Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, July 19, 2018

Gjorce Stavreski, Secret ingredient (Iscelitel, Μυστικό συστατικό 2017)


Gjorce Stavreski, Secret ingredient (Iscelitel, Μυστικό συστατικό 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είναι η πρώτη ταινία που βλέπω σλαβομακεδόνα σκηνοθέτη (το σλαβομακεδόνας το προτιμώ από το σκοπιανός σαν πιο αντικειμενικό, και όχι μόνο γιατί μπορεί να μην είναι από τα Σκόπια), αν και έχω στο αρχείο μου κάποιες ακόμη που σκοπεύω να τις δω, στα πλαίσια ενός project.
  Η ταινία ξεκινάει σαν drama. Ο πατέρας έχει καρκίνο στον πνεύμονα, δεν του μένει, λέει ο γιατρός, παρά λίγος χρόνος ζωής. Ο γιος τον φροντίζει όσο μπορεί, παρά τις φοβερές οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Δεν έχει χρήματα να πληρώσει για τα φάρμακα που πρέπει, το δημόσιο δεν τα εγκρίνει, και τα ομοιοπαθητικά δεν τα εμπιστεύεται. Και όμως υπάρχει ένα πρόβλημα στη σχέση τους, πρόβλημα που επιδεινώθηκε μετά το θάνατο της μητέρας του και του αδελφού του.
  Στη συνέχεια εξελίσσεται σε crime. Ο γιος βρίσκει ένα δέμα με ναρκωτικά. Ανάμεσά τους υπάρχει και κάνναβη. Κάπου διάβασε ότι βοηθάει στην καταπολέμηση του καρκίνου. Φτιάχνει κέηκ για τον πατέρα του όπου μέσα βάζει και κάνναβη, με αποτέλεσμα να παρουσιάσει μια φοβερή βελτίωση.
  Αναρωτιόμουνα πιο θα ήταν το τέλος, καθώς οι ιδιοκτήτες των ναρκωτικών θα τα αναζητούσαν και, δεν μπορεί, αργά ή γρήγορα θα τον έβρισκαν. Όταν είδα όμως την ταινία να εξελίσσεται σε κωμωδία, με αρκετά σπαρταριστά επεισόδια, κατάλαβα ότι το τέλος δεν μπορεί παρά να είναι happy.
  Αυτό το σπόιλερ μπορώ να το κάνω, γιατί δεν μου αρέσουν οι ταινίες με unhappy end, και μπορεί να μην αρέσουν και σε σας. Μια ταινία δεν πήγα να τη δω στη δημοσιογραφική της προβολή γιατί ο γιος μου έκανε το σπόιλερ, μου είπε ότι είχε unhappy end.   
  Πολύ ωραία η συνέντευξη που έδωσε ο σκηνοθέτης στον Γιάννη Κοντό, μπορείτε να τη διαβάσετε εδώ.


Michael Radford, Massimo Troisi, Il postino (1994)


Michael Radford, Massimo Troisi, Il postino (1994)


   Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Την είδαμε πριν χρόνια και την ξαναείδαμε με την ευκαιρία της επανέκδοσης. Θυμόμουνα τις περίφημες metafore, που ακούγονται συχνά στην ταινία. Η μεταφορά είναι το κύριο υφολογικό σχήμα στην ποίηση. Εξάλλου ο Roman Jakobson χαρακτήρισε τη λυρική ποίηση ως μια τεράστια μεταφορά της πραγματικότητας ενώ την πεζογραφία ως μια τεράστια μετωνυμία της.
  Δεν βλέπουμε συχνά ταινίες στις οποίες ο κύριος χαρακτήρας να είναι επώνυμος, με εξαίρεση βέβαια τις βιογραφικές. Εδώ η ταινία είναι μυθοπλασίας, μεταφορά ενός μυθιστορήματος, στο οποίο όμως η πλοκή τοποθετείται σε ένα νησί κοντά στις ακτές της Χιλής και όχι σε ένα νησί της Ιταλίας, όπου υποτίθεται ότι ο Νερούντα είναι εξόριστος.
  Αρχίζω πάλι να σκέφτομαι με όρους του θεάτρου Νο. Ο shite είναι ο ταχυδρόμος, ενώ ο waki, ο βοηθητικός ρόλος, είναι ο Νερούντα, τον οποίο υποδύεται έξοχα ο Φιλίπ Νουαρέ. Ρεσιτάλ ηθοποιίας δίνει ο Massimo Troisi, που συνυπογράφει και σαν σκηνοθέτης, σε ένα ρόλο ζωής, αφού όπως διάβασα στη βικιπαίδεια, καθυστέρησε να κάνει μια εγχείρηση καρδιάς μέχρι να τελειώσουν τα γυρίσματα της ταινίας με αποτέλεσμα να πεθάνει από καρδιακή προσβολή την επομένη των γυρισμάτων.
  Ο Νερούντα λοιπόν τον βοηθάει με τις ποιητικές μεταφορές να κατακτήσει την κοπέλα που έχει ερωτευθεί, πάνω στο μοτίβο του Συρανό ντε Μπερζεράκ. Μέχρι να την κατακτήσει όμως θα βρεθούμε μπροστά σε πολλά κωμικά επεισόδια, κυρίως με την μέλλουσα πεθερά του. Και βέβαια υπάρχει η πολιτική σάτιρα, με τους πολιτικούς που όλο υπόσχονται, για να αθετήσουν όμως τις υποσχέσεις τους μετά τις εκλογές.
  Και θυμήθηκα τη μαντινάδα που έλεγε ένας χωριανός μου, συγχωρεμένος τώρα. Γιάννης Καθεγλάκης ήταν το όνομά του, και το παρατσούκλι του ήταν αραπατσάκος.  
  Ίσαμε που ’χα αψήφιστα, πού ’σαι Γιαννιό, Γιαννάκο
  κι απόκεια κι εποψήφισα, όξω αραπατσάκο.  


Ildikó Enyedi, My 20th century (Ο εικοστός μου αιώνας, 1989)


Ildikó Enyedi, My 20th century (Ο εικοστός μου αιώνας, 1989)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Είναι τόσες οι καλές ταινίες που κατακλύζουν την παγκόσμια αγορά που είναι φύσει αδύνατον να παιχτούν όλες στις αίθουσες οποιασδήποτε χώρας, όπως είναι επίσης φύσει αδύνατο να μεταφραστούν όλα τα αριστουργήματα στη γλώσσα μιας χώρας. «Ο εικοστός μου αιώνας» της Ίλντικο Ένιαντι γυρίστηκε το 1989, αλλά τώρα προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Ναι, δεν είναι επανέκδοση, την είδαμε στη δημοσιογραφική προβολή.
  Την Ένιαντι την είδαμε και πριν λίγους μήνες στην εξαιρετική ταινία «Η ψυχή και το σώμα». Μου άρεσε πάρα πολύ, και ήμουν σίγουρος ότι θα μου άρεσε και ο «Εικοστός μου αιώνας». Και όντως μου άρεσε.
  Η ταινία ανήκει στην κατηγορία του ποιητικού κινηματογράφου, χωρίς όμως να έχει την ασυναρτησία που συχνά τον χαρακτηρίζει. Έχει τη μαγεία ενός παραμυθιού, και ξεκινάει πράγματι σαν παραμύθι, με δυο αστέρια να συνομιλούν.
  Υπάρχουν μεγάλα αφηγηματικά κενά, που όμως δεν ενοχλούν, καθώς η ποιητικότητα του πλάνου μας κατακτά. Εξάλλου πολλά επεισόδια είναι αυτοτελή και χαρακτηρίζουν τον 20ο αιώνα, όμως μόνο τις αρχές του, και η όποια σύνδεσή τους είναι μηχανική. Παράδειγμα το επεισόδιο με το φαλλοκράτη καθηγητή που μιλάει σε ένα γυναικείο ακροατήριο. Τον χειροκροτούν όταν υποστηρίζει το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, αλλά μετά τις ξενερώνει, επιχειρηματολογώντας χοντρικά για την κατωτερότητα της γυναίκας και επιμένοντας ιδιαίτερα στην σεξουαλικότητά της. Ανάμεσα στο ακροατήριο είναι και η Λίλη.
  Ποια είναι η Λίλη;
  Η αδελφή της Ντόρα.
  Δίδυμες. Τις βλέπουμε μωρά, να τις κρατάει η μητέρα τους. Με ένα αφηγηματικό άλμα τις βλέπουμε να πουλάνε σπίρτα στο δρόμο. Προφανώς είναι ορφανές. Καθισμένες σε ένα πεζούλι τις παίρνει ο ύπνος. Δυο κύριοι τις βλέπουν. Παίζουν κορώνα γράμματα ποια θα πάρει ο καθένας. Έτσι οι αδελφές χωρίζουν. Με ένα αφηγηματικό άλμα τις βλέπουμε στη συνέχεια μεγάλες, στις ξεχωριστές τους ζωές. Η Ντόρα είναι μεγαλοαπατεώνισσα (το κόλπο με το οποίο κλέβει έναν κοσμηματοπώλη είναι εκπληκτικό), ενώ χρησιμοποιεί παράλληλα και την ομορφιά της για να ξαφρίζει τους άνδρες. Η Λίλη είναι αναρχική. Έχει σαν αποστολή να σκοτώσει τον υπουργό των εσωτερικών. Κρατάει μια βόμβα. Βλέποντάς τον όμως μετανιώνει και απομακρύνεται τρέχοντας. Προλαβαίνει να σβήσει το φυτίλι. Αργότερα, από την καμινάδα ενός εργοστασίου ρίχνει ένα σωρό προκηρύξεις. Την κυνηγούν.
  Ένας άντρας μπλέκεται στη ζωή τους. Τις μπερδεύει. Το τελευταίο επεισόδιο με τους καθρέφτες, όπου οι δυο αδελφές βρίσκονται μαζί αλλά στους καθρέφτες πολλαπλασιάζονται, και εκείνος να μην ξέρει ποια να πάρει από πίσω (το ρόλο τους υποδύεται η ίδια ηθοποιός, αφού σαν δίδυμες είναι φυσικό να μοιάζουν), είναι από τα πιο εντυπωσιακά της ταινίας.
  Υπάρχουν και άλλα επεισόδια, όπως π.χ. με τον Έντισον και τον Τέσλα.
  Τι σου είναι όμως η publicity!!!
  Τον Θωμά Έντισον τον ξέρω από το δημοτικό. Τον Νίκολα Τέσλα τον έμαθα μόλις πριν λίγα χρόνια. Εμφανίζεται όμως και ο Τέσλα στην ταινία. Και, ψάχνοντας στη βικιπαίδεια για να βάλω τους συνδέσμους βλέπω ότι αποδόθηκε δικαιοσύνη. Το λήμμα για τον Τέσλα είναι πολύ μεγαλύτερο από το λήμμα για τον Έντισον.
  Ο λόγος όμως για την Ένιαντι. Μη χάσετε την ταινία της.

Isabel Coixet, The bookshop (Το βιβλιοπωλείο της κυρίας Γκριν 2017)


Isabel Coixet, The bookshop (Το βιβλιοπωλείο της κυρίας Γκριν 2017)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η κυρία Γκριν, χήρα πολέμου, επιστρέφει στην πατρίδα της για να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο. Στα σχέδιά της αντιτίθεται η κυρία Gamart, η πιο πλούσια γυναίκα της  περιοχής. Θα μηχανευτεί διάφορους τρόπους για να τη διώξει. Έχει και πολιτικά μέσα.
  Θα βρει τη συμπαράσταση ενός μοναχικού κυρίου (μου θύμισε κάποιον χαρακτήρα σε ταινία του Κισλόφσκι, δεν θυμάμαι ποια). Θα του ζητήσει τη γνώμη του για τη «Λολίτα», μυθιστόρημα που μόλις κυκλοφόρησε και προκάλεσε σκάνδαλο. Θα αποφανθεί ότι είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Θα παραγγείλει 250 αντίτυπα.
  Ένα κοριτσάκι που το προσλαμβάνει να τη βοηθήσει στη δουλειά της θα της συμπαρασταθεί επίσης. Και θα εκδικηθεί για πάρτη της.
  Εξαιρετικές ερμηνείες, πολύ ωραία σκηνοθεσία. Αλλά όπως υπάρχει η παροιμία «τέλος καλό όλα κακά» έτσι υπάρχει και η αντίστροφή της: «τέλος κακό όλα κακά».
  Ναι, δεν μου αρέσουν τα unhappy end. Το άσχημο τέλος σε μια κατά τα άλλα εξαιρετική ταινία διάψευση την αφηγηματική μου προσδοκία. Βλέπουμε το κακό να θριαμβεύει στην πραγματικότητα, ας μην το αφήσουμε να θριαμβεύει και στη μυθοπλασία. Ευτυχώς που πρόκειται πράγματι για ταινία μυθοπλασίας, μεταφορά μυθιστορήματος, και όχι ταινία «βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα», όπως διαβάζουμε για πάρα πολλές. Unhappy end με τους δυο που τους ξέχασαν στη θάλασσα, unhappy end με τους πυροσβέστες που κάηκαν, όμως εδώ δεν υπήρχε πάλη με το κακό, ήταν απλά ατυχία.
  Αν δεν έχετε πρόβλημα με το unhappy end, πρέπει να τη δείτε, είναι εξαιρετική ταινία – κατά τα άλλα.  
 
 

Monday, July 16, 2018

Φραντς Κάφκα, Αμερική


Φραντς Κάφκα, Αμερική (μετ. Νίκος Ματσούκας), Γράμματα 1983, σελ. 271


  Πήραμε σβάρνα τον Κάφκα, ακολουθώ όσο μπορώ την παροιμία «όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά», και αφού ξαναδιάβασα τη «Δίκη» και τον «Πύργο» είπα να διαβάσω και όσα άλλα έργα του έχω και δεν τα διάβασα ακόμη. Η «Αμερική» ήταν ένα από αυτά.
  Ατέλειωτη κι’ αυτή, ευτυχώς βρέθηκε στο χέρια του Μαξ Μπροντ, ο οποίος δεν υπάκουσε στην τελευταία επιθυμία του Κάφκα (ίσως να ήταν και η προ-τελευταία του, δεν ξέρω), να καταστρέψει όσα χειρόγραφα είχε στα χέρια του (Παρεμπιπτόντως, και ο Βιργίλιος είχε την ίδια επιθυμία για την «Αινιάδα», αλλά ο αυτοκράτορας απαγόρευσε στον φίλο του να την ικανοποιήσει. Πρέπει να τη διαβάσω κι αυτή κάποια στιγμή).
  Έχω υπόψη μου ότι γίνονται συχνές αναφορές στη «Δίκη» και στον «Πύργο», λιγότερες όμως στην «Αμερική». Για να επιβεβαιώσω ψάχνω στη google, και στην αναζήτηση μου βγάζει 648.000 για τη «Δίκη», 393.000 για τον «Πύργο» και 297.000 για την «Αμερική».
  Μπορώ να υποθέσω πού οφείλεται αυτό.
  Οι περισσότερες αναφορές στα δυο πρώτα μυθιστορήματα έχουν να κάνουν με την πλοκή, που το φανταστικό της τοποθετείται σε μια εφιαλτική οργουελική μελλοντική εποχή. Αλλά ενώ ο Ζόζεφ Κ. προκαλεί τον έλεό μας εξαιτίας του τραγικού του τέλους (ο Κάφκα έγραψε το τελευταίο κεφάλαιο), ο Κ. όχι ιδιαίτερα, αφού αυτός δεν κατηγορείται, αλλά απλά μπλέκει στα γρανάζια της γραφειοκρατικής μηχανής του πύργου με αποτέλεσμα να περνάει πολλές ταλαιπωρίες. Εδώ δεν υπάρχει τέλος για να μάθουμε αν κατάφερε κάτι τελικά.  
  Στην «Αμερική» αντίθετα δεν υπάρχει τίποτα το φανταστικό. Ο Κάφκα είχε ακούσει πολλές ιστορίες για την Αμερική από συγγενείς του μετανάστες, που μάλλον απετέλεσαν το κίνητρο για να γράψει το μυθιστόρημα.
  Όμως και τα τρία έχουν κάτι κοινό: τον ταλαιπωρημένο ήρωα. Εδώ ο Καρλ δεν αντιμετωπίζει ένα «Πύργο» ή ένα σκοτεινό δικαστήριο, αλλά την κακομεταχείριση συγκεκριμένων ανθρώπων, κακομεταχείριση που κάποιες φορές παίρνει τη μορφή της σωματικής βίας.
  «Τώρα ο αρχιθυρωρός μπορούσε να ξεθυμάνει, αυτό που δεν μπορούσε να το πετύχει πρώτα με τη συζήτηση. Έπιασε τον Καρλ από το μπράτσο, όχι όμως με χέρι ήρεμο, έτσι που να ’ναι υποφερτό, κάθε άλλο! Το ξέσφιγγε μια στιγμή κι ύστερα το ’σφιγγε πιο δυνατά και ακατάπαυτα πιο δυνατά, χωρίς να λέει να σταματήσει, μια που είχε φυσικά και μεγάλη σωματική δύναμη. Τα μάτια του Καρλ άρχισαν να θολώνουν. Και σα να μην έφτανε αυτό, σα να είχε πάρει κι αυτή την εντολή, τον τραβούσε συνάμα, τον σήκωνε ψηλά, τον τράνταζε άγρια…» (σελ. 155-156).
  Μια υπηρέτρια στο σπίτι του κυριολεκτικά τον βιάζει. Περιγράφει με αποστροφή αυτή την εμπειρία. Αυτή μένει έγκυος και αυτός, δεκαεξάχρονος νεαρός, κυριολεκτικά εκδιώκεται από τους γονείς του ως μετανάστης στην Αμερική. Ένας πάμπλουτος θείος θα τον πάρει υπό την προστασία του, αλλά θα τον εκδιώξει και αυτός για ασήμαντη αφορμή. Στο μεταξύ όμως έχει μάθει πολύ καλά τα αγγλικά, και έτσι θα μπορέσει να βρει δουλειά χάρη σε μια καλή μαγείρισσα, σαν λιφτμπόι σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο. Πιο πριν όμως είχε υποστεί την κακομεταχείριση από δυο αλήτες, πρόπλασμα των βοηθών του Κ. στον «Πύργο». Μια επόμενη συνάντησή τους θα αποβεί μοιραία για τον Καρλ. Θα χάσει τη δουλειά του στο ξενοδοχείο και θα πέσει στα χέρια τους, ή μάλλον στα νύχια τους, όπου θα υποφέρει τα πάνδεινα.
  Το πώς ξέφυγε δεν μας το λέει ο Κάφκα, προφανώς δεν είχε σκεφτεί ακόμη τον τρόπο. Όμως τους ξέφυγε, γιατί στο τελευταίο κεφάλαιο τον βλέπουμε να προσλαμβάνεται από ένα θίασο που εδρεύει στην Οκλαχόμα, ο οποίος προσλαμβάνει όλους όσους ζητούν δουλειά.
  Ύποπτο για τον αναγνώστη, αλλά και για τον Καρλ, που όμως δεν έχει πολλές επιλογές.
  Δεν μαθαίνουμε τελικά τι σόι ήταν αυτός ο θίασος. Ο Μαξ Μπροντ όμως, στον επίλογό του, μας λέει ότι ο Κάφκα σκόπευε να δώσει χάπι εντ στο μυθιστόρημά του. Θα έδειχνε τον Καρλ να ξεφεύγει από τα νύχια του θιάσου και να πέφτει επί τέλους σε καλά χέρια; Το ότι ο Κάφκα παράτησε τη συγγραφή του για να ασχοληθεί με τον «Πύργο» και αργότερα με τη «Δίκη» δείχνει ότι το τέλος που σχεδίαζε τον έφερε σε αμηχανία. Ένα χάπι εντ, το ξέρουμε καλά τώρα, θα ήταν ιδιαίτερα αντικαφκικό.
  Υφολογικά είναι ο γνωστός μας Κάφκα: διεξοδικός στην αφήγηση και στην περιγραφή, χωρίς καθόλου λογοτεχνικές φιοριτούρες.
  Και ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα.
    «Ωστόσο μέσα σ’ αυτό τον κλοιό κυριευόταν από μια αγωνία αόριστη που σα δυνάμωνε έκανε τα μάτια του να θαμπώνουν» (σελ. 74).
  «Αγωνία αόριστη». Αυτό μπορεί να γενικευθεί σαν γενική διάθεση του Καρλ, που στέκει μετωνυμικά για τον σύγχρονο άνθρωπο, και οπωσδήποτε για τον ίδιο τον Φραντς. Τώρα αν αυτή η αγωνία έχει ψυχολογικές ρίζες όπως θα έλεγε ο Φρόιντ ή υπαρξιακές-μεταφυσικές όπως θα έλεγε ο Γιάλομ, δεν έχει ίσως και τόση σημασία.
  Είδαμε και την τηλεταινία του Zbyněk Brynych «Amerika oder der Verschollene», Αμερική ή ο χαμένος (1969, υπάρχει στο διαδίκτυο με γερμανικούς υπότιτλους).
  Είπαμε, ο Κάφκα είναι διεξοδικός στις αναλύσεις και τις περιγραφές του, τα επεισόδια είναι λίγα, έτσι ο περισσότερος διάλογος χώρεσε στη δίωρη τηλεταινία. Με τη λογική ενός θεατρικού έργου τόσο η κάμερα όσο και οι ήρωες κινούνται ελάχιστα. Δεν ξέρω γιατί θυμήθηκα βλέποντάς την τον Φασμπίντερ. Θα σημειώσω το τέλος, ένα μονόπλανο με το βλέμμα του Καρλ να κοιτάζει έξω από τον σιδηρόδρομο που τον μεταφέρει στην Οκλαχόμα, σχεδόν δυόμισι λεπτών. Το ίδιο μονόπλανο είδαμε σαν εφέ τέλους και στη «Δίκη» του Κονσταντίν Σιλιβέρστοβ, με την κάμερα ακίνητη να παρατηρεί για πολύ ώρα τους δυο εκτελεστές που απομακρύνονται στο δρόμο και χάνονται μέσα στο πλήθος.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που βέβαια πιστώνονται στον μεταφραστή.
Πριν να τα κάνει όλα αυτά χαμήλωσε τα μάτια (σελ. 45)
Πηγαίνετε τον νεαρό στη δεσποινίδα Κάρλα (σελ. 77)
Κι έπεσε το κεφάλι του ξανά στο μαξιλάρι (σελ. 91)
Να πίνουν δυνατά ποτέ σε κάθε ευκαιρία (σελ. 104)
Θα βρισκόταν άλλοτε μια τέτοια ευκαιρία (σελ. 123)
Με μάτια όλο προσοχή κάτι ν’ ανακαλύψουν (σελ. 167)
Να έφευγες αθέατος από μια άλλη πόρτα (172)
Πλησίασε ένα παιδί με φαγωμένη μύτη (179)
Κλεισμένα ακόμα βλέφαρα και σαν απελπισμένη (192)
Και πέρασαν λίγα λεπτά μέχρι να ησυχάσουν (238)
Τ’ απότομα ξεσπάσματα της άγριας φωνής του (240)
Εκεί στην άκρη της αυλής με το σωρό εκείνο (266)

Στο απροσπέλαστο βάθος των δρόμων (σελ. 98, ανάπαιστος)
Θα σου έδειχνα εγώ/ πώς μπορεί κανείς να λούσει (σελ. 254, τροχαίος)
Κι όταν κανείς το συνήθιζε (σελ. 266 δάχτυλος)

Φραντς Κάφκα, Ο πύργος


Φραντς Κάφκα, Ο πύργος (μετ. Κώστας Προκοπίου), Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 2006, σελ. 320)


  Μετά τη «Δίκη» ξαναδιαβάσαμε και τον «Πύργο». Λειτουργώ καλύτερα όταν γράφω συγκριτολογικά, και έτσι θα συγκρίνω τη «Δίκη» με τον «Πύργο».
  Το κοινό: το άγχος μπροστά σε μια απρόσιτη εξουσία (μεταφορά του άγχους του Κάφκα μπροστά σε ένα καταπιεστικό πατέρα, που φαίνεται καθαρότατα στο «Γράμμα στον πατέρα») το βλέπουμε και στα δυο έργα, και χαρακτηρίζει σχεδόν (το «σχεδόν» για να μην είμαι απόλυτος, μια και δεν το έχω διαβάσει όλο) το σύνολο του έργου του. Και τα δυο έμειναν ατέλειωτα, με τον «Πύργο» να προηγείται (τα χειρόγραφά του τα απέκτησε ο φίλος του Μαξ Μπροντ το 1920 ενώ της «Δίκης» το 1923). Όμως στη «Δίκη» ξέρουμε το τέλος, ενώ στον «Πύργο» όχι. Βέβαια δεν είναι το τέλος αυτό που ενδιαφέρει αλλά το φόντο στο οποίο κινούνται οι δυο ήρωες. Και οι δυο έχουν να κάνουν με μια εξουσία που τους είναι απρόσιτη και ακατανόητη. Έρχονται σε επαφή μόνο με τους κατώτερους λειτουργούς της, ενώ οι πιο πάνω είναι απρόσιτοι, τόσο σ’ αυτούς όσο και στους κατώτερους λειτουργούς. Όσες προσπάθειες και αν κάνει ο Κ. δεν θα καταφέρει να συναντήσει τον Κλαμ. Η ξενοδόχα δεν είχε καμιά αμφιβολία:   
  «Κάποτε η ξενοδόχα είχε παρομοιάσει τον Κλαμ με τον αετό· τότε του φάνηκε γελοίο, μα τώρα όχι. Φαντάστηκε τον Κλαμ σαν ένα ον απρόσιτο, σε μια απόρθητη κατοικία, σιωπηλό, που τη σιωπή του τη διέκοπταν κάτι κραυγές, που ποτέ του δεν είχε ακούσει ο Κ. Το βλέμμα του ήταν καταθλιπτικό· ποτέ δεν μπορούσες να το ερευνήσεις και να το δαμάσεις· έγραφε κύκλους με τη δύναμη ανεξιχνίαστων νόμων εκεί ψηλά· δω χαμηλά που ήταν ο Κ. δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, για να τους διαταράξει. Όλα αυτά ήταν κοινά σημεία ανάμεσα στον Κλαμ και τον αετό» (σελ. 119).
  Βέβαια δεν ξέρουμε αν στο μυαλό του ο Κάφκα είχε τελικά κάποια συνάντηση.
  Και στα δυο έργα το παράλογο μιας απόλυτα γραφειοκρατικής εξουσίας και η σάτιρα εικονογραφούνται με το γκροτέσκο. Πιο κάτω θα δώσουμε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
  Στον «Πύργο» ο Κ. (έχει έλθει στο χωριό σαν χωρομέτρης, αλλά η πρόσληψή του από τον Πύργο είναι αμφιλεγόμενη), έχει και κάποια αρνητικά χαρακτηριστικά. Στη σχέση του με τη Φρίντα δεν είναι ειλικρινής, έχει την υστεροβουλία μήπως μέσω αυτής συναντήσει τον Κλαμ.
  Αλλά και οι δυο γυναίκες με τις οποίες εμπλέκεται, κυρίως η Φρίντα, αποδεικνύεται ότι είναι εξίσου υστερόβουλες. Όμως δεν είναι, πιστεύω, ένας προγραμματικός αντιφεμινισμός του Κάφκα, απλά έτσι εικονογραφεί πιο χαρακτηριστικά το παράλογο της απρόσιτης εξουσίας που διαστρέφει τον ψυχισμό των ανθρώπων.
  «Εμείς όμως ξέρουμε πως μια γυναίκα, σαν δεχτεί τη ματιά ενός υπαλλήλου, δεν μπορεί να μην τον αγαπήσει· τον αγαπάει πριν από τη ματιά κι ας δε (sic) θέλει να το ομολογήσει» (σελ. 200).
  Αυτά στην περιοχή του Πύργου, όχι στη δική μας.
  Ή μήπως όχι;  
  Υπάρχουν βέβαια και οι εξαιρέσεις.
  Η Αμαλία, διηγείται η Όλγα στον Κ. για την αδελφή της, όταν έσκισε το προκλητικό και προσβλητικό γράμμα ενός υπαλλήλου του Πύργου που την καλούσε να… έπεσε όλη η οικογένεια σε δυσμένεια. Μια από τις συνέπειες ήταν η παρακάτω:
  «Κανείς όμως δεν καθόταν στο σπίτι πολλή ώρα, και μάλιστα πιο γρήγορα έφευγαν οι πιο καλοί μας φίλοι» (σελ. 205).
  Μιασμένοι, σαν τους αριστερούς μια παλιά εποχή.
  «Χάνεται η ύπαρξή μου, εξαιτίας μιας προκλητικής γραφειοκρατίας· δε θέλω να σας απαριθμήσω τις ιδιαίτερες αποτυχίες της, μια που και σεις ανήκετε σ’ αυτήν» (σελ. 94).
  Αυτά τα λέει ο Κ. στον δάσκαλο. Μέχρι να δούνε τι θα κάνουνε με τον ισχυρισμό του ότι είχε διορισθεί από τον Πύργο ως χωρομέτρης, του δίνεται μια θέση επιστάτη. Μένει με τη Φρίντα σε μια σχολική αίθουσα, σε αθλιότατες συνθήκες.
  Στον «Πύργο» υπάρχει πολύ περισσότερος διάλογος. Όμως αυτός δεν είναι θεατρικός, δηλαδή σύντομος. Κάθε ένα από τα άτομα που συζητούνε μιλάει εκτενώς μέχρι να απαντήσει ο άλλος, εξίσου εκτενώς.  

  Υφολογικά ο Κάφκα είναι περίπου ο ίδιος και στα δυο έργα.  Βλέπουμε μια «στερεοσκοπική», λεπτομερειακή, ολόπλευρη παρουσίαση προσώπων και καταστάσεων, με μια γλώσσα λιτή, χωρίς λογοτεχνικές φιοριτούρες. Πιστεύω ότι αυτό έχει να κάνει με τις νομικές σπουδές του αλλά και με τη δουλειά του σε μια ασφαλιστική εταιρεία. Αυτοί που υποστηρίζουν ότι στη λογοτεχνία το παν είναι η γλώσσα μάλλον δεν έχουν διαβάσει τον Κάφκα.

  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα.

  «Όταν καλέσει κανείς τον Πύργο από το χωριό, όλα τα τηλέφωνα των κατώτερων υπηρεσιών κουδουνίζουν ή μάλλον θα κουδούνιζαν, αν οι υπηρεσίες, όπως το ξέρω πολύ θετικά, δεν άφηναν τα
ακουστικά ξεκρέμαστα. Καμιά φορά, κανένας βαριεστημένος υπάλληλος για λόγους αναψυχής, το βράδυ, κρεμά το ακουστικό του, και τότε παίρνουμε απάντηση» (σελ. 77).
  Η σάτιρα είναι εμφανής, όλοι μας έχουμε σχετική εμπειρία.
  «Η μυρωδιά ήταν πολύ γλυκιά, χαδιάρικη σαν τους επαίνους και τα ενθαρρυντικά λόγια που μας λέει ένα αγαπημένο πρόσωπο» (σελ. 107). Συγκρίσεις, μεταφορές και λοιπά «καλολογικά» στοιχεία θα συναντήσουμε ελαχιστότατα στο έργο.
  «Πράγματι, δουλεύει στον Πύργο; Δεχόμαστε πως πηγαίνει στα γραφεία του Πύργου, είναι όμως αυτά τμήμα του Πύργου; Κι αν πούμε πως ο Πύργος έχει γραφεία, είναι αυτά τα ίδια, όπου του επιτρέπεται
του Βαρνάβα να πηγαίνει;» (σελ. 177).
  Είναι χαρακτηριστικό αυτό το απόσπασμα για την αβεβαιότητα που καλύπτει κάθε τι που αναφέρεται στον Πύργο. Τώρα θυμήθηκα την «Απαγορευμένη πόλη» μιας άλλης γραφειοκρατικής κοινωνίας, της αυτοκρατορικής Κίνας.
  «Πάνω στο αναλόγιο είναι σκορπισμένα μεγάλα βιβλία, όλα ανοιχτά, το ένα δίπλα στο άλλο· πάνω στα βιβλία είναι σκυμμένοι οι υπάλληλοι κι οι περισσότεροι διαβάζουν. Δε διαβάζουν πάντα το ίδιο βιβλίο, κι ωστόσο, δε μετατοπίζουν τα βιβλία, αλλά αλλάζουν εκείνοι θέση» (σελ. 181).
  Ένα χαρακτηριστικά γκροτέσκο στοιχείο.
  Και άλλο ένα, μαζί με το σατιρικό στοιχείο:
  «Όχι, όχι» φώναξε ο Μπίργκελ γελώντας πάλι, «δυστυχώς δεν μπορώ να κοιμηθώ, αν μου το ζητούν, μόνο κατά τη διάρκεια της συνέντευξης είναι δυνατό να βρω την ευκαιρία· το πιο πιθανό είναι πως με νανουρίζουν οι συνομιλίες (σελ. 261).
  Και ένα τελευταίο:
 «Μερικές φορές ο διεκδικητής έπαιρνε ένα μέρος των φακέλων και στον άλλο που τους κατείχε έδιναν
για αποζημίωση άλλους φακέλους, μια που όλα οφείλονταν σε λάθη. Σε κάποιες περιπτώσεις συνέβαινε, ο κάτοχος των φακέλων να τους παραδώσει όλους, όχι όμως με κανονική επιστροφή, αλλά πετώντας τους φακέλους στο διάδρομο· έτσι κόβονταν οι σπάγκοι, λύνονταν τα έγγραφα κι οι υπηρέτες έτρεχαν να τα τακτοποιήσουν. Όλα αυτά εντούτοις δεν ήταν τίποτα, μπροστά στις εξελίξεις…» (σελ. 278).
  Νομίζω φτάνει, να μην παραθέσουμε και τις εξελίξεις.
  Από τα κορυφαία έργα ο «Πύργος» και η «Δίκη» αν και ημιτελή, όπως και ο «Τρίστραμ Σάντι» και ο «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες».
  Είδαμε και τρεις κινηματογραφικές μεταφορές του «Πύργου». Η πρώτη είναι του Αλεξέι Μπαλαμπάνοφ, έργο του 1994.
  Βλέποντας το έργο συνειδητοποιώ ότι κάποια μυθιστορήματα δεν μπορούν να μεταφερθούν κινηματογραφικά χωρίς να χάσουν. Δεν μπόρεσα να βρω τις δυο κινηματογραφικές μεταφορές του «Οδυσσέα» του Τζόυς, έτσι, για επιβεβαίωση. Όπως ο Τζόυς είναι γλώσσα, έτσι και ο Κάφκα είναι εξονυχιστική περιγραφή. Σ’ αυτόν η πλοκή είναι λιγότερο υποτυπώδης. Φαντάζομαι ότι όσοι δεν έχουν διαβάσει ήδη Κάφκα θα βρουν τις κινηματογραφικές μεταφορές μέτριες ταινίες.
  Σε γενικές γραμμές ο Μπαλαμπάνοφ μένει πιστός στο μυθιστόρημα, στις λεπτομέρειες μάλλον όχι, και έχει προσθέσει και δικές του. Στο τέλος όμως έχει μια δική του επινόηση: κάποιος αντιστρέφει τα ονόματα του Κ. με τον Μπρούνσβικ, και έτσι ο Μπρούνσβικ μπορεί να διεκδικεί τώρα τη θέση του τοπογράφου που τόσο πολύ ήθελε με περισσότερες ελπίδες, όπως φαίνεται από μια παραχώρηση που του έκαναν. Μάταια ο Κ. ζητάει πίσω την ταυτότητά του.
  Τον Michael Haneke τον είδα «πακέτο», All his films (up to now), γράφω στην ανάρτηση που έκανα το 2012.
  Δεν ήταν ακριβές. Ξέχασα ότι δεν είχα δει τον «Πύργο», περιμένοντας να τον δω όταν θα ξαναδιάβαζα το μυθιστόρημα.
  Με εντυπωσίασε ο Χάνεκε. Ενώ σαν σκηνοθέτης είναι πολύ πιο γνωστός από τον Μπαλαμπάνοφ, που τώρα τον έμαθα για πρώτη φορά, είναι εικονολάτρης, σε αντίθεση με τον εικονοκλάστη Μπαλαμπάνοφ: μένει ολότελα πιστός στο μυθιστόρημα. Με τη λογική της τηλεταινίας, ή μάλλον του σήριαλ (φαντάζομαι αν είχε περισσότερα κονδύλια στη διάθεσή του θα γύριζε σήριαλ) μεταφέρει με ακρίβεια από το βιβλίο τις σκηνές που επιλέγει. Όταν λέω με ακρίβεια, θέλω να πω και τον λόγο του Κάφκα-αφηγητή. Ένα απόσπασμα που παραθέτω παραπάνω το άκουσα αυτολεξεί και στην ταινία. Μάλιστα συνδέει τα πλάνα του με μια ασπρόμαυρη οθόνη του ενός δευτερολέπτου, υποβάλλοντας έτσι την ιδέα της παράλειψης από το μυθιστόρημα. Και το τέλος τελειώνει ακριβώς με τα λόγια του μυθιστορήματος. Ο αφηγητής λέγει: «Μιλούσε με δυσκολία και ήταν δύσκολο να την καταλάβεις. Αλλά αυτό που έλεγε...» για να πέσουν αμέσως μετά τα γράμματα τέλους τα οποία ξεκινούν ως εξής: «Εδώ σταματά το ανολοκλήρωτο έργο του Φραντς Κάφκα.
  Ο Χάνεκε είναι ένας σκηνοθέτης «που δεν μου πάει», για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του συγχωρεμένου του Κουμανταρέα. Όμως αυτή του η ταινία πολύ μου άρεσε.  
  Η τρίτη είναι επίσης ρώσικη, του Konstantin Siliverstov, γυρισμένη το 2016, με τον ίδιο τίτλο. Ασπρόμαυρη, κάνει και αυτός την επιλογή του από το μυθιστόρημα. Η προσθήκη του είναι ένας σαν-κλόουν, με τις χαρακτηριστικές γκριμάτσες και ένα σκουφάκι με δυο πάνινες μπαλίτσες που κρέμονται απ’ αυτό δίπλα στα αυτιά του, που εμφανίζεται σαν λάιτ μοτίβ σε διάφορα σημεία της ταινίας καθώς και στο τέλος. Ίσως τον εννοεί ο Σιλιβέρστοβ σαν σύμβολο του παράλογου που κυριαρχεί στον «Πύργο».

  Υπάρχει και μια μικρή ταινία animation, ρώσικη κι αυτή, με τίτλο Землемер. Ψάχνοντας μήπως τη βρω στο google (του Σιλιβέρστοβ τη βρήκα αλλά χωρίς υπότιτλους) έπεσα σε ένα βίντεο-κλιπ  με τίτλο Топограф! Землемер. Από χωρομέτρης λοιπόν θα ήταν καλύτερη μετάφραση το «τοπογράφος».

 

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που πιστώνονται βέβαια στον μεταφραστή.

Το κτίριο κατέληγε με κάτι σαν σοφίτα (σελ. 14)

Που είχε η διεύθυνση εδώ και πολλά χρόνια (σελ. 78)

Η οικογένεια του Χανς χάρηκε για το γάμο (87)

Αν και, για να ’μαι ειλικρινής, ήταν σ’ αυτό τον δρόμο (σελ. 87)

Πιο δύσκολη υπόθεση απ’ ό,τι φανταζόμουν (σελ. 90)

Μπορώ να σας υποσχεθώ και κάτι παραπάνω (σελ. 91)

Την κοίταξε μ’ αποστροφή σουφρώνοντας τα χείλη (σελ. 112)

Μεγάλη σοβαρότητα στην κάθε του κουβέντα (σελ. 144-145)

Σε είδα έτσι ακριβώς όπως στην μπυραρία (σελ. 160)

Επιθυμούσα έντονα να βρίσκεται κοντά μας (σελ. 160)

Ξεχώριζα πως πάλευες για την υπόθεσή σου (σελ. 160)

Απάντηση δεν έδιναν σε τέτοιες ερωτήσεις (σελ. 166)

Ο Κ. την ευχαρίστησε για τις πληροφορίες (σελ. 170)

Δείχνει πώς τα φαντάζεται και δεν τα περιγράφει (σελ. 180)

Όσες φορές πρωί πρωί ακού τον Βαρνάβα (σελ. 181)

Σε κάθε νέο σάλπισμα ήσουν αναγκασμένος (σελ. 193)

Κρύβει τα ελατήρια στα βάθη της ψυχής της (σελ. 201)

Όλες τις λεπτομέρειες εκείνης της ημέρας (σελ. 203)

Πολύ κοντά, δυο βήματα, για να το ξεχωρίσεις (σελ. 219)

Παράξενη ίσως αλλαγή στη θέση των προσώπων (264)

Να ρυθμιστούν τα πράγματα με έναν τέτοιο τρόπο (σελ. 269)

Κάθε ενδιαφερόμενος για την υπόθεσή του (σελ. 269-270)

Ενώ πάλι αισθάνεσαι μεγάλη ευτυχία (σελ. 271)

Που τώρα μόλις έβλεπε την ακαταστασία (σελ. 287)

Πολύ σπουδαία πράγματα που τον απασχολούσαν (σελ. 291)

Τα μέλη των επιτροπών έψαχναν με τις ώρες (σελ. 293)

Έτσι διαμορφώσατε αυτό τον τρόπο σκέψης (σελ. 307)

Θα το κρατήσεις μυστικό και δεν θα μας προδώσεις (σελ. 312)

  Μπράβο στο μεταφραστή!!! Ένα σωρό ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, χωρίς να λάβουμε υπόψη αυτούς που δεν έπεσαν στην αντίληψή μου.

 

Φραντς Κάφκα, Η δίκη


Φραντς Κάφκα, Η δίκη (μετ. Γιάννης Βαλούρδος), Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 2006, σελ. 254


   Η «Δίκη» είναι ίσως το καλύτερο έργο του Κάφκα, αν και κάποιοι πιστεύουν ότι είναι η «Μεταμόρφωση». Ξαναδιαβάζοντας τώρα τον «Πύργο», έχω την αίσθηση ότι η «Δίκη» είναι καλύτερη. Εξάλλου γράφηκε λίγο αργότερα, όπως μπορούμε να υποθέσουμε από τον πρόλογο του φίλου του Μαξ Μπροντ, που κακώς βρίσκεται στο τέλος, στον οποίο μας λέει ότι είχε πάρει τα χειρόγραφα του «Πύργου» το 1920 και τα χειρόγραφα της «Δίκης» το 1923.
  Έχω διαβάσει κάμποσα βιβλία του Κάφκα και έχω αναρτήσει γι’ αυτά, έτσι έχω περίπου τη συνολική εικόνα του. Στον ανυπόγραφο πρόλογο, ίσως του μεταφραστή, διαβάζω ότι στο έργο του έχουν δοθεί θεολογικο-φιλοσοφικές, ιστορικο-κοινωνικές και ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις. Η πρώτη προσέγγιση, στην οποία εμμένει ο φίλος του ο Μπροντ, δεν με εγγίζει, μια και δεν είμαι ιδιαίτερα θρησκευόμενος. Εγώ αυτό που είδα στο έργο του, που είναι ιδιαίτερα εμφανές στη «Δίκη», είναι το άγχος μπροστά σε μια ανώτερη εξουσία με ένα περίπλοκο γραφειοκρατικό μηχανισμό, στο έλεος της οποίας βρίσκεται κανείς ολότελα ανυπεράσπιστος. Το άγχος αυτό είναι η προβολή ενός άγχους που τροφοδοτήθηκε από τη σχέση του με τον πατέρα του, η οποία εξεικονίζεται πολύ χαρακτηριστικά στο «Γράμμα στον πατέρα».
  Ο Κ. του «Πύργου», στην υπηρεσία του οποίου έχει προσληφθεί, δεν μπορεί να έλθει σ’ επαφή με τους εκπροσώπους του παρά σε ελάχιστο βαθμό. Όσο για τον Joseph K. της «Δίκης», βρίσκεται κατηγορούμενος σε μια δίκη, χωρίς να καταφέρει ποτέ να μάθει γιατί κατηγορείται. Βέβαια πέρα από το γκροτέσκο του μυθιστορήματος, χαρακτηριστικό των περισσότερων έργων του Κάφκα, υπάρχει και η σάτιρα της δικαιοσύνης και των εκπροσώπων.
  Διαβάζοντας το μυθιστόρημα έβλεπα σε ορισμένα σημεία αστερίσκους. Πρόκειται για παραπομπές, και σε τι; Μια βιαστική ματιά στο τέλος δεν μου έλυσε το πρόβλημα. Αν δεν ήταν βιαστική θα μου το είχε λύσει-εν μέρει. Οι αστερίσκοι παραπέμπουν σε αποσπάσματα που ο Κάφκα είχε διαγράψει.
  Καθώς πιστεύω ότι ο χρόνος είναι χρήμα και οπωσδήποτε είναι μια όχληση να ψάχνεις στο τέλος κάθε φορά που συναντάς ένα αστερίσκο για να διαβάσεις το κομμάτι που ο Κάφκα είχε διαγράψει, νομίζω ότι θα ήταν πολύ καλύτερο τα αποσπάσματα αυτά να βρίσκονται στο κάτω μέρος της σελίδας· ακόμα καλύτερα, στο σημείο που ήταν, μέσα σε αγκύλες. Σπάνια κοιτάζω παραπομπές που βρίσκονται στο τέλος, κυρίως γιατί μου σταματάνε εκνευριστικά τη ροή της ανάγνωσης. Και το να διαβάσεις τα κομμάτια αυτά μεμονωμένα, έξω από το συγκείμενό τους, είναι περίπου άνευ νοήματος, και έτσι δεν τα διάβασα.
  Και τώρα ξεφυλλίζουμε για να παραθέσουμε κάποια από τα αποσπάσματα που έχουμε υπογραμμίσει, ενδεχόμενα σχολιάζοντάς τα.  
  «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πίσω απ’ όλες τις δραστηριότητες του εν λόγω δικαστηρίου, όπως, φυσικά, και πίσω απ’ τη δική μου σύλληψη και τη σημερινή ανάκριση, κρύβεται μια μεγάλη οργάνωση. Μια οργάνωση η οποία δεν απασχολεί μόνο διεφθαρμένους φύλακες, ανόητους προϊστάμενους και ανακριτές, που στην καλύτερη περίπτωση έχουν συνείδηση της θέσης τους, αλλά διαθέτει κι ένα σώμα δικαστών ανωτέρας και ανωτάτης βαθμίδας στην ιεραρχία, με την απαραίτητη κουστωδία αναρίθμητων υπηρετών, γραμματέων, χωροφυλάκων και λοιπών βοηθών, ίσως ακόμα – δε διστάζω να πω τη λέξη – και δημίων» (σελ. 49).
  Τους δήμιους αυτούς θα τους συναντήσει στο τέλος.
  «Φυσικά δεν μπορούσε να αποκλειστεί η πιθανότητα ότι υπήρχαν αρκετά χρήματα, που πήγαιναν όμως στην τσέπη των υπαλλήλων κι όχι στα απαραίτητα για τη λειτουργία του δικαστηρίου» (σελ. 62).
  Αυτό, για τη σάτιρα που λέγαμε.
  «Δεν υπάρχει τρόπος να αντισταθεί κανείς σ’ αυτό το δικαστήριο. Η μόνη λύση είναι να ομολογήσει την ενοχή του».
  Δεν είχε προβλέψει μόνο έναν «Θαυμαστό καινούριο κόσμο» όπως ο Άλντους Χάξλεϋ και ο Όργουελ με το «1984» του, αλλά και τις δίκες της Μόσχας.
  «Ίσως τα βιβλία που του δάνεισες είναι πολύ δυσκολονόητα. Ναι, είπε ο δικηγόρος, είναι πραγματικά δύσκολα. Δεν πιστεύω να μπορεί να τα καταλάβει. Του τα έδωσα μόνο για να πάρει μια ιδέα πόσο δύσκολος είναι ο αγώνας που δίνω για την υπεράσπισή του» (σελ. 182).
  Το άκουσα πριν χρόνια σε μια συζήτηση για κάποιον δικηγόρο. Όταν ο πελάτης φαινόταν αμαθής επαρχιώτης, αφού άκουγε την υπόθεσή του έλεγε στο γραμματέα του. –Πολύ δύσκολη υπόθεση, κατέβασε εκείνο το χοντρό βιβλίο. Το χοντρό βιβλίο ήταν για να προϊδεάσει τον πελάτη για την παχυλή αμοιβή που θα του ζητούσε.
  «…ο ανακριτής παρατάει σύξυλο γραφείο και κατηγορούμενο μόλις μυριστεί γυναίκα, έστω και από μακριά» (σελ. 198).
  Αμυδρά θυμάμαι για ένα σκάνδαλο, ένα δωμάτιο μέσα στο δικαστήριο όπου πήγαιναν γυναίκες.
  Είδαμε και τρεις ταινίες, βασισμένες στη Δίκη. Και πρώτα πρώτα την κινηματογραφική μεταφορά του Όρσον Ουέλς, με τον Άντονι Πέρκινς του οποίου η φήμη εξακοντίστηκε πριν δυο χρόνια με το «Ψυχώ», και τον Όρσον Ουέλς στο ρόλο του δικηγόρου. Όπως μας λέει στο τέλος όπου αναφέρει τα ονόματα των ηθοποιών, υπογράφει και το σενάριο.  
  Βλέποντας το έργο μου δημιουργήθηκαν κάποιες σκέψεις σε σχέση με τις κινηματογραφικές μεταφορές μυθιστορημάτων.
  Νομίζω είναι λάθος να βάζουμε στον προκρούστη του μυθιστορήματος την ταινία. Το λάθος αυτό συμβαίνει συχνά, όμως έτσι αδικούμε την ταινία γιατί τη βρίσκουμε (σχεδόν) πάντα ελλειμματική σε σχέση με το μυθιστόρημα, ειδικά αν πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
  Ένα μυθιστόρημα όπως «Η δίκη» είναι δύσκολο να «αρέσει» σαν ταινία, όσο επιτυχημένη και αν είναι η μεταφορά. Τη λεπτομερειακή ανάλυση που κάνει ο Κάφκα, είτε σαν αφηγητής είτε με το στόμα των ηρώων του, είναι δύσκολο να την αποδώσει ο σκηνοθέτης, ή μάλλον αδύνατο. Αυτό που μένει είναι να μεταφέρει την πλοκή και «κάποια» μόνο από αυτά που έγραψε ο Κάφκα. Όμως μόνη της η πλοκή είναι αναιμική μπροστά στο μυθιστόρημα, όσο και αν την πλούτισε ο Ουέλς. Μεγάλος σκηνοθέτης, τον θαυμάζει κανείς για μια ακόμη φορά. Το γκροτέσκο που δίνει στα σκηνικά του αναπαράγει την ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος πάρα πολύ ωραία. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή με τον Πέρκινς να διασχίζει τρέχοντας ένα διάδρομο και να αυλακώνουν το πρόσωπό του φωτεινές λουρίδες. Το ίδιο και το δωμάτιο όπου μιλάει με την κοπέλα, του οποίου το πάτωμα είναι πλημμυρισμένο από φακέλους σκόρπια ριγμένους.
  Ο Ουέλς γενικά μένει πιστός στην πλοκή. Μικροαλλαγές και μικροπροσθήκες σίγουρα υπάρχουν. Πάνε αρκετές μέρες που διάβασα το μυθιστόρημα για να μπορώ να τις εντοπίσω. Αυτές που εντόπισα είναι ότι στην ταινία οι συνάδελφοί του δεν του τρώνε το πρωινό και στον πασίγνωστο μύθο με τον οποίο ξεκινάει η ταινία ο φύλακας του νόμου γίνεται ο ίδιος ο θεός. Αλλά βέβαια η μεγάλη αλλαγή υπάρχει στο τέλος.
  Οι δυο δήμιοι ρίχνουν τον Τζόζεφ Κ. σε ένα μεγάλο λάκκο, γεμάτο πέτρες. Βγάζουν το μαχαίρι, αλλά δεν του το καρφώνουν στο στήθος όπως στο μυθιστόρημα. –Περιμένετε να το κάνω εγώ; όχι, εσείς θα το κάνετε, τους λέει. Αυτοί βγαίνουν από το λάκκο. –Εσείς πρέπει να το κάνετε, εσείς πρέπει να με σκοτώσετε, τους φωνάζει. Ελάτε. 
  Ο ένας τους κρατάει ένα ματσάκι με δυναμίτες. Ο άλλος του βάζει φωτιά. Το ρίχνει μέσα στο λάκκο.
  Το τέλος είναι ανοιχτό, σκόπιμα αμφίσημο. Δεν γίνεται να παρεκκλίνεις τόσο πολύ από το μυθιστόρημα, ιδιαίτερα όσον αφορά την «εκτέλεση» του Τζόζεφ Κ.
  Τον βλέπουμε να αρπάζει τους δυναμίτες. Στο επόμενο πλάνο βλέπουμε τους δυο εκτελεστές να τρέχουν, να σταματούν μπροστά σε ένα τοιχάκι που βρίσκεται μπροστά τους, να γονατίζουν και να καλύπτουν τα κεφάλια τους με τα χέρια τους. Στο επόμενο και τελευταίο πλάνο βλέπουμε από μακριά μια τρομερή έκρηξη και στη συνέχεια τον καπνό που ανεβαίνει για αρκετή ώρα ψηλά.
  Πρόλαβε ο Τζόζεφ Κ. και τους πέταξε τους δυναμίτες ή έσκασαν στα χέρια του; Έχοντας διαβάζει το μυθιστόρημα δυσκολεύεσαι να δεχτείς την πρώτη εκδοχή.
  Η δεύτερη ταινία είναι τηλεταινία σε σκηνοθεσία David Jones, γυρισμένη το 1994.
  Ενώ στην ταινία κυριαρχεί η υποβλητικότητα της εικόνας, στην τηλεταινία κυρίαρχος είναι ο λόγος. Το σενάριο εξάλλου υπογράφει ένας από τους κορυφαίους άγγλους θεατρικούς συγγραφείς, ο Χάρολντ Πίντερ. Εδώ ακολουθείται το τέλος του μυθιστορήματος, με τους δυο δήμιους να καρφώνουν το μαχαίρι στο στήθος του Τζόζεφ Κ.
  Η τελευταία ταινία είναι ενός ρώσου, του Κονσταντίν Σιλιβέρστοβ, και η πρεμιέρα της έγινε το 2014.
  Ο Σιλιβέρστοβ φαίνεται ότι είναι μεγάλος θαυμαστής του Κάφκα αφού μετέφερε στην μεγάλη οθόνη άλλα δυο του μυθιστορήματα, τον «Πύργο» και τη «Μεταμόρφωση».
  Ας το υπενθυμίσουμε εδώ, κάθε σκηνοθέτης, στη μεταφορά ενός μυθιστορήματος, παραλείπει δευτερεύοντα επεισόδια για να μην ξεχειλώσει η ταινία πάνω από το σύνηθες δίωρο, και σ’ αυτά που παρουσιάζει εστιάζει σε ό,τι νομίζει πιο σημαντικό. Εδώ για παράδειγμα τα κορίτσια που συνοδεύουν σαν μαινάδες τον ζωγράφο απουσιάζουν, ενώ δεν απουσιάζουν από τις άλλες δυο ταινίες. Τέλος η εκτέλεση του Τζόζεφ Κ. δίνεται όπως στην αρχαία τραγωδία, off-stage. Και, υποβάλλοντας το κλίμα της εποχής, η ταινία είναι ασπρόμαυρη όπως και στον Ουέλς.
  Η «Δίκη» επηρέασε και δυο ακόμη σκηνοθέτες, διαβάζω στην βικιπαίδεια. Ο Denise Villeneuve βαφτίζει τον ήρωά του στην ταινία «Blade runner 2049» πράκτορα Κ., προφανώς από επιρροή του Κάφκα. Πιο άμεση είναι η επιρροή στον Μάρτιν Σκορσέζε, που στην ταινία του «After hours» (1985), περιέχει μια σκηνή που είναι επηρεασμένη από τη «Δίκη». Στη σκηνή αυτή ο πρωταγωνιστής προσπαθεί μάταια να μπει σε ένα night club.
  Απόψε το βράδυ φεύγω για Κρήτη, αν προλάβω να δω την ταινία θα παραπέμψω και σ’ αυτήν.  

  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που βέβαια πιστώνονται στον μεταφραστή.
Δεν ήταν επικίνδυνο να τον αφήσουν μόνο (σελ. 14)
Μα όχι, όχι, φώναξε, δεν σας κοροϊδεύω (σελ. 30)
Μη βάζετε σε κίνδυνο τις φιλικές σας σχέσεις (σελ. 55)
Χαϊδεύοντας και σφίγγοντας το μπράτσο της γυναίκας (σελ. 60)
Ετοίμαζε το έδαφος για μια καινούρια δίκη (σελ. 74)
Ένα μικρό χαχανητό της δεσποινίδας Μόνταγκ (σελ. 81)
Αλλά απ’ ότι φαίνεται φτάνει και περισσεύει (σελ. 91)
Όλο και περισσότερο τον τόνο της φωνής του (σελ. 93)
Με τις χερούκλες του ανοιχτές τις πλαϊνές κουρτίνες (σελ. 94)
Πρόλαβε να προηγηθεί με το κερί στο χέρι (σελ. 98)
Πρόκειται αναμφισβήτητα για κάτι παραπάνω (σελ. 117)
Απόλυτη επίγνωση του λειτουργήματός του (σελ. 202)
Όλα όσα χρειάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις (σελ. 210)
Ξεκάθαρη απάντηση αν σκόπευε να πάει (σελ. 215)
Αν πάλι επεδίωκε προσωπικά οφέλη (σελ. 217)
Που ως εκείνη τη στιγμή έπεφτε από πίσω (σελ. 229)
Με το κεφάλι του αδειανό, λουσμένος στον ιδρώτα (231)

Και ένας ανάπαιστος: Ιδιαίτερα τώρα που μοιάζετε τόσο θλιμμένη (σελ. 55) και Δεν τον είχαν κουράσει καθόλου (σελ. 74)
Και ένας δάχτυλος: πάνω σε ξύλινους πάγκους (σελ. 65)
Και δυο συνεχόμενοι τροχαίοι: Είχαν πληροφορηθεί/προφανώς απ’ την καμπούρα (σελ. 136)
Και ένας ιαμβικός που τον διαδέχεται ένας αμφίβραχυς: Να πέσεις στο κρεβάτι σου/ κλεισμένος στο σπίτι (σελ. 169)