Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, June 22, 2017

Zach Braff, Going in style (Εκδίκηση με στυλ, 2017)

Zach Braff, Going in style (Εκδίκηση με στυλ, 2017)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία είναι remake της ομώνυμης ταινίας που γύρισε ο Martin Brest το 1979.
  Τρεις ηλικιωμένοι φίλοι έχουν οικονομικά προβλήματα. Η εταιρεία που δούλευαν μεταφέρει τις δραστηριότητές της στο Βιετνάμ και η σύνταξή τους πάει περίπατο.
  Παρένθεση: Είναι αλήθεια αυτό; Δεν υπάρχει ΙΚΑ στην Αμερική; Ο συνταξιούχος παίρνει τη σύνταξή του από την επιχείρηση στην οποία δούλευε; Εντελώς κουφό. Κλείνει η παρένθεση.
  Του Μάικλ Κέην μάλιστα κινδυνεύουν να του πάρουν το σπίτι. Όμως κατά διαβολική σύμπτωση τυχαίνει να βρίσκεται στην τράπεζά του όταν μπουκάρουν μέσα οι ληστές. Και του μπαίνουν ιδέες. Η τράπεζα πάει να του πάρει το σπίτι βασισμένη στα ψιλά γράμματα της δανειακής σύμβασης, γιατί να μην την εκδικηθεί ληστεύοντάς την;
  Θα πείσει τους φίλους του. Θα πείσει και τον γαμπρό του να βοηθήσει. Και θα διαπράξουν τη ληστεία.
  Η ταινία χαρακτηρίζεται στο ΙΜDb comedy, crime. Είναι άφθονα τα κωμικά επεισόδια και οι χιουμοριστικές ατάκες, και βέβαια η ταινία είναι και crime, με τις δυο ληστείες. Κορυφαίο είναι το επεισόδιο με το κοριτσάκι που δεν ήταν καθόλου μαρτυριάρα.
  Παρεμπιπτόντως, το πρόβλημα με τις τράπεζες που αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια οι αμερικάνοι το πραγματεύεται και ο Ramin Bahrani στην ταινία του «99 homes».
  Η ταινία τελειώνει με ένα ύμνο στη φιλία. Ο Μόργκαν Φρίμαν πρέπει να κάνει επειγόντως μεταμόσχευση νεφρού. Όμως πού να βρεθεί δότης; Θα προθυμοποιηθεί ο φίλος του ο Κρίστοφερ Λόιντ να του δώσει το δικό του.
  Και βέβαια δεν γίνεται κωμωδία χωρίς γάμο. Ο Κρίστοφερ Λόιντ είναι που θα παντρευτεί, σε ένα ευτυχισμένο happy end.
  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως παρατήρησε ένας καναδός καθηγητής, είδα και την ταινία του Martin Brest. Comedy, crime, drama, τη χαρακτηρίζει το IMDb, όμως οι χαρακτηρισμοί αυτοί θα έπρεπε να είναι με αντίστροφη σειρά. Γέλασα ελάχιστα, δύσκολα θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω κωμωδία. Φυσικά είναι crime αφού έχουμε τη ληστεία, αλλά κυρίως είναι δράμα, ένα υπαρξιακό δράμα της γεροντικής ηλικίας. Δεν είναι μόνο τα οικονομικά προβλήματα με την κατάθλιψη που τα συνοδεύει, είναι και η κατάθλιψη των ίδιων των γηρατειών. Διασκεδάζουν την ανία τους καθισμένοι σε ένα παγκάκι στο πάρκο, παρακολουθώντας τους άλλους. Μόλις όμως αποφασίζουν να διαπράξουν τη ληστεία η διάθεσή τους αλλάζει, έχουν πια ένα στόχο στη ζωή.
  Το να βάζεις στόχους στη ζωή σου είναι η βασική αρχή της υπαρξιστικής ψυχοθεραπείας, θεμελιωτής της οποίας υπήρξε ο Victor Frankl, του οποίου το βιβλίο «Mans search for meaning» διάβασα πριν πάρα πολλά χρόνια.
  Όμως δεν θα τους έλθουν όλα ρόδινα. Στο τέλος της ταινίας οι δυο θα είναι νεκροί και ο τρίτος θα βρεθεί στη φυλακή. Θα αρνηθεί να αποκαλύψει πού έχει τα κλεμμένα, πράγμα που θα είχε σαν αποτέλεσμα μια ελαφρύτερη ποινή.
  Ο Μαρξ είχε πει για το προλεταριάτο ότι θα κάνει την επανάσταση γιατί δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του. Οι δυο της παρέας, και στις δυο ταινίες, πείθονται από το επιχείρημα του τρίτου να διαπράξουν τη ληστεία ότι δεν έχουν να χάσουν τίποτα. Στη φυλακή θα έχουν δωρεάν διαμονή και φαγητό, και καλύτερη ιατρική περίθαλψη από αυτή που έχουν τώρα.
  Εξαιρετικές ταινίες και οι δυο, αν και εγώ πρέπει να πω ότι η προτίμησή μου είναι στην κωμωδία.  

  

Andrzej Żuławski, L’ important c’ est d’ aimer (Σημασία έχει ν’ αγαπάς, 1975)

Andrzej Żuławski, L’ important c’ est d’ aimer (Σημασία έχει ν’ αγαπάς, 1975)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Μια γυναίκα, δύο άντρες, γνωστό το μοτίβο, πάνω στο οποίο ο Ζουλάφσκι έφτιαξε μια καταπληκτική ταινία την οποία ξαναείδα με μεγάλη συγκίνηση.
  Ο Ναντίν, η γυναίκα, ο Ζακ, ο άντρας της που κυριολεκτικά την τράβηξε από το βούρκο, και ο Σερβέ, ο άντρας που θα την ερωτευθεί.
  Σημασία δεν έχει το σεξ, έχει το «ν’ αγαπάς». Για ένα πήδημα ήθελε τον Σερβέ, ο οποίος όμως δεν της έκανε τη χάρη γιατί την είχε ερωτευτεί. Θα χρηματοδοτήσει μια παράσταση του «Ερίκου του 3ου» του Σαίξπηρ για να παίξει η Ναντίν, με τον όρο να μην το μάθει. Αυτή θα το μάθει, και θα πάει να του δοθεί για δεύτερη φορά, «για να βγάλει το χρέος». Αυτός και πάλι θα αρνηθεί. Δεν την θέλει για ένα πήδημα, τη θέλει δική του.
  Και ο Ζακ, ο άντρας της; Θεωρώ ότι είναι σεναριακή αστοχία να μας τον πρωτοπαρουσιάσουν σχεδόν γελοίο. Όχι όμως και στα επόμενα επεισόδια, που κατακτάει την συμπάθειά μας. Όταν μάθει ότι η Ναντίν δεν τον αγαπάει πια και ότι στην καρδιά της έχει βάλει άλλον άντρα θα αυτοκτονήσει.
  Άλλη σεναριακή αστοχία: Τα χάπια σε ρίχνουν σε βαθύ ύπνο από τον οποίο δεν ξυπνάς. Κάποια που ξέρω ξύπνησε μετά από τρεις μέρες έχοντας μουσκεμένα τα σεντόνια του κρεβατιού. Σε σπασμούς επιθανάτιας αγωνίας σε ρίχνει για παράδειγμα το παραθείο, με το οποίο αυτοκτόνησε ένας χωριανός μου, όταν εγώ ήμουν μικρός.
  Προς στιγμήν σκέφτηκα ότι το έργο θα είχε το ίδιο τέλος με το «Δωμάτιο με θέα» (1985), με το φάντασμα του νεκρού να μπαίνει ανάμεσα στους δυο ερωτευμένους. Μάλιστα κάποια στιγμή έδωσε αυτή την εντύπωση.
  Όμως όχι, το έργο έχει χάπι εντ, και μάλιστα προετοιμάστηκε εντυπωσιακά με ένα επεισόδιο στην αρχή της ταινίας.
  Έχω ξανακάνει την παρακάτω σκέψη, την οποία έχω καταθέσει γράφοντας μια κριτική για το βιβλίο της Μαρίνας Νεμάτ «Η φυλακισμένη της Τεχεράνης», έργο αυτοβιογραφικό. Οι συγγραφείς εστιάζουν στους κεντρικούς ήρωες, πράγμα που από μόνο του οδηγεί τις συμπάθειες των αναγνωστών σ’ αυτούς. Αναρωτήθηκε όμως κανείς αναγνώστης πόσο απελπισμένος μπορεί να ένοιωθε ο λόρδος Τσάτερλι που του έκλεψε τη γυναίκα του ο κηπουρός του; Συλλογίστηκε την απελπισία του κυρίου Μποβαρύ, βλέποντας τη γυναίκα του, που τον είχε απατήσει, να πεθαίνει; Άραγε ο θεατής, φτάνοντας στο τέλος της ταινίας του Ζουλάφσκι, θα συλλογιστεί πάνω στον απελπισία του Ζακ, που αυτοκτόνησε γιατί η γυναίκα που αγαπούσε όχι μόνο έπαψε να τον αγαπάει αλλά αγάπησε άλλον άντρα; Ο οποίος μάλιστα, πριν αυτοκτονήσει, πούλησε ότι είχε και δεν είχε, όπως ο άνδρας της Νεμάτ στη «Φυλακισμένη της Τεχεράνης», και έβαλε τα χρήματα στο λογαριασμό της.
  Για μένα το έργο έχει τίτλο «Σημασία δεν έχει μόνο ν’ αγαπάς, αλλά και ν’ αγαπιέσαι».

  

Luc Besson, The big blue (Απέραντο γαλάζιο, 1988)

Luc Besson, The big blue (Απέραντο γαλάζιο, 1988)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μια ταινία για να επανεκδίδεται σημαίνει ότι είναι καλή. Το επιβεβαίωσα για μια ακόμη φορά βλέποντας το «Απέραντο γαλάζιο», ταινία του 1988.
  Το θέμα είναι οι ελεύθερες καταδύσεις. Το στόρι βασίζεται πάνω στην ιστορία δύο δυτών, φίλων. Όμως, όπως διαβάζουμε στον σύνδεσμο που παραθέτω (είναι στα ελληνικά), υπάρχει μεγάλη απόκλιση από την πραγματική τους ζωή. Ευτυχώς που επισημαίνεται η διαφορά.
  Για εμάς τους έλληνες η ταινία έχει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον γιατί πολλές σκηνές της γυρίστηκαν στην Ελλάδα, στην Αμοργό και στη Χίο. Επίσης στην Αντίμπ, που κάποιοι θα ξέρουν ότι εκεί έμενε ο Καζαντζάκης στα τελευταία χρόνια της ζωής του, και στην Ταορμίνα της Σικελίας.
  Καταδύσεις, δελφίνια, ένας έρωτας, και…
  Αλλά ας μην αποκαλύψουμε το τέλος, που δεν έχει σχέση με την πραγματική ιστορία των δυο δυτών.

  Πέρα από τις συναρπαστικές σκηνές θα πρέπει να σημειώσουμε και τη θαυμάσια ερμηνεία των τριών ηθοποιών που ερμηνεύουν τους κεντρικούς ήρωες. Αξίζει να τη δείτε. 

Monday, June 19, 2017

Ηράκλειτος Άπαντα

Ηράκλειτος Άπαντα (μετ. Τάσος Φάλκος-Αρβανιτάκης) Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Ζήτρος 1999, σελ. 339


  Η φιλοσοφία ήταν η πρώτη μου αγάπη την οποία παράτησα για την λογοτεχνία. Τώρα στη λογοτεχνία κάνω αρκετές απιστίες με το σινεμά. Αλλά ας μην επεκταθώ, έχω ξαναγράψει σχετικά.
  Ο κύριος Βαγγέλης στη «Λέσχη ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» θα μας μιλήσει για τον Ηράκλειτο στην επόμενη συνάντηση. Μας είπε να διαβάσουμε μόνο τα αποσπάσματα που βρίσκονται στα «Άπαντα», όπου εκτός από τον πρόλογο του μεταφραστή υπάρχει και το κείμενο για τον Ηράκλειτο του W.K.C. Guthrie. Εγώ προτίμησα να διαβάσω όλο το βιβλίο.
  Πριν ξεκινήσω πρέπει να πω ότι στα νιάτα μου ήμουν εικονολάτρης ενώ τώρα είμαι εικονοκλάστης. Και την φιλοσοφία έχω πάψει να την εκτιμώ ιδιαίτερα. Δεν μου έχει προσφέρει τίποτα στην κοσμοαντίληψή μου (Weltanschauung το λένε οι γερμανοί). Η επιστήμη έχει ανατρέψει σχεδόν όλες τις αντιλήψεις τους, εκτός βέβαια αυτά που είναι εκτός του δικού της πεδίου όπως είναι η ηθική. Κανείς δεν θα συμφωνήσει σήμερα με την αντίληψη του Ηράκλειτου ότι η αρχή του κόσμου είναι η φωτιά, ούτε με τον Θαλή που υποστήριζε ότι η αρχή του κόσμου είναι το νερό, για να αναφέρουμε μόνο αυτούς τους δυο. Φυσικά θαυμάζουμε την δύναμη και την τόλμη της σκέψης τους να απορρίψουν τις θεολογικές ερμηνείες που κυριαρχούσαν στην εποχή τους.
  Θα γράψω ό,τι θεωρώ σημαντικό από αυτά που συγκράτησε η μνήμη μου για την Ηράκλειτο και μετά θα προχωρήσω σε σχολιασμό αποσπασμάτων.
  Γεννήθηκε στην Έφεσο, που εκείνη την εποχή ήταν υπό την κυριαρχία των Περσών. Λέγεται μάλιστα ότι είχε φιλικές σχέσεις με τον Δαρείο. Καταγόταν από βασιλική οικογένεια. Ήταν σκοτεινός, περισσότερο προφήτης-ποιητής παρά συστηματικός όπως ο Αριστοτέλης. Ούτε ο Σωκράτης καταλάβαινε όλα όσα έγραφε, υπέθετε όμως, όπως κάνουν και όσοι δεν καταλαβαίνουν κάτι, ότι ήταν σημαντικά και αυτά που δεν καταλάβαινε. Η βασική του ρήση που είναι σε όλους γνωστή είναι ότι «τα πάντα ρει», όλα βρίσκονται σε συνεχή αλλαγή. Η ρήση του το «δεν μπορούμε να μπούμε δυο φορές στο ίδιο ποτάμι» είναι ένα εφέ υπερβολής για να υπογραμμίσει την συνεχή αλλαγή, που φαίνεται πιο καθαρά στη ροή των νερών ενός ποταμού. Περιφρονούσε το πλήθος, πράγμα που δεν πρέπει να μας εκπλήσσει με βάση την βασιλική του καταγωγή. Είμαι περίεργος τι αντίληψη είχε για αυτόν ο Μαρξ, αλλά δεν θα το ψάξω.
  Και προχωρώ σε αποσπάσματα από το βιβλίο.
  «Αν διάλεξα να κάνω έναν πρόλογο και όχι μια εισαγωγή, είναι γιατί σε μια εισαγωγή μιλάμε όσο μπορούμε αντικειμενικά για το θέμα με όρους καθαρά επιστημονικούς. Αντίθετα σε έναν πρόλογο επιτρέπεται να μιλήσουμε για την προσωπική μας σχέση με το θέμα, με κάποιο μέτρο βέβαια» (σελ. 4).
  Δεν ήξερα τη διαφορά, ίσως ούτε κι εσείς.
  «Ονομάζοντας τον πόλεμο πατέρα και βασιλιά πάντων ο Ηράκλειτος σκόπιμα θυμίζει τους τίτλους του Ομήρου για τον Δία. Έτσι, υποστηρίζει ότι ο πόλεμος και όχι ο Δίας, είναι ο υπέρτατος θεός» (σελ. 234).
  Σύμπτωση: Πάνω σ’ αυτήν ιδέα γράφτηκε το σενάριο για την ταινία «Wonder woman» που είδαμε πρόσφατα.
  Ο λόγος για τον κυκεώνα:
  «Γινόταν με ένα κύπελλο κρασί, μέσα στο οποίο ανακάτευαν κριθάρι και τριμμένο τυρί» (σελ. 237). Όχι κριθάρι, αλλά κριθαράλευρο. Δοκίμασα τη συνταγή. Έγραψα σχετικά στην παρουσίαση της «Ιλιάδας».
  Και πιο κάτω:
  «Ακόμα και ο κυκεώνας, έλεγε, διαλύεται, όταν δεν κινείται» (ίδια σελίδα). Αυτό μου θύμισε την έννοια της εντροπίας και τον θερμικό θάνατο του σύμπαντος. Το σύμπαν διατηρείται στη ζωή από την αρνητική εντροπία, χοντρικά την κίνηση.
  Όμως ακόμη πιο πολύ το παρακάτω απόσπασμα:
  «.. “Και ονομάζει το πυρ ένδεια και κορεσμό (απόσπ. 65). Ένδεια είναι, κατ’ αυτόν, η δημιουργία του κόσμου, ενώ η εκπύρωση είναι κορεσμός: γιατί η φωτιά όταν επέλθει θα κρίνει τα πάντα και θα τα κυριέψει”. Η πρόταση “η φωτιά είναι ένδεια και κορεσμός” έχει χροιά γνησιότητας, επειδή ο Ηράκλειτος πίστευε ότι η φωτιά αγκάλιαζε όλα τα αντίθετα…» (σελ. 267).
  Και κάποια αποσπάσματα του Ηράκλειτου που ξεχώρισα:
  27. «Τους ανθρώπους τους περιμένουν μετά τον θάνατό τους όσα ούτε ελπίζουν ούτε φαντάζονται».
  Προσυπογράφω απόλυτα αυτή του την αντίληψη.
  42. «Τον Όμηρο αξίζει να τον διώξουν απ’ τους αγώνες και να τον ραπίσουν, καθώς και τον Αρχίλοχο».
  Διαφωνώ απόλυτα με αυτή του την αντίληψη.
  43. «Περισσότερο κι απ’ την πυρκαγιά πρέπει κανείς να κατασβήνει την έπαρση».
  Δεν ξέρω τον τρόπο.
  53. «Ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και των πάντων βασιλιάς. Κι άλλους τους αναδείχνει θεούς κι άλλους ανθρώπους, άλλους τους κάνει δούλους κι άλλους ελεύθερους».
  Τα ίδια λέει και ο Θουκυδίδης.
  60. «Ο δρόμος προς τα πάνω και προς τα κάτω είναι ένας και ο αυτός». Είναι μια ακόμη έκφραση της ενότητας των αντιθέτων, την οποία εξέφρασε μουσικά ο πρόωρα χαμένος Γιάννης Χρήστου με το έργο του «Εναντιοδρομία».
  Αυτά για τον Ηράκλειτο.
  Και ένας ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος:

Αλλά αυτοί που έζησαν στα τρυφερά τους χρόνια (σελ 16).

Sunday, June 18, 2017

Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Albert Camus (1913-1960)


Albert Camus, Η πτώση, Ο μύθος του Σίσυφου και Ο ξένος

Aλμπέρ Καμύ, Η πτώση (μετ. Νίκη Καρακτίτσου-Ντούζε, Μαρία Κασαμπαλόγλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης-FAQ, 2010, σελ. 89.

  Πριν κάμποσες βδομάδες πήρα από τις εκδόσεις Καστανιώτη για να παρουσιάσω από το Λέξημα τη βιογραφία του Καμύ από τον Ολιβιέ Τοντ. Ογκώδες βιβλίο, το άφησα για αργότερα. Άρχισα να το διαβάζω χθες. Όμως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε και η «Πτώση», από μια σειρά εβδομαδιαίων κυκλοφοριών που έχουν γίνει τελευταία της μόδας. Έτσι είπα, πριν αρχίσω τη βιογραφία, να διαβάσω αυτό το έργο του Καμύ για να έχω μια πρόσφατη εικόνα της γραφής του.
  Αργά ξεκίνησα να διαβάζω λογοτεχνία, στα σαράντα μου, και είναι πολλοί οι συγγραφείς για τους οποίους θα ήθελα να είχα διαβάσει περισσότερα έργα. Μέχρι τότε τα διαβάσματά μου ήταν κυρίως θεωρητικά. Όμως είχα διαβάσει τον «Ξένο», φοιτητής νομίζω, ένα βιβλίο που με εντυπωσίασε. Δεν κατάφερα να διαβάσω τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», που ήταν πολύ της μόδας τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και ο «Μύθος του Σίσυφου» βρίσκεται κάπου στο «ράφι των τύψεων», νομίζω και η «Πανούκλα».
  Αφήγημα χαρακτηρίζεται στο εξώφυλλο το έργο αυτό του Καμύ. Χαρακτηρισμός γενικός και ασαφής, αφού σχεδόν κάθε πεζογραφικό είδος σε τελευταία ανάλυση είναι ένα αφήγημα. Σίγουρα δεν είναι νουβέλα, σίγουρα δεν είναι μυθιστόρημα.
  Αμέσως από τις πρώτες σελίδες το έργο αυτό μου θύμισε το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, έργο που διάβασα πρόσφατα και για το οποίο έχω γράψει στο blog μου.
  Πρόκειται για ένα έργο εξομολογήσεων, όπως και το «Υπόγειο». Ο ήρωας εξομολογείται τα της ζωής του και του χαρακτήρα του. Ο αφηγηματικός τρόπος μόνο διαφέρει. Στο «Υπόγειο» η αφήγηση είναι εγκιβωτισμένη, με εκείνη την παλιά τεχνική της «εύρεσης χειρογράφων». Εδώ βρισκόμαστε μάρτυρες μιας εξομολόγησης, εξομολόγησης που κάνει ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς, δικηγόρος, σε έναν πελάτη του. Κάθε κεφάλαιο είναι και μια συνάντηση. Ακούμε μόνο το λόγο του Ζαν Μπατίστ.  Έτσι ο χρόνος της ιστορίας είναι κατακερματισμένος στα δύο, στο χρόνο της αφήγησης του ήρωα που δίνει και την αίσθηση της συγχρονικότητας που δίνει και ο κινηματογράφος, σαν να είμαστε μάρτυρες αυτών των εξομολογήσεων τη στιγμή που γίνονται, και στο χρόνο των επεισοδίων τα οποία αφηγείται.
  Ο Ζαν Μπατίστ έχει πολλά κοινά με τον ήρωα του «Υπογείου». Είναι και αυτός μια ψυχοπαθολογική προσωπικότητα. Στην αρχή μας δίνεται η εντύπωση ότι πρόκειται για τον ήρωα ενός άλλου Ζαν Μπατίστ, του Ζαν Μπατίστ Ποκλέν, του επονομαζόμενου Μολιέρου, τον Ταρτούφο. Μας εξομολογείται μια ευσέβεια και μια καλοσύνη που όμως είναι πέρα για πέρα υποκριτικές. Αργότερα διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για μια εντελώς διαταραγμένη προσωπικότητα, που είναι περίπου ο περίγελος των άλλων. Φτάνουν μέχρι το σημείο να του βάζουν και τρικλοποδιές, όπως υποπτεύεται ο ήρωάς μας. Δεν έχει φίλους. Είναι γεμάτος από συμπλέγματα ενοχής. Έχει φαντασιώσεις μεγαλείου.
  Ενώ το πρώτο μέρος του «Υπογείου» το βρήκα εξαιρετικά βαρετό γιατί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά εξομολογήσεις, ενώ αντίθετα το δεύτερο ήταν συναρπαστικό γιατί υπήρχε δράση, εδώ μένουμε μόνο στο πρώτο μέρος, στις εξομολογήσεις.
  Αυτό που δεν κάνει ανιαρές τις εξομολογήσεις του Ζαν Μπατίστ είναι το ότι δεν περιορίζεται μόνο στους αυτοχαρακτηρισμούς και στην αυτοανάλυση. Αφηγείται και αρκετά επεισόδια από την προσωπική του ζωή, σαν σύντομα διηγήματα, πολλά από τα οποία φωτίζουν την προσωπικότητά του. Επί πλέον υπάρχουν αρκετά δοκιμιακά αποσπάσματα, πολλά από τα οποία μας γοητεύουν με την πρωτοτυπία τους. Υπάρχουν αποσπάσματα για τη δουλεία, για την αυτοκτονία, για τον Χριστό, για τη δικαιοσύνη κ.ά. τα οποία συμπλέκονται βέβαια με την περίπτωσή του. Διαβάζουμε για παράδειγμα:
  «Ξέρω πως δεν έχω φίλους. Είναι πολύ απλό: το ανακάλυψα τη μέρα που σκέφτηκα να σκοτωθώ για να τους σκαρώσω μια πετυχημένη φάρσα, για να τους τιμωρήσω κατά κάποιο τρόπο» (σελ. 47).
  Ο (ας μη γράψω το όνομά του) είχε φίλους. Όμως δεν ξέρω τι τον ώθησε να τους κάνει ίσως την πιο μακάβρια πρωταπριλιάτικη φάρσα που έγινε ποτέ, νομίζω πριν δέκα ακριβώς χρόνια. Τους είχε προειδοποιήσει κιόλας ότι θα τους έκανε μια φοβερή φάρσα, «που θα τους έπιανε όλους». Οι φίλοι του περίμεναν με ανυπομονησία. Διασκεδάσανε την παραμονή, σε μια ταβέρνα. Ξημερώματα γύρισε σπίτι και ήπιε ένα μπουκάλι φυτοφάρμακο. Ένα φυτοφάρμακο με το οποίο ο θάνατος είναι ακαριαίος. Την επομένη οι φίλοι του έμειναν με ανοικτό το στόμα από την κατάπληξη. Έγραψα μια «αφήγηση» γι αυτό, όμως σεβάστηκα τη θέληση της οικογένειας, δεν τη δημοσίευσα.
  Στη βιογραφία του διαβάζω ότι ο Καμύ ταξίδεψε αρκετά. Φυσικά ήλθε και στην Ελλάδα. Στην «Πτώση» διαβάζουμε το παρακάτω απόσπασμα:
  «Στο ελληνικό αρχιπέλαγος… εμφανίζονταν αδιάκοπα καινούρια νησιά στον ορίζοντα, ολόγυρά μας. Η άδεντρη ράχη τους διέγραφε τα όρια του ουρανού, η βραχώδης παραλία τους ξεχώριζε καθαρά πάνω στη θάλασσα. Καμιά πιθανή σύγχυση∙ στο λαγαρό φως όλα ήταν σημεία αναφοράς του χώρου. Κι από το ένα νησί στο άλλο, πάνω στο μικρό μας καράβι που ωστόσο θαρρείς και σερνόταν, είχα την εντύπωση ότι αναπηδούσα, ασταμάτητα, μέρα νύχτα, πάνω στη ράχη των μικρών δροσερών κυμάτων, μ’ έναν καλπασμό όλο αφρούς και γέλια. Από τότε η Ελλάδα πλανιέται κάπου μέσα μου, στα όρια της μνήμης μου, ακατάπαυστα… Πριν εμφανιστούμε στα ελληνικά νησιά, θα ’πρεπε να πλυθούμε πολύ καλά. Ο αέρας εκεί είναι αγνός, η θάλασσα και η απόλαυση καθάριες» (σελ. 60-61).
  Παρά το ότι η αφήγηση είναι ένας χείμαρρος αναμνήσεων και εξομολογήσεων, υπάρχει ένας αφηγηματικός ιστός, ένα επεισόδιο στη ζωή του ήρωα που φαίνεται να τον κατατρύχει. Μια κοπέλα έπεσε από μια γέφυρα του Σηκουάνα. Ο Ζαν Μπατίστ είχε προσπεράσει όταν άκουσε το πλαφ πάνω στα νερά. Δεν ενδιαφέρθηκε, ούτε καν να ειδοποιήσει την αστυνομία. Το τέλος του αφηγήματος ρίχνει ίσως το πιο άπλετο φως στην διαταραγμένη αυτή προσωπικότητα: «‘Ω κοπέλα, πέσε πάλι στο νερό, για να μου δοθεί, μια δεύτερη φορά, η ευκαιρία να σώσω και τους δυο μας!’ Δεύτερη φορά, ε, τι απερισκεψία! Για φανταστείτε, αγαπητέ μετρ, να παίρναν τα λόγια μας στα σοβαρά. Θα ’πρεπε τότε να το κάνουμε. Μπρρρ…! Το νερό είναι τόσο κρύο! Αλλά δεν χρειάζεται ν’ ανησυχούμε! Είναι πολύ αργά τώρα, θα είναι πάντα πολύ αργά. Ευτυχώς!».
  Ο Καμύ σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 1960, σε ηλικία 47 χρονών. Ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, άσπονδος φίλος του, δέκα χρόνια μεγαλύτερός του, χαιρέτησε τη βράβευση. Ο Σαρτρ πήρε το Νόμπελ το 1963, σε ηλικία 53 χρονών. Αν είχε πεθάνει στα 47 του όπως και ο Καμύ, δεν θα είχε προλάβει να το πάρει. Αλλά, εδώ που τα λέμε, αρνήθηκε να το πάρει. Βέβαια η διάκριση είναι που μετράει, αν και ο Σαρτρ με το ανάστημά του ξεπερνάει το Νόμπελ.
  Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη, σε αντίθεση με τον ήρωα του «Υπόγειου» στο πρώτο μέρος, που φαίνεται να παραληρεί. Η φίλη μου η Ελένη η Στασινού που διάβασε κι αυτή το βιβλίο εκφράστηκε με ενθουσιασμό γι αυτό.
  Όμως πόσο τραβάει πραγματικά τον αναγνώστη; Γιατί επιλέχτηκε για τη σειρά το αφήγημα, και όχι τα δυο μυθιστορήματα, «Ο ξένος» και «Η πανούκλα»; Μήπως γιατί αυτά τα δεύτερα πουλάνε ενώ η «Πτώση» κόλλησε; Αν όντως έτσι συμβαίνει, μπορεί να φταίει γι αυτό ο ειδολογικός χαρακτηρισμός. Είναι γνωστό για παράδειγμα ότι μόνο το μυθιστόρημα πουλάει, όχι το διήγημα, ο φίλος μου ο Ανδρέας Μήτσου το ξέρει αυτό πολύ καλά. Πιθανόν να μην πουλάει και το αφήγημα. Βέβαια η αξία ενός λογοτεχνήματος δεν μπορεί να καθοριστεί μόνο από το πόσο πουλάει. Αλλά εγώ έχω πάψει προ πολλού να αποφαίνομαι για την αξία ενός λογοτεχνήματος ή μιας ταινίας. Λέω απλά αν μου άρεσε ή όχι. Και αυτό το αφήγημα του Καμύ μου άρεσε πολύ.

Alber Camus, Ο μύθος του Σίσυφου (μετ. Βαγγέλη Χατζηδημητρίου), Γαλαξίας 1971, σελ. 159

  Τελικά μου πέσανε μαζεμένα. Η προ-προηγούμενη ανάρτησή μου ήταν για το «Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ, ένα καλό βιβλίο που όμως εμένα δεν ήταν του γούστου μου. Σε σημείωση του μεταφραστή διαβάζω: «Ο Μύθος του Σίσυφου καθιέρωσε τον Καμύ στην παγκόσμια σκέψη σαν στοχαστή πρώτου μεγέθους». Εμένα όμως δεν μου άρεσε. Το αγόρασα φοιτητής και δεν μπόρεσα να το διαβάσω. Το ξαναέπιασα πέρυσι ή πρόπερσι και πάλι, έμεινα μόνο στο πρώτο κεφάλαιο. Όμως αυτή τη φορά είπα ότι θα επιμείνω. Σ’ αυτό συνετέλεσε βέβαια και αυτό που διάβασα στον Tristram Shandy: «Ο Πλίνιος ο Νεότερος δηλώνει ότι ουδέποτε διάβασε βιβλίο οσοδήποτε κακό, χωρίς να έχει κάποιο όφελος» (σελ. 63)». Και βέβαια το βιβλίο αυτό του Καμύ δεν είναι κακό, όμως εκπέμπει σε ένα μήκος κύματος που αδυνατούν να συλλάβουν οι δικές μου αντένες. Και βέβαια είχα κάποιο όφελος, έστω και πιέζοντας τον εαυτό μου να το διαβάσω μέχρι τέλους, και δεν ήταν μόνο για κάποιες ρήσεις του Νίτσε που παραθέτει. Διάβασα με ενδιαφέρον τα κεφάλαια στα οποία σχολιάζει δυο άλλους συγγραφείς, τον Κάφκα και τον Ντοστογιέφσκι.
  Όταν ο θεματικός άξονας ενός βιβλίου ή απλά ενός επιχειρήματος μου είναι ξένος, δεν έχει νόημα να το συζητήσω ή να το σχολιάσω, αφού η διαφωνία ξεκινάει από τα θεμέλια. Η έννοια του παράλογου μου είναι ξένη, και θα εξηγήσω γιατί.
  Παράλογο είναι κάθε τι που έρχεται σε αντίθεση με τη λογική. Όμως ποια λογική; Για τους ισλαμιστές της ISIS η ανατίναξη των δυο αρχαίων ναών στην Παλμύρα είναι εντελώς λογική, σύμφωνη με το Κοράνι. Το ίδιο και η καταστροφή των αρχαιοελληνικών ναών για τους πρώτους χριστιανούς, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη. Αυτά όμως, σύμφωνα με τη δική μας λογική, μας φαίνονται παράλογα.
  Να το κάνω πιο κατανοητό; Είναι κατά τη δική μου λογική (και όχι μόνο) παράλογο το να ψηφίζεις Νέα Δημοκρατία, το κόμμα το κατ’ εξοχήν υπεύθυνο για τη σημερινή κρίση. Γι’ αυτούς όμως που θα το ψηφίσουν δεν είναι.
  Βέβαια η αντίρρησή μου βρίσκεται και στον τρόπο γραφής. Θέλω σε ένα δοκιμιακό έργο οι προτάσεις να έχουν τη συνεκτικότητα των κρίκων μιας αλυσίδας και όχι να είναι χαλαρά συνδεμένες, όπως οι στίχοι ενός ποιήματος.
  Αυτά για τον δοκιμιογράφο Καμύ. Ίσως να προσπάθησα να διαβάσω και τον «Επαναστατημένο άνθρωπο», δεν θυμάμαι, νομίζω όχι. Όμως με ενθουσίασε ο «Ξένος» που διάβασα στα νιάτα μου, ενώ η «Πτώση» που διάβασα πριν πέντε χρόνια μου άρεσε, όμως όχι όσο ο «Ξένος».
  Να το ξαναπώ άλλη μια φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα;
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Οι Έλληνες πίστευαν – περίεργο για μια τόσο προικισμένη φυλή – πως οι θεοί αγαπούσαν τους ανθρώπους που πέθαιναν νέοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια…» (σελ. 71).
  Υπάρχει μεγαλύτερη παρηγοριά για τον απαρηγόρητο γονιό που πέθανε το παιδί του; Και βέβαια αυτό δεν είναι αλήθεια (ακόμη κι αν υπήρχαν θεοί), αλλά είναι ένας μύθος ολότελα παρηγορητικός. Το θέμα το έχω πραγματευθεί στο δεύτερο βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου».
  «…τον Ρουσσώ που έπεφτε κάτω περπατώντας στα τέσσερα ή τον Νίτσε που φερόταν κτηνωδώς στη μητέρα του» (σελ. 79).
  Να κάτι που δεν ήξερα για τον Νίτσε. Διαβάζοντας όμως τα παρακάτω, αποκαταστάθηκε πάλι στη συνείδησή μου: «Εκείνο που έχει σημασία, λέει ο Νίτσε, δεν είναι η αιώνια ζωή, είναι η αιώνια ζωντάνια» (σελ. 94). Επίσης:
  «Τέχνη και μόνο τέχνη, λέει ο Νίτσε, έχουμε την τέχνη για να μην πεθάνουμε απ’ την αλήθεια» (σελ. 107).
  Ποιαν αλήθεια;
  «Και το ένα τούτο δεν υπάρχει». Ο Καζαντζάκης στη θέση της τέχνης τοποθετεί τον αγώνα.
  Και ένα ανέκδοτο:
  «Ξέρουμε την ιστορία του τρελού που ψάρευε μέσα σε μια μπανιέρα· ένας γιατρός με δικές του ιδέες για τις ψυχιατρικές μεθόδους τον ρώτησε αν τσιμπάει τίποτε, και δέχτηκε την αυστηρή απάντηση: -Όχι ανόητε, αφού ψαρεύω μέσα σε μια μπανιέρα» (σελ. 150).
  Και θυμήθηκα.
  Πρέπει να πήγαινα στο γυμνάσιο, αλλά ήμασταν στην αυλή του δημοτικού σχολείου του χωριού μου. Είχαμε περικυκλώσει έναν καθυστερημένο – κουζουλό στα κρητικά - νεαρό από ένα διπλανό χωριό και συζητάγαμε μαζί του κοροϊδεύοντάς τον διακριτικά, με γέλια και φωνές. Κάποια στιγμή αυτός μας φωνάζει αγανακτισμένος: - Σωπάτε μωρέ μη μας περάσουνε για κουζουλούς.
  Αλήθεια, ποια διαφορά έχει ο κουζουλός από τον παράλογο;

Αλμπέρ Καμύ, Ο ξένος (μετ. Νίκη Καρακίτζου-Ντούζε και Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν), Καστανιώτης 1998, σελ. 140

  Δεν έχω διαβάσει μόνο τη βιογραφία του (Ολιβιέ Τοντ, «Αλμπέρ Καμύ, μια ζωή»), αλλά και την «Πτώση» και το «Μύθο του Σίσυφου». Τώρα ξαναδιάβασα για δεύτερη φορά (την πρώτη πρέπει να ήμουν φοιτητής) τον «Ξένο».
Στη βιβλιοκριτική μου για την «Πτώση» έγραψα: «Ο Καμύ έχει μια διαυγή, λαγαρή πρόζα, που παρά την ανυπαρξία μύθου τραβάει τον αναγνώστη».
  Την ίδια διαυγή, λαγαρή πρόζα ξαναβλέπω και στον «Ξένο». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά: εδώ υπάρχει μύθος, μύθος με σασπένς που κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
  Υπάρχει όμως και μια μεγάλη ομοιότητα: και ο Κλαμάνς και ο Μερσώ του «Ξένου» είναι αρνητικοί ήρωες. Ο Κλαμάνς μένει αδιάφορος στην αυτοκτονία μιας κοπέλας (πέφτει από μια γέφυρα και ούτε που γυρνάει να δει), ενώ ο Μερσώ ξεφορτώθηκε τη μητέρα του σε ένα γηροκομείο.
  Το ότι ξεφορτώθηκε τη μητέρα του τον κάνει άσπλαχνο γιο, και δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος. Το ότι όμως πυροβολεί χωρίς αποχρώντα λόγο έναν άραβα, αυτό τον παρουσιάζει και διαταραγμένο.
  Είναι ο Μερσώ ο αντιπροσωπευτικός ήρωας του παράλογου;
  Είχα σχολιάσει λίγο το παράλογο γράφοντας για το «Μύθο του Σίσυφου», εδώ όμως θα γράψω δυο λόγια ακόμη.
  Το παράλογο δεν είναι αντικειμενική κατηγορία, είναι υποκειμενική. Το να μην πιστεύεις στο Θεό, όπως ο Μερσώ, για πολλούς είναι παράλογο, όχι όμως για τον ίδιο, και για αρκετούς άλλους. Υπάρχει βέβαια και μια εξαίρεση, ποιος είναι αυτός που είπε credo, quia absurdum est; (Πιστεύω γιατί είναι παράλογο). Ας το ψάξω στη google.
Το βρήκα, είναι μια παράφραση κάτι παρόμοιου που είπε ο Τερτυλλιανός.
  Αυτοί που βρίσκουν τον κόσμο παράλογο και τον αντιμετωπίζουν αδιάφορα σίγουρα υποφέρουν από μια νευρωσική διαταραχή. Τέτοιος είναι ο Μερσώ, που όταν η φίλη του τού ζητάει να παντρευτούνε, λέει «και δεν παντρευόμαστε;». Για πολλά που τον ρωτάνε μας λέει περίπου ότι ούτε κρύο του κάνει ούτε ζέστη, τον αφήνουν αδιάφορο, όπως η πρόταση του γείτονα να γίνουν φίλοι.
  Χωρίς να είμαι ψυχίατρος (θα ρωτήσω απόψε το φίλο μου το Μανόλη να μου το επιβεβαιώσει) πιστεύω ότι είναι καταθλιπτικός. Το να βρίσκεις τον κόσμο χωρίς νόημα είναι σύμπτωμα κατάθλιψης, που μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Βέβαια δεν είναι καταθλιπτικοί όλοι όσοι μιλάνε σήμερα για το «παράλογο», που έχει περιβληθεί με το λούστρο της φιλοσοφίας και της λογοτεχνίας (Με δυσκολία διάβασα τον «Μύθο του Σίσυφου», και το «Περιμένοντας τον Γκοντό» τον είδα – και τον διάβασα – από περιέργεια, την ίδια περιέργεια με την οποία διάβασα τον Οδυσσέα του Τζόυς, και φυσικά από «επαγγελματική» υποχρέωση, σαν φιλόλογος με διδακτορικό στην αφηγηματολογία, που μάλιστα πατάει και στο θέατρο).
  Όμως ο Καμύ επεξεργάζεται μια έξυπνη πλοκή για να δοκιμιογραφήσει. Έπρεπε να καταδικάσει με κάποιο τρόπο τον ήρωά του σε θάνατο. Έτσι επινοεί διάφορα επεισόδια στα οποία εμπλέκεται ο Μερσώ με διάφορους, που σχεδόν όλα τον επιβαρύνουν στη δίκη.
  Και το δοκίμιο;
  Είναι ένας «πλατωνικός» διάλογος με τον παπά για την ύπαρξη του θεού και τη μετά θάνατο ζωή, που τον βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Τελικά κάτι ήξερε ο Πλάτωνας που τις φιλοσοφικές του αντιλήψεις τις εξέθετε σε θεατρική μορφή.
  Τελικά μου άρεσε το έργο;
  Μου άρεσε, παρά τον αρνητικό ήρωα. Έχω ξαναγράψει ότι, χωρίς να είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, έργα με τέτοιους ήρωες όπως το «Άρωμα» του Patrick Zuskind, δεν μου αρέσουν. Ο διάλογος αυτός, η λαγαρή πρόζα, το σασπένς, βάρυναν πολύ στο να μου αρέσει, και μάλιστα πάρα πολύ, σε αντίθεση με τα άλλα δυο έργα του που διάβασα.
  Όμως ας το ξεφυλλίσουμε για να σχολιάσω τυχόν υπογραμμίσεις.
«-Η μητέρα σας είναι;… -Ναι. -Ήταν μεγάλη; Απάντησε: -Έτσι κι έτσι, γιατί δεν ήξερε ακριβώς την ηλικία της» (σελ. 27).
  Τέτοιος γιος!!! Αργότερα σε ίδια ερώτηση θα πει «γύρω στα εξήντα».
  «Τη βοήθησα ν’ ανέβη στη σαμπρέλα και μ’ αυτή την κίνηση άγγιξα το στήθος της» (σελ. 30).
  Θυμήθηκα κι εγώ, φοιτητής, που ανέβαινα σε μια σαμπρέλα ρόδας αυτοκινήτου και ανοιγόμουνα σε αρκετή απόσταση από την παραλία της Ιεράπετρας. Όταν με καψάλιζε αρκετά ο ήλιος επέστρεφα.
  Όχι, δεν θυμάμαι να βοήθησα καμιά να ανέβη στη σαμπρέλα μου, και πολύ περισσότερο να της άγγιξα το στήθος.
  Αυτά για τον Καμύ, ίσως διαβάσω και άλλο έργο του.  
 Η Ηα

Saturday, June 17, 2017

Alex Kurtzman, The mummy (Η μούμια, 2017)

Alex Kurtzman, The mummy (Η μούμια, 2017)


  Από προχθές στους κινηματογράφους, και στην πατρίδα μου την Ιεράπετρα.
  «Η μούμια» έχει κάποια κοινά στοιχεία με τη «Wonder woman» που είδαμε πρόσφατα. Αφηγηματικά, κινείται επίσης σε δυο χρονικά επίπεδα: της αρχαίας Αιγύπτου και της σημερινής εποχής, στο μετά Σαντάμ Ιράκ. Διακρίνουμε επίσης ίχνη χιούμορ στο πρώτο μισό της ταινίας, και βέβαια ένα ερωτικό αίσθημα, εδώ σαφέστατο, που όμως δεν ευοδώνεται. Και οπωσδήποτε δράση, άφθονη δράση με τα συνακόλουθα σασπένς. Και βέβαια το μανιχαϊστικό δίπολο «το καλό versus το κακό».
  Καλός είναι ο Τομ Κρούζ και η Τζένη, κακιά είναι η αιγύπτια πριγκίπισσα που σκότωσε τον πατέρα, τη μητέρα της και τον μικρό της αδελφό. Για τιμωρία την μουμιοποίησαν ζωντανή και την έθαψαν στη μακρινή Μεσοποταμία, όπως έλεγαν εκείνη την εποχή οι Έλληνες το Ιράκ. Κακός είναι και ο Σετ, ο αιγυπτιακός θεός του θανάτου.
  Έχω γράψει για έργα που αναφέρονται στην αυτοθυσία της γυναίκας για χατίρι του άνδρα («Άλκιστις», «Νόρμα», «Αντίο παλλακίδα μου» κ.ά.), με τελευταία την κριτική μου για την «Καταιγίδα» (1965) του Κώστα Ανδρίτσου. Πάντα σημειώνω ότι δεν έχω υπόψη μου έργα με το αντίστροφο, δηλαδή ο άνδρας να αυτοθυσιάζεται για τη γυναίκα. Και τελικά πέφτω πάνω στην «Μούμια», όπου βλέπουμε τον Τομ Κρουζ να αυτοθυσιάζεται για να φέρει στη ζωή την Τζένη.
  Δεν είμαι φαν του είδους αλλά την είδα ευχάριστα, αν και οι κλειστοφοβικοί εσωτερικοί χώροι του δεύτερου μισού της ταινίας με ψυχοπλάκωσαν. Μπορώ να υποθέσω όμως ότι είναι μια καλή ταινία για τους λάτρεις του είδους.

   H HΗηη

Friday, June 16, 2017

Nicole Garcia, From the land to the moon (Mal de pierres, Illusion of love, Όλα όσα αγαπήσαμε, 2016)

Nicole Garcia, From the land to the moon (Mal de pierres, Illusion of love, Όλα όσα αγαπήσαμε, 2016)

  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Από όλους αυτούς τους τίτλους ο πιο κατάλληλος ίσως είναι ο γαλλικός «Πέτρες στα νεφρά» (θα δείτε παρακάτω) και ακόμη πιο κατάλληλος η «Ψευδαίσθηση του έρωτα».
  Την ταινία θα μπορούσαμε να τη χωρίσουμε σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι μια «Μαντάμ Μποβαρύ». Αν η μαντάμ Μποβαρύ ήταν μια περίπτωση οριακής (borderline) συναισθηματικής διαταραχής, η Γαβριέλα έχει περάσει το όριο. Όχι όμως πάρα πολύ.
  Ένα άτομο που αγαπάει την αποκρούει. Ο Μποβαρύ ο δικός της είναι ένας ισπανός μετανάστης που ξέφυγε από τον εμφύλιο (η υπόθεση διαδραματίζεται το 1950). Οι δικοί της έχουν αντιληφθεί πως την κοιτάζει. Του την προσφέρουν, μαζί με μια στήριξη οικονομική για την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Θα δεχθεί· με τη συμφωνία, όπως του δηλώνει, ο γάμος τους να είναι λευκός. Καμιά αντίρρηση, υπάρχουν κι άλλες γυναίκες· αυτές που πληρώνεις. Κάποια στιγμή αυτή, από περιέργεια; θα υποδυθεί το ρόλο μιας τέτοιας γυναίκας.
  Το δεύτερο μέρος είναι ένα «Μαγικό βουνό». Η Γαβριέλα έχει πέτρες στα νεφρά και θα πάει σε ένα θέρετρο στην Ελβετία για θεραπεία. Εκεί θα πλεχτεί ένα ειδύλλιο με έναν βαριά τραυματία ανθυπολοχαγό, από τον πόλεμο της Ινδοκίνας. Όταν τον παίρνουν από το θέρετρο τρέχει απελπισμένη να προλάβει το νοσοκομειακό. Δεν θα τα καταφέρει.
  Το τρίτο μέρος είναι η ψευδαίσθηση του έρωτα, που εμείς πάλι θα το ονομάζαμε η δύναμη του έρωτα. Πόσα πράγματα μπορεί να κάνει ένας άντρας για τη γυναίκα που αγαπά;

  Εντυπωσιακά συγκινητικό το τέλος, δεν πρέπει να χάσετε αυτή την ταινία. Η Μαριόν Κοτιγιάρ είναι εξαιρετική στο ρόλο της, αλλά και ο Λουί Γκαρέλ.