Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, April 25, 2026

Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 


  Σε ένα στρατόπεδο προσφύγων κοντά στη Δαμασκό ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί, σε αυτό το ενδεκάλεπτο φιλμ, παιδιά που παίζουν. Πήρε και «συνέντευξη» από κάποια. Στη συνέχεια τους έδειξε τις σκηνές που είχε τραβήξει και τα παιδιά έμειναν κατενθουσιασμένα.

  Τα θαύμασα αυτά τα παιδιά.

  Είχαν όνειρα.

  Θέλω να γίνω γιατρός.

  Θέλω να γίνω δάσκαλος.

  Ενώ εμείς στην ηλικία τους:

  Εγώ: να γίνω αγροφύλακας.

  Ο φίλος μου ο Γιάννης: Να γίνει ηλεκτρολόγος.

  Ο φίλος μου ο Αντώνης: Να γίνει χωροφύλακας.

  Τι να έγιναν άραγε αυτά τα παιδιά; Ικανοποίησαν τα όνειρά τους;

Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 


  Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο: αμετάφραστος, καθώς περιέχει το εφέ της δισημίας: shoot, πυροβολώ, και shoot, κινηματογραφώ.

  Μετά τη «Συνεκδοχή» την οποία είδα πριν 17 χρόνια και για την οποία διάβασα ότι υπάρχει ειδική ιστοσελίδα που την αναλύει γιατί είναι εντελώς ακαταλαβίστικη, είπα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδώ Κάουφμαν. Όμως ο φίλος μου ο Γιάννης διάβασε μια ενθουσιαστική κριτική για το How to shoot a ghost και μου ζήτησε να τη δούμε.

  Είπα να μην του χαλάσω το χατίρι.

  Δεν με απογοήτευσε όπως φοβόμουνα, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μόλις 27 λεπτών. Δεν περίμενα να δω μια ιστορία, μια «πράξη σπουδαία και τελεία» όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, δηλαδή μια συναρπαστική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και έτσι δεν απογοητεύθηκα. Την είδα σαν ένα slide show, μόνο που εδώ δεν έχουμε εικόνες αλλά reels, πλάνα.

  Είδαμε και τον κινηματογράφο Στούντιο, σε ένα πλάνο.

  Και βέβαια υπάρχει ο υποτυπώδης αφηγηματικός ιστός. Η Ανθή και ο Ρατέμπ, που μόλις έχουν πεθάνει, περιπλανούνται στους δρόμους της Αθήνας. Σαν φαντάσματα που είναι κανείς δεν τους παίρνει χαμπάρι, ούτε καν την polaroid που κουβαλάει η Ανθή.

  (Η πρώτη φωτογραφική μηχανή που αγόρασα, όταν γεννήθηκε ο γιος μου, για να τον βγάζουμε φωτογραφίες. Τις φωτογραφίες που έχω των γονιών μου της έβγαλα με τη φωτογραφική μηχανή της Ελένης. Τώρα μη με ρωτήσετε ποιας Ελένης, και δεν κρατηθώ και σας απαντήσω χυδαία. Είμασταν φτωχοί εκείνη την εποχή, και εγώ και οι φίλοι μου, δεν θυμάμαι κανένα τους να είχε φωτογραφική μηχανή).

  Μια αφηγήτρια μας αφηγείται κάποια πράγματα για τη ζωή τους, τότε που ήσαν ζωντανοί.

  Μια ατάκα, από τις παλαβές του Κάουφμαν: Στην πόλη, το χρώμα της αλήθειας αλλάζει όπως το χρώμα ενός φαντάσματος στο φως.

  Αυτή όμως όχι, είναι μια ωραία μεταφορά: Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα παρά γραμμές πάνω σε χαρτί, και μας έχουν γράψει in water. Ρώτησα το perplexity πώς θα μου το μετάφραζε, είχα κολλήσει στο in water, δεν με ικανοποίησε η μετάφραση, το νόημα όμως είναι σαφές. Και τελικά δεν είναι ακριβώς του Κάουφμαν, την εμπνεύστηκε από το επίγραμμα στον τάφο του John Keats, στη Ρώμη: Here lies one whose name was writ in water». Εκφράζει την ευθραυστότητα, την παροδικότητα της ύπαρξης.

  Βλέπουμε και αρχειακό υλικό, όπως γερμανούς στρατιώτες στην Ακρόπολη, με την Ανθή να σχολιάζει: Τα μάρμαρα φαγώθηκαν από τη μόλυνση γιατί κανείς δεν νοιάζεται.

  Και αυτή η ατάκα δεν είναι καθόλου παλαβή.

  Η Ανθή δεν φωτογραφίζει μόνο ζωντανούς αλλά και άλλα φαντάσματα σαν αυτούς.

  Καθώς έχω γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία, το πρώτο μου, ξαφνικά αναρωτήθηκα: Έχει γούστο!!!

  Τελικά την ταινία την απολαμβάνεις σαν ονειρικά πλάνα, με την κάμερα να παίζει συχνά με το φως δημιουργώντας μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.

  Όχι πάντα.

  Βλέπουμε και ένα μπουζουξή να παίζει το μπουζούκι του.

  Δεν θυμάμαι αν ήταν από τους ζωντανούς ή από τους πεθαμένους.

  Το ότι η «πλοκή» διαδραματίζεται στην Αθήνα κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα για μας τους έλληνες.

  Το 6,4 που έχει δεν με εξέπληξε.

Friday, April 24, 2026

Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: εμείς λέμε “βίβα το πρώτο” — που φυσικά δεν είναι ποτέ το πρώτο. Οι Κινέζοι λένε 最后一杯, (zuihou yi bei) “το τελευταίο ποτήρι” — που επίσης δεν είναι ποτέ το τελευταίο. Οι Ιταλοί λένε un ultimo per la strada — ένα τελευταίο για τον δρόμο, που δεν είναι ποτέ το τελευταίο πριν φύγουν.

  Ας το πω από τώρα: η ταινία δεν μου άρεσε, όχι γιατί είναι κακή, εξάλλου έχει 7,2 βαθμολογία, αλλά απλά αυτές οι road movie δεν είναι του γούστου μου. Αλλά έπρεπε να γράψω κάτι για την ταινία, και επειδή βαριέμαι να ανασυνθέτω την πλοκή, και ο σύνδεσμος της βικιπαίδειας δεν γράφει τίποτα, επιστράτευσα το chatgtp να μου τη δώσει. Είναι αυτή εδώ, με μικροαλλαγές που έχω κάνει.

  Η ταινία Le città di pianura (Οι πόλεις της πεδιάδας) ακολουθεί μια σχετικά απλή πλοκή. Είναι ένα road movie, αλλά χωρίς σασπένς, όμως με κάποια, χιουμοριστικά τα περισσότερα, απρόοπτα.

  Δύο άντρες γύρω στα πενήντα, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο, ζουν μια άστατη και σχεδόν εφηβική ζωή: χωρίς χρήματα, χωρίς σταθερή κατεύθυνση, περνούν τις νύχτες τους πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ, κυνηγώντας το «τελευταίο ποτό» σαν να είναι ένα είδος τελετουργίας που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.

  Μια νύχτα, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπλάνησης με το αυτοκίνητο μέσα στην επίπεδη επαρχία του Βένετο, συναντούν τυχαία τον Τζούλιο, έναν νεαρό και μάλλον συνεσταλμένο φοιτητή αρχιτεκτονικής και τον παρασύρουν στις περιπλανήσεις τους-και στο ποτό, φυσικά.

  Σχεδόν πάντα είναι μεθυσμένοι.

  Οι γνώσεις της αρχιτεκτονικής του Τζούλιο θα είναι αιτία να αποκτήσουν κάποια χρήματα «για το δρόμο». Αυτοί τον μπάζουν στα μυστικά του πληρωμένου έρωτα, όμως αυτό το βλέπουμε εντελώς ελλειπτικά.

  Μια στενή σχέση αναπτύσσεται, που όμως κάποτε θα είχε ένα τέλος, ο Τζούλιο πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του.

  Το πόσο στενή έγινε αυτή η σχέση φαίνεται από τα τελευταία πλάνα.

  Που φυσικά δεν θα σας τα αποκαλύψω.

  Τελικά δεν έκανα μικροαλλαγές όπως είχα σκοπό, αλλά μεγάλες αλλαγές, περικοπές και προσθήκες.

  Αν αποφασίσετε να δείτε την ταινία, ελπίζω να σας αρέσει.

Brandt Andersen, Η περίπτωση των ξένων (I was a stranger, 2025)

 Brandt Andersen, Η περίπτωση των ξένων (I was a stranger, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Έχω μιλήσει για τις ειδολογικές μου προτιμήσεις, αλλά και για τις θεματικές. Με συγκινεί η μοίρα των σημερινών «Κολασμένων της γης», των λαθρομεταναστών. Και αυτό ακριβώς είναι το θέμα της ταινίας.

  Είναι χωρισμένη σε «κεφάλαια».

  Το πρώτο είναι ο εμφύλιος στη Συρία.

  Οι κυβερνητικοί, μπααθιστές, κατηγορούσαν τους αντιπάλους τους ως σιωνιστές.

  Μα είναι δυνατόν;

  Ρώτησα το perplexity: όχι, ήταν για να τους δυσφημίσουν.

  Επίσης μου είπε ότι σήμερα στη Συρία γίνεται μύλος. Είναι κατακερματισμένη, με τους μπααθιστές να μην ελέγχουν εδάφη αλλά να ασκούν επιρροή. Η ισλαμική κυβέρνηση δεν ελέγχει καν απόλυτα την Δαμασκό.

  Οι συγκρούσεις δεν έχουν σταματήσει, και η εισροή προσφύγων είναι συνεχής. Βόμβες, συμπλοκές, τραυματίες, καλύπτουν το πρώτο «κεφάλαιο».

  Στα επόμενα κεφάλαια μεταβαίνουμε σε στρατόπεδο προσφύγων στην Τουρκία. Εκεί δρουν οι διακινητές, και έναντι αδρής αμοιβής μεταφέρουν τους πρόσφυγες στην Ελλάδα.

  Τα τελευταία δύο «κεφάλαια» είναι συγκλονιστικά: η μετάβαση στη βάρκα, και η διάσωση από την ελληνική ακτοφυλακή. Σ’ αυτό το τελευταίο κεφάλαιο ακούμε μόνο ελληνικά.

  Είναι μια ταινία συγκλονιστική. 

  Και όχι μόνο για μένα.

  8,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 9.

Thursday, April 23, 2026

Mario Martone, Γυναίκες έξω (Fuori, 2025)

 Mario Martone, Γυναίκες έξω (Fuori, 2025)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Η ταινία είναι βιογραφική. Βασίζεται στη ζωή της Ιταλίδας συγγραφέως Goliarda Sapienza (1924-1996) και εστιάζει κυρίως σε ένα καθοριστικό επεισόδιο της ζωής της, την φυλάκισή της.

  Η ιστορία ξεκινά στη Ρώμη, στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η Γκολιάρντα, μια διανοούμενη και συγγραφέας που δυσκολεύεται να βρει αναγνώριση, ζει σε οικονομική και ψυχολογική πίεση. Σε μια στιγμή απόγνωσης και παρόρμησης, διαπράττει μια μικροκλοπή — αφαιρεί κοσμήματα από ένα σπίτι — και τελικά συλλαμβάνεται.

  Οδηγείται στη φυλακή, όπου έρχεται σε επαφή με έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό της: γυναίκες από λαϊκά στρώματα, με σκληρές ζωές, παραβατικότητα, αλλά και έντονη αίσθηση αλληλεγγύης. Στην αρχή η Γκολιάρντα είναι αποστασιοποιημένη, παρατηρητική, σχεδόν σαν να μελετά αυτό το περιβάλλον. Σταδιακά όμως δημιουργεί σχέσεις, ιδιαίτερα με δύο νεαρές συγκρατούμενες, με τις οποίες αναπτύσσει έναν ισχυρό δεσμό.

  Αποφυλακίζεται, όμως η φιλία με αυτές τις δυο συγκρατούμενές της διατηρείται. Η σχέση τους δοκιμάζεται από εντάσεις, ζήλια και διαφορετικές προσδοκίες, αλλά παραμένει βαθιά συναισθηματική. Τις εμπειρίες της, εντός και εκτός φυλακής με τις συγκρατούμενές της (πλάνα στη φυλακή εναλλάσσονται με πλάνα εκτός) τις καταθέτει σε δυο βιβλία της. Όμως το αριστούργημά της, «Η τέχνη της χαράς», που απορρίφτηκε από ιταλούς εκδότες, θα εκδοθεί στα γαλλικά χάρη στην επιμονή και τις ενέργειες του συζύγου της και θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Στα ιταλικά θα εκδοθεί το 2008, 32 χρόνια μετά τη συγγραφή του.

  Το 6 στο IMDb την αδικεί κατάφορα. Εγώ έβαλα 7.

  Ξεχάσαμε να το γράψουμε, στο ρόλο της Sapienza είναι η ελληνικής καταγωγής (από τη μητέρα της) Valeria Golino. Και η ερμηνεία της είναι εξαιρετική.

Wednesday, April 22, 2026

Dang Thai Hyuen, Red rain (2025)

 Dang Thai Hyuen, Red rain (2025)

 


  Η ταινία αναφέρεται σε ένα πραγματικό γεγονός, την υπεράσπιση μιας οχυρωμένης βουνοκορφής. Ο λόγος; Εκείνη την ώρα διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για συμφωνία ειρήνης στο Παρίσι, και έπρεπε πάση θυσία να κρατηθεί, ως ισχυρό χαρτί στις διαπραγματεύσεις.

  Μου αρέσουν οι πολεμικές ταινίες, και αυτή εδώ ήταν εντυπωσιακή. Δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε την αυτοθυσία των βοριοβιετναμέζων στρατιωτών. Οι απώλειες που είχαν ήταν τεράστιες.  

  Όπως σε κάθε πολεμική ταινία, υπάρχει και εδώ το romance. Που όμως δεν θα ολοκληρωθεί, καθώς ο αγαπημένος σκοτώνεται, παίρνοντας μέρος σε μια ομάδα αυτοκτονίας, για να διευκολύνουν την αποχώρηση των δυνάμεών τους. Θυμάμαι μια ανάλογη ταινία, την «Κινέζα χήρα» (2017) του Bille August, που είχε ανάλογο unhappy end. Σ’ αυτήν είναι η γυναίκα που σκοτώνεται, όχι ο άντρας.

  Στη συμφωνία που υπεγράφη, οι αμερικανοί έπρεπε να αποχωρίσουν. Δεν ήταν δικός τους ο πόλεμος. Και πράγματι αποχώρισαν το 1973. Ο πόλεμος έληξε με την άνευ όρων παράδοσης του Νότιου Βιετνάμ το 1975. Δεν πήγαν χαμένες οι θυσίες των βορειοβιετναμέζων, σκληρό τίμημα για τη νίκη τους.

  Αυτό που με εντυπωσίασε είναι ότι, τελικά, όλοι οι ασιάτες έχουν μανία με τις πολεμικές τέχνες. Πάρα πολλές σκηνές ήταν συμπλοκές σώμα με σώμα. Στο τέλος μάλιστα, ο νοτιοβιετναμέζος ρίχνει κάτω το πιστόλι του για να αγωνιστεί σώμα με σώμα με τον βορειοβιετναμέζο.

  Εξαιρετική ταινία, το 7,6 της βαθμολογίας της δεν τα λέει όλα: όλα τα λέει το ότι ήταν η βιετναμέζικη ταινία με τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία που υπήρξε ποτέ.  

  Έσπασα πλάκα με το παρακάτω που διάβασα στη βικιπαίδεια: It was selected as the Vietnamese entry for Best International Feature Film at 98th Academy Awards, and was not nominated.

  Σιγά μην προκρινόταν, η βιετναμέζοι το ήξεραν πολύ καλά όταν την έστειλαν. Μάλλον την έστειλαν για να χλευάσουν τους αμερικάνους.

  Τότε οι αμερικάνοι ξεμπέρδεψαν αφήνοντας όμως πίσω τους χιλιάδες νεκρούς, και δικούς τους και βιετναμέζους.

  Το ίδιο χουνέρι δεν έπαθαν και στο Αφγανιστάν;

  Και το μεγάλο σασπένς: Πώς θα εξελιχθεί η σύγκρουση με το Ιράν;

Mohammad Hamzei, Azar (2017)

 Mohammad Hamzei, Azar (2017)

 


  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Hamzei «Ο αρχηγός» στο Στούντιο και στο Αθήναιο στις 30 Απριλίου.

  H Αζάρ (που σημαίνει φωτιά στα ιρανικά) μου θύμισε την «Σάρα» (1993) του δολοφονημένου Dariush Mehrjui, μεταφορά της Νόρας («Κουκλόσπιτο») του Ίψεν.

  Ο άντρας της μαζί με τον ξάδελφό του στήνουν μια επιχείρηση, εστιατόριο με ντελίβερι ταυτόχρονα. Όμως κάπου την σπάει ο ξάδελφος στα οικονομικά, αφήνοντας τον εκτεθειμένο. Τσακώνονται. Του δίνει μια σπρωξιά.

  Όσα δεν φέρνει η ώρα τα φέρνει μια στιγμή. Ο ξάδελφος πέφτει πίσω, με το κεφάλι του να κτυπάει στο σώμα ενός καλοριφέρ. Πεθαίνει.

  Και τώρα τι γίνεται;

  Στον κόσμο μας, φόνος εξ αμελείας, όχι εκ προμελέτης, με μια πολύ ελαφρότερη ποινή.

  Δεν μπορεί, το ίδιο θα συμβαίνει και στο Ιράν.

  Αναρωτιόμουνα.

  Αμ δε.

  Αντιγράφω την ατάκα: -Είμαι τόσο κοντά στο θάνατο.

  Αυτό της το λέει ο άντρας της, στη φυλακή.

  Ας κάνω ένα γενικότερο σχόλιο. Μια είναι η θρησκεία, ο ιουδαϊσμός. Με δυο μεγάλες αιρέσεις, τον χριστιανισμό και τον μουσουλμανισμό. Ο ιουδαϊσμός βρίσκεται πιο κοντά στον μουσουλμανισμό: απαγόρευση χοιρινού κρέατος, περιτομή. Το ότι οι εβραίοι δεν λιθοβολούν την μοιχαλίδα και δεν ακολουθούν το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» του προφήτη τους του Μωυσή, είναι γιατί κουβάλησαν στο Ισραήλ την ευρωπαϊκή κουλτούρα τους, διώχνοντας τους Παλαιστίνιους από τις εστίες τους.

  Η σαρία είναι σαφής: ο φόνος πληρώνεται με φόνο. Εκτός και αν οι συγγενείς του σκοτωμένου δεχθούν να «δεχθούν» χρηματική αποζημίωση από τον φονιά.

  Ο πατέρας του σκοτωμένου δεν είναι καθόλου διατεθειμένος για κάτι τέτοιο.

  Στην απελπισία του τον καλεί στη φυλακή και του λέει ότι τσακώθηκε με το γιο του γιατί γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του. Αυτός, για να δεχθεί την χρηματική αποζημίωση θέτει έναν όρο: να χωρίσει με τη γυναίκα του.

  Την καλεί στη φυλακή και της το λέει. Θα χωρίσουν εικονικά. Όταν αποφυλακισθεί θα την πάρει να φύγουν σε άλλη γη σ’ άλλα μέρη, που δεν τους ξέρει κανείς. Της ομολογεί τι είπε στον πατέρα του σκοτωμένου, φοβόταν για τη ζωή του.

  Στο μεταξύ αυτή γίνεται ρόμπα στα μάτια όλων.

  Όμως αποκαλύπτεται το ψέμα, τι γλυκοκοίταζε τη γυναίκα του ο ξάδελφος, αφού ήταν ήδη αρραβωνιασμένος, όμως δεν τολμούσε να το πει στον πατέρα του γιατί δεν θα συναινούσε στο γάμο.

  Η Αζάρ, όπως και η Σάρα, όπως και η Νόρα, ζητάει διαζύγιο, πραγματικό και όχι εικονικό.

  Θα πάει να μείνει με τους γονείς της. Την εξευτέλισε ο άντρας της με αυτό που έκανε, δεν τον θέλει πιά.

  Περίεργο:

  Το 2000 που η Μαρζιέ Μεσκινί, η γυναίκα του Mohsen Makhmalmbaf, γύρισε την ταινία «Την ημέρα που έγινα γυναίκα», η γυναίκα δεν απαγορευόταν να πηγαίνει με ποδήλατο, παρόλο που η κοινωνία το έβρισκε κατακριτέο. Όμως, διαβάζω στην ανάρτησή μου, «Αν και δεν υπάρχει επίσημος νόμος που να απαγορεύει στις γυναίκες να ποδηλατούν, το 2016 ο Ανώτατος Ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ [Αυτόν που σκότωσαν πρόσφατα οι αμερικάνοι], εξέδωσε φετφά (θρησκευτική γνωμοδότηση) που απαγορεύει στις γυναίκες να ποδηλατούν σε δημόσιους χώρους, θεωρώντας ότι αυτό μπορεί να προκαλέσει "ηθική διαφθορά" και να παραβιάσει την "αγνότητα" των γυναικών».

  Για τις μηχανές, τις μοτοσυκλέτες, φαίνεται δεν υπήρχε ανάλογο φετφά. Ο άντρας της και ο γιος της την παρακολουθούν σε αγώνα motocross, γεμάτοι θαυμασμό, στην αρχή της ταινίας. Όμως, όταν ο ντελιβεράς του εστιατορίου απουσιάζει, η Νίκι Καρίμι (εξαιρετική στο ρόλο της) θα παραδίδει η ίδια τις παραγγελίες με τη μηχανή της, προς αγανάκτηση του πατέρα του σκοτωμένου που έτυχε να τη δει.

  Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, και με την ενθάρρυνση των δύο υπαλλήλων τους, είχε αποφασίσει να κρατήσει το μαγαζί.

  Σε μια κοινωνία που η γυναίκα μετράει το μισό ενός άντρα, έχω δει ταινίες, που δεν τις θυμάμαι, στις οποίες παρουσιάζεται η γυναίκα με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Τη «Σάρα» την ανέφερα, θυμάμαι και την «Ταρανέ» (2002) του Ρασούλ Σαντραμελί.

  Από τους 351 που βαθμολόγησαν, ο μέσος όρος βγήκε 4,6. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι περισσότεροι ήταν φαλλοκράτες ιρανοί. Εγώ έβαλα 8.

  Την ταινία την βρήκα στο https://www.imvbox.com/en, όπου είχα συνδρομή για τρία νομίζω χρόνια. Μετά σταμάτησα, δεν είχε νόημα. Παράτησα την «Εισαγωγή στον Ιρανικό κινηματογράφο» στην ενότητα με τον κινηματογράφο για παιδιά (μετεπαναστατικά), και δεν θα επιστρέψω παρά αφού τελειώσω – αν τελειώσω – την «Εισαγωγή στον κινέζικο κινηματογράφο». Από περιέργεια έψαξα για άλλες ταινίες του Hamzei στο imvbox. Ήταν η μοναδική που είχε υπότιτλους (πάντα τις έβλεπα με τους αγγλικούς). Ο «Αρχηγός» δεν υπήρχε, αλλά φαντάζομαι θα μας στείλει σύνδεσμο ο Κοσσιβάκης που μας ενημέρωσε για την προβολή.