκειται να παντρευτούν και δεν θέλει να της κρύψει τίποτα από τη ζωή του, και κυρίως βέβαια για τον μεγάλο του έρωτα, την Οντίλ, την πρώτη του γυναίκα.
  Εξαιρετικές οι προσωπογραφίες που δίνει ο Μωρουά, τόσο του ίδιου όσο και της Οντίλ. Με οξυδέρκεια παρατηρεί και περιγράφει τη ζήλεια στις πιο λεπτές της αποχρώσεις. Όμως δεν πρόκειται για ζήλεια κατά φαντασίαν. Κάποια στιγμή αποδεικνύεται ότι η ζήλεια του είναι βάσιμη, και βέβαια πέραν πάσης αμφιβολίας όταν η Οντίλ του ζητάει να χωρίσουν γιατί είναι ερωτευμένη με τον Φρανσουά και σκοπεύουν να παντρευτούν.
  Χωρίζουν φιλικά, και αυτός φέρεται ολότελα μεγαλόψυχα απέναντί της, όπως και ο σύζυγος στη νουβέλα του Σεγκύρ.
  Το αποτέλεσμα;
  Ο Φρανσουά δεν ήταν ιδιαίτερα ερωτευμένος μαζί της, σε αντίθεση με αυτή. Της φερόταν με σκαιότητα κάποιες φορές. Στο τέλος η Οντίλ, απογοητευμένη, θα αυτοκτονήσει. Σκεφτόταν άραγε τον Φίλιππο που έχασε; Σημασία λοιπόν δεν έχει μόνο να αγαπάς (Τίτλος ταινίας του «Αντρέι Ζουλάφσκι», έχουμε γράψει γι’ αυτήν) αλλά και να αγαπιέσαι.
  Το δεύτερο μέρος είναι η αφήγηση της Ιζαμπέλ. Απευθύνεται στον Φίλιππο, όμως συχνότερα αναφέρεται σ’ αυτόν στο τρίτο πρόσωπο. Πρόκειται λοιπόν για μια αποστροφή in absentia, μια και στο τέλος μαθαίνουμε ότι είναι νεκρός. Έχει πεθάνει από πνευμονία.
  Στην αφήγησή της, μικρότερη σε σχέση με την αφήγηση του Φιλίππου στο πρώτο μέρος, μαθαίνουμε για τη δική της ζήλεια. Εδώ βλέπουμε μια ακόμη πλευρά της ζήλειας, εκτός βέβαια από τη γυναικεία: η φιλενάδα του άντρα της κάποια στιγμή τον παρατάει και αυτός βυθίζεται σε απελπισία.
  Ενώ η ζήλεια του με την Οντίλ ήταν τεκμηριωμένη, στην αφήγηση αυτή της Ιζαμπέλ φαίνεται να υπάρχει και κάτι το παθολογικό σ’ αυτήν, εκτός πια και αν η ζήλεια δεν είναι κάτι το παθολογικό αλλά η συνήθης κατάσταση ενός ζευγαριού. Γιατί τη ζηλεύει κι αυτήν. Διαβάζουμε:
  «Βγήκαμε μαζί και περάσαμε τ’ απόγευμα θαυμάσια. Σ’ αυτό το διάστημα μου αποκάλυψε κάτι αισθήματα που ως αυτή τη στιγμή δεν τα είχα μαντέψει τόσο μεγάλα. Τον καταλάβαινα που ζήλευε. Η ζήλεια του όμως αυτή είταν κουτή. Απ’ τη μέρα του γάμου μου με τον Φίλιππο, είχα γίνει ανίκανη να «ιδώ» άλλον άνδρα. Αλλά ο Φίλιππος είταν έτσι πλασμένος. Τον βασάνιζε πάντα η αμφιβολία. Ήξερα πως είταν γι’ αυτόν μια ιδέα έμμονη. Είχα διαβάσει την ιστορία της προηγούμενης ζωής του. Είταν πάντα χαρακτήρας ανήσυχος. Εγώ περίμενα το παιδί μου ύστερ’ από τέσσερις μήνες και σκεφτόμουνα μόνο το παιδί μου κι αυτόν. Αυτός όμως δεν το έβλεπε» (σελ. 171).
  Εξαιρετικό το έργο αυτό του Αντρέ Μωρουά, που όπως είπαμε είναι αυτό που διαβάστηκε πιο πλατιά, ενός συγγραφέα που είναι περισσότερο γνωστός για τις βιογραφίες του. Τελικά έκανα πολύ καλά να διαβάσω αυτό το βιβλίο. Πιτιγκρίλι, Νικολά Σεγκύρ, Αντρέ Μωρουά, ποιος τους διαβάζει σήμερα; Ανασκαλεύοντας τα βιβλία των μαθητικών μου χρόνων τους βρήκα και τους γνώρισα. Και άξιζε πραγματικά τον κόπο.


Γ. Α. Μανωλικάκη, Μαντάμ Ορτάνς, Αθήνα 1965, σελ. 223


Γ. Α. Μανωλικάκη, Μαντάμ Ορτάνς, Αθήνα 1965, σελ. 223


  Όχι, αυτό το βιβλίο δεν είναι από τα παλιά που έχω ακόμη αδιάβαστα των μαθητικών μου χρόνων, πρότεινε να μου το δανείσει ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης ξέροντας ότι με ενδιαφέρει, όπως μου προτείνει κατά καιρούς να μου δανείσει βιβλία που πιστεύει ότι με ενδιαφέρουν.
  Τη μαντάμ Ορτάνς (1863-1938) την ξέρουν όλοι όσοι έχουν διαβάσει τον «Αλέξη Ζορμπά», που σίγουρα έχουν δει και την ταινία. Όσο για τους συμπατριώτες μου τους γεραπετρίτες, φυσικά και την ξέρουν, αφού στην Ιεράπετρα πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Οι γονείς μου την είχαν γνωρίσει, η μητέρα μου μάλιστα μου είχε διηγηθεί μια συζήτηση που είχε μαζί της, σαν πελάτισσα του φίλου της του οδοντογιατρού. Ο πατέρας του κουμπάρου μου του Μάνου, που υπήρξε φίλος της με όλες τις σημασίες της λέξης, δημοσίευσε πριν χρόνια ένα κείμενο για τη ζωή της στη «Γεραπετρίτικη απόπειρα».
  Πολλές φορές γράφοντας για ταινίες υποστηρίζω ότι το στόρι ήταν το πρόσχημα για να αναδειχθεί το φόντο. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι τέτοιο και με μια βιογραφία.
  Εν τάξει, ας μην είμαστε υπερβολικοί, η βιογραφία της μαντάμ Ορτάνς δεν είναι ακριβώς το πρόσχημα, όμως η ιστορία της Κρήτης την ταραγμένη εκείνη εποχή καταλαμβάνει σχεδόν ίδιο αριθμό σελίδων με αυτές που αφιερώνονται στην μαντάμ Ορτάνς, αν όχι μεγαλύτερο. Έμαθα λεπτομέρειες για την ιστορία του νησιού μας που αγνοούσα, ξέροντάς τη μόνο στις γενικές γραμμές. Επίσης έμαθα βιογραφικά στοιχεία για τον Βενιζέλο, τα χρόνια εκείνα που τον ανέδειξαν σιγά σιγά κορυφαία φυσιογνωμία της πολιτικής ζωής και αργότερα της νεοελληνικής μας ιστορίας. Και το κυριότερο, τα ντοκουμέντα καταλαμβάνουν σχεδόν ισόποση έκταση με την ιστορική αφήγηση.
  Το καινούριο που διαβάζω για τη μαντάμ Ορτάνς στο βιβλίο του Μανωλικάκη είναι ότι τη θεωρεί πράκτορα. Έχει στοιχεία να το στηρίξει, χωρίς βέβαια να είναι απόλυτα σίγουρος, έχει όμως την ειλικρίνεια να παραδεχθεί ότι αυτή του η υπόνοια κάνει πιο ενδιαφέρουσα την αφήγηση της ζωής της. Ενδιαφέρουσα επίσης την κάνουν τα αποσπάσματα που παραθέτει από τρία άλλα βιβλία, από τον «Αλέξη Ζορμπά», από το «Χρονικό μιας πολιτείας» του Παντελή Πρεβελάκη και από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Γεωργίου Πάγκαλου. Και φυσικά από μαρτυρίες ανθρώπων που τη γνώρισαν, οι περισσότεροι από τους οποίους ήθελαν να κρατήσουν την ανωνυμία τους. Αρκετές πληροφορίες για τη ζωή της είναι αλληλοσυγκρουόμενες, και ο Μανωλικάκης δυσκολεύεται να αποφασίσει.  
  Πριν παραθέσουμε αποσπάσματα να δώσουμε σύντομα τη βιογραφία της.
  Η Αδελίνα Γκιτάρ όπως είναι το πραγματικό της όνομα γεννήθηκε στη Γαλλία το 1963, και από τα δεκαέξι της έγινε πόρνη. Πιθανότατα πέρασε από τη Σμύρνη για να καταλήξει στα Χανιά με άλλες πόρνες, όπου έγινε ερωμένη του Γάλλου ναυάρχου. Μετά την ανεξαρτησία της Κρήτης και την αναχώρηση των στόλων έζησε διαδοχικά στον Άγιο Νικόλαο, τη Σητεία, για να καταλήξει στην Ιεράπετρα το 1910 όπου και πέθανε το 1938. Παντρεύτηκε, αλλά ο άντρας της είχε βάλει στο μάτι το κομπόδεμά της, αυτό που είχε μαζέψει με την αμαρτωλή ζωή της. Το βούτηξε και την έκανε. Από τότε δεν τον ξαναείδε.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  Ένας Χανιώτης αφηγείται στον Μανωλικάκη, ανάμεσα στα άλλα:
  «Αγόραζα απ’ αυτήν κάθε δυο μέρες, τόσο βάσταγε το αναιμικό μαθητικό πορτοφόλι, ένα ανήλικο, συρταρωτό πακέτο τσιγάρα Καραβασίλη» (σελ. 121).
  Και θυμήθηκα μια από τις μαθητικές μας ατάκες: Κύριε Καθηγητά, Κ… Κερατά, Καθίστε, Καπνίστε, Καλό Καπνό Κ. Καραβασίλη». Όλες οι λέξεις ξεκινούν από Κ.
  Από την αφήγηση της κυρίας Καρολίνας, κολλητής της μαντάμ Ορτάνς:
  «Σπανιόλες, Ουγγαρέζες, Αυστριακές, Ιταλίδες, Γαλλίδες, Τουρκάλες, από τα μέρη της Σμύρνης και της Πόλης. Οι πιο πολλές ήταν Ιταλίδες και Γαλλίδες. Αγγλίδα και Ρωσίδα δεν έβρισκες ούτε μια. Μικρό το κακό. Τι να τις κάνεις τις κρυόμπλαστρες;» (σελ. 136).
  Βρε πως αλλάζουν οι καιροί!!!
  Από την αφήγηση του Στυλιανού Α. Παπαντωνάκη:
  «Ένας πληρεξούσιος από τους αντιπάλους μπαίνει μπροστά από τον όχλο, ανασπά τεραστίαν μάχαιρα και με έκφρασιν λύσσης στο πρόσωπο επιτίθεται ακάθεκτος στον πρόεδρο. Όλοι έχομε παγώσει. Ο κίνδυνος ήταν άμεσος. Η ζωή του Βενιζέλου, υπόθεσις ενός δευτερολέπτου. Εγύρισα και τον κοίταξα αυτή τη στιγμή.
  Έμεινε ατάραχος. Τα μάτια του έλαμπαν και ένα χαμόγελο άνθιζε στο πρόσωπό του. Κάτι μεταξύ οίκτου και περιφρονήσεως. Είναι αδύνατο να ξεχάσω την εικόνα αυτή του Βενιζέλου.
  Ευτυχώς, την ώρα που το μαχαίρι δεν απείχε παρά ολίγα εκατοστά του μέτρου από το στήθος του προέδρου, ένας πληρεξούσιος δικός μας επρόλαβε να κτυπήσει δυνατά με τη μαγκούρα του το ωπλισμένο χέρι. Το μαχαίρι τότε έπεσε στο πάτωμα…» (σελ. 151).
  Δεν παράθεσα αυτό το απόσπασμα μόνο γιατί φωτίζει την προσωπικότητα του Βενιζέλου. Ποιο θα ήταν το μέλλον της Ελλάδας αν η μαγκούρα εκείνη δεν είχε κτυπήσει το οπλισμένο χέρι; 
  Πάντα πίστευα ότι το τυχαίο έχει αποφασιστική επίδραση. Ας το δει καθένας στην προσωπική του ζωή. Ένα δέκατο του δευτερολέπτου αν ήταν πιο πίσω το αυτοκίνητο του συμπεθέρου δυο φίλων μου δεν θα πάθαινε το στραπάτσο που έπαθε. Ναι, το πιστεύω απόλυτα ότι αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν λίγο πιο μεγάλη… Βέβαια όσο πηγαίνουμε σε πιο μεγάλες χρονικές περιόδους το τυχαίο παίζει όλο και μικρότερο ρόλο, όμως παίζει.
  Τώρα το πρόσεξα, 1938-2018, είναι τα ογδοντάχρονα από το θάνατο της μαντάμ Ορντάνς. Ας είναι αφιερωμένη αυτή η βιβλιοκριτική στη μνήμη της.

Friday, August 10, 2018

Αρχαιολογικά ευρήματα στο Κεντρί Ιεράπετρας


Αρχαιολογικά ευρήματα στο Κεντρί Ιεράπετρας



  Με πήρε τηλέφωνο ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης και μου είπε ότι βρέθηκαν υστερομινωικοί τάφοι, περίπου του 13ου αιώνα π.χ. όπως υπολογίζουν οι αρχαιολόγοι, στο Κεντρί, λίγο δεξιά από το δρόμο προς το Σταυρό. Βρέθηκαν στο χωράφι του χωριανού μου του Νικολή του Πετάση, του αδελφού της Μαρίκας Κυδωνάκη (έχουμε και άλλους Νικολήδες Πετάσηδες στο χωριό) εντελώς τυχαία, από μια διαρροή στο δίκτυο άρδευσης του ΤΟΕΒ. Πήγαμε προχθές να δούμε και πέσαμε πάνω στην ώρα, όταν ανέσυραν μια σαρκοφάγο. Βρέθηκαν και άλλα αντικείμενα πιο πριν, και προφανώς θα βρεθούν και άλλα. Κρίμα που η Ιεράπετρα δεν έχει ένα κανονικό μουσείο να τα στεγάσει, πάλι θα ξενιτευτούν.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης, μέλος της Ένωσης Συντακτών Κρητικού Τύπου.

Yeong San-Ho, Train to Busan (Το τραίνο των ζωντανών νεκρών 2016)


Yeong San-Ho, Train to Busan (Το τραίνο των ζωντανών νεκρών 2016)


   Από χθες στους κινηματογράφους.
   Είπαμε, τα horror δεν είναι είδος της προτίμησής μου αλλά τα βλέπω στις δημοσιογραφικές προβολές, αν είναι ταινία σκηνοθέτη που βλέπω όλα του τα έργα και εάν είναι ιρανική ταινία.
  Η Κορέα πλήττεται από μια επιδημία ζόμπι. Όμως ο πατέρας δεν το ξέρει όταν με την μικρούλα κόρη του ταξιδεύουν την ημέρα των γενεθλίων της για το Μπουσάν, όπου ζει η μητέρα της με την οποία έχει χωρίσει. Στο ίδιο τραίνο ταξιδεύει και μια έγκυος με τον άντρα της, δυο αδελφές και ένας νεαρός με την κοπέλα του, πρόσωπα τα οποία παρακολουθεί περισσότερο η κάμερα στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από τα ζόμπι. Αν τους δαγκώσουν, ξέρουν ότι είναι και αυτοί καταδικασμένοι.
  Τα περισσότερα επεισόδια είναι με τα ζόμπι να τους κυνηγούν και αυτοί να προσπαθούν να τους ξεφύγουν. Όλες οι πόλεις φαίνεται να έχουν καταληφθεί από Ζόμπι. Υπάρχει καμιά που έχει γλιτώσει;
  Ναι, το Μπουσάν που προστατεύεται από τον στρατό τα έχει καταφέρει.
  Τα περισσότερα έργα τρόμου που έχω δει είναι σαν το «No one lives», δηλαδή κανείς στο τέλος δεν γλιτώνει.
  Δεν μου αρέσουν τα έργα με unhappy end, αλλά ευτυχώς εδώ κάποιοι γλιτώνουν. Φυσικά δεν θα μαρτυρήσουμε ποιοι.
  Πέρα από τις εντυπωσιακές σκηνές της καταδίωξης υπάρχουν και νύξεις για ανθρώπινες στάσεις και ηθικά προβλήματα. Βλέπουμε την αλληλοβοήθεια, αλλά και τον φιλοτομαρισμό. Δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο, να αφιερώνεις σχεδόν όλο το χρόνο σου για να βγάλεις λεφτά, συχνά πατώντας επί πτωμάτων (ο άντρας είναι χρηματιστής), και ταυτόχρονα να φροντίζεις και για την οικογένειά σου, σαν ανθρώπινη παρουσία και όχι σαν μηχανή που τροφοδοτεί με υλικά αγαθά.