Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, May 25, 2024

Roman Gupil, Να πεθαίνεις στα τριάντα (Mourir à trente ans, 1982)

 

Roman Gupil, Να πεθαίνεις στα τριάντα (Mourir à trente ans, 1982)

 


  Μόνο για σήμερα Σάββατο 25 και αύριο Κυριακή 26 Μαΐου στο Στούντιο

  Τα λέει καλύτερα το ενημερωτικό σημείωμα του Βελισσάριου, επιλέγω, θα προσθέσω και εγώ στο τέλος.

  «Ο Ρομάν Γκουπίλ, στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου τότε, έζησε τα γεγονότα «από μέσα» όντας οργισμένος ακτιβιστής, σε πεζοδρόμια και οδοφράγματα. Πάντα μαζί του μια οχτάρα κάμερα, καθώς από τα μικράτα του κιόλας έβρισκε πολύ πιο απλό να κινηματογραφεί παρά να μιλάει καν. Πολιτικός του μέντορας, αλλά και κολλητός του, τότε, ο Μισέλ Ρεκανατί, ταγμένος επαναστάτης, παρών σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε σύγκρουση, σε δεκάδες συζητήσεις για το μέλλον και την κατεύθυνση της επανάστασης, ταυτόχρονα, ένα παιδί με ένα διαρκές τραύμα μετά την ανακάλυψη πως ήταν υιοθετημένος. Για τον νεαρό Μισέλ, η διαρκής εξέγερση ήταν ο μοναδικός τρόπος επαφής με τον κόσμο. Κι ο Μάης πέρασε κι ο Ρομάν Γκουπίλ μπλέχτηκε για τα καλά με το σινεμά (βοηθός πια σε σημαντικούς Γάλλους δημιουργούς), ενώ ο Μισέλ αγωνιζόταν να προσαρμοστεί στις καινούριες εποχές. Δεν το κατάφερε ποτέ, το 1978, πριν κλείσει τα τριάντα χρόνια του, έδωσε τέλος στη ζωή του. Ο Ρομάν Γκουπίλ, συγκεντρώνει το υλικό που τραβούσε τις μέρες της εξέγερσης, από διαδηλώσεις, θυελλώδεις συζητήσεις για το μέλλον της ανθρωπότητας, προσωπικές καθημερινές στιγμές και αποχαιρετά τον αγαπημένο του φίλο και μαζί τις μέρες της αθωότητας. Δεν πρόκειται για μια πένθιμη ελεγεία… Δεν είναι μια αναπόληση των «παλιών καλών καιρών», αλλά μια επιστολή στο παρελθόν γεμάτη φρεσκάδα και χιούμορ (άλλωστε το μοναδικό στυλ χάρισε στον Γκουπίλ και την «Χρυσή Κάμερα» στο Φεστιβάλ Καννών. Είναι μια μοναδική μαρτυρία «από τα μέσα» για όλους αυτούς που προτίμησαν «να καούν παρά να σκουριάσουν», για αυτούς που πραγματικά πλήρωσαν το τίμημα της ουτοπίας, αυτούς που πίστεψαν σχεδόν παθολογικά στην δυνατότητα ενός καλύτερου κόσμου. Το «Να πεθαίνεις στα τριάντα σου» είναι η τελευταία λέξη για τον Γαλλικό Μάη, γλυκόπικρη, ανάλαφρη, ασπρόμαυρη, ανήσυχη κι αντικομφορμιστική, όπως κι οι πρωταγωνιστές της».

  Δεν είναι μόνο ο Μισέλ που πέθανε στα τριάντα του, αυτοκτονώντας, στις 23 Μαρτίου 1978. Είναι και η Anne Sylvie, που πεθαίνει και αυτή στα τριάντα της. Και βέβαια το όνειρο της ουτοπίας που εξέθρεψε η επαναστατημένη νεολαία στο Γαλλικό Μάη, περίπου μετά από μια δεκαετία.  

  Μια κοπέλα λέει αυτοκριτικά: «Η απόσταση ανάμεσα στον επαναστατικό λόγο και στην καθημερινή μου συμπεριφορά. Η λαχτάρα μου για δύναμη, για εξουσία, που οδηγούσε σε ένα ελιτισμό, με μια υποτιμητική συμπεριφορά απέναντι στους άλλους».

  Νομίζω παρωδιακά ακούγεται το «La chanson des gamins» από την «Κάρμεν» του Μπιζέ.

  Μικρά παιδιά, γυμνασιόπαιδες, το παίζουν επαναστάτες.

  Την ταινία την είδα με νοσταλγία, καθώς ο γαλλικός Μάης με βρήκε πρωτοετή φοιτητή, και ρουφούσα τις ειδήσεις. Άκουσα ξανά τα ονόματα του Ντανιέλ κον Μπεντίτ και του Ρούντι Ντούτσκε (δεν ξέρω αν είχαν και αυτοί την ίδια ελιτίστικη συμπεριφορά).

  Και βέβαια μου άρεσε η υπόκρουση με Μότσαρτ και Ροσίνι, εκτός από τον Μπιζέ που ανέφερα. Το έχω ξαναγράψει, μου αρέσει η κλασική μουσική σαν υπόκρουση σε μια ταινία.

 

Friday, May 24, 2024

Maryam Keshavarz, The Persian version (2023)

 

Maryam Keshavarz, The Persian version (2023)

 


  Την ταινία μου τη σύστησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, και φυσικά την είδα, παρά τη χαμηλή βαθμολογία της στο IMDb, 6,2, απλά και μόνο γιατί η σκηνοθέτιδα είναι ιρανή, έστω της διασποράς. Έχω δει πακέτο ιρανό της διασποράς, τον Ramin Bahrani.

  Της Maryam Keshavarz έχω δει μια ακόμη ταινία, την «Circumstance» (2011), η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας της.

  Κοινό στοιχείο με την «Περσική εκδοχή» είναι ότι και στις δυο βλέπουμε μια λεσβιακή σχέση. Η διαφορά είναι ότι στην «Περσική εκδοχή» η πλοκή, το μεγαλύτερο μέρος της τουλάχιστον, διαδραματίζεται στην Αμερική.

  Η Λεϊλά είναι λεσβία. Από μιας βραδιάς σχέση με έναν gay έμεινε έγκυος. Είναι αποφασισμένη να κρατήσει το παιδί.

  Είναι το απολωλός πρόβατο της οικογένειας, ακριβώς για το λόγο ότι είναι λεσβία. Όμως ο πατέρας της που θα κάνει μια μεταμόσχευση καρδιάς, επικίνδυνη εγχείρηση, θέλει όλα του τα παιδιά του γύρω του, να τα δει για τελευταία φορά, μήπως δεν τα ξαναδεί.

  Οκτώ αγόρια και η Λεϊλά.

  Μάνα με τους οκτώ σου γιους και με τη μια σου κόρη.

  Η γιαγιά της θα της πει την συνταρακτική ιστορία της μητέρας της.

  Παντρεύτηκε έναν γιατρό ο οποίος ζούσε σε ένα ορεινό χωριό, στο Ιράν. Όλοι οι χωριανοί τον σέβονταν.

  Είναι έγκυος όταν ανακαλύπτει ότι ο άντρας της έχει και μια δεύτερη γυναίκα.

  Θα το σκάσει από το σπίτι.

  Στο δρόμο θα της σπάσουν τα νερά, είναι ώρα να γεννήσει.

  Θα τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο.

  Όμως το παιδί θα γεννηθεί νεκρό.

  Λίγο αργότερα θα έλθει να τη βρει ο άντρας της.

  Κουβαλάει ένα μωρό μαζί του.

  Είναι το παιδί της άλλης.

  Που εδώ τα πράγματα πήγαν αντίστροφα: το μωρό σώθηκε, αυτή πέθανε.

  Την παρακαλεί να το θηλάσει, και να πάνε στην Αμερική.

  Έτσι και έγινε.

  Η Λεϊλά σκοπεύει να δώσει το όνομα Αρέζου στην κόρη της, το όνομα που σκόπευε να δώσει η μητέρα της στο μωρό που γέννησε νεκρό.

  Η ταινία έχει happy end.

  O μπαμπάς θα σταθεί δίπλα της, πατέρας του παιδιού τους.

  Η οικογένεια επί τέλους θα την αποδεχθεί.

  Μου θύμισε την ταινία της Estibaliz Urresola Solaguren, «20.000 είδη μελισσών» (2023).

  Και σ’ αυτήν μόλις στο τέλος η μητέρα της αποδέχεται την ιδιαιτερότητα του δεκάχρονου γιου της, που νιώθει πιο πολύ κορίτσι παρά αγόρι.

  Και μια ατάκα από την ταινία:

  «Σύμφωνα με το νόμο ο πατέρας ανέλαβα την κηδεμονία», του παιδιού μιας θείας της όταν χώρισε.

  Δεν ήθελε να πάθει τα ίδια.

 Στο ισλάμ, σε περίπτωση διαζυγίου, το παιδί σχεδόν πάντα το παίρνει ο άντρας.

  Διάβασα ότι οι μουσουλμάνες στην Ξάνθη και την Κομοτηνή παθαίνουν κατάθλιψη βλέποντας τι γίνεται με τα παιδιά στις διπλανές τους ελληνίδες όταν χωρίζουν και τι γίνεται σ’ αυτές.

  Στις 90% των περιπτώσεων το παιδί το κρατάει η γυναίκα.

  Σ’ αυτές το ποσοστό είναι ακριβώς το αντίστροφο.  

  Αλλά ούτε και ήθελε να καταλήξουν οι δικοί της στη φυλακή, που είχαν έλθει να τον σκοτώσουν γιατί τους ξεγέλασε, γιατί δεν τους είπε ότι είχε και άλλη σύζυγο.

  Είναι ενδιαφέρουσα η flash back αφήγηση της Λεϊλά, με τους γύρω ακίνητους, σαν να μαρμάρωσαν, ή σαν να έπεσε «φωτιστικό» όπως λέγαμε στη Σχολή Αξιωματικών, και την ίδια να περιφέρεται ανάμεσά τους, σκηνή την οποία αφηγείται.