Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Sunday, May 27, 2018

Peter Weir, Picnic at hanging rock (1975)


Peter Weir, Picnic at hanging rock (1975)


  Εξαιρετική η ταινία «Πικνίκ στον κρεμαστό βράχο» του Πίτερ Γουίαρ που είδαμε χθες στο Σχολείο του Σινεμά (Τσαμαδού 26-28 Εξάρχεια). Παρεμπιπτόντως έχουμε δει και γράψει για το «The Truman Show» που επίσης είδαμε στο Σχολείο του Σινεμά πέρυσι και το «The year of living dangerously», και πριν κάμποσα χρόνια το εξαίσιο «Ο κύκλος των χαμένων ποιητών» που φαντάζομαι θα το έχετε δει όλοι σας. Και για να μην το ξεχάσω, τη Δευτέρα θα προβληθεί στο Σχολείο του Σινεμά η επόμενη ταινία του Peter Weir, «The last wave». Μετά από κάθε προβολή γίνεται συζήτηση.
    Η ταινία είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που βασίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός, την εξαφάνιση τριών κοριτσιών και μιας δασκάλας τους στον Κρεμαστό Βράχο στη Μελβούρνη το 1900.
  Σε τρία επίπεδα κινείται η ταινία, για κάθε γούστο.
  Το πρώτο είναι το καθαρά αστυνομικό, με το εγγενές σασπένς. Τα κορίτσια εξαφανίστηκαν, θα βρεθούν;
  Το δεύτερο είναι κοινωνικοϊστορικό. Δείχνει τη ζωή σε ένα βικτωριανό παρθεναγωγείο, με την αυστηρότητα της εποχής. Σε αφήγηση όμως μαθαίνουμε και για τη ζωή σε ένα ορφανοτροφείο, που δεν φαντάζομαι να έχει αλλάξει και πολύ από τότε. Η Σάρα, προκειμένου να μην επιστρέψει σ’ αυτό, αυτοκτονεί.
  Το τρίτο, που νομίζω αυτό ενδιαφέρεται να τονίσει ο Weir, είναι το μεταφυσικό, καθώς τα επεισόδια που παραπέμπουν σ’ αυτό θα μπορούσαν να παραλειφθούν χωρίς να αλλάξει τίποτα το σημαντικό στην πλοκή.
  Τα κορίτσια θα πάνε εκδρομή στον κρεμαστό βράχο. Ανάμεσά τους η Μιράντα. Η Σάρα, με την οποία υπάρχει μια στενή σχέση, ανομολόγητα ομοφυλοφιλική (κάτι αναμενόμενο ανάμεσα σε κορίτσια έγκλειστα σε παρθεναγωγείο), της γράφει ένα περίπου ερωτικό ποίημα και της το διαβάζει την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, την ημέρα της εκδρομής, στην οποία αυτή δεν θα συμμετέχει ως τιμωρημένη. Η Μιράντα της λέει: -Πρέπει να μάθεις να αγαπάς και κάποιον άλλο, εκτός από μένα Σάρα. Δεν θα είμαι εδώ για πολύ ακόμη.
  Αυτή είναι η πρώτη μεταφυσική νύξη. Η δεύτερη είναι όταν τα ρολόγια σταματούν τις 12 η ώρα το μεσημέρι, όταν πια βρίσκονται στο χώρο του πικνίκ. Όταν το αντιλαμβάνονται υποθέτουν ότι θα έχει περάσει ήδη ένα δίωρο.
  Η τρίτη: μια δασκάλα της, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο και πέφτοντας πάνω στην «Αναδυόμενη Αφροδίτη» σχολιάζει: -Το ξέρω τώρα ότι η Μιράντα είναι ένας άγγελος του Μποτιτσέλι.
  Μεταφορά για την ομορφιά της Μιράντας, όμως με τη λέξη «άγγελος» εγώ αντιλαμβάνομαι ένα εφέ της κυριολεξίας.
  Η τέταρτη: η χοντρούλα, η μόνη που επέστρεψε μη θέλοντας να ακολουθήσει τις άλλες τρεις παρά πέρα στην εξερεύνησή τους, αφηγείται ότι δεν θυμάται τι έγινε. Θυμάται μόνο ότι την ώρα που κατέβαινε τρέχοντας είδε ένα σύννεφο, ένα σύννεφο που ήταν κόκκινο. Και κάτι ακόμη: η δασκάλα τους που έτρεχε ψάχνοντάς τις την ώρα που αυτή κατέβαινε (χάθηκε και αυτή), δεν φορούσε φόρεμα, ήταν μόνο με τα βρακιά της.
  Η πέμπτη: από τις υπόλοιπες τρεις βρέθηκε μία, ζωντανή. Τη βρήκε αναίσθητη ένας νεαρός που είχε εντυπωσιαστεί από την ομορφιά της Μιράντας και όταν έμαθε για την εξαφάνισή τους έτρεξε μήπως τις βρει. Η κοπέλα αυτή δεν θυμόταν απολύτως τίποτα.
  Μήπως ο άγγελος-Μιράντα με τις υπόλοιπες κοπέλες κλήθηκαν από μυστικές δυνάμεις, και με το άσπρο σύννεφο «αναλήφθηκαν στους ουρανούς»; Μήπως πρόκειται ακριβώς για το «Μεταφυσικό σκότος» στο οποίο αναφέρεται ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην κριτική του για την ταινία; το οποίο εγώ δεν θα χαρακτήριζα «μεταφυσικό σκότος» αλλά απλά «μεταφυσικό άγνωστο», καθώς η λέξη «σκότος» παραπέμπει στο σκοταδισμό, και ίσως ασυνείδητα να τη χρησιμοποιεί γι’ αυτό ο μαρξιστής Ραφαηλίδης.
  Το ρομάντζο διατρέχει όλα τα κινηματογραφικά είδη, και δεν ήταν δυνατόν να απουσιάζει απ’ αυτή την ταινία, αναφερθήκαμε ήδη σ’ αυτό. Είδαμε το αϊζενσταϊνικό «ιδεολογικό μοντάζ» στα διαδοχικά πλάνα της πανέμορφης Μιράντας και του κύκνου, του κύκνου ως ερωτικού συμβόλου.

Friday, May 25, 2018

Αλέξανδρος Δεσύλλας, Στίβεν Χόκινγκ


Αλέξανδρος Δεσύλλας, Στίβεν Χόκινγκ, ΑΛΔΕ 2018, σελ. 64


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Σύντομη βιογραφία, εξαιρετικά γραμμένη

  Ήταν ευχάριστη έκπληξη για μένα περνώντας σήμερα από τον εκδότη μου τον Αλέξανδρο να δω ότι έβγαλε ένα καινούριο βιβλίο, μια μίνι βιογραφία του πρόσφατα αποθανόντος Στίβεν Χόκινγκ.
  Ήταν ό,τι πρέπει για μένα, γιατί μια μάξι βιογραφία μπορώ να τη διαβάσω μόνο όταν ο βιογραφούμενος είναι λογοτέχνης, και δευτερευόντως ψυχολόγος (Φρόιντ, Γιουνγκ), μουσικός (Τσαϊκόφσκι) ή ζωγράφος. Βέβαια μπορώ να δω μια βιογραφική ταινία όποιος και αν είναι ο βιογραφούμενος, όπως είδα πρόσφατα του Τσώρτσιλ, του Γιουνγκ, του Βαν Γκονγκ και του Γκωγκέν. Για τον Καζαντζάκη βέβαια είναι εντελώς αυτονόητο.
  Πρόσφατα είδα την ταινία «Η θεωρία των πάντων», βιογραφική του Χόκινγκ βασισμένη πάνω στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της πρώτης του γυναίκας, που φυσικά εστιάζει στη σχέση της με τον πρώην άνδρα της, ενώ λίγο πιο πριν είχα δει ένα ντοκιμαντέρ πάνω στη ζωή του χωρίς να κάνω όμως σχετική ανάρτηση.
  Διαβάζοντας τη βιογραφία του Χόκινγκ συνειδητοποιώ ότι, παρά τη ρήση «μια εικόνα χίλιες λέξεις», ένα βιβλίο προσφέρει απείρως περισσότερες πληροφορίες απ’ ό,τι μια ταινία. Έμαθα πολύ περισσότερα για τον Χόκινγκ διαβάζοντας αυτή τη βιογραφία παρά βλέποντας την ταινία και το ντοκιμαντέρ. Και βέβαια ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη φυσική και την αστροφυσική, με τις επιστήμες γενικά, τα καταλαβαίνεις και τα συγκρατείς καλύτερα όταν τα διαβάζεις παρά όταν τα ακούς.
  Εδώ υπάρχουν και «παράπλευρες» πληροφορίες, που κάποιες ήταν για μένα ολότελα σοκαριστικές. Δεν το φανταζόμουν αυτό για την Αγγλία:
  «Στην ηλικία των δέκα ετών, έδωσε τις αποκαλούμενες εξετάσεις «Ένδεκα – plus». Ήταν ένα τεστ νοημοσύνης βάσει του οποίου ξεχώριζαν παιδιά προικισμένα, με ικανότητες και ευφυΐα, για ακαδημαϊκή μόρφωση. Με το σύστημα αυτό δινόταν η δυνατότητα σε ελάχιστα παιδιά της εργατικής και της κατώτερης μεσαίας τάξης να εισαχθούν στα πανεπιστήμια. Δημιουργήθηκε, όμως, κατακραυγή κατά του θεσμού, της πρώιμης αυτής επιλογής από την ηλικία των δέκα-έντεκα ετών, και τελικά αυτό το σύστημα καταργήθηκε τη δεκαετία του 1970 για χάρη της ευρύτερης Μέσης Εκπαίδευσης» (σελ. 181).
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  «Είχε ωραία μάτια [γράφει η γυναίκα του] και περνούσες τόσο ωραία μαζί του. Είχε φοβερό χιούμορ, γελούσαμε συνέχεια» (σελ. 17).
  Και μόνο γι’ αυτό αξίζει να τον συμπαθήσεις. Γιατί σαν επιστήμονα ασφαλώς τον θαυμάζεις. Αλλά δεν είναι όλοι οι επιστήμονες που θαυμάζουμε, και γενικά όλοι οι διάσημοι, άξιοι συμπάθειας.
  «Κάποιος είπε κάποτε [γράφει ο Χόκινγκ στην αυτοβιογραφία του] πως οι επιστήμονες και οι πόρνες πληρώνονται για να κάνουν αυτό που απολαμβάνουν» (σελ. 17).
  Αυτός ο κάποιος μάλλον δεν θα είχε πάει ποτέ με πόρνη. Σίγουρα δεν το απολαμβάνουν. Κάπου διάβασα παλιά ότι όταν η πόρνη έχει οργασμούς με τους πελάτες αυτό είναι σημάδι μιας προϊούσας ψυχολογικής διαταραχής.
  Και κάποιος άλλος έχει παρομοιάσει τους συγγραφείς με τις πόρνες. Ο συγγραφέας, λέει, είναι σαν την πουτάνα (πάλι το σεμνότυφο word μου υπογραμμίζει τη λέξη ως λάθος, όχι όμως και την πόρνη). Στην αρχή, γράφει γιατί του αρέσει. Μετά, για να αρέσει στους φίλους του. Στο τέλος γράφει για τα λεφτά. (Για να ψάξω μισό λεπτό στο google μήπως βρω ποιος είναι αυτός. Το βρήκα, είναι ο Μολιέρος. Και στην ιστοσελίδα που το βρήκα παρατίθενται ένα σωρό γνωμικά, ρήσεις, παρομοιώσεις με τις πόρνες, την πορνεία και τα πορνεία. Κάποιο μου άρεσε ιδιαίτερα, ρήση του Μπαλζάκ: «Οι εφημερίδες είναι το μπουρδέλο της σκέψης»). 
  Και πάλι η Τζέην Χόκινγκ, η πρώτη του γυναίκα με την οποία έκανε τρία παιδιά (μετά παντρεύτηκε τη νοσοκόμα του, με την οποία χώρισε επίσης): «Θυμάμαι τον Στίβεν να μου λέει: Όπου υπάρχει σωματική ασθένεια δεν χωράει και ψυχολογική ασθένεια» (σελ. 26).
  Κρίνοντας από τον φίλο μου τον Μιχάλη, από έξι χρονών σε καροτσάκι από πολιομυελίτιδα, συνταξιούχος συμβολαιογράφος τώρα, θα έλεγα ότι έχει δίκιο.
    «Τα αποτελέσματα που ο Χόκινγκ παρουσίασε από το 1974, έδειξαν ότι οι μαύρες τρύπες εκπέμπουν ακτινοβολία, γνωστή σήμερα ως ακτινοβολία Χόκινγκ, η οποία μπορεί να συνεχιστεί έως ότου εξαντλήσουν την ενέργειά τους και εξατμιστούν» (σελ. 31).
  Πολλές φορές παραθέτω αποσπάσματα μόνο και μόνο για να μου εντυπωθούν στη μνήμη και να μην τα ξεχάσω, ή αν τα ξεχάσω να τα θυμηθώ αν κάποια στιγμή ξαναδιαβάσω τη σχετική βιβλιοκριτική.
  Και ένα στοίχημα που έβαλε με τον Κιπ Θορν για το αν ένα σκοτεινό αστέρι, το Cygnus X-1, ήταν μαύρη τρύπα. Περίεργο στοίχημα αλήθεια, αφού στοιχημάτιζε ενάντια σ’ αυτό που πίστευε, ότι υπάρχουν μαύρες τρύπες. Αν το κέρδιζε κι αποδεικνυόταν ότι η μαύρη τρύπα δεν υπήρχε, θα κέρδιζε για παρηγοριά μια συνδρομή στο τσοντοπεριοδικό Private Eye. Από την άλλη αν κέρδιζε ο Θορν, θα του πλήρωνε ο Χόκινγκ συνδρομή ενός έτους για το τσοντοπεριοδικό Penthouse, και στην πραγματικότητα θα έβγαινε νικητής αφού θα επαληθεύονταν οι θεωρίες του. Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν, εμφανίστηκαν ισχυρές αποδείξεις για τις μαύρες τρύπες. Ο Χόκινγκ αναγνώρισε ότι έχασε το στοίχημα το 1990, το οποίο ήταν το πρώτο που επρόκειτο να βάλει με τον Θορν και άλλους. Έτσι – προς μεγάλη δυσαρέσκεια της γυναίκας του Θορν – του πλήρωσε μια ετήσια συνδρομή στο Penthouse» (σελ. 31-32).
  Φαντάζομαι ότι η γυναίκα του θα παραμόνευε το ταχυδρομείο, και μόλις ερχόταν το περιοδικό θα το πετούσε στα σκουπίδια.
  «Όταν το 1998 με αφορμή επιστημονικό συνέδριο είχε επισκεφτεί την Ελλάδα, φυσικά μαζί με τη σύζυγό του, και συγκεκριμένα τη Σάμο και την Κρήτη, φεύγοντας πήρε μαζί του τις καλύτερες εντυπώσεις για τη χώρα μας, τον ήλιο, τη θάλασσα αλλά και την ελληνική γαστρονομία. «Μα εδώ είναι ο επίγειος παράδεισος!» είχε πει σε αυτούς που τον συνόδευαν» (σελ. 45).
  Κάτι τέτοια διαβάζω και με πιάνει μελαγχολία που είμαι στην Αθήνα και δεν είμαι στην Κρήτη.
  Και πάλι ρήση του Χόκινγκ, το 2010.
  «Εάν κάποτε μας επισκεφθούν εξωγήινοι, το αποτέλεσμα νομίζω ότι θα είναι όπως όταν πρωτοπάτησε το πόδι του στην Αμερική ο Χριστόφορος Κολόμβος, γεγονός όχι και τόσο θετικό για τους Ινδιάνους της Αμερικής» (σελ. 51).
  Έχω άλλη άποψη, την οποία έχω εκθέσει στο μυθιστόρημά μου «Το μυστικό των εξωγήινων» (ΑΛΔΕ, 2014). Αν είστε περίεργοι ποια είναι η άποψή μου αυτή, δεν έχετε παρά να το αγοράσετε και να το διαβάσετε.
  Η παρακάτω παράγραφος δίνει το πολιτικό προφίλ του Χόκινγκ.
  «Ως υποστηρικτής για πολλά χρόνια του Εργατικού Κόμματος, ήταν ενεργός και δραστήριος πολίτης. Έπαιρνε δημόσια θέσεις πάνω σε διάφορα πολιτικά ζητήματα. Το 2000 έκανε ένα αφιέρωμα για τον δημοκρατικό υποψήφιο πρόεδρο Αλ Γκορ, αποκάλεσε την εισβολή στο Ιράκ του 2003 «έγκλημα πολέμου», μποϊκοτάρισε ένα συνέδριο στο Ισραήλ λόγω ανησυχιών σχετικά με τις πολιτικές του έναντι των Παλαιστινίων, έκανε εκστρατεία για τον πυρηνικό αφοπλισμό, και έχει υποστηρίξει την έρευνα των βλαστικών κυττάρων, την καθολική υγειονομική περίθαλψη, καθώς και δράσεις για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής» (σελ. 52).
  Και ένα τελευταίο:
  «Σε αυτό το βιβλίο [«Το μεγαλειώδες Σχέδιο»] βρήκε την απάντηση γιατί υπάρχει το Σύμπαν και όχι το Τίποτα».
  Στο «Είναι και το Μηδέν» ο Σαρτρ θέτει το ίδιο ερώτημα: «Γιατί να υπάρχει το είναι και όχι το τίποτα». Επιστήμονας ο ένας, φιλόσοφος ο άλλος, δεν υπήρχε περίπτωση να δώσουν την ίδια απάντηση.
  Σαφές, πυκνό, περιεκτικό, περιέχοντας τις βασικές πληροφορίες για τη ζωή του, αποτελεί ιδανικό βιβλίο για κάποιον που δεν θα ήθελε να διαβάσει μια πολυσέλιδη βιογραφία για τον Χόκινγκ, αλλά όχι μόνο. Στα ελληνικά δεν κυκλοφορεί άλλη βιογραφία του παρά μόνο η αυτοβιογραφία του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης


Thursday, May 24, 2018

Vaughn Stein, Terminal (Τερματικός σταθμός 2018)


Vaughn Stein, Terminal (Τερματικός σταθμός 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Να ξεκινήσουμε με τη δισημία του αγγλικού τίτλου: τελικός σταθμός αλλά και θανατηφόρα αρρώστια.
  Η ταινία έχει στην πραγματικότητα δυο ιστορίες που αλληλοσυμπλέκονται, αν και με κάπως μηχανικό τρόπο. Η πρώτη είναι crime, thriller και η δεύτερη drama.
  Ας ξεκινήσουμε με τη δεύτερη.
  Ένας καθηγητής αγγλικών έχει μια θανατηφόρα αρρώστια, πιθανόν καρκίνο στον πνεύμονα, και σύντομα πρόκειται να πεθάνει. Κοιτάζει να διασκεδάσει το άγχος του ταξιδεύοντας με το τραίνο στην τύχη. Εκείνη τη νύχτα δεν το πρόλαβε. Όμως, του λέει ένας του σταθμού, υπάρχει ένα μπαρ ανοικτό όλο το εικοσιτετράωρο. Θα πάει εκεί και θα συζητήσει με την σερβιτόρα. Το θέμα είναι ο επερχόμενος θάνατος και πώς να τον αντιμετωπίσεις. Η αυτοκτονία είναι μήπως λύση; Και με ποιο τρόπο;
  Παρά το ζοφερό του θέματος, ο πνευματώδης διάλογος είναι ιδιαίτερα απολαυστικός και δεν κουράζει καθόλου παρόλο το μάκρος του. Βέβαια στo τέλος της ιστορίας αυτής μας περιμένει ένα εφέ έκπληξης.
  Η άλλη ιστορία είναι μια ιστορία εκδίκησης. Πρωταγωνιστεί σ’ αυτήν η σερβιτόρα, δυο επαγγελματίες δολοφόνοι, και ένας ακόμη, που η αποκάλυψη της ταυτότητάς του είναι ένα ακόμη εφέ έκπληξης. 
  Στην ανάρτηση που έκανα για το «Χάος» των αδελφών Ταβιάνι πριν δεκαπέντε μέρες, με αφορμή την πρώτη ιστορία, ανέφερα την υπόθεση ενός διηγήματος που θα μπορούσα να γράψω αλλά όμως δεν το είχα σκοπό, στο οποίο η πατροκτονία γίνεται σαν μια μορφή κάθαρσης και ταυτόχρονα εκδίκησης για τη μητέρα. Δεν φανταζόμουνα ότι το ίδιο μοτίβο θα συναντούσα και στην ταινία του Βων Στάιν.
  Με εντυπωσίασε η εκπληκτική ερμηνεία της Margot Robbie, η οποία δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο «Εγώ, η Τόνια» που είδαμε πριν τέσσερις μήνες.
  Επίσης μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η χαμηλή βαθμολογία στο IMDb, μόλις 5,2. Δεν συνηθίζω να βαθμολογώ στο IMDb παρά μόνο αν διαφωνώ, κυρίως προς τα πάνω. Το 7 που έβαλα μου φαίνεται τώρα λίγο.

Paolo virzí, The leasure seeker (Ταξίδι αναψυχής 2017)


Paolo virzí, The leasure seeker (Ταξίδι αναψυχής 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Δραματική κωμωδία η ταινία, που στο τέλος όμως γίνεται δράμα.
  Η Έλλα και ο Τζον παίρνουν κρυφά από τα παιδιά τους το παλιό τροχόσπιτό τους για να πάνε ένα ταξίδι, όνειρο ζωής του Τζον: να δούνε το σπίτι του Χέμινγουεϊ. Ο Τζον, ογδοντάρης πια, είναι συνταξιούχος καθηγητής. Τα παιδιά τους τούς αναζητούν όμως αυτοί τους καθησυχάζουν από το τηλέφωνο· την κόρη περισσότερο, ο γιος εξακολουθεί να είναι ανήσυχος.
  Ο Τζον, παρόλο που έχει άνοια, μπορεί και οδηγεί. Βέβαια κάποια ατυχήματα τα απέφυγαν στο τσακ.
  Στις κωμωδίες, το έχω ξαναγράψει, το στόρι υποχωρεί μπροστά στα κωμικά επεισόδια. Και τα επεισόδια αυτά που είναι κωμικά προσφέρουν πολύ γέλιο, όμως αν τα αναστοχαστούμε βλέπουμε πως είναι τραγικά, καθώς έχουν να κάνουν με την άνοια του Τζον.
  Να αφηγηθούμε δυο.
  Ο Τζον έχει καθηλώσει μια σερβιτόρα μιλώντας της για τον Χέμινγουεϊ. Αυτή τον ακούει υπομονετικά. Δεν θέλει να φανεί αγενής. Αργότερα στην ταινία καθηλώνει μια άλλη σερβιτόρα μιλώντας της πάλι για τον Χέμινγουεϊ. Της απαγγέλει ένα κομμάτι από το «Ο γέρος και η θάλασσα». Κάποια στιγμή κολλάει. Η σερβιτόρα συνεχίζει. Η διπλωματική της ήταν για τον Χέμινγουεϊ.
  Το δραματικό τέλος το οποίο προκαλεί αμφιλεγόμενα συναισθήματα δεν μπορούμε να το αποκαλύψουμε.
  Εξαιρετική ταινία με εξαιρετικές ερμηνείες από τον Ντόναλντ Σάδερλαντ και την Helen Mirren, η οποία μάλιστα τιμήθηκε με Χρυσή σφαίρα. Τη συνιστούμε ανεπιφύλακτα.  

Dominique Abel, Fiona Gordon, Paris pieds nus (Ξυπόλυτοι στο Παρίσι 2016)


Dominique Abel, Fiona Gordon, Paris pieds nus (Ξυπόλυτοι στο Παρίσι 2016)




 Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Θα ξεκινήσω ανορθόδοξα: μην τη χάσετε αυτή την κωμωδία. Είναι απολαυστικότατη και «μεταμοντέρνα», με την έννοια ότι ενσωματώνει στιλ από πολλά είδη της κωμωδίας. Θα θυμηθούμε τις βουβές κωμωδίες αλλά και τον Ζακ Τατί, θα δούμε μίνι μιούζικαλ ενώ ο άστεγος παραπέμπει στον Τσάρλι Τσάπλιν. Ο Ντομινίκ Αμπέλ στο ρόλο του Ντομ, του άστεγου, μου θύμισε τον Πιέρ Ρισάρ στο «Ο κύριος αφηρημένος».
  Η Φιόνα θα πάει στο Παρίσι να δει την θεία της, παλιά χορεύτρια, η οποία την καλεί επειγόντως. Ο λόγος; Είναι ογδόντα οκτώ χρονών, ζει μόνη, και οι κοινωνικές υπηρεσίες θέλουν να τη στείλουν άρον άρον στο γηροκομείο. Αυτή τους ξεφεύγει, αλλά δεν τολμάει να γυρίσει σπίτι της.
  Φοβερό, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο στη Γαλλία. Καλύτερα να πεθαίνει κανείς σαν άνθρωπος στο σπίτι του παρά να παρατείνει τη ζωή του σαν σκύλος σε γηροκομείο. Εκτός βέβαια και αν είναι δική του επιλογή.
  Συνεχίζουμε.
  Στο Παρίσι θα χαθεί στη μετάφραση. Λίγα τα γαλλικά της (έρχεται από τον αγγλόφωνο Καναδά), δεν τα καταφέρνει και τόσο καλά. Θα συναντηθεί με τον Ντομ χωρίς να ξέρει ότι είναι κολλητός της θείας της ο οποίος ζει σε μια σκηνή.
  Παρακάτω;
  Δεν έχει παρακάτω, σε μια κωμωδία η πλοκή υποχωρεί πάντα μπροστά στα κωμικά επεισόδια, που είναι άφθονα και ξεκαρδιστικά στην ταινία. Και βέβαια το happy end, το ειδύλλιο ανάμεσα στη Φιόνα και στον Ντομ, είναι δεδομένο, αν και απλώς υποδηλώνεται.
  Δεν συνηθίζω να κοιτάζω τους ηθοποιούς που παίζουν σε μια ταινία παρά αφού τη δω. Έτσι και τώρα, με έκπληξη διαπίστωσα ότι ο Πιέρ Ρισάρ τον οποίο μου θύμισε ο Ντομινίκ Αμπέλ παίζει στην ταινία  ενσαρκώνοντας τον Duncan, ένα κολλητό της θείας, που είναι και αυτός χορευτής. Επίσης ότι στο ρόλο της θείας είναι η Εμανουέλ Ριβά, που όλοι τη θυμόμαστε στο «Χιροσίμα αγάπη μου».
  Καταραμένα γερατειά. Ούτε που μου πέρασε από το μυαλό ότι ήσαν αυτοί.
  Και η δυσάρεστη έκπληξη: ψάχνοντας για τα βιογραφικά τους διαβάζω ότι η Εμανουέλ Ριβά έφυγε στις 27 Ιανουαρίου 2017, πλήρης ημερών βέβαια, ογδόντα εννιά χρονών.
  Ας είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αυτό το κείμενο.
  


Wednesday, May 23, 2018

Steven Spielberg, Ready player one (2018)


Steven Spielberg, Ready player one (2018)


  Δεν μου αρέσει η επιστημονική φαντασία, και έτσι δεν πήγα να δω την ταινία στη δημοσιογραφική της προβολή. Ευτυχώς, γιατί την είδα τώρα με το γιο μου που μου εξήγησε πολλά πράγματα που δεν καταλάβαινα.
  Η ταινία έχει πολλά κινηματογραφικά «διακείμενα». Αυτό το έμαθα από το γιο μου, που σε πολλές σκηνές μου έλεγε «αυτό είναι απ’ αυτή την ταινία». Τη μόνη που αναγνώρισα είναι μια σκηνή από τη «Λάμψη» του Κιούμπρικ, την οποία είχα δει πριν εννιά μήνες μόνο και μόνο γιατί ήταν σε επανέκδοση.   
  Είχα και μια ευχάριστη έκπληξη, ακούγοντας ένα κομμάτι από την «πορεία προς το μαρτύριο» από την φανταστική συμφωνία του Μπερλιόζ. Ξαναδιαβάζοντας όμως το κείμενο που έγραψα για τη «Λάμψη» είδα ότι ήταν τελικά και αυτό «διακείμενο» από την ταινία.
  Χοντρικά το στόρι.
  Όταν πεθαίνει ο δημιουργός του OASIS, ενός κόσμου εικονικής πραγματικότητας, αφήνει να δοθεί στη δημοσιότητα ένα βίντεο με το οποίο προκαλεί τους χρήστες του ΟASIS να βρουν το πασχαλινό αυγό. Όποιος το βρει θα έχει στην κατοχή του και φυσικά τον έλεγχο του OASIS. Πιο πρώτα όμως πρέπει να βρει τα τρία κλειδιά που θα του ανοίξουν την πόρτα του χώρου όπου φυλάσσεται το αυγό. Για την απόκτησή του θα προσπαθήσουν και οι «κακοί» που δουλεύουν για την ΙΟΙ, για να τον χρησιμοποιήσουν για διαφημιστικούς σκοπούς. Για την απόκτηση του κλειδιού θα αγωνιστούν ο Πάρσιφαλ, άβαταρ του Wade Watts, και η Άρτεμις, άβαταρ της Samantha Cook. Θα παλέψουν με τους κακούς, τόσο τα άβαταρ όσο και τα πραγματικά πρόσωπα. Έχουν και την υποστήριξη φίλων.
  Ευτυχώς είχα το γιο μου δίπλα να μου εξηγεί πράγματα της πλοκής που μου φαινόντουσαν μπερδεμένα. Αυτός απόλαυσε την πλοκή και το θέαμα, δηλαδή τις συμπλοκές, εγώ μόνο το θέαμα.
  Το τέλος όμως μου άρεσε, γιατί σάρκαζε τους θεατές. Μετά τη νίκη του Wade, αποφασίστηκε να κλείνεται το OASIS κάθε Τρίτη και Πέμπτη. Οι άνθρωποι, λέει, πρέπει να μένουν περισσότερο στον πραγματικό κόσμο. Γιατί, όπως έλεγε ο δημιουργός του OASIS, η πραγματικότητα είναι το μόνο πράγμα που είναι πραγματικό. Το δίδαγμα της ταινίας δηλαδή είναι, αντί να πάτε να δείτε μια ταινία, βρεθείτε με φίλους. Αντί να παίξετε ένα game, internet ή video (δεν έχω παίξει ποτέ μου), πηγαίνετε σε μια παιδική χαρά, σε ένα γήπεδο, κάπου τέλος πάντων που θα συναντήσετε άλλους ανθρώπους.
  Τελικά άξιζε που την είδα.

Ermano Olmi, L’ albero degli zoccoli (Το δένδρο με τα τσόκαρα, 1978)


Ermano Olmi, Lalbero degli zoccoli (Το δένδρο με τα τσόκαρα, 1978)


  Βραβευμένη με χρυσό φοίνικα, την είδαμε την περασμένη Κυριακή στο Σχολείο του Σινεμά.
  Το μικρού του σπάει το ένα τσόκαρο. Ο πατέρας του κόβει ένα δένδρο, ιδιοκτησία του τσιφλικά, για να του φτιάξει ένα άλλο. Με κεντρικό σημείο αυτό το στόρι ο Όλμι μας παρουσιάζει σαν λαογραφικό ντοκιμαντέρ τη ζωή σε ένα χωριό τέλη του 19ου αιώνα, εστιάζοντας σε τρεις κατά βάση οικογένειες: Εκείνης του παιδιού με το σπασμένο τσόκαρο, μιας χήρας με πέντε παιδιά που αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα (ο παπάς μεσολαβεί να πάνε τα δυο μικρά σε μοναστήρι όμως ο μεγάλος γιος έχει αντιρρήσεις), και μιας άλλης οικογένειας, της οποίας τη μεγάλη κόρη φλερτάρει ένας νεαρός. Το δειλό φλερτ, το φύτεμα της ντομάτας, η γέννα, η άρρωστη γελάδα, ο παππούς που λέει παραμύθια στα παιδιά, το σφάξιμο του γουρουνιού (επεισόδιο αιματοβαμμένο, σαν ταινία horror, καλύτερα να έλλειπε), τα ξόρκια, η αποσπερίδα, κ.ά. μας δίνουν την εικόνα.
  Οι ερωτευμένοι παντρεύονται. Καθώς πάνε στο Μιλάνο περνάμε στην αστική λαογραφία. Βλέπουμε τη μεταφορά με τη μαούνα μέσα από το ποτάμι. Βλέπουμε φωτιές. Καίνε μήπως χόρτα; Μπορεί να είναι φωτιές που έβαλαν διαδηλωτές. Όταν κατεβαίνουν οι δυο νέοι βλέπουν τους κρατούμενους από τη διαδήλωση να μεταφέρονται αλυσοδεμένοι από τους καραμπινιέρους.
  Θα επισκεφθούν το μοναστήρι που μονάζει η θεία της κοπέλας. Λειτουργεί και σαν ορφανοτροφείο για τα έκθετα. Θα υιοθετήσουν ένα ορφανό. Το μοναστήρι θα τους ενισχύει οικονομικά γι’ αυτό.
  Στο τέλος βλέπουμε πώς τελειώνει η ιστορία με το τσόκαρο. Ο τσιφλικάς, ανακαλύπτοντας ποιος έκοψε το δένδρο, τους διώχνει. Οι γείτονες παρακολουθούν δειλά από τα παράθυρά τους τούς ξεσπιτωμένους χωρικούς να φορτώνουν τα πράγματά τους στο κάρο και να φεύγουν.
  Πολύ καλή ταινία, θεωρείται η καλύτερη του Όλμι.