Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, July 7, 2020

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αμερικάνος και Η τύχη απ’ την Αμέρικα


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αμερικάνος και Η τύχη απ’ την Αμέρικα


  Ο λόγος που παρουσιάζω μαζί αυτά τα δύο διηγήματα είναι γιατί συμφυρμένα γυρίστηκαν σε ταινία από τον Νέστορα Μάτσα με τίτλο «Ο μετανάστης». Αλλά για την ταινία θα μιλήσουμε στο τέλος.
  Ήταν για μένα έκπληξη ο «Αμερικάνος». Τελικά επιβεβαιώνεται για μια ακόμη φορά ότι ο κανόνας έχει και τις εξαιρέσεις του. Ο Παπαδιαμάντης είναι γνωστός ως ο βάρδος του ανεκπλήρωτου έρωτα, ενώ στον «Αμερικάνο» ο έρωτας αυτός ευοδώνεται.
  Ο νέος πηγαίνει μετανάστης στην Αμερική. Σε λίγο πεθαίνουν οι γονείς του. Συναντάει δυσκολίες, πώς να γυρίσει χωρίς χρήματα; Και, αφού πέρασαν τα χρόνια, άραγε θα τον περιμένει η αρραβωνιαστικιά του; Αποκλείεται.
  Και όμως. 
  «Και σαν έφυγε και απέρασαν δυο-τρία χρόνια, την εγύρεψαν πολλοί, γιατί το κορίτσι είχε χάρες κι εμορφιές, και τιμημένη ήτον, και μορφοδούλα, η μόνη κεντήστρα του χωριού μας, και προικιά είχε καλά. Μα το Μελαχρώ δε θέλησε κανέναν, όσο που απέρασαν τα χρόνια κι έγινε κι αυτή γεροντοκόριτσο. Και με το αχ και με το βαχ, αδυνάτισε τώρα κι εχλώμιανε, μα ως τόσο, όταν η γυναίκα έχει καλό σκαρί, δύσκολα γεράζει. Ακόμα το λέει, βρε παιδιά, θα είναι παραπάν’ από τριανταπέντε, και φαίνεται να είναι ως εικοσιπέντε· έτυχε μια μέρα να την ιδώ, που τους κουβάλησα ένα σακκί αλεύρι· όσο την κοιτάζεις, τόσο νοστιμίζει!».
  Γυρνάει μετά από χρόνια, σαραντάρης. Φοβάται να ρωτήσει άμεσα, όμως με έμμεσο τρόπο καταφέρνει να πληροφορηθεί.
  Και;
  «Μετά τρεις ημέρας, τη Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν, ετελούντο, εν πάση χαρά και σεμνότητι, οι γάμοι του Ιωάννου Ευσταθίου Μοθωνιού μετά της Μελαχροινής Μιχαήλ Κουμπουρτζή.    
  Η θεια-Κυρατσώ, μετά τόσα έτη, εφόρεσεν, επ’ ολίγας στιγμάς, χρωματιστήν «πολίτικην» μανδήλαν, δια ν’ ασπασθή τα στέφανα. Και την παραμονήν του Αγίου Βασιλείου εσπέρας, ισταμένη εις τον εξώστην, ηκούσθη φωνούσα προς τους διερχομένους ομίλους των παίδων:     - Ελάτε, παιδιά, να τραγ’δήστε!».
  Τα Χριστούγεννα δεν τα είχε αφήσει να πούνε τα κάλαντα, τους έδωσε το φιλοδώρημα και τους είπε να φύγουν.  
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.   

