Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Wednesday, September 19, 2018

Γλωσσομάθεια


Γλωσσομάθεια

  Νομίζω ότι έλυσα το πρόβλημα με τις ταχυπαλμίες μου, με τρεις τρόπους: μείωσα το φαγητό, έκοψα τον καφέ και περπατάω τώρα αντί για μισή ώρα 3-4 φορές την εβδομάδα, για μια ώρα, τουλάχιστον έξι φορές.
Επιστρέφοντας από την Κρήτη ξανασυναντάω στο παρκάκι που περπατάω μια γυναίκα που περπατάει και αυτή. Είναι μουσουλμάνα, ντυμένη με την τυπική ενδυμασία των μουσουλμάνων γυναικών: παντελόνα, μακρύ φόρεμα και τσαντόρ.
Συναντιόμαστε κάθε πρωί. Αυτή πηγαίνει δεξιόστροφα, εγώ αριστερόστροφα. Εγώ, αν είναι πολύ πρωί, πηγαίνω γύρω γύρω στο χώρο με τις κούνιες, αγναντεύοντας στο βάθος την ακρόπολη και στο βάθος βάθος τη θάλασσα. Αν είναι πιο αργά και έχει ήλιο πηγαίνω γύρω γύρω στο Π από την είσοδο όπου υπάρχουν δένδρα και ενδιάμεσα, όχι μόνο στις άκρες, με αρκετή σκιά.
Σήμερα οποία έκπληξη!!! Μου είπε καλημέρα. Ανταπόδωσα τον χαιρετισμό της. Στην επόμενη στροφή που τη συνάντησα τη σταμάτησα και τη ρώτησα από πού είναι, στα αγγλικά. Μου απάντησε ακατάσχετα σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, δείχνοντάς μου την καρδιά της. Προφανώς έχει κάποιο καρδιολογικό πρόβλημα, και η συμβουλή που δίνουν οι γιατροί, σε καρδιοπαθείς και μη, είναι το περπάτημα. Παρεμπιπτόντως να αναφέρω ένα από τα αποφθέγματά μου: καλύτερα να περπατάς πριν το έμφραγμα παρά μετά το έμφραγμα.
Ανάμεσα στα λεγόμενά της νόμισα ότι διέκρινα τη λέξη farsi. Τη ρωτάω: «Ιράν;». «Αφγανιστάν» μου απαντάει.
Μου έδειξε ξανά την καρδιά της και τη μέση της για να μου πει ότι εκεί έχει πρόβλημα. Της έδειξα κι εγώ την καρδιά μου, τη μέση μου και τα γόνατά μου. Της έδειξα το ρολόι μου κάνοντας ένα γύρο με τον δείκτη μου στις ώρες, για να της δώσω να καταλάβει ότι περπατάω μια ώρα. Φάνηκε να κατάλαβε. Αυτή πρέπει να περπατάει περισσότερο, γιατί κάποιες φορές που τη βρίσκω εκεί εξακολουθεί να περπατάει όταν εγώ φεύγω. Κρίμα να μη ξέρω τη γλώσσα της για να μπορούμε να συζητήσουμε. Και βέβαια δεν σκοπεύω να τη μάθω, οι οκτώ που ξέρω μου φτάνουν. Δηλαδή οι δέκα, μια και από το καλοκαίρι προστέθηκαν τα μακέντονσκι και η εσπεράντο.
Φεύγοντας της είπα «Γεια» όταν την συνάντησα, σηκώνοντας το χέρι μου σε χαιρετισμό. Σήκωσε κι αυτή το χέρι της χαμογελώντας μου.
Και τώρα το ανέκδοτο.
Ένα ζευγάρι ανωγειανών κάθονται στο κατώφλι του σπιτιού τους. Περνάει ένας τουρίστας και θέλει να τους πιάσει κουβέντα. Ντου γιου σπικ ίνγκλις; Ο ανωγειανός κουνάει αρνητικά το κεφάλι του. Παρλεβού φρανσέ; Σπρέχεν ζιι ντόιτς; Χάμπλα εσπανιόλ; Πάρλι ιταλιάνο; Σε κάθε ερώτησή του ο ανωγειανός κουνούσε αρνητικά το κεφάλι του. Κούνησε κι αυτός απογοητευμένος το δικό του και έφυγε.
-Να, βλάκα, τον σκουντάει η γυναίκα του στον ώμο και αυτός κόντεψε να πέσει από την άλλη πλευρά. Αν είχες μάθει μια ξένη γλώσσα θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε.
-Γιατί, αυτός που ήξερε τόσες συνεννοήθηκε;
19-9-2018

Και η σύμπτωση: δέκα λεπτά αργότερα το είδα στα mail μου. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα του βαδίσματος.

Billy Wilder, Some like it hot (Μερικοί το προτιμούν καυτό, 1959)




  Από τις κορυφαίες κωμωδίες όλων των εποχών με τη συγχωρεμένη Μέριλιν Μονρόε που πέθανε μετά από τρία χρόνια (εδώ που τα λέμε, όλοι τους είναι τώρα πια συγχωρεμένοι). Την είδα για πολλοστή φορά. Η προτελευταία ήταν πριν δυο χρόνια, όταν είδα όλες τις ταινίες με τη Μέριλιν, με την ευκαιρία που διάβασα τη βιογραφία της «Η ξανθιά», γραμμένη από την Joyce Carol Oates. Η τελευταία ήταν προχθές.
  Οι περισσότεροι την έχετε δει αλλά μπορεί να μην την καλοθυμάστε. Φαντάζομαι όμως ότι η τελευταία ατάκα έχει μείνει στη μνήμη όλων σας, όπως και σε μένα. -Μα είμαι άντρας. -Κανείς δεν είναι τέλειος.
  Ο Τζακ Λέμον με τον Τόνι Κέρτις μεταμφιέζονται σε γυναίκες, αφενός για να βρουν δουλειά, σαν μπασίστας ο Λέμον και σαν σαξοφωνίστας το Κέρτις, και αφετέρου για να ξεφύγουν από κάποιους μαφιόζους που τους αναζητούσαν για να τους βγάλουν από τη μέση επειδή υπήρξαν αθέλητοι μάρτυρες ενός επεισοδίου ξεκαθαρίσματος λογαριασμών.
  Εκεί τον Λέμον θα τον ερωτευθεί ένας εκατομμυριούχος, θεωρώντας τον βέβαια ως γυναίκα, εξ ου και η παραπάνω ατάκα, ενώ ο Κέρτις θα ερωτευθεί μια από τις άλλες κοπέλες τις ορχήστρας, τη Μέριλιν Μονρόε. Έτσι αλλάζει συνεχώς μεταμφίεση, από γυναίκα σε νεαρό γόνο ενός εκατομμυριούχου, για να την κατακτήσει.
  Τα πιο ξεκαρδιστικά επεισόδια είναι στο τραίνο που τους μεταφέρει στον προορισμό τους. Το ποτό απαγορεύεται αυστηρά από τη μάνατζερ, καθώς η υπόθεση διαδραματίζεται το 1929, την εποχή της ποτοαπαγόρευσης.
  Όσοι την έχετε δει θα την ευχαριστηθείτε αν την ξαναδείτε, και εσείς οι νεότεροι πρέπει να τη δείτε οπωσδήποτε.


Tuesday, September 18, 2018

Jean-Pierre Melville, Le samourai (Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο, 1967)


Jean-Pierre Melville, Le samourai (Ο δολοφόνος με το αγγελικό πρόσωπο, 1967)


  Σε επανέκδοση, εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.
  Άσχετος ο γαλλικός τίτλος. Βέβαια ο σκηνοθέτης προσπαθεί να τον δικαιολογήσει παραθέτοντας στην αρχή ένα απόσπασμα από το «Bushido» (το βιβλίο των σαμουράι): «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από αυτή του σαμουράι, εκτός ίσως από του τίγρη στη ζούγκλα».
  Υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά (εδώ κάνει λάθος το «Bushido»), αυτή του ronin, του σαμουράι που έχει χάσει το αφεντικό του.
  Αλλά είναι όντως μοναχικός ο Αλέν Ντελόν;
  Έχει μια φιλενάδα, αν και τη βλέπει αραιά και πού.
  Ο ελληνικός τίτλος είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Όμως δολοφόνος είναι και αυτός που σκοτώνει τη γυναίκα του. Όχι, ο Ντελόν δεν είναι τέτοιος, είναι επαγγελματίας δολοφόνος, δηλαδή εκτελεστής.
  Στην τελευταία του αποστολή κάτι πάει στραβά. Η αστυνομία τον συλλαμβάνει μαζί με άλλους υπόπτους. Τελικά είναι ο βασικός ύποπτος, και τον παρακολουθούν.
  Όμως είναι και αυτοί που τον πλήρωσαν για την εκτέλεση. Νομίζουν ότι η αστυνομία τον άφησε εξεπίτηδες ελεύθερο, για να έλθουν στα ίχνη τους. Και επειδή αυτά τα ίχνη τα φοβούνται αποφασίζουν να τον σκοτώσουν.
  Ο Ντελόν θα γλιτώσει. Και θα ψάξει να βρει τον εντολοδόχο, παρόλο που αυτός αναγνωρίζει το λάθος του και με τον αγγελιοφόρο του του αναθέτει μια νέα αποστολή: να σκοτώσει εκείνη που του έδωσε σχετικές πληροφορίες.
  Το τέλος είναι μεγαλειώδες.
  Ατμοσφαιρικό έργο, εξαιρετικός ο Ντελόν, εξαιρετικός βέβαια και ο σκηνοθέτης που επίσης παίζεται ακόμη σε επανέκδοση η ταινία του «Ο κόκκινος κύκλος», πάλι με τον Ντελόν σε πρωταγωνιστικό ρόλο.  
 

Monday, September 17, 2018

Christopher McQuarrie, Mission impossible-Fallout (Επικίνδυνη αποστολή: η πτώση, 2018)


Christopher McQuarrie, Mission impossible-Fallout (Επικίνδυνη αποστολή: η πτώση, 2018)


  Παίζεται ακόμη στους κινηματογράφους.
  Δεν κατάφερα να τη δω στη δημοσιογραφική προβολή, όμως όταν ψάχνοντας το IMDb είδα ότι είχε πολύ ψηλή βαθμολογία (8.1) αποφάσισα να τη δω.
  Το μοτίβο το συνάντησα και σε μια (τουλάχιστον) ακόμη ταινία. «Οι κακοί: -Θα καταστρέψουμε τον κόσμο για τον σώσουμε». Σ’ εκείνη ήθελαν να λύσουν το πρόβλημα του υπερπληθυσμού εξοντώνοντας το ένα τρίτο της ανθρωπότητας με τη διασπορά ενός φονικού ιού. Εδώ, με την πυροδότηση τριών ατομικών βομβών πολύ μεγάλης ισχύος στο Κασμίρ. Η μόλυνση των υδάτων με τα ραδιενεργά κατάλοιπα των εκρήξεων θα εξοντώσει το ένα τρίτο του πληθυσμού των γειτονικών χωρών (Ινδία και Κίνα) πράγμα που θα οδηγήσει σε μια κατάσταση απόλυτης αναρχίας. Από αυτήν θα αναγεννηθεί μια καινούρια ανθρωπότητα.
  Θα τα καταφέρει ο Τομ Κρουζ να τις απενεργοποιήσει πριν εκραγούν;
  Και βέβαια υπάρχει και η συνηθισμένη ανατροπή, ο υπεράνω πάσης υποψίας (γι’ αυτούς που δεν ξέρουν τους κώδικες των θρίλερ) θα προσπαθήσει να τον εμποδίσει.
  Θα τα καταφέρει;
  Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με το S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα όπου ο τρελάρας τελικά πετυχαίνει τον σκοπό του, η πυρηνική βόμβα εκρήγνυται, σε ένα σκυθρωπό σχόλιο του Κιούμπρικ για το μέλλον της ανθρωπότητας.
  Σε μια ταινία που είναι εκτός από θρίλερ και δράσης και περιπέτειας, θα δούμε πολλές συγκρούσεις, αρκετό πιστολίδι και κυνηγητά με αυτοκίνητα, και βέβαια στο τέλος την εντυπωσιακή καταδίωξη με τα ελικόπτερα.
  Ναι, δεν μετάνιωσα που την είδα, και ας μην είμαι ακριβώς λάτρης του είδους.




Saturday, September 15, 2018

Peter Segal, My fellow Americans (1996)


Peter Segal, My fellow Americans (1996)


  Απολαυστική σατιρική κωμική περιπέτεια.
  Και πάλι βλέπουμε κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας να είναι όχι ένας πρόεδρος των ΗΠΑ όπως στο «Olympus has fallen» του Antoin Fuqua και στο «London has fallen» του ιρανού , Babak Najafi, αλλά τρεις. Οι δυο είναι πρώην, ένας ρεμπουμπλικάνος και ένας δημοκρατικός, που έχουν και τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
  Προσπαθούν να μπλέξουν τον Τζακ Λέμον σε ένα σκάνδαλο για να απενοχοποιηθεί ο νυν πρόεδρος. Όμως αυτός κρατάει αδιάσειστα στοιχεία. Σύμμαχό του θα βρει τον πρώην πρόεδρο και αντίπαλό του, τον James Garner.
  Θα προσπαθήσουν να τους βγάλουν από τη μέση. Το ελικόπτερο που τους μεταφέρει θα ανατιναχθεί, αλλά αυτοί είχαν ήδη φύγει, μην ξέροντας ότι το σενάριο πρόβλεπε τη δολοφονία τους.
  Και αρχίζει η καταδίωξη. Θα συναντήσουν διάφορους όπως μια οικογένεια που ζει σε τροχόσπιτο και θα τους βοηθήσει, θα δούμε σκηνές από το «Τραίνο της μεγάλης φυγής», και φυσικά την γνωστή αμερικανιά, το κυνηγητό με τα αυτοκίνητα. Οι κακοί να είναι πάντα στο κατόπιν τους και καταφέρνουν να τους ξεφεύγουν μόλις την τελευταία στιγμή.
  Αλλά την παράσταση την κλέβουν οι διάλογοι, με τις μπηχτές για τους πολιτικούς. Πολύ τη χάρηκα αυτή την ταινία.
 
 

Μανώλης Σκουλούδης, Ένας ντελικανής (1963)


Μανώλης Σκουλούδης, Ένας ντελικανής (1963)


  Στην ανάρτησή μου για την ταινία «Carnal knowledge» έγραψα ότι για να δω μια ταινία συνήθως κεντρίζομαι από κάτι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό το κάτι ήταν αυτό που έγραψα στη βιβλιοκριτική μου για το βιβλίο του Αντώνη Δεσύλλα «Ο απογραφέας» για τον ντελικανή.
  Φυσικά την είχα ξαναδεί την ταινία. Είναι μια ερωτική κωμωδία σε κρητικό ντεκόρ, και μακρινούς απόηχους από τον «Πατούχα» του Κονδυλάκη.
  Ο Άλκης Γιαννακάς, από άβγαλτος και θεούσος νεαρός, που θέλει μάλιστα να γίνει μοναχός, γίνεται ένας μπερμπάντης που ξελογιάζει τις γυναίκες, μικρές και μεγάλες. Ξελογιάζει μια παντρεμένη γυναίκα, μια θεια του και ένα κοριτσάκι· για την ακρίβεια αυτές τον λιγουρεύονται και τον ξελογιάζουν. Όμως οι πιο ξεκαρδιστικές σκηνές είναι με τις κόρες του Διονύση Παπαγιαννόπουλου, πεντέξι νομίζω, που όλες είναι ερωτευμένες μαζί του.
  Υπάρχει και το φανταστικό στην ταινία, ένας κρητικός μαγικός ρεαλισμός. Ο πάνας που τον υποδύεται θαυμάσια ο Μάνος Κατράκης, κρατώντας τον αυλό του, αφηγείται χορεύοντας κομμάτια της ιστορίας έμμετρα, όπως ο «ποιητής» στον Ερωτόκριτο.
  Εξαιρετική η Ίλια Λυβικού στο ρόλο της θείας, που τιμήθηκε για την ερμηνεία της στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εξαιρετική και η Κλεώ Σκουλούδη, η κόρη του σκηνοθέτη, στο ρόλο της παντρεμένης. Όσο για τον Άλκη Γιαννακά, η ταινία αυτή τον απογείωση σε μια λαμπρή κινηματογραφική καριέρα. Και βέβαια μεγάλο συν στην ταινία είναι και η εξαίσια μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου.


Friday, September 14, 2018

Κωνσταντίνος Χ. Σπίγγος, Χρήζεις προστασίας


Κωνσταντίνος Χ. Σπίγγος, Χρήζεις προστασίας, ΑΛΔΕ 2018, σελ. 93


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Εξαιρετικά διηγήματα και ποιήματα, πάνω στα σύγχρονα προβλήματα του ατόμου και της κοινωνίας.

  Ο Κωνσταντίνος Χ. Σπίγγος είναι νευρολόγος. Έχει εκδώσει το βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης «Γνωστικός και ψυχικός εγκέφαλος». Το «Χρήζεις προστασίας» είναι το δεύτερο βιβλίο του.
  Το βιβλίο αποτελείται από ποιήματα και πεζά, τα οποία περίπου εναλλάσσονται. Ας πιάσουμε πρώτα τα πεζά. Τα περισσότερα είναι σύντομα κείμενα, συχνά με φανταστικές ιστορίες παραβολικού-διδακτικού χαρακτήρα. Χαρακτηριστικό είναι το «Άνοιξε πόρτα» το οποίο καταλήγει:
  «Τελικά, μήπως το ηθικό δίδαγμα του παραμυθιού είναι το «καλύτερα να καθίσεις εκεί που σε βάλανε;» Καθόλου, μάλλον το «να κάνουμε αυτό που θέλουμε, αρκεί να μην έχουμε ψευδαισθήσεις, παρερμηνείες και αυταπάτες ως προς τις συνέπειες». Κι ας σημειωθεί δε πως στο ομολογουμένως λυπητερό αυτό παραμύθι κανείς δεν πέρασε καλά, ούτε κι εμείς καλύτερα. Ευτυχώς, να λέμε, που όλα αυτά αφορούσαν μια παλιόπορτα» (σελ. 14).
  Είπαμε τα περισσότερα, όχι όλα. Παραθέτουμε το τέλος από τα «Απολιθώματα».
  «Εχθές συνάντησα την κ. Ελπίδα. Διαπίστωσα πως η κ. Ελπίδα περνά όλη τη μέρα πάνω στο κρεβάτι της, στέλνοντας φιλιά. Ζεστά φιλιά προς γνωστά και άγνωστα πρόσωπα – όλα της φαντασίας της.
  Τη δική μου παρουσία ούτε καν την αντιλήφθηκε.
  Ναι, κάποιες φορές, όχι και πολύ συχνά, είναι η αλήθεια, συναντώ και απολιθώματα αγάπης». (σελ. 68).
 Υπάρχουν και δυο εκτενή διηγήματα τα οποία ο Σπίγγος τα δίνει «σε συνέχειες», παρεμβάλλοντας εν είδη ιντερμέτζου ποιήματα και άλλα πεζά, κάτι που συναντάω για πρώτη φορά σε βιβλίο. Έχουν να κάνουν με τον σύγχρονο κόσμο, αλλά προπαντός με τον κόσμο που μας περιμένει, ένας θαυμαστός καινούριος κόσμος στον οποίο ο μεγάλος αδελφός θα μας ελέγχει απόλυτα. Η πλύση εγκεφάλου, που θα γίνεται με πρωτόγνωρους για μας σήμερα τρόπους, θα είναι το αποφασιστικό μέσο.
  «-Αν το φύτεμα των χαρμόσυνων ιδεών στο κεφάλι τους πάψει να αποδίδει τόσο καλά, υπάρχει και κάτι ισχυρότερο: το φύτεμα φόβων, εξαρτήσεων και γεγονότων που λέγονται χρέη, τρομοκρατία, αυτοκτονίες, δολοφονίες. Μην ανησυχείτε, έχουμε γνώση και πείρα! Οι συσκευές θα εκπέμπουν πλέον θυμό, αντρίλα, σάρκα και μίσος. Κανείς δεν θα ασχολείται με τον εαυτό του παρά μόνο με τη δουλειά του, τις ονειρώξεις και τους εφιάλτες του. Κανείς δεν θα συζητά ανοιχτά τις αμφιβολίες του γιατί κανείς δεν θα εμπιστεύεται κανέναν» (σελ. 60).
  Ο Σπίγγος στα ποιήματά του έχει κυρίως σαν κεντρικό θέμα το υπαρξιακό πρόβλημα του σύγχρονου ανθρώπου, τα άγχη και τις ανησυχίες του, χωρίς να περιορίζεται βέβαια μόνο σ’ αυτά (χαρακτηριστικό το ποίημα «Μουλάρια») όμως μορφολογικά φλερτάρει με την παραδοσιακή ποίηση. Βλέπουμε κανονικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, που μάλιστα καταλαμβάνουν ένα ολόκληρο ποίημα, το «Δυο μάνες», που είναι σε κανονικές τετράστιχες στροφές με τυχαία όμως ομοιοκαταληξία.
  Επίσης συχνά συναντούμε τροχαίους («κάθε χάδι που σου δίνω/ένα κύμα μέσα κλείνω» σελ. 86), ανάπαιστους («Από σκέψεις πνιγμένες, που με λέξεις δεν σώθηκαν» σελ. 69) και δάκτυλους («δεν ξαποσταίνω, λαγοκοιμάμαι» (σελ. 43), που κάποιες φορές ομοιοκαταληκτούν. Όμως απλά φλερτάρει, δεν εμμένει σ’ αυτήν, προτιμώντας να μη θυσιάσει το περιεχόμενο για τη φόρμα.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
  Διαβάζουμε:
  «Πόσο σοφός, πόσο δυνατός, διάολε, μπορεί να φτάσει να γίνει κάποιος που ξέρει να δένει τη γραβάτα του αλλά όχι να σιδερώνει το πουκάμισό του;» (σελ. 36).
  Και με το ανάποδο τι γίνεται; Η προτελευταία φορά που φόρεσα γραβάτα ήταν όταν απολύθηκα από το στρατό όπου υπηρετούσα σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, και η τελευταία όταν παντρεύτηκα. Και, θυμήθηκα τώρα, στη μονάδα έλεγα τόσο συχνά το «διάολε» ώστε συχνά μου το έλεγαν οι συνάδελφοι κοροϊδευτικά. 
  Ναι, ξέρω να σιδερώνω, αλλά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα κάθε φορά που πρέπει να το κάνω.
  Διαβάζουμε.
  «-Και τι φοβάσαι από το θάνατο; Όπου είναι αυτός εμείς δεν είμαστε!» (σελ. 74).
  Αυτό το είπε ο Επίκουρος.
  Αν και υπογράφω επικουρειο-στωικός δεν με πείθει καθόλου, και φαντάζομαι κανένα σας. Και, για να απαντήσω με τον ίδιο ανθρωπομορφισμό, ναι, αυτή τη στιγμή είναι αλλού, αλλά κάποια στιγμή θα έλθει να μας βρει, πιθανόν στο κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου.
  «Ίσως είναι αναπόφευκτη, λοιπόν, η τάση της επιστήμης να καταλάβει το χώρο της θρησκείας, όταν συναγωνίζονται για την ίδια θέση στην καρδιά και το μυαλό των ανθρώπων» (σελ. 79).
  Μακάρι. Γιατί εγώ, αυτό που βλέπω, είναι μια αναβίωση του θρησκευτικού φονταμενταλισμού.
  Το βιβλίο κοσμούν και φωτογραφίες του φίλου του Νικόλαου Κατιρτζόγλου, εξαιρετικές, όπως και εκείνες που είδαμε στην βιβλιοπαρουσίασή του που κοσμούσαν το χώρο του πάνελ στο Ζάπειο.
  Εξαιρετικά τόσο τα ποιήματα όσο και τα κείμενα αυτού του βιβλίου του Κωνσταντίνου Σπίγγου, του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

  Μπάμπης Δερμιτζάκης