Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, January 16, 2020

Jessica Hausner, Το λουλούδι της ευτυχίας (Little Joe, 2019)

Jessica Hausner, Το λουλούδι της ευτυχίας (Little Joe, 2019)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η Alice εργάζεται σε ένα εργαστήριο που παράγει άνθη. Καταφέρνει να δημιουργήσει ένα άνθος που κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους, που όμως δεν μπορεί να αναπαραχθεί. Όταν του μιλάς αυτό το ενθαρρύνει να μεγαλώσει. Μου θύμισε τη «Μυστική ζωή των φυτών» που διάβασα πριν χρόνια. Απ’ αυτό το βιβλίο έμαθα ότι τα φυτά έχουν αισθήματα, όταν τους μιλάς με αγάπη το καταλαβαίνουν και αναπτύσσονται καλύτερα. Επίσης αγαπάνε τη μουσική, όμως όχι τη ροκ αλλά την κλασική. Αυτά θυμάμαι.
  Ξαφνικά η Alice έχει την υποψία ότι το φυτό αυτό, μέσω της γύρης, μολύνει τον εγκέφαλο των ανθρώπων και τους κάνει διαφορετικούς. Μήπως έχει δημιουργήσει ένα τέρας;
  Διάβασα στη συνέντευξη της σκηνοθέτιδας στο Αθηνόραμα ότι η σεναριακή έμπνευση ήταν o «Φρανκενστάιν» της Μαίρης Σέλλεϋ. Όμως στη συνέχεια διαβάζω ότι ήθελε να δώσει ένα happy end στο έργο της. Εδώ αφίσταται από το μυθιστόρημα της Σέλλεϋ, και αν όντως ήθελε να δώσει ένα happy end στο έργο της αυτό δεν το έκανε ξεκάθαρα. Το ενδεχόμενο του unhappy end, όπως προσλαμβάνω εγώ τουλάχιστον την ταινία, αφήνεται ανοικτό, ένα unhappy end όπως στο «Μωρό της Ρόζμαρι» και τη «Νύχτα βρικολάκων» του Πολάνσκι, με το «κακό» τελικά να επικρατεί παγκόσμια.   
  Με εξέπληξε η μουσική που μου θύμιζε την γιαπωνέζικη αυλική μουσική gagaku την οποία άκουγα πάλι μόλις πρόσφατα. Τελικά, διαβάζοντας την παραπάνω συνέντευξη στο Αθηνόραμα, είδα ότι πρόκειται για μουσική του Teiji Ito. Προφανώς οι συνθέσεις του έχουν τις επιρροές της παραδοσιακής γιαπωνέζικης μουσικής.

Adil El Arbi and Bilall Fallah, Bad boys for life, 2020



  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πριν το γυναικείο δίδυμο στην «Αλήθεια» είδαμε το αντρικό στο «Bad boys for life». Τα κακά αγόρια είναι ένας μεσήλικας αστυνομικός «που δεν τον πιάνουν οι σφαίρες» και ένας ηλικιωμένος που είναι έτοιμος να βγει στο σύνταξη. Όμως θα μπλεχτούν σε περιπέτεια, και η περιπέτεια αυτή είναι εδώ ένα οικογενειακό δράμα.
  Αυτό είναι που ξεχωρίζει την ταινία, ενώ κατά τα άλλα έχει όλα τα στοιχεία της κωμωδίας δράσης, με τα κωμικά επεισόδια και τις κωμικές ατάκες, αλλά και τα κυνηγητά με αυτοκίνητα (έτσι ξεκινάει η ταινία), τα γρονθοκοπήματα, τις σφαίρες, και βέβαια τους νεκρούς.
  Στο «οικογενειακό δράμα» εμπλέκεται ο μεσήλικας αστυνομικός και οι «κακοί», μια μάνα και ένας γιος, που όπως θα αποδειχθεί…
  Όχι, δεν θα κάνω σπόιλερ, η ταινία μου άρεσε ακριβώς επειδή έχει να κάνει με οικογενειακό δράμα. Ο Αριστοτέλης το έχει πει καθαρά:  «ὅταν δ᾽ ἐν ταῖς φιλίαις ἐγγένηται τὰ πάθη, οἷον ἢ ἀδελφὸς ἀδελφὸν ἢ υἱὸς πατέρα ἢ μήτηρ υἱὸν ἢ υἱὸς μητέρα ἀποκτείνῃ ἢ μέλλῃ ἤ τι ἄλλο τοιοῦτον δρᾷ, ταῦτα ζητητέον».
  Ο αστυνομικός διευθυντής είναι πεσμένος στο έδαφος, κτυπημένος από σφαίρες. Είναι νεκρός ή όχι;
  Ο σκηνοθέτης θα μπορούσε να μας το πει άμεσα. Ένας αστυνομικός σκύβει πάνω του, πιάνει το σφυγμό του και λέει στους παρευρισκόμενους: είναι νεκρός.
  Υπάρχει και ο άλλος τρόπος, που έχει να κάνει με τη σημειωτική του κινηματογράφου.
  Η κάμερα, που παίρνει από πολύ ψηλά, ξεζουμάρει σιγά σιγά. Συμβολίζει μια ψυχή που ανεβαίνει στον ουρανό.
  Η επόμενη σκηνή είναι στο νεκροταφείο.

Hirokazu Koreeda, Η αλήθεια (La verité, 2019)


Hirokazu Koreeda, Η αλήθεια (La verité, 2019)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους
  Αγαπημένος σκηνοθέτης ο Koreeda, έχω δει όλες του τις ταινίες.
  Δεν ήταν έκπληξη για μένα διαβάζοντας στο ενημερωτικό σημείωμα ότι η Ζιλιέτ Μπινός, ήδη από το 2011, εξέφρασε την επιθυμία της στον Κορέεντα να συνεργαστούν κάποια στιγμή.
  Γιατί δεν ήταν έκπληξη.
  Διότι ξέρω πως έχει συνεργασθεί με άλλους δυο μη δυτικούς σκηνοθέτες, τον συγχωρεμένο Αμπάς Κιαροστάμι στις ταινίες του «Shirin» και «Γνήσιο αντίγραφο», και την επίσης γιαπωνέζα «Naomi Kawase» στην τελευταία ταινία της «Κάθε χίλια χρόνια». Διαβάζοντας τώρα τη φιλμογραφία της στη βικιπαίδεια βλέπω ότι της αρέσει να συνεργάζεται με μη δυτικούς σκηνοθέτες.
  Είναι γυναικείο δίδυμο είναι τα κεντρικά πρόσωπα, η μαμά Κατρίν Ντενέβ και η κόρη Ζιλιέτ Μπινός, ενώ από κοντά είναι ο άντρας της Ήθαν Χωκ. Όμως την παράσταση την κλέβει το χαριτωμένο κοριτσάκι τους, η Clémentine Grenier στο ρόλο της μικρής Σαρλότας. Μπορώ να κάνω την πρόβλεψη εδώ ότι θα εξελιχθεί σε σπουδαία ηθοποιό.
   Η ταινία μου θύμισε Μπέργκμαν, χωρίς όμως τις έντονες δραματικές εντάσεις του. Και εδώ βλέπουμε το θεατρικό στήσιμο (ελάχιστα τα εξωτερικά γυρίσματα, το σενάριο είναι βασισμένο σε θεατρικό έργο του ίδιου του Κορέεντα), με την κάμερα να παίρνει τους ηθοποιούς σχεδόν πάντα σε κοντινά πλάνα, λίγο απέχοντας από τα γκρο πλαν.
  Η μητέρα Ντενέβ (τι εξαιρετική ηθοποιός, θα τολμούσα να πω ότι η ταινία είναι one woman show) έχει τον υπεροπτικό χαρακτήρα μιας μεγάλης σταρ, που μόλις έχει εκδώσει τα απομνημονεύματά της. Τα άτομα που είναι στην υπηρεσία της έχουν λόγους να παραπονιούνται, ενώ τα περισσότερα παράπονα τα εκφράζει η κόρη της. Μια φορά την κλείδωσε στη «φυλακή» για τιμωρία και την ξέχασε εκεί (εμείς στο σχολείο είχαμε το υπόγειο. Είμασταν κάποτε, δευτέρα δημοτικού, έτοιμοι να διαβούμε την είσοδό του, με γέλια εμείς τα αγόρια, με κλάματα τα κορίτσια, και τελικά αυτά τα κλάματα απέτρεψαν τη δασκάλα μας, τη συγχωρεμένη κυρία Ειρήνη, να εφαρμόσει αυτή τη μεσαιωνική τιμωρία). Απασχολημένη πάντα με τη δουλειά της η μαμά, ήταν ο πατέρας της που την έπαιρνε από το σχολείο.
  Μήπως δεν την αγαπούσε;
  Η «Αλήθεια» θα φανεί στο τέλος, και μητέρα και κόρη θα αγκαλιαστούν.
  Χωρίς δραματικές εντάσεις και κορυφώσεις, με ανάλαφρο κατά διαστήματα ύφος που σ’ αυτό βοηθάει και το κοριτσάκι, είναι μια ταινία «ρεαλιστική» με την κυριολεκτική έννοια, στην οποία η καθημερινότητα κυριαρχεί και όχι το «σπουδαίο» κατά Αριστοτέλη γεγονός.    
  Ενώ έβλεπα την ταινία στη δημοσιογραφική προβολή τρία πράγματα ήθελα να σημειώσω και να τα περάσω στην κριτική που θα έγραφα. Δυστυχώς η μνήμη με ξεγέλασε, και θυμάμαι μόνο τα δυο.
  Πόσο αληθινό είναι ότι για να περάσουν στο πλατό κάποιες ηθοποιοί πρέπει πρώτα να περάσουν από το κρεβάτι του σκηνοθέτη; Αυτή την παραδοχή κάνει η Φαμπιάν για τον εαυτό της. 
  Το δεύτερο είναι μια ατάκα: «είναι εντελώς νεκρός;». Κάπως έτσι ήταν η μετάφραση, το γαλλικό ήταν «mort mort?», που μου θύμισε μια άλλη ατάκα, από ελληνική ταινία της δεκαετίας του ’60, που νομίζω τη λέει ο Βουτσάς: «Πέθανε πολύ;».
  Εμάς η ταινία μας άρεσε πολύ, πάρα πολύ.
  Τελικά θυμήθηκα και το τρίτο. Είναι η ταινία στην οποία παίζει η Ντενέβ, μια ταινία επιστημονικής φαντασίας, που αποτελεί αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme) της κύριας, με την μητέρα να πηγαίνει στο διάστημα για πολλά χρόνια παρατώντας την κόρη της στη γη, πράγμα για το οποίο εκφράζει πικρά παράπονα.
  Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί στην ιστορία, όλοι είναι «ανθρώπινοι, πολύ ανθρώπινοι», όπως θα έλεγε και ο Νίτσε.
 

Monday, January 13, 2020

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ψυχολογία συριανού συζύγου (1894)


Εμμανουήλ Ροδης, Ψυχολογία συριανού συζύγου (1894)


  Πριν εννιά μήνες διάβασα την «Ιστορία ενός σκύλου» και την «Ιστορία μιας γάτας» του Ροδη και έκανα ενιαία ανάρτηση. Δυστυχώς δεν έχω γράψει για την «Πάπισσα Ιωάννα» που τη διάβασα δυο φορές. Ο λόγος; Δεν είχα ακόμη blog.
  Πριν λίγες μέρες με επισκέφτηκε ο φίλος μου ο Γιάννης και μου μίλησε με ενθουσιασμό για την «Ψυχολογία συριανού συζύγου», την οποία συζήτησαν σε μια καινούρια λέσχη ανάγνωσης. Έκανε τη σύγκριση με την «Μαντάμ Μποβαρί», δεν θυμάμαι αν τη συνέκρινε  και με τον «Αιώνιο σύζυγο» του Ντοστογιέφσκι (βλέπω ότι ούτε και γι’ αυτόν έχω γράψει). Αποφάσισα λοιπόν να την διαβάσω.
  Καθώς είμαι λάτρης του χιούμορ, ενθουσιάστηκα· τόσο πολύ μάλιστα, που λέω σιγά σιγά να διαβάσω τα πεντάτομα άπαντά του.
  Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής στο πρόσωπο της γυναίκας του σατιρίζει τις συριανές συζύγους, όπως υποδηλώνει άλλωστε και ο τίτλος του διηγήματος, όμως ταυτόχρονα αυτοσατιρίζεται. Διάβασα κάπου ότι όποιος αυτοσατιρίζεται δεν κινδυνεύει να τρελαθεί. Βέβαια οι άλλοι τον περνάνε για τρελό, μόνο ένας τρελός μπορεί να σατιρίζει τον εαυτό του, πράγμα βέβαια που δεν είναι αλήθεια, δεν έχω υπόψη μου κανένα τρελό που να αυτοσατιρίζεται, αν και αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχω γενικώς υπόψη μου κανένα τρελό. Όμως να δώσουμε κάποια δείγματα γραφής του Ροδη.
  «Νομίζω ότι πολύ πρωτύτερα από τον Βίσμαρκ εφευρήκα εγώ το “Μακάριοι οι κατέχοντες”» (Τόμος 5ος, σελ. 38).
  Αυτό εδώ δεν το εφηύρε κανείς άλλος, το λέω πρώτος εγώ: «Ουαί τοις μη κατέχουσι».
  «Πλην των Χριστουγέννων, του Πάσχα και των άλλων μεγάλων εορτών, επικρατεί η συνήθεια εις στην Σύραν να νηστεύουν και τας παραμονάς των μεγάλων χορών» (σελ. 40).
  Για να μπορούν τότε να την κάνουν ταράτσα.
  «Έκαμεν εργολαβίαν με όλον τον κόσμον και εξακολουθεί μετά τον γάμον της τα ίδια» (σελ. 41-42).
  Τα συμφραζόμενα δείχνουν σαφέστατα μια ακόμη σημασία της λέξης «εργολαβία».
  «Δεν πιστεύω να υπάρχει εις τον κόσμον μαλακωτέρα της ιδικής μου καρδίας. Αν επρόκειτο να σφάξω ο ίδιος τα ορνίθια, τα οποία τρώγω, νομίζω ότι θα επροτιμούσα να τρέφωμαι με πίτυρα καθώς εκείνα» (σελ. 48).
  Κι εγώ το ίδιο. Και σ’ αυτό φαίνεται έμοιασα στη μητέρα μου. Όσες όρνιθες φάγαμε τις έσφαξε όλες ο πατέρας μου, η ίδια ούτε να το διανοηθεί να σφάξει, έστω και μία.
  «Κάλλιστα τω όντι εγνώριζα ότι όλα δύναται γυνή να συγχωρήσει, και απιστίας και ύβρεις, και ξύλον και παν άλλο, πλην ενός μόνου, το να την αγαπά τις περισσότερον παρ’ όσον της αξίζει» (σελ. 48).
  Ίσως πράγματι να αληθεύει.
  «Απαραίτητος όρος αρμονικής συμβιώσεως με γυναίκα φιλάρεσκον είναι ν’ αποκρύπτει τις επιμελώς εις αυτήν δύο τινά: τα εννέα δέκατα της αγάπης του και το ήμισυ τουλάχιστον της περιουσίας του» (σελ. 52).
  Για το δεύτερο, ούτε συζήτηση. Όσο για τα πρώτο, το ήμισυ θα έλεγα ότι είναι αρκετό.
  «…ενώ εκάπνιζε η αλόη εντός χρυσού θυμιατηρίου…» (σελ. 53).
  Είμαι περίεργος να δω τι μυρωδιά βγάζει. Θα κόψω δυο τρία φύλλα από τη γλάστρα, θα τα ξεράνω, και θα αγοράσω και ένα θυμιατήρι. Μπορεί να το χρειαστώ και αργότερα, αν αληθεύει η παροιμία ότι «όταν γεράσει ο διάβολος καλογερεύει», πράγμα που το επιβεβαίωσα με τον πατέρα μου. Όσο πλησιάζουμε προς το τέρμα του βίου μας θέλουμε να κρατάμε πισινές.
  Το επόμενο κείμενο με ενδιέφερε, και το διάβασα αμέσως μετά. Έχει τίτλο «Ο Βάγνερ εν Βαϋρέιτ». Σ’ αυτό δεν είδα να μιλάει ο Ροδης ιδιαίτερα για τον Βάγκνερ, περισσότερο αναζητεί την αιτία γιατί δεν υπάρχουν γυναίκες μουσικοσυνθέτριες παρά μόνο άντρες, ενώ αρκετές διαπρέπουν σε άλλες τέχνες, όπως η γλυπτική, η ζωγραφική και η λογοτεχνία. Αξίζει να παραθέσουμε το επιχείρημά του.
  «…πολύ μάλλον παρά κατά τον όγκον του εγκεφάλου μειονεκτούσιν ημών αι γυναίκες κατά το μέγεθος της καρδίας. Πρόχειρον τούτου απόδειξιν νομίζομεν ότι παρέχει η μελέτη των έργων εις τα οποία κατώρθωσαν κατά το μάλλον ή ήττον να ευδοκιμήσωσι και ιδίως των φιλολογικών. Τα άριστα τούτων διακρίνονται προ πάντων δια την οξύτητα της παρατηρήσεως, την ακρίβειαν της περιγραφής, την χάριν και την ικανότητα ην έχουσιν αι γυναίκες να διακρίνωσι κάλλιον ημών τας λεπτότητας και τας λεπτομερείας, απαραλλάκτως ως αι μικραί πλάστιγγες ζυγίζουσι τα μικρά βάρη ακριβέστερον από τας μεγάλας, ουδέν όμως γνωρίζομεν το δυνάμενον να συγκριθεί κατά την βαθύτητα του αισθήματος και την έντασιν του πάθους προς τα ανδρικά. Μόνον ούτω δύναται να εξηγηθεί πώς συμβαίνει, ότι εις παν άλλο δύνανται μέχρι τινός να ευδοκιμήσωσι δια των ανωτέρω προσόντων αι γυναίκες πλην μόνης της μουσικής συνθέσεως, της απαιτούσης ανώτερον του ιδιάζοντος εις την γυναικείαν φύσιν ποσόν συγκινήσεως και πάθους» (σελ. 59).
  Τώρα που ξαναδιάβασα τις παραπάνω γραμμές πριν αναρτήσω, σκέφτηκα ότι ξέρω αρκετές περιπτώσεις ανδρών που έχουν πάθει έμφραγμα, όμως καμιά περίπτωση γυναίκας. Όχι, θυμήθηκα μια, την τέως γυναίκα ενός φίλου. Τα δάκρυα στις γυναίκες είναι πιο εύκολα, όμως φαίνεται ότι πιο ευσυγκίνητοι είναι οι άνδρες.
  Σε ένα από τα «αυτοβιογραφικά αποσπάσματα» που έχει τίτλο «Η σχέση μου με τη μουσική» γράφω: 
  «Άλλα ενδιαφέροντα με απέσπασαν από τη μουσική. Εξακολουθούσα να ακούω, αλλά χωρίς το πάθος πια να τη μελετώ. Πριν δέκα χρόνια αναζωπυρώθηκε το πάθος αυτό ακούγοντας στο Τρίτο, στο οποίο ήταν συντονισμένο πάντα το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου, ένα κομμάτι της Σοφίας Γκουμπαϊντούλινας που με ενθουσίασε. Άκουσα όσα κομμάτια της μπόρεσα να βρω, και αγόρασα ένα βιβλίο για τη σύγχρονη μουσική».
  Το πάθος αυτό που είχε καταλαγιάσει αναζωπυρώθηκε πάλι πρόσφατα. Άκουγα από το Τρίτο πρόγραμμα ένα κομμάτι σύγχρονης μουσικής και έκανα τι σκέψη «Μα τι υπέροχο που είναι!», και όταν τέλειωσε ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα να ακούσω τον παρουσιαστή να λέγει ότι ακούσαμε το τάδε έργο της Σοφίας Γκουμπαϊντούλινα. Έψαξα και για άλλα έργα της, και ξανάκουσα πάλι ό,τι είχα συγκεντρώσει.
  Ελάχιστες λοιπόν είναι οι γυναίκες συνθέτριες, όμως για μένα μια γυναίκα συνθέτρια υπήρξε καθοριστική στο να μου αναθερμάνει την αγάπη μου για τη σύγχρονη μουσική. Εκτός από την Γκουμπαϊντούλινα άρχισα να ξανακούω και τους μινιμαλιστές. Η «Τρίτη συμφωνία» και το «Miserere» του Henryk Górecki είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια.
 



Thursday, January 9, 2020

Kantemir Balagov, Ένα ψηλό κορίτσι (Дылда, 2019)


Kantemir Balagov, Ένα ψηλό κορίτσι (Дылда, 2019)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του εικοσιοκτάχρονου Kantemir Balagov, ενός πολλά υποσχόμενου νέου σκηνοθέτη. H πρώτη του ταινία ήταν «Οι δικοί μου άνθρωποι».  
  Και πρώτα πρώτα να πούμε δυο λόγια για τον τίτλο. Στο διαδίκτυο βρήκα ότι σημαίνει Высокий нескладный человек, ψηλό αδέξιο άτομο, όπως ο Ζακ Τατί. Ο αγγλικός τίτλος beanpole σημαίνει τη βέργα που στηρίζει τη φασολιά (όσοι έχετε αγροτικές ρίζες ξέρετε). To Дылда δεν φαίνεται να έχει αρνητικές συνδηλώσεις αφού το ψηλό κορίτσι το φωνάζουν Дылда χωρίς να το θεωρούν προσβλητικό, όπως θα λέγαμε εμείς «η ψηλή» (και ο ψηλός, έχω ένα φίλο, παλιό σύντροφο, που τον φωνάζουμε έτσι).
  Ένα θηλυκό δίδυμο είναι τα κεντρικά πρόσωπα του έργου, η Ία (αρχαία ελληνική λέξη, η σημερινή βιολέτα, το ακούμε στο έργο) και η Μάσα. Το χωροχρονικό πλαίσιο είναι το Λένινγκραντ αμέσως μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, όταν η Ρωσία αγωνιζόταν να επουλώσει τις πληγές της.
  Η «ψηλή» εργάζεται σε ένα νοσοκομείο, του οποίου εξακολουθεί να είναι διευθυντής ένας στρατιωτικός. Έχει ένα μικρό αγοράκι. Αργότερα θα μάθουμε ότι είναι της φίλης της της Μάσα, η οποία κάποια στιγμή θα έλθει να τη βρει και θα συγκατοικήσουν. Θα δουλέψει κι αυτή στο ίδιο νοσοκομείο.
  Και οι δυο κουβαλάνε τα τραύματά τους από τον πόλεμο.  Η Ία έπαθε διάσειση, η οποία της άφησε κουσούρι. Η Μάσα τραυματίστηκε από θραύσματα οβίδας στην κοιλιά. Εγχειρίστηκε, γλίτωσε τη ζωή της, όμως δεν μπορεί να κάνει πια παιδιά, έτσι της είπαν οι γιατροί. Μήπως όμως έκαναν λάθος; 
  Δεν είχαν κάνει λάθος.
  Το αγοράκι της πέθανε, και θέλει πάση θυσία να κάνει παιδί. Πάνω σ’ αυτή τη μητρική λαχτάρα στηρίζεται η συνέχεια της πλοκής.
  Δεν είναι μόνο οι δυο κοπέλες που κουβαλάνε τα τραύματά τους, υπάρχουν και άλλοι που κουβαλάνε χειρότερα, τραυματίες στο νοσοκομείο. Ένας θα μείνει ανάπηρος για όλη του τη ζωή. Το συζητάει με τη γυναίκα του, συμφωνεί, πηγαίνουν και βρίσκουν τον διευθυντή. Για να του πουν τι; Να του κάνει ευθανασία. Αυτός αρνείται.
  Αφηγηματικό κενό.
  Ο διευθυντής βρίσκει την Ία. -Δεν μπορώ πια να βοηθάω τους ανθρώπους, του λέει. -Μα το ζήτησε ο ίδιος.
  Τι βοήθεια τους προσέφερε;
  Τους έκανε ευθανασία.
  Είναι συγκλονιστική η σκηνή της ευθανασίας σ’ αυτό τον ανάπηρο, με τη γυναίκα του ξαπλωμένη στο διπλανό κρεβάτι, γυρισμένη προς το μέρος του, να παρατηρεί. Η Ία, αφού του έκανε την ένεση, ανάβει τσιγάρο και του στέλνει τον καπνό μέσα στο στόμα του. Αυτός ανασαίνει με λαχτάρα.
  Δεν είναι μεγάλο το δείγμα πεντέξι σκηνοθετών σε σχέση με το σύνολο των ρώσων σκηνοθετών (σύγχρονων εννοείται) για να βγάλω το συμπέρασμα ότι είναι αρκετά απαισιόδοξοι, όμως είναι σημαντικό το δείγμα όταν πρόκειται για κορυφαίους σκηνοθέτες, που σχεδόν όλους τους τους είδαμε πακέτο (δηλαδή όλες ή σχεδόν όλες τους τις ταινίες). Κάπου γράφω για τα «Ζοφερά εξπρεσιονιστικά έργα» του Αλεξάντρ Σοκούροφ. Ο Γιούρι Μπίκοφ είναι απαισιόδοξος, με τα unhappy end να κυριαρχούν στις ταινίες του. Και η Λαρίσα Σεπίτκο είναι μελαγχολική στα τελευταία της έργα, ενώ για τον άντρα της, τον Έλεμ Κλίμοφ, γράφω ότι «σκοτεινιάζει με τον Ρασπούτιν, ενώ με τις δυο τελευταίες ταινίες του, μετά το θάνατο της γυναίκας του, γίνεται ολότελα σκοτεινός». Ο Αντρέι Σβιάγκιντσεφ δείχνει δυστυχισμένους ανθρώπους, ενώ ο γείτονάς του, ο ουκρανός Σεργκέι Λοζνίτσα, πιστεύει ότι οι άνθρωποι είναι κακοί.
  Βραβευμένη στις Κάννες, είναι μια ταινία που αξίζει να τη δείτε.   

Yuri Bykov, Το εργοστάσιο (Завод, 2018)




  Μετά τον «Ταγματάρχη» είδαμε και το «Εργοστάσιο».
  Το εργοστάσιο θα κλείσει. Οι εργάτες είναι απλήρωτοι. Ο ιδιοκτήτης του θα τους πληρώσει, λέει, μετά από έξι μήνες.
  Ο Sedoy θα παρασύρει κάποιους συναδέλφους του να απαγάγουν τον εργοστασιάρχη και να ζητήσουν λύτρα. Θα τον κρατήσουν στο εργοστάσιο.
  Όλα καλά, μέχρι που πλακώνουν οι αστυνομικοί. Αργότερα θα μάθουμε ότι τους ειδοποίησε ο ίδιος ο Sedoy. Δεν τον ενδιέφεραν τα χρήματα, αλλά η εκδίκηση. Ζήτησε να έλθει η τηλεόραση, και με ακάλυπτο πια το κεφάλι, με τον ιδιοκτήτη δίπλα του, απαρίθμησε τις βρωμιές του. Επαναστατική πράξη; -Το έκανα για την αλήθεια, λέει. -Το έκανες για να εκδικηθείς, του λέει ο εργοστασιάρχης. Για να εκδικηθείς που είσαι αδικημένος απ’ τη ζωή.   
  Θα πέσει άγριο πιστολίδι, θα δούμε πολλούς νεκρούς. Στο τέλος θα μείνει μόνος ο Sedoy με τον εργοστασιάρχη. Θα τον αφήσει να φύγει και θα αυτοκτονήσει.
  Πάλι το unhappy end.
  Υπερβολικό το εύρημα της απαγωγής του εργοστασιάρχη από τους απλήρωτους εργάτες, αλλά όμως έτσι θα μπορέσει να εκτυλιχθεί η πλοκή. Όσο για τη «θέση» του έργου, αυτή θα φανεί ξεκάθαρα στο διάλογο ανάμεσα στον Sedoy και στον εργοστασιάρχη, που επιβεβαιώνει την απαισιοδοξία του Μπίκοφ: έτσι έχουν τα πράγματα και έτσι θα είναι πάντα, κάποιοι στη ζωή τους θα είναι τυχεροί και κάποιοι θα είναι άτυχοι. Μελαγχολική διαπίστωση, στη χώρα όπου φύτρωσε η ελπίδα για την ουτοπία, για μια κοινωνία δικαιοσύνης και ισότητας, μια κοινωνία όπου δεν θα υπήρχε πια εκμετάλλευση. Τις διαστρεβλώσεις του σοσιαλισμού τις είδαμε, όμως τι ακολούθησε; Να αναφέρουμε μόνο ότι, μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού, υπαρκτού ή ανύπαρκτου δεν έχει σημασία, τα εργοστάσια πουλήθηκα για κομμάτι ψωμί σε άτομα που είχαν χρήματα, κυρίως μέλη της κομματικής νομενκλατούρας οι οποίοι θησαύρισαν στη συνέχεια, αντιμετωπίζοντας τους εργαζόμενους όπως κάθε καπιταλιστής σε μια δυτική χώρα.

Yuri Bykov, Ο ταγματάρχης (Майор,2013)




  Ο «Ταγματάρχης» γυρίστηκε ένα χρόνο πριν τον «Ηλίθιο», ταινία που είδαμε πριν τρία χρόνια.
  Τρέχει για το νοσοκομείο. Μόλις τον πήραν τηλέφωνο ότι γέννησε η γυναίκα του. Κακός οδηγός η βιάση, παρασύρει και σκοτώνει ένα αγοράκι. Η μάνα του οδύρεται. Τη χώνει μέσα στο αμάξι, το κλειδώνει, και τηλεφωνεί στους δικούς του, πώς να κουκουλώσουν την υπόθεση. Αυτοί τρέχουν, σκαρφίζονται διάφορα, όμως ξεπερνούν αυτά που είχε στο νου του ο ταγματάρχης. Ήθελε να δικαστεί, αλλά με ελαφρυντικά. Αυτοί κοιτάζουν να τον απαλλάξουν εντελώς, αλλά πώς; Σπάζοντας στο ξύλο τον άντρα της για να την υποχρεώσουν να υπογράψει την εκδοχή του ταγματάρχη. Αυτός θα επιστρέψει με μια καραμπίνα, θα κρατήσει δυο ομήρους, και το αποτέλεσμα είναι να σκοτώσει έναν αστυνομικό και να σκοτωθεί και ο ίδιος.
  Ο ταγματάρχης είναι ολότελα μετανοιωμένος. Τρέχει να προλάβει πριν σκοτώσουν τη γυναίκα. Θα την απομακρύνει έγκαιρα. Όμως τον εκβιάζουν: πρέπει να τα κουκουλώσουν όλα πάση θυσία, πρέπει να σκοτώσει τη γυναίκα που την έχει υπό την προστασία του. Διαφορετικά θα σκοτώσουν τη γυναίκα του και το μωρό του.
  Δεν έχει άλλη επιλογή.
  Στην τελευταία σκηνή τον βλέπουμε να κάνει ωτοστόπ και να ζητάει από τον οδηγό να τον μεταφέρει στο νοσοκομείο.
  Απαισιόδοξος ο Μπίκοβ με τα unhappy end του, έχει σαν κύριο θέμα της ταινίας του την κατάχρηση εξουσίας. Επί πλέον σε μίνι σκηνές, διακοσμητικές στην πλοκή, καθώς και με διάφορες ατάκες δίνει μια εικόνα του τι επικρατεί στην αστυνομία αλλά και στους κύκλους των οικονομικά ισχυρών. -Στη χώρα αυτή είναι εύκολο να βρεθεί κανείς στη φυλακή, ακούμε μια τέτοια ατάκα. Όχι όμως όποιος κι όποιος, οι υψηλά ιστάμενοι με τις διαπλοκές και τους εκβιασμούς τη βγάζουν συνήθως καθαρή.