Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Monday, December 6, 2021

Sergei Bondarchuk, Η μοίρα ενός ανθρώπου (Судьба человека, 1959)

Sergei Bondarchuk, Η μοίρα ενός ανθρώπου (Судьба человека, 1959)

 


  Μόνο για αύριο Τρίτη στο Στούντιο 19.00, η τελευταία ταινία του αφιερώματος για τα 75 χρόνια από την απελευθέρωση.

  «Η μοίρα ενός ανθρώπου» είναι η πρώτη ταινία του Σεργκέι Μπονταρτσούκ, μεταφορά της ομώνυμης νουβέλας, επίσης του Μιχαήλ Σολόχωφ, όπως και το «Πολέμησαν για την πατρίδα» που προβάλλεται σήμερα· και, καθώς είναι νουβέλα, μεταφέρθηκε αυτούσια, πράγμα που δεν ήταν δυνατόν για το μυθιστόρημα, δεν είναι δυνατόν για κανένα μυθιστόρημα, εκτός πια και μεταφερθεί σε σήριαλ.

  Συγκινητικό το θέμα, το οποίο βλέπουμε εις διπλούν.

  Ο Σοκολόφ (στο ρόλο του ο Μπονταρτσούκ) είναι χωρίς οικογένεια. Οι δικοί του πέθαναν στο λοιμό του 1922. Η Ιρίνα μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, κι αυτή είναι χωρίς οικογένεια. Θα ενώσουν τις μοίρες τους και θα φτιάξουν οικογένεια. Ένας γιος και δυο κόρες θα γεννηθούν. Ο γιος είναι δεκαεπτά χρονών, αστέρι στα μαθηματικά. Αργότερα θα μπει στο σχολή πολέμου, θα γίνει λοχαγός του πυροβολικού, θα πάρει έξι παράσημα.

  Ο Σοκολόφ θα στρατευθεί. Θα υπηρετήσει ως οδηγός. Θα αιχμαλωτισθεί. Τότε είναι που θα αρχίσουν οι ταλαιπωρίες του.

  Βλέπουμε τη ζωή των αιχμαλώτων, τα καταναγκαστικά έργα, τις εκτελέσεις, την εξόντωση των εβραίων. Θα πνίξει έναν προδότη.

  Θα τα καταφέρει να το σκάσει. Θα πάει σπίτι του. Στη θέση του θα δει ένα μεγάλο λάκκο. Το κτύπησε βόμβα. Μόνο ο γιος του που έλλειπε γλίτωσε. Τώρα κατάλαβε τι σήμαιναν τα λόγια της γυναίκας του, η προαίσθηση ότι δεν θα ξαναειδωθούν. Θύμωσε τότε, νόμισε ότι προέβλεπε το δικό του θάνατο. Τελικά ήταν ο δικός της.

  Στη μάχη του Βερολίνου μαθαίνει ότι εκεί βρίσκεται και ο γιος του, που είναι τώρα λοχαγός, παρασημοφορημένος. Όμως δεν προλαβαίνουν να συναντηθούν.

  Τον πλησιάζουν στενοχωρημένοι δυο αξιωματικοί. Έχουν δυστυχώς κακά νέα για το γιο του.

  Στην ταινία δεν χρειάζεται να του πουν, καταλαβαίνει. Στο μυθιστόρημα διαβάζουμε ότι σκοτώθηκε από ελεύθερο σκοπευτή.

  Η ιστορία αυτή είναι εγκιβωτισμένη. Την αφηγείται σε έναν οδηγό που περιμένει και αυτός τη σχεδία από απέναντι.

  Και ο Βάνια;

  Ο Βάνια είναι ένα μικρό αγοράκι που το περιμάζεψε. Δεν ξέρει από πού είναι. Ο πατέρας του σκοτώθηκε στον πόλεμο. Η μητέρα του σκοτώθηκε στο τραίνο που ταξίδευαν μαζί. -Είμαι ο πατέρας σου, του λέει.

  Το αγοράκι τον αγκαλιάζει συγκινημένο. -Το ήξερα ότι θα έλθεις να με βρεις.

  -Και πού είναι το δερμάτινο μπουφάν σου;

  Χάθηκε το δερμάτινο μπουφάν, αλλά δεν έχει σημασία, βρέθηκαν.

  Ο Βάνια ήταν πολύ μικρός, δεν θυμόταν τον πατέρα του, θυμόταν μόνο το δερμάτινο μπουφάν του.

  Θα δούμε πολλές σκηνές τρυφερότητας ανάμεσα στον Σοκολόφ και τον Βάνια, ολότελα συγκινητικές.

  Τον Βάνια…

  Τρία χρόνια πιο μικρός από μένα, πέθανε πέρυσι, λίγο μετά που πέθανε ο πατέρας του, ενενηντάρης.

  Εμείς θα είμασταν εννιά δέκα χρονών, ο Βάνιας πεντέξι. Μόλις είχαν έλθει από τη Ρωσία. Είμασταν στο δρόμο έξω από το σπίτι του Αντώνη, νομίζω ότι ήταν μαζί μας και ο Γιάννης, η τριανδρία της κάτω γειτονιάς.

  -Για πες μας, τον ρωτάμε, πώς λένε το μ#%*νί και την ψ@^ί στα ρώσικα.

  - Μη λέτε κακά λόγια, ήταν η απάντησή του.

  -Καλά σας λέει το παιδί, μη λέτε κακά λόγια, ακούμε τον πατέρα μου που ανέβαινε το δρόμο χωρίς εμείς να τον αντιληφθούμε και είχε ακούσει την ερώτησή μας.

  Κοίτα να δεις, ξέρω ρώσικα, και δεν μπήκα ποτέ στον κόπο να ψάξω να βρω πώς λέγονται αυτές οι λέξεις.

  Είχαν έλθει πριν δυο τρία χρόνια. Θυμάμαι που με έστειλε η μητέρα μου και τους πήγα ένα καλάθι σταφύλια. -Θα τα κάνω γλυκό, μου είπε η Βαρβάρα.

  Έτσι ήταν στα χωριά τότε, αλλά και τώρα.

Sergei Bondarchuk, Πολέμησαν για την πατρίδα (Они сражались за Родину, 1975)

Sergei Bondarchuk, Πολέμησαν για την πατρίδα (Они сражались за Родину, 1975)

 


  Μόνο για σήμερα Δευτέρα στο Στούντιο, 19.00

  Σχεδόν πάντα γράφω πρώτα για το μυθιστόρημα και σαν ουρά γράφω για την ταινία. Κάποιες φορές, όταν η ταινία είναι πιο γνωστή, γράφω για την ταινία και στο τέλος για το μυθιστόρημα. Την τελευταία φορά έγραψα χωριστά για το μυθιστόρημα και χωριστά για την ταινία, γιατί διάβασα το μυθιστόρημα «Για να δει τη θάλασσα» της Ευγενίας Φακίνου αφού είδα την ταινία «Πράσινη θάλασσα» της Αγγελικής Αντωνίου που θα παιζόταν πρώτη προβολή (Εξακολουθεί να παίζεται, δεύτερη βδομάδα). Μεγάλος ο Σόλοχωφ, βραβείο Νόμπελ 1965, πριν δυο χρόνια διάβασα το επικό μυθιστόρημά του «Ήρεμος Δον» και είδα κάποιες κινηματογραφικές μεταφορές του. Τώρα διάβασα το μυθιστόρημά του «Πολέμησαν για την πατρίδα» με την ευκαιρία της προβολής της κινηματογραφικής μεταφοράς τους από το Στούντιο, στην επέτειο των 75 χρόνων από την απελευθέρωση, όμως είπα να μην κάνω ανεξάρτητη ανάρτηση καθώς είναι μια από τις πιο πιστές κινηματογραφικές μεταφορές που έχω δει ποτέ.

  Η ταινία ξεκινάει από τον πόλεμο σε αντίθεση με το μυθιστόρημα, όπου βλέπουμε τον Νικόλα καταστενοχωρημένο, έχοντας μάθει ότι η γυναίκα του τον απατά.

  Μετά;

  «-Πες μου, Νιόλα, εσύ την έκανες πέρα;

-Όχι, εκείνη… Την πρώτη μέρα του πολέμου, γυρνώντας από μια περιοδεία, δεν την βρήκα. Είχε φύγει αφήνοντάς μου ένα σύντομο σημείωμα» (Πολέμησαν για την Πατρίδα, μετ. Γιάννη Θωμόπουλου, Εκδόσεις Τ. Δρακόπουλου χχ, σελ. 19).

  Ακολουθεί μια απολαυστική αφήγηση του Σβιαγκίντσεφ (στο ρόλο του ο Μπονταρτσούκ) για τη σχέση του με τη γυναίκα του και την αλληλογραφία τους τώρα που βρίσκεται στο μέτωπο.

  Βρισκόμαστε στην αρχή του πολέμου, που οι σοβιετικές δυνάμεις υποχωρούν συνεχώς. Η μονάδα τους βρίσκεται στον Δον. Πρέπει να κρατήσουν πάση θυσία τις θέσεις τους, ώστε να δώσουν την ευκαιρία στα υποχωρούντα στρατεύματα να περάσουνε στην αντίπερα όχθη. Θα αντισταθούν με γενναιότητα, θα αποκρούσουν επανειλημμένες επιθέσεις των γερμανών, ο Νικόλας Στρελτσώθ θα κουφαθεί από μια οβίδα, μόλις που γλίτωσε τη ζωή του, και ο Ιβάν Σβιαγκίντσεφ θα τραυματιστεί βαριά.

  Πολλές φορές γράφω για την υπεροχή της λογοτεχνίας σε σχέση με τον κινηματογράφο. Τώρα διαπιστώνω ότι υπάρχουν εξαιρέσεις.

  Η εξαίρεση είναι οι διάλογοι, που η σχέση τους με την κινηματογραφική απόδοση είναι ανάλογη με τη σχέση του θεατρικού έργου με τη θεατρική παράσταση. Το συνειδητοποίησα αυτό με δυο κορυφαία επεισόδια, που στην ταινία με εντυπωσίασαν, όχι όμως και τόσο στο μυθιστόρημα. Το πρώτο είναι το επεισόδιο όπου η νοσοκόμα τραβάει από το χαράκωμα τον τραυματισμένο Σβιαγκίντσεφ και προσπαθεί να τον ενθαρρύνει, και το δεύτερο εκεί όπου τσακώνεται με τον γιατρό που θέλει να του κόψει τις μπότες του για να ελευθερώσει τα πόδια του. Βρίσκονται σε τόσο άσχημη κατάσταση που είναι αδύνατο να του τις βγάλει κανονικά.

  Υπάρχει και ένα τρίτο επεισόδιο, απολαυστικότατο, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην ταινία. Ο Πιοτρ Λαπάχιν την πέφτει σε μια πλούσια χωριάτισσα που ο άντρας της βρίσκεται στο μέτωπο για να εξασφαλίσει φαγητό για αυτόν και τους 26 εναπομείναντες συντρόφους του από το 34ο σύνταγμα.

  Παρεμπιπτόντως, έχουμε και εμείς ένα διάσημο 34ο σύνταγμα. Μάλιστα η οδός που καταλήγει στο στρατόπεδο τεθωρακισμένων στο Γουδί λέγεται 34ου συντάγματος. Στο 42 νούμερο έμενα τριτοετής φοιτητής, με τον συγχωρεμένο τον Γιώργη τον Τζανετάκη, αξέχαστο φίλο, που μου έμαθε πόσο νόστιμες είναι οι τηγανιτές πατάτες όταν τις τρως με το χέρι (τις βούταγα όταν τις τηγάνιζε και με κυνήγαγε, να περιμένω να τηγανιστούν όλες και να καθίσουμε να φάμε σαν άνθρωποι στο τραπέζι).

  Και τι έγινε, τα κατάφερε;

  Εισέπραξε μια γροθιά στο μάτι του που μαύρισε. Τι νόμισε δηλαδή, επειδή έλειπε ο άντρας της θα έπεφτε σε όποιον της την έπεφτε;

  Τζίφος λοιπόν;

  Όχι, γιατί όταν η γυναίκα έμαθε κατόπιν ότι οι στρατιώτες αυτοί δεν ήσαν οι δειλοί που νόμιζε αλλά ότι αντιστάθηκαν γενναία στους γερμανούς, τους ετοίμασε ένα πλουσιοπάροχο γεύμα.

  Υπάρχει κάτι που δεν μου άρεσε στο μυθιστόρημα. Οι στρατιώτες πολύ συχνά ειρωνεύονται ο ένας τον άλλο, βρίζονται, τσακώνονται, κάποιες φορές είναι έτοιμοι να έλθουν στα χέρια. Ευτυχώς που αυτό στην ταινία υποχωρεί. Κατά τα άλλα πολύ ωραίο το μυθιστόρημα, εξίσου ωραία και η ταινία.