Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Monday, August 3, 2026

John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 John Sayles, Στην άκρη του κόσμου (Limbo, 1999)

 


  Έχω αναφερθεί πολλές φορές σ’ αυτή την ταινία για το ανοικτό της τέλος, έχοντας ξεχάσει τον τίτλο. Τελικά μου την βρήκε ο γιος μου και την ξαναείδα.

  Είναι περιπέτεια.

  Κεντρικά πρόσωπα είναι αυτός, αυτή και η κόρη της. Αυτός, θέλοντας να εξυπηρετήσει τον ανεπρόκοπο ετεροθαλή αδελφό του, θα τον συνοδεύσει στο σκάφος του μαζί με την φίλη του και την κόρη της.

  Στο σκάφος του αποκαλύπτει περί τίνος πρόκειται. Θα συναντήσουν τους κακούς (νομίζουν ότι πούλησε το χασίσι και κράτησε τα λεφτά ενώ αυτός το πέταξε στη θάλασσα για να μην το βρει η ακτοφυλακή, λάθος του, γιατί άλλον έψαχναν). Έχοντας μια «οικογένεια» μαζί του πιστεύει ότι θα μπορέσει να διαπραγματευτεί την εξόφλησή τους με υποθήκη. Το ραντεβού είναι σε κάποιο σημείο, στην άγρια Αλάσκα.

  Όμως αυτοί εμφανίζονται πιο πρώτα, όχι στο σημείο που είχαν δώσει ραντεβού, και τον σκοτώνουν. Αυτός, αυτή και η κόρη της πέφτουν στη θάλασσα και κολυμπούν στην ακτή. Τους πυροβολούν αλλά δεν τους πετυχαίνουν.

  Κρύβονται.

  Τελικά οι κακοί αποχωρούν.

  Και αρχίζει η μάχη για την επιβίωση.

  Προτεραιότητα το νερό.

  Βρίσκουν και κάποια φαγώσιμα είδη.

  Τύχη βουνό, βρίσκουν μια καλύβα.

  Ψαρεύουν κιόλας.

  Η μικρή βρίσκει το ημερολόγιο ενός κοριτσιού. Έξυπνο ιντερμέτζο, αφήγηση μιας ιστορίας επιβίωσης μιας οικογένειας που είχε εγκατασταθεί εκεί για να εκθρέψει αλεπούδες για τη γούνα τους. Όμως τα πράγματα τους ήλθαν στραβά.

  Ένα υδροπλάνο προσγειώνεται. Είναι ο Κρις Κριστόφερσον. Του λένε τα καθέκαστα. Αυτός τους λέει τα δυο ονόματα των κακών, τον μίσθωσαν για να ψάξει μήπως υπάρχουν άτομα σ’ αυτή την περιοχή. Εκείνος με τη σειρά του είπε ότι σκότωσε τον αδελφό του ενώ αυτοί κατάφεραν να ξεφύγουν.

  Τι θα κάνει άραγε, θα τους «καρφώσει» στους κακούς ώστε να έλθουν να τους σκοτώσουν; (Αυτός υπήρξε άθελά του αίτιος του θανάτου του αδελφού του. Φαινομενικά δεν του κρατάει κακία, αλλά ποιος ξέρει). Ή θα φωνάξει βοήθεια; Έχει φήμη καλού ανθρώπου.

  Βλέπουν ένα υδροπλάνο και πλησιάζει. Είναι μεγάλο. Γιατί άραγε; Για να χωρέσουν; Ή μήπως για να χωρέσουν οι κακοί που τους κυνηγάνε;

  Θα ξαναγράψω την παράφραση που έκανα μόλις στην προηγούμενη ανάρτησή μου για την ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν «Η παρακολούθηση» που παίζεται αυτή τη βδομάδα στους κινηματογράφους: τέλος κακό όλα κακά.

  Ο σκηνοθέτης παραβιάζει κατάφορα μια αφηγηματική σύμβαση χωρίς αποχρόντα λόγο κατά τη γνώμη μου. Δεν θα μάθουμε αν στο υδροπλάνο που καταφτάνει είναι οι σωτήρες τους ή οι εκτελεστές τους.

  Στις περιπέτειες, εκτός και πρόκειται για πραγματικές ιστορίες, το τέλος είναι πάντα happy, οι ήρωες καταφέρνουν να γλιτώσουν. Εδώ γιατί;

  Έχω δει και άλλες ταινίες με ανοικτό τέλος, που όμως εξυπηρετούν ένα σκοπό. Πρόχειρο  έχω πάντα τον «Ένα χωρισμό» του Ασγάρ Φαρχάντι. Η ταινία τελειώνει χωρίς να μας λέγεται με ποιον γονέα αποφάσισε να μείνει τελικά το κοριτσάκι. Αυτό όμως είχε το λόγο του. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να μας ξεστρατίσει από το στόχο του, που είναι να καταδείξει ότι δεν έχει σημασία ποιο γονέα διάλεξε τελικά το κοριτσάκι, σημασία έχει ότι το κοριτσάκι υποφέρει από το χωρισμό των γονιών του.

  «Δεν με νοιάζει να έχω δυο μπαμπάδες και δυο μαμάδες», δικιά μου ιστορία αυτή.

  Όμως δεν ήμουν καθόλου σίγουρος.

  Να το ξαναπώ: παρά τις εξαιρετικές ερμηνείες, παρά τη συναρπαστική πλοκή, παρά το 6,9 της βαθμολογίας της, η ταινία, λόγω του τέλους, ή μάλλον του μη-τέλους, με ξενέρωσε.  

Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 Christopher Nolan, Η παρακολούθηση (Following, 1998)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.

  Ένας συγγραφέας που ψάχνει υλικό για το βιβλίο του, μου θύμισε τους «Επτά ψυχοπαθείς» που εξακολουθεί να προβάλλεται. Και όπως και στους «Επτά ψυχοπαθείς», εμπλέκεται με τους κακοποιούς.

  Μετά το νταβαντούρι με την «Οδύσσεια» του Νόλαν, με την αναθέρμανση του ενδιαφέροντος του κοινού για τον σκηνοθέτη, ήταν σχεδόν φυσιολογικό να «ξεθαφτεί» το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, η «Παρακολούθηση». written, produced, directed, photographed από τον εικοσιοκτάχρονο Νόλαν, δεν είναι κάτι που θα μας εκπλήξει, όπως και το ασπρόμαυρο, που δεν νομίζω να το επέλεξε με αισθητικά κριτήρια παρά μόνο με το κριτήριο του προϋπολογισμού. Το ίδιο και το μικρό της μήκος, μόλις μια ώρα και δέκα λεπτά. Λεπτομέρειες μπορείτε να διαβάσετε στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Ο επίδοξος συγγραφέας παρακολουθεί τους ανθρώπους, αναζητώντας έμπνευση. Κάποιος θα τον αντιληφθεί ότι τον παρακολουθεί. Είναι μικροκακοποιός, που διαφέρει από τους άλλους κακοποιούς. Έχει τα δικά του σκεπτικά, να σχηματίσει μια εικόνα για τους ιδιοκτήτες, να τους «ταράξει» με τις επιλογές των αντικειμένων που θα κλέψει…

  Ο συγγραφέας θα τον ακολουθήσει, μπαίνοντας και ο ίδιος στο κόλπο.

  Όμως είχε παρακολουθήσει και μια γυναίκα.

  Η οποία θα εμπλακεί στην υπόθεση.

  Ευφάνταστο το σενάριο, συνεχείς ανατροπές και απροσδόκητα, δεν είναι έκπληξη η βαθμολογία της ταινίας, 7,4.

  Τέλος κακό όλα κακά, μου αρέσει να παραφράζω.

  Η αφηγηματική αναμονή σε τέτοιου είδους ταινίες, crime, είναι ο κακός να τιμωρείται, όχι να την πληρώνει ο αθώος.

  Αναγκαστικά έκανα το σπόιλερ για να δικαιολογήσω γιατί δεν μου άρεσε.

  7,4 η βαθμολογία της, εσάς μπορεί να σας αρέσει.

Sunday, August 2, 2026

Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 Martin Scorsese, Ο ταξιτζής (Taxi driver, 1976)

 


  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους

  Με ενδιαφέρον ξαναείδα την ταινία, που θυμάμαι πόσο μου άρεσε όταν την είχα πρωτοδεί.

  Βετεράνος του Βιετνάμ ο Ρόμπερτ ντε Νίρο (εξαιρετική ερμηνεία), υποφέρει από κατάθλιψη. Ζει μόνος, υποφέρει από αϋπνίες.

  Πώς να τις αντιμετωπίσει;

  Δουλεύοντας ταξιτζής, νυχτερινή βάρδια.

  Θα έχει διάφορες εμπειρίες με πελάτες. Ένας πελάτης είναι ο Σκορσέζε. Του λέει να σταματήσει σε μια πολυκατοικία. Να κοιτάξει ένα παράθυρο. Είναι μια γυναίκα. Είναι η γυναίκα του. Με έναν μαύρο. Του λέει ότι θα πάει να τους σκοτώσει.

  Του αρέσει μια γυναίκα, η οποία είναι στην ομάδα υποστήριξης ενός υποψηφίου για την προεδρία.

  Έξυπνο το φλερτ, τα καταφέρνει.

  Στην αρχή καφετέρια.

  Μετά σινεμά.

  Τώρα τι του ήλθε του ευλογημένου να την πάει σε ένα σινεμά που προβάλει πορνοταινίες;

  Θα το βάλει στα πόδια, και δεν θέλει να τον ξαναδεί.

  Κάθε προσπάθεια επαναπροσέγγισης καταλήγει σε αποτυχία. Θα διωχθεί κακήν κακώς από το εκλογικό κέντρο.

  Στον πρώτο σημαντικό ρόλο της η δεκατετράχρονη τότε Jodie Foster, που τη θαυμάσαμε όλοι στη «Σιωπή των αμνών»:  στο ρόλο μιας δωδεκάχρονης πόρνης.

  Ο Ντε Νίρο κουρεύει το κεφάλι του σαν ινδιάνος, γουλί αφήνοντας όμως με μια γραμμή στη μέση. Μου θύμισε το σκίτσο του Ίντσου Να Τιάρα Λαμάτα, του Γενναίου Αετού με την Τρυφερή Καρδιά, κορυφαίου ποδοσφαιριστή στο παιδικό μου ανάγνωσμα «Γκρέκο, ο ήρως των γηπέδων», κάποιοι της γενιάς μου μπορεί να το διάβαζαν.

  Διάβασα, αν θυμάμαι καλά, ότι το κούρεμα αυτό συμβολίζει την αγνότητα της προαποικιακής, προ-κολομβιανής εποχής. Αλλά το chatgpt μου λέει ότι αυτός ο συμβολισμός δεν είναι ευρέως αποδεκτός. «Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία είναι ότι θυμίζει πολεμιστή/μονομάχο και δηλώνει ότι ο Τράβις έχει περάσει σε μια κατάσταση «πολέμου» και αυτοκαταστροφής». Πράγματι, γεμίζει ένα φάκελο με λεφτά για την Τζόντι λέγοντάς της ότι σε λίγο θα είναι νεκρός. Σίγουρα βρίσκεται σε κατάσταση αυτοκαταστροφής.

  Θα αποτύχει να δολοφονήσει τον υποψήφιο πρόεδρο, θα τον εντοπίσουν έγκαιρα όμως θα προλάβει να το σκάσει.

  Θα πάει εκεί που δουλεύει η Φόστερ, σαν πελάτης. Θέλει να τη βοηθήσει να δραπετεύσει από τον νταβατζή της και το αφεντικό του ξενοδοχείου-μπουρδέλου.

  Θα σκορπίσει το θάνατο, αλλά θα τραυματιστεί και ο ίδιος σοβαρά. Η Τζόντι θα σωθεί και θα γίνει ήρωας. Οι γονείς της θα τον κατευχαριστήσουν.

  Trivia: Κάποιος επώνυμος έσωσε μια ρουμάνα escort φυγαδεύοντάς τη στην πατρίδα της, βγάζοντάς της μάλλον καινούριο διαβατήριο, οι τράφικερ έχουν τις κοπέλες ομήρους κρατώντας τους τα διαβατήρια. Του έστειλε πολλά ευχαριστήρια γράμματα από την πατρίδα της. Παντρεύτηκε, και σε ένα από τα τέσσερα παιδιά της έδωσε το όνομά του.

  Θα κάνω ένα μικρό σπόιλερ, δεν μπορώ.

  Εκτός από το ότι ηρωοποιήθηκε που εξόντωσε τους κακοποιούς υπάρχει και μια μικρή νύξη για ένα ενδεχόμενο happy end με την κοπέλα που την πήγε στο πορνοσινεμά.

  8,2 η βαθμολογία της αξίζει να την (ξανα)δε

Friday, July 31, 2026

Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 Kei Ishikawa, Αχνή θέα των λόφων (A pale view of hills, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής Steven Tötösy de Zepetnek, θα συγκρίνω την ταινία με τα «Απομεινάρια μιας μέρας».

  Να πω καταρχάς ότι διάβασα και το μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro του οποίου αποτελεί μεταφορά, και από το οποίο ελάχιστα ξεφεύγει.

  Βλέπω δυο μεγάλες ομοιότητες:

  Η πρώτη: κινείται και αυτό σε δυο επίπεδα, με παρόμοια σχεδόν χρονική διαφορά. Εδώ είκοσι χρόνων, 1952 και 1982.

  Ο Ισιγκούρο, με το πρώτο του αυτό μυθιστόρημα, μεταβαίνει στη γενέθλια πόλη του, το μαρτυρικό Ναγκασάκι, από το οποίο μετακόμισαν οι γονείς του για την Αγγλία όταν ήταν τεσσάρων χρόνων, το 1958, αποτίοντάς του κατά κάποιο τρόπο ένα φόρο τιμής. 1952 το πρώτο επίπεδο, με τις αναμνήσεις της Etsuko. 1982 το δεύτερο, χρονιά κατά την οποία αφηγείται τις αναμνήσεις της στην κόρη της τη Niki.