   Στην «Τύχη απ’ την Αμέρικα» έχουμε και άλλο μετανάστη, που κι αυτός γύρισε μετά από χρόνια με λεφτά, όμως με σακατεμένη την υγεία του. Φθισικός, δεν πιστεύει κανείς ότι θα ζήσει. Ο ίδιος αρχικά ελπίζει.
  Εδώ ο Παπαδιαμάντης ηθογραφεί σατιρικά, όπως και ο Καρκαβίτσας στον «Ζητιάνο». Το θέμα της σάτιράς του είναι η προίκα, μια πραγματική κακοδαιμονία που μέχρι να καταργηθεί πέρασε σχεδόν ένας αιώνας (Το 1983, διαβάζω στο διαδίκτυο). Στο θέμα αυτό γίνεται αναφορά και στον «Δραπέτη» του Λευτέρη Ξανθόπουλου (σ’ αυτήν ο γάμος δεν γίνεται επειδή δεν δίνουν στο γαμπρό όσα ζητάει), ταινία για την οποία αναρτήσαμε προχθές.
  Πολλοί γάμοι ματαιώθηκαν γιατί δεν υπήρξε συμφωνία στην προίκα.
  Εδώ όμως δεν ήταν η ίδια η προίκα το πρόβλημα, ο πεθερός δέχτηκε τελικά τις απαιτήσεις του γαμπρού. Αλλά, αφού έφαγε το χρηματικό μέρος της προίκας για να πληρώσει τα χρέη του, ζητούσε τώρα, πριν το γάμο, και πανωπροίκι.
  Ο αδελφός της νύφης βούτηξε τον χαρτοφύλακα με τα χρήματα του ετοιμοθάνατου αδελφού του για να μη δώσει το χιλιάρικο που απαιτούσε επί πλέον ο γαμπρός (με την αγοραστική αξία της εποχής, μην ξεχνάμε). Η νύφη κάπως κατάφερε να τον ξεγελάσει, και ο γάμος έγινε τελικά με τον γαμπρό να γογγύζει ότι τον γέλασαν.
  Το διήγημα τελειώνει ως εξής:
  «Τὰ μελίμηνα τοῦ ἀνδρογύνου ἐπικράνθησαν ἀπὸ τὸν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ, τοῦ προικοδότου καὶ χορηγητοῦ. Ὁ Γρηγόρης ἐξηκολούθει ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἀκόμη νὰ ζητῇ τὰς χιλίας δραχμάς, καὶ νὰ παραπονῆται κατὰ τῆς συζύγου του ὅτι αὕτη τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ψεῦδος. Πλὴν ἡ Ἀφέντρα ἰσχυρίζετο ὅτι δὲν τοῦ εἶπε ποτέ, μὲ τὸ στόμα, ὅτι εἶχε λάβει τὰ χρήματα ἐκεῖνα.
  Ὁ Στάθης [ο αδελφός] ὑπεσχέθη νὰ γηροκομήσῃ τοὺς γονεῖς του, ἀλλ᾽ οὐδέποτε ἐπείσθη νὰ δώσῃ τὸ «πανωπροίκι» εἰς τὸν γαμβρόν. Εἶχεν εὕρει τώρα καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ ὁ ἄλλος γαμβρός, ὁ σύζυγος τῆς πρεσβυτέρας ἀδελφῆς, Μαργαρῶς, ἤγειρεν ἀπαίτησιν, ζητῶν καὶ αὐτὸς «πανωπροίκια», ἐπειδὴ ἡ προὶξ τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει οὗτος ἦτο πολὺ εὐτελεστέρα.
― Καὶ μὲ τὰ πανωπροίκια, ποῦ πᾶμε, καὶ τί θὰ γίνουμε; εἶπεν ὁ Στάθης.
Ὁ γερο-Στεφανὴς [ο πατέρας] προσέθηκε μελαγχολικῶς:
― Ἄλλοι σπέρνανε, κι ἄλλοι θερίζουνε.
(1901)
  Είδαμε και την ταινία.
  Πράγματι ήταν εύκολος ο συμφυρμός (θυμάμαι ανάλογο συμφυρμό στη «Julietta» του Αλμοδόβαρ, όπου εκεί συμφύρονται τρία διηγήματα), μια και ο Μάτσας δεν είχε παρά να συμπτύξει στην πλοκή τους δυο μετανάστες σε ένα.
  Αν ζούσε ο Παπαδιαμάντης θα προσυπέγραφε ασθμένως την ταινία. Ο Μάτσας δημιουργεί αρκετά κωμικοσατιρικά επεισόδια, με εφέ της υπερβολής όμως πάντα, βάζοντας τους χωριανούς να περιμένουν σαν θεό τον μετανάστη, πιστεύοντας ότι θα διαθέσει μέρος της περιουσίας του, για την οποία κυκλοφορούν φήμες ότι είναι τεράστια, για να φτιάξει πράγματα στο χωριό και να κάνει και δωράκια στους χωριανούς, πράγματα που χρειάζονται. Ο Χριστόφορος Νέζερ καταγράφει τις επιθυμίες τους. Και του κάνουν θριαμβευτική υποδοχή, με μουσικές και λόγο από τον δήμαρχο.  
  Βέβαια, σε φλας μπακ, σε πλάνα αστραπή, βλέπουμε ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο μετανάστης δεν έγινε μέγας και τρανός, ένας βιοπαλαιστής ήταν που έκανε ένα σωρό δουλειές, από λαντζέρης μέχρι λούστρος, για να μαζέψει χρήματα να παντρέψει τις τρεις αδελφές του. Και τα λίγα χρήματα που έφερε, τελικά ενέδωσε στις παρακλήσεις της αδελφής του να της τα δώσει για προίκα, για να παντρευτεί τον νεαρό που είχε βάλει στο μάτι, και ο οποίος είχε, είπαν, τα μισά της χρόνια. Αυτός ο φουκαράς, προκειμένου να ξενιτευτεί, δέχτηκε να την παντρευτεί για να ανοίξει μαγαζί με την προίκα και να μείνει στο χωριό.
  Και η «Αμερικάνος» πού κολλάει σ’ αυτή την ιστορία;
  Στην Αντιγόνη Βαλάκου, που περιμένει πιστή τον αγαπημένο της. Όμως ο Αλέκος Αλεξανδράκης (τους είδαμε πρόσφατα πάλι μαζί στην ταινία του «Ο θρίαμβος») πώς να τη ζητήσει σε γάμο, στην κατάσταση που είναι;  
  Πολύ καλή ταινία, με την Τασώ Καββαδία στο ρόλο της νύφης να δίνει ρέστα. Μου άρεσε ιδιαίτερα η σκηνή που η κάμερα, αντί να δείχνει τους δυο ερωτευμένους να φιλιούνται (μας τους παρουσιάζει σε φλας μπακ, σαν παιδιά και σαν νέους) δείχνει τη σκιά τους πάνω στο νερό της θάλασσας. Επίσης μου άρεσε η αντίστιξη στο τέλος της ταινίας, με εναλλασσόμενα πλάνα από το γαμήλιο γλέντι και από το κρεβάτι του πόνου, όπου η Αντιγόνη είναι σκυμμένη πάνω στον ετοιμοθάνατο αγαπημένο της. 
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube