Ελένη Γιοβάνογλου, Απεταξάμην, Βακχικόν 2025, σελ. 70
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιών»,
14-1-2021
Τι «απετάξατο» η συμπατριώτισσά μας
Ελένη Γιοβάνογλου;
Μας λέει προς το
τέλος της συλλογής με το ποίημά της «Επαΐοντες».
Τοις «Ο χρόνος είναι γιατρός», «Υπάρχουν και χειρότερα» και
«Θα περάσει κι αυτό, ξέρω εγώ» απεταξάμην.
Τοις «Μη δίνεις σημασία», «Κάνε πως δεν ακούς» και
«Δείξε εσύ την ανωτερότητά σου» απεταξάμην.
Τοις «Δώσε τόπο στην οργή», «Ρώτα εμένα που τα έχω περάσει»
και
«Δεν σε φοβάμαι εσένα» απεταξάμην».
Και εμφύσησα και ενέπτυσα αυτοίς.
«Σφαλερόν εστί το αν μη οίδε τις ταύτα λέγειν».
Το πρώτο
χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου είναι η καβαφική της διαύγεια, κάτι
που δεν συναντάς συχνά στη σύγχρονη ποίηση, και που είναι ο λόγος που δεν μου
αρέσει. Όμως τα ποιήματα της Γιοβάνογλου ήταν κάτι διαφορετικό: διαφανή,
ευφάνταστα, διεισδυτικά, με βάθος.
Και ένα άλλο
χαρακτηριστικό τους που μου άρεσε: η συντομία τους.
«Το μικρό είναι
όμορφο», είναι ένα οικολογικό σλόγκαν.
Τα διηγήματα bonzai πληθαίνουν.
Ας παραθέσουμε ένα
από τα πιο σύντομα.
Προσδοκίες
Ακόμη να μάθω
να μην έχω
ούτε
μεγάλες
ούτε μικρές
Θα το επαναλάβει,
καζαντζακικά, στο Dum spero,
spiro? Αντιστρέφοντας το λατινικό ρητό με ένα ερωτηματικό στο τέλος.
….
Όσο ελπίζω, δεν ζω.
Αναπνέω με μηχανική υποστήριξη, περιμένοντας να ’ρθεις.
Δεν ελπίζω τίποτα,
δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι ελεύθερος, είπε ο Καζαντζάκης. Η Γιοβάνογλου
αγωνίζεται να το καταφέρει.
Μου αρέσει το
εντυπωσιακό τέλος. Έχω γράψει για το «εφέ του τέλους» στο διδακτορικό μου.
Creature of habit
Από τα χείλη μου φυσάω ασημένια δακτυλίδια
που σχηματίζουν το όνομά σου.
…….
Κάποιος μου είπε να σε κόψω.
Εσένα, την παλιοσυνήθεια.
Το τέλος είναι
εντυπωσιακό για τη δισημία του: το τσιγάρο και αυτόν.
Και στο επόμενο, τις
«Δηλώσεις», έχουμε εντυπωσιακό εφέ τέλους, με τη μεταφορική του σημασία.
Το ποίημα ξεκινάει:
Θυμάμαι τότε που με φίλησες
στη γέφυρα του Αγίου Βονιφάτιου.
………………..
Θυμάμαι και τότε που μου υποσχέθηκες
μια φωτογραφία στο Πόντε Βέκιο το καλοκαίρι.
……………….
Που να ’ξερα…
Επόμενος σταθμός μου η Γέφυρα των Στεναγμών.
Ελένη
Ποιος να μιλήσει πια για την Ελένη;
Που επωμίστηκε την ομηρική ευθύνη…
…………………………………………………………
Κουράστηκα πια να ενσαρκώνω τους μύθους σας.
Υπάρχει στα
ημερολόγιά μας.
Μα και στο παρόν μας·
έχοντας και δεύτερο όνομα: Αλίνα.
Αλίνα, Ελένη, ωραίες
παρηχήσεις του λ και του ν.
Θεία Κωμωδία
Ο πιο μεγάλος εμπαιγμός, λοιπόν,
Είναι θείο κατασκεύασμα.
«Φτάσε στη θέωση» μας παραμυθιάζει.
Αλλά μας έχει κάνει ανθρώπους
Ατελείς, εκ προοιμίου καταδικασμένους.
…………………………….
Πού ξανακούστηκε Θεός να εξαπατά
Το ποίμνιό Του.
Ο Δίας, θαρρώ, πιο έντιμος ήταν.
Τουλάχιστον εκείνος το παραδεχόταν.
Αφού, μεταμφιεσμένος, κατέβαινε και
εξαπατούσε τις ωραίες. Το παραδεχόταν μετά.
Ένα ακόμη
χαρακτηριστικό της ποίησης της Γιοβάνογλου: είναι προκλητική.
Θα παραθέσω ολόκληρα
τα «Ποιήματα».
Σάμπως τα πουλιά κελαηδούν για ν’ ακουστούν;
Ή τα λουλούδια ανθίζουν για να τα θαυμάσουν;
Σάμπως ο ήλιος λάμπει για να ξυπνά τα όνειρα;
Ή η σελήνη γεμίζει για να ερωτεύονται οι νέοι;
Έτσι και τα ποιήματα δεν γράφονται για να διαβαστούν.
Το λέω πάντα, γράφε,
αν νιώθεις ότι θα σκάσεις αν δεν γράψεις, βγάζοντας από το νου σου τον
αναγνώστη.
Και παραθέτω συχνά
το ρητό που αποδίδεται στον Σενέκα: Satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus.
Τα «Αξιώματα και αξιώσεις» είναι μια
πολύ όμορφη μεταφορά.
Οι σχέσεις των εραστών
σπανίως είναι γραμμικές.
Δύο ευθείες είναι, που τυχαία συναντιώνται
και τέμνονται σε μια ιερή στιγμή.
Και σαν αξιωματικό παράδοξο,
το λεγόμενο και μη–λογικό,
κινούνται για λίγο παράλληλα…
Και έπειτα ίσως – άγνωστο πως
Ίσως απομακρυνθούν…
Ποσότητες
Πόσο λίγο είναι, αλήθεια, το αρκετό;
Πόσα τίποτα χτίζουν ένα κάτι;
Πόσο χρόνο θέλει μια απόφαση;
Πόση επανάληψη δημιουργεί μια ανάμνηση;
Πόση σύγχυση εμπεριέχει ένα γιατί;
Πόση δύναμη κρύβει, τελικά, ένα όχι;
Σίγουρα τα
ερωτηματικά και το πόσο δημιουργούν εντυπωσιακά εφέ.
Και πάλι η δισημία
στους «Προορισμούς»
«Θα με πας;»
«Παντού θα σε πάω».
Δεν πήγαμε.
Δεν θα πάμε.
Δεν πήγαινε, είπε, άλλο.
Το «είπε» αφαιρεί την ασάφεια για το «ποιος» το είπε. Το
είπε αυτός.
Mea culpa
Το ποίημα τελειώνει:
Τον καταδίκασα να του διαβάζω ποίηση κάθε νύχτα,
Μα εκείνος – κατάλαβέ το, επιτέλους – αγαπούσε το πεζό.
Τέτοια ήταν τα ανομήματά μου.
Και εγώ αγαπώ το
πεζό. Μόνο ποιήματα φίλων διαβάζω.
Παρεμπιπτόντως να
σημειώσω ότι κάποιοι τίτλοι είναι λατινικές ρήσεις.
Έξι λεπτά
(«Έντεκα λεπτά», μου έρχεται συνειρμικά το μυθιστόρημα του
Πάουλο Κοέλιο, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στη ζωή μου).
Έξι ολόκληρα λεπτά
κατάφερα να μη σε σκεφτώ.
Και σε όλη τη διάρκεια έλεγα στον εαυτό μου:
«Δες, τελικά μπορείς και να μην τον σκέφτεσαι».
Έξυπνος
αυτοσαρκασμός.
Αυτή: Σήμερα σε
σκεφτόμουνα.
Εγώ: Εγώ σε
σκέφτομαι κάθε μέρα (απόσπασμα από μια βιογραφία).
Η «Παρέα» είναι από
τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής, και όχι μόνο για τις προσωποποιήσεις του.
Και μόλις πέσει το σκοτάδι,
εμφανίζεται από το πουθενά η γνωστή γυναικοπαρέα.
Χώνεται κάτω από τα σκεπάσματα
με κρύα πόδια και καυτή ανάσα.
Πρώτη πρώτη καταφτάνει πάντα η Μοναξιά.
Δεν φέρνει ποτέ καμία μαζί της.
Έπειτα, έρχεται η Αρνητικότητα με την αδελφή της, την
Ανασφάλεια.
Αρχίζω να στριμώχνομαι.
Μαζεύομαι σε εμβρυϊκή στάση για να πάρουν τη θέση τους
η ομορφότερη, η Θλίψη, και η πιο δυνατή, η Απογοήτευση.
Και τελευταία πάντα κάνει μεγαλειώδη είσοδο η βασίλισσα
Απόγνωση.
Θρονιάζεται στο προσκεφάλι μου.
Καλή παρέα είμαστε.
Όλη νύχτα κλώθουμε στίχους…
Στον «Κλαυσίγελο»
διαβάζω τον πρώτο στίχο:
Γελάω, όταν σκέφτομαι τα αφόρετα ρούχα στην ντουλάπα μου.
Εγώ, κλαίω όταν
σκέφτομαι τα αδιάβαστα βιβλία στις βιβλιοθήκες μου, εδώ και στην Κρήτη. Τα
αγόραζα σε προσφορές λέγοντας, κάποτε θα βρω χρόνο να τα διαβάσω. Τώρα ξέρω ότι
αυτό τον χρόνο δεν θα τον βρω. Προχθές «έφυγε» πάλι ένας συμμαθητής μου.
Θα κλείσω την
παρουσίαση αυτή με το ποίημα «Έρως».
Για ποιαν αυτοδιάθεση μου μιλάτε,
όταν η σάρκα αποκτά γνώμη δική της.
Όταν το μυαλό παραδίνεται αμαχητί
στους αχνιστούς χυμούς της ηδονής.
Όταν κάθε κύτταρο υψώνει λάβαρο κι απαιτεί ικανοποίηση.
Όταν αύτανδρος βυθίζεται κάθε αμυντικός μηχανισμός.
Πώς να εξηγήσω ό,τι δεν ορίζω εγώ;
Απόφαση στον έρωτα μάλλον δεν νοείται.
Εξαιρετικά τα
ποιήματα της Ελένης Γιοβάνογλου, περιμένουμε με ανυπομονησία και τα επόμενα.