  Η δεύτερη: γίνεται επίσης σύγκριση του παλιού με το καινούριο.

  Ο μαθητής κατηγορεί τον δάσκαλό του, πατέρα του Jiro, άντρα της Etsuko, ότι με τη διδασκαλία τους (υποταγή στους ανωτέρους, πίστη στη θεϊκή καταγωγή του αυτοκράτορα…) εξέθρεψαν τον μιλιταρισμό τον οποίο πλήρωσε πανάκριβα η Ιαπωνία. Οι αντιφρονούντες, πέντε φοιτητές, φυλακίσθηκαν το 1938, και ένας από τους υπεύθυνους ήταν αυτός. Αυτοί οι πέντε φοιτητές ανήκουν στους πρωτεργάτες των αλλαγών που συντελούνται σήμερα στην Ιαπωνία, αλλαγές που προωθήθηκαν σε μεγάλο βαθμό κατά την αμερικανική κατοχή, όπως ο εκδημοκρατισμός του πολιτεύματος.  Ακούς εκεί, η γυναίκα να ψηφίζει διαφορετικό κόμμα από ό,τι ο άντρας της; Και πού είναι η υποταγή;

  Trivia: Θυμάμαι που διάβασα πριν χρόνια, ότι όταν ο αυτοκράτορας δήλωσε ότι δεν έχει θεϊκή καταγωγή, κάποιοι γιαπωνέζοι αυτοκτόνησαν.

  Την αυτοκτονία οι γιαπωνέζοι την έχουν στο τσεπάκι τους. Η μεγάλη κόρη της Etsuko αυτοκτόνησε. Σε ένα μυθιστόρημα του Haruki Murakami, το «Νορβηγικό δάσος», υπάρχουν τουλάχιστον πέντε αυτοκτονίες.

  Υπάρχει και μια παράλληλη-παρόμοια ιστορία με αυτή της Etsuko, της Sachiko.

  Είναι από αυτούς που γλίτωσαν από την έκρηξη της μπόμπας. Αν θυμάμαι καλά (από το μυθιστόρημα), ο άντρας της και τα τέσσερα αδέλφια της σκοτώθηκαν.

  Ζει σε μια παράγκα με την κόρη της τη Mariko. Ατίθασο κοριτσάκι, της δημιουργεί συνεχώς προβλήματα. Η Etsuko τη βοηθάει βρίσκοντάς της δουλειά σε ένα μαγέρικο.

  Υπάρχουν μικροσασπένς, με την Mariko που εξαφανίζεται.

  Η Mariko νομίζει πως βλέπει μια γυναίκα.

  Η γυναίκα αυτή έπνιξε το μωρό της (υποθέτουμε, για να μη μεγαλώσει προβληματικό, έχοντας δεχθεί ραδιενέργεια) μέσα στο νερό του ποταμού, σαν γατί. Λίγο αργότερα αυτοκτόνησε.

  Η Etsuko ετοιμάζεται να αναχωρήσει για την Αμερική με τον Frank, που δεν τον χωνεύει καθόλου η Mariko.

  Στην ταινία δεν αναφέρεται ότι μια προηγούμενη φορά την έστησε, ότι είχε βρει μια γκόμενα. Είπαμε, σε μια ταινία δεν μπορούν να χωρέσουν όλα όσα υπάρχουν σε ένα μυθιστόρημα.

  Ας το πω από τώρα: ο Ishikawa «δεν μου πάει», όπως έλεγε ο Κουμανταρέας για τον Φώκνερ. Πολλά επεισόδια είναι άχρωμα, όπως μια εκδρομή, στην οποία η αφήγηση εστιάζει στην Mariko, επεισόδιο που δεν είναι καταλύτης, που να προωθεί δηλαδή τη δράση, αλλά και ελάχιστα δείκτης, που να φωτίζει μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο, με εξαίρεση εκείνο της Mariko, για την οποία έχουμε ήδη σχηματίσει μια εικόνα. Κάνει ένα παιδί να πέσει από το δέντρο όπου είχε επιχειρήσει να σκαρφαλώσει και αυτό ακολουθώντας τη (στην ταινία δεν φαίνεται η ενοχή της), και μιλάει άσχημα στους πελάτες στο φαγάδικο όπου εργάζεται η μητέρα της.

  Η Etsuko δεν έχει γεννήσει ακόμη, είναι έγκυος.

  Αφηγηματικό κενό:

  Ούτε η κόρη της η Keiko, την οποία γέννησε εν τω μεταξύ, ήθελε να πάει στην Αγγλία με τον καινούριο άντρα της μητέρας της. Ο Jiro τι απέγινε; Πέθανε; Χώρισαν;   

  Δεν μας λέει τίποτα ο Ισιγκούρο.

  Δεν χώνεψε ποτέ τον πατριό της.

  Τι άλλα προβλήματα να κουβαλούσε άραγε, που την ώθησαν να κρεμαστεί;

  6,5 η βαθμολογία της, με βρίσκει σύμφωνο.

Thursday, July 30, 2026

Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 Luchino Visconti, Η γοητεία της αμαρτίας (Gruppo di Famiglia in un Interno, 1974)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Πρώτη φορά βρέθηκα αμήχανος, πώς να προσλάβω την ταινία∙ δηλαδή ένα μέρος της.

  Η μεγαλοαστή επιμένει με το ζόρι να νοικιάσει τον πάνω όροφο του σπιτιού του ομότιμου καθηγητή Μπαρτ Λάνγκαστερ στο όνομα του νεαρού, κατά δεκατρία χρόνια μικρότερού της, εραστή της. Θα σκαρφιστεί χίλια όσα για να τον πείσει.

  Είναι παντρεμένη, ο άντρας της το ξέρει.

  Στο σπίτι του θα του κουβαλιούνται, εκτός από τον εραστή (για την ακρίβεια, επάγγελμα ζιγκολό), η κόρη της με το φίλο της. Είναι σεξουαλικά απελευθερωμένοι οι νέοι, θα τους δούμε σε τρίο.

  Είναι μήπως μια κριτική για την ασύδοτη σεξουαλικά μεγαλοαστική τάξη (μητέρα) αλλά και μια συμπαθητική εικόνα της σεξουαλικά απελευθερωμένης νεολαίας (κόρη);

  Ο Βισκόντι πιστεύω τους νέους τους βλέπει με συμπάθεια. Η κόρη έχει «ερωτευθεί» τον Μπαρτ Λάγκαστερ, κάποια στιγμή θα τον φιλήσει.

  Με μεγαλύτερη συμπάθεια όμως βλέπει τον εραστή, που είναι ένα διπλότυπο των φιλόδοξων νεαρών του Σταντάλ αλλά και κάποιων του Μπαλζάκ, που ονειρεύονται να ανέβουν κοινωνικά. Αυτό που καταφέρνει είναι να κερδίσει χρήματα, μη έχοντας καμιά αμφιβολία ότι κατά βάθος τον περιφρονούν.

  Κυρίως όμως η ταινία είναι, νομίζω, ένα σχόλιο πάνω στη μοναξιά της γεροντικής ηλικίας, που βέβαια με άγγιξε ιδιαίτερα. Καλύτερο το ταρακούνημα, όσο οδυνηρό αν είναι κάποιες φορές, παρά η μονοτονία της μοναξιάς.

  Βρε μα ποιον μου θυμίζει ο καθηγητής με το μουστάκι, ποιον μου θυμίζει…

  Στο τέλος θυμήθηκα: έναν άλλο καθηγητή.

  Και ένα τελευταίο σχόλιο.

  Γράφω συχνά ότι για μένα μετράει περισσότερο το σενάριο. Και το επεισόδιο που με καθήλωσε ιδιαίτερα ήταν η συζήτηση που είχαν τα μέλη αυτής της κομπανίας στο τέλος της ταινίας, συζήτηση και θέσεις πάνω σε θέματα πολύ ενδιαφέροντα.

  7,3 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8.

Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 Pedro Almodovar, Ψηλά τακούνια (Tacones lejanos, 1991)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Μεγάλος ο Αλμοδόβαρ, κρίμα που δεν έχω πια την πολυτέλεια (ουκέτι καιρός) να βλέπω πακέτο τέτοιους μεγάλους σκηνοθέτες, παρά μόνο ιρανούς και κινέζους. Βλέπω όμως κάθε ταινία τους που είναι σε επανέκδοση. Ελπίζω να ζήσω αρκετά ώστε να δω όσες ταινίες του δεν έχω δει, για την ακρίβεια δεν έχω ξαναδεί για να γράψω, όπως και του Μπέργκμαν. 

  Η ταινία ξεκινάει σαν δράμα, εξελίσσεται σαν δράμα, και τελειώνει σαν θρίλερ, με φοβερές ανατροπές. Πολύ ευφάνταστος ο Αλμοδόβαρ στη σύνθεση του σεναρίου του.

  Το δράμα:

  Η μητέρα ήταν χρόνια αποξενωμένη από την κόρη της, αφοσιωμένη στην καριέρα της. Το εφέ έκπληξης, που δεν θα το μαρτυρήσω: χάρη στην κόρη της μπόρεσε να κάνει αυτή την καριέρα. Τώρα που ξανασυναντιούνται, αρχίζουν να προσεγγίζουν η μια την άλλη.

  Υπάρχει μια ένταση στη σχέση τους: ο πρώην γκόμενος της μητέρας της είναι ο άντρας της.

  Που κάποια στιγμή θα δολοφονηθεί.

  Ποιος ή ποια τον σκότωσε;

  Οι υποψίες πέφτουν στην κόρη (Εξαιρετική η ερμηνεία της Victoria Abril, που χαρακτηρίζεται από πάθος και ένταση) Ο αστυνομικός επιθεωρητής δεν είναι πεπεισμένος, και θα την αποφυλακίσει.

  Έχει και άλλους λόγους (η φοβερή ανατροπή).

  Η κόρη έμεινε έγκυος από μια τραβεστί.

  Τι θα κάνει, θα το κρατήσει το παιδί; 

  Μόνο αυτό το σπόιλερ μπορώ να κάνω: η ταινία έχει happy end. Και το λέω γιατί στα κοινωνικά έργα (drama), σε αντίθεση με τα αστυνομικά, τις περιπέτειες, τις κωμωδίες, το happy end δεν είναι καθόλου δεδομένο, συχνά παίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή.

  Μου άρεσε φοβερά. Η βαθμολογία της είναι 7, αλλά εγώ έβαλα, σπάνιο για μένα, 9.

 

Wednesday, July 29, 2026

Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας

 Kazuo Ishiguro, Τα απομεινάρια μιας μέρας (μετ. Αργυρώ Μαντόγλου), Ψυχογιός 2017, σελ. 319

 


  Είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Kazuo Ishiguro, και το δεύτερό του που διαβάζω, μετά τα «Νυχτερινά».

  Χωρίς μείζονα σασπένς, με μια θεματική που εμένα σαν έλληνα δεν με ενδιέφερε (ο Butler αφήνεται αμετάφραστος, έχει πολλά καθήκοντα μου λέει το chatgpt, αλλά εδώ το κύριό του είναι υπεύθυνος προσωπικού), βρήκα εντούτοις ενδιαφέρουσες τις αφηγηματικές του τεχνικές.

  Η αφήγηση, πρωτοπρόσωπη, κινείται σε δυο επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο είναι το τώρα, με τον χρόνο της αφήγησης (ΧΑ) συχνά να υπολείπεται μόνο λίγα λεπτά από το χρόνο της ιστορίας (ΧΙ).

  «Πριν από λίγα λεπτά, εντελώς τυχαία, λίγο μετά το άναμμα των φώτων, εκεί που ήμουν καθισμένος στο παγκάκι…» (σελ. 315).

  Το τώρα αναφέρεται κυρίως σε μια πενθήμερη (όχι πενταήμερη που λένε οι μαθητές μας) εκδρομή. Το δεύτερο επίπεδο είναι αναμνήσεις από την εποχή του μεσοπολέμου που δούλευε σαν μπάτλερ στο Ντάρλινγκτον Χολ του Λόρδου Ντάρλινγκτον.   Μετά τον θάνατό του αγοράστηκε από τον κύριο Φάραντεϊ, έναν αμερικάνο λεφτά.

  Ακόμη:

  Δίνει ένα μεγάλο ρεαλισμό στη γραφή με το να «προφασίζεται» συχνά ότι δεν είναι σίγουρος για την ακρίβεια της ανάμνησης: «Αλλά, τώρα που το ξανασκέφτομαι, πιστεύω πως μπορεί να έχω μπερδευτεί λιγάκι∙ πως, στην πραγματικότητα, αυτό το θραύσμα της ανάμνησης να προέρχεται από τα γεγονότα που έλαβαν χώρα ένα άλλο βράδυ…» (σελ. 275).

  Οι διαφορές ανάμεσα στους δυο ιδιοκτήτες:

  Ο λόρδος ήταν όντως ευγενής. Το χρηματικό δεν τον απασχολούσε, είχε πολυάριθμο προσωπικό, και ήταν ένας έντιμος, ευσυνείδητος άνθρωπος, με καλές προθέσεις. Ο άλλος, ο λεφτάς, μείωσε το προσωπικό στα τέσσερα άτομα, και ο μπάτλερ έπρεπε να το διαχειριστεί αυτό όσο πιο καλά μπορούσε, δηλαδή να βγάζουν τη δουλειά που έβγαζε το παλιό προσωπικό. Κοντολογίς, τους έβγαζε το λάδι.

  Πολλές σελίδες αναλώνονται στην περιγραφή των χαρακτηριστικών που έχει ένας μπάτλερ. Οι άγγλοι ίσως τις βρίσκουν ενδιαφέρουσες. Γίνεται αρκετή συζήτηση για την αξιοπρέπεια, σαν το κατεξοχήν χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει.

  Μετά τον μπάτλερ κεντρικό πρόσωπο είναι η οικονόμος, η δεσποινίς Κέντον. Έχει αγαπησιάρικες σχέσεις μαζί του, αν και ορισμένες φορές υπάρχει ένταση στις σχέσεις τους. Κάποια στιγμή ερωτεύεται και φεύγει. Μετά από τριάντα χρόνια (ο πρόλογος χρονολογεί την αφήγηση το 1956) στέλνει ένα γράμμα στον μπάτλερ. Δεν είναι σαφές από το γράμμα, αλλά μήπως ενδιαφέρεται να ξαναγυρίσει στο αρχοντικό; Η πενθήμερη εκδρομή θα έχει σαν κατάληξη την συνάντηση μαζί της.

  Τα πραγματολογικά στοιχεία έχουν για μένα μεγάλο ενδιαφέρον.

  Ο λόρδος θεωρεί άδικο το να στύψουν σαν λεμονόκουπα τους γερμανούς μετά την ήττα τους. Ένας φίλος του γερμανός χρεωκόπησε με τον πληθωρισμό και αυτοκτόνησε. Κάνει μια μάζωξη, οιονεί μίνι συνέδριο, με προσωπικότητες, ανάμεσα στις οποίες είναι και ένας γάλλος (οι γάλλοι τηρούν αδιάλλακτη στάση σε σχέση με τους όρους της ειρήνης) ώστε να επηρεάσουν για να αμβλυνθούν οι επαχθείς όροι.

  Δεν είναι υπερβολικός. Θυμάμαι που διάβασα ότι είχε πέσει τέτοια πείνα στη γερμανία μετά τον πόλεμο, που υπήρχαν αστυνομικοί στις γέφυρες για να εμποδίσουν απελπισμένες μητέρες να πέσουν στο ποτάμι μαζί με τα μωρά τους.

  Επισκέπτης του ήταν ο Ρίμπεντροπ, αυτός που μαζί με τον Μόλοτοφ υπέγραψαν το περιβόητο σύμφωνο. Μετέφερε τη ναζιστική προπαγάνδα για διαρκή ειρήνη, η οποία έβρισκε ευήκοον ους στον λόρδο, καθώς ένιωθε ενοχές για την κατάσταση της γερμανίας. Πείστηκε ότι οι εβραίοι είναι μεγάλος κίνδυνος, με αποτέλεσμα να διώξει δυο υπηρέτριες, προς απελπισία της δεσποινίδας. Αργότερα, όταν είδε τι ήταν ο Χίτλερ, ζήτησε να ψάξουν να τις βρουν και να τις βοηθήσουν, εν είδει αποζημίωσης.

  Όχι, τώρα τα πάει μια χαρά με τον άντρα της, παρόλο που τον εγκατέλειψε τρεις φορές.

  Όμως καιρός να περάσουμε σε αποσπάσματα.

    «Ήταν ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, ένας γνήσιος τζέντλεμαν, και σήμερα νιώθω υπερήφανος που αφιέρωσα τα καλύτερά μου χρόνια στην υπηρεσία του» (σελ. 87).

  Ο μπάτλερ τα λέει αυτά.

  «Θυμάμαι, επίσης, να παρακολουθώ τον κύριο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, τον διάσημο θεατρικό συγγραφέα…» (σελ. 180).

  Παρελαύνουν αρκετές προσωπικότητες στο Ντάρλινγκτον Χολ. Ένας άλλος είναι ο Λόρδος Χάλιφαξ, άτομο με επιρροή. Τον Τσώρτσιλ δεν τον είδε.

  «Βρετανική Ένωση Φασιστών», με αρχηγό τον «Σερ Όσγουαλντ Μόσλι», έναν από τους επισκέπτες.

  Δεν την έχω ξανακούσει, αλλά δεν εκπλήσσομαι. Οι φασίστες επιβιώνουν, αλλά δεν τολμούν να βάλουν στο όνομα των οργανώσεών τους τη λέξη φασίστας ή φασισμός.

  «Το Ford δεν είχε κάποια βλάβη, απλώς είχε μείνει από βενζίνη. Το να κατηφόριζα μέχρι το χωριό θα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα και εκεί ήταν βέβαιο πως θα έβρισκα κατάλυμα και ένα δοχείο με βενζίνη» (σελ. 212).

  Η ανάγνωση του αποσπάσματος αυτού πυροδότησε μια δική μου ανάμνηση. Είχα μείνει από βενζίνη 30 μέτρα από το βενζινάδικο το Γιώργη του Χατζημαρκάκη, με το autobianchi μου, πριν χρόνια εννοείται. Φοβερή κωλοφαρδία.

  «Η δεσποινίς Κέντον με βρήκε να διαβάζω εκείνο το βράδυ, απλώς και μόνο επειδή τα έργα αυτά ήταν γραμμένα σε καλά αγγλικά… Σπανίως είχα τον χρόνο ή την επιθυμία να διαβάσω κάποιο από αυτά τα ρομάντζα από την αρχή έως το τέλος…» (σελ. 220).

  Ανάμνηση πρώτη: ο φίλος μου ο Μιχάλης διάβαζε από τα βίπερ Νόρα της μητέρας του μόνο την αρχή, τη μέση και το τέλος.

  Ανάμνηση δεύτερη: τη δεκαετία του ’80 διάβαζα ανάλογα αισθηματικά ρομάντζα, γερμανικά, για εξάσκηση της γλώσσας: Marie Luis Fischer και Gonsalick. Τα γερμανικά τα ξεκίνησα στο Λύκειο με μέθοδο άνευ διδασκάλου, μετά για ένα μήνα με μαθήματα δι’ αλληλογραφίας, και τρία ή τέσσερα χρόνια στην Πανεπιστημιακή Λέσχη. Αργότερα, σαν «διάλειμμα» της συγγραφής του διδακτορικού μου κατά την τριετή εκπαιδευτική μου άδεια 1993-1996 (καλές εποχές τότε, έπαιρνες την άδεια αρκεί να είχες τις τυπικές προϋποθέσεις) τρία χρόνια στο Ινστιτούτο Γκαίτε στα πλαίσια του Ινστιτούτου Διαρκούς Επιμόρφωσης των δημοσίων υπαλλήλων (καλές εποχές τότε, πέρασα το superieur trois στο γαλλικό Ινστιτούτο με το οποίο πήρα επάρκεια στα γαλλικά, τώρα μπορείς να παρακολουθήσεις μαθήματα ξένων γλωσσών μόνο στο κτίριο του ινστιτούτου αυτού, νομίζω βρίσκεται κάπου στην Πειραιώς), με κατατακτήριες στο Mittelstufe, πήρα το πτυχίο, αλλά δεν τα κατάφερα στο Kleines Sprach Diplom, τον δεύτερο χρόνο πήγαινα σε κάθε δεύτερο μάθημα, είχε τελειώσει η άδεια μου και ήμουν αποσπασμένος στο γραφείου του κ. Γραμματά, του εποπτεύοντος του διδακτορικού μου. Να περιαυτολογήσω, το διδακτορικό το τέλειωσα στα δυο χρόνια αλλά έπρεπε να περιμένω τρία για την υποστήριξη, γιατί δεν είχα κάνει μεταπτυχιακό (καλές εποχές τότε), δεν είχε θεσμοθετηθεί ακόμη στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, αυτό έγινε την επόμενη χρονιά. Στο τσακ το γλίτωσα. Παρεμπιπτόντως εκδόθηκε από τον Gutenberg, Αφηγηματικές Τεχνικές, το 2000. Για τις γλώσσες μου γράφω σχετικά σε ένα από τα αυτοβιογραφικά μου αποσπάσματα.

  «Ο σύγχρονος κόσμος είναι υπερβολικά βρώμικος τόπος για ωραία και ευγενικά αισθήματα» (σελ. 289).

  Για την πατρίδα μου, και πατριωτικά. Οι «εθνικοί ευεργέτες» ανήκουν στο παρελθόν. Αναρωτιέμαι, σε μια σύρραξη με τους Τούρκους, πόσοι θα πήγαιναν εθελοντές, όπως τότε στους βαλκανικούς πολέμους, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατής Μυριβήλης.

  «Δεν είναι μυστικό πως ο καινούριος μας βασιλιάς υπήρξε πάντα φίλος των ναζί».

  Εγώ όμως, ο έλληνας, μετά από τόσα χρόνια, πού να το ξέρω; Ούτε το όνομά του δεν ξέρω, και δεν με ενδιαφέρει εδώ που τα λέμε για να το ψάξω.

  Είδαμε και την ομώνυμη ταινία του James Ivory, με τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson, γυρισμένη το 1993.

  Εξαιρετική ταινία, ακολουθεί πιστά το μυθιστόρημα, εκτός βέβαια από κάποιες μικροαλλαγές. Η μεγάλη αρετή της ταινίας είναι το casting: δεν θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερους ερμηνευτές των δύο κύριων ρόλων από τον Anthony Hopkins και την Emma Thomson. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους, ιδιαίτερα η Emma.

  Μια αλλαγή που θυμάμαι: ο καινούριος αγοραστής του Ντάρλινγκτον Χολ δεν είναι ο κύριος Φάραντεϊ αλλά ο κύριος Λιούις, αμερικάνος που παραβρέθηκε σ’ αυτό το μίνι άτυπο συνέδριο.

  Το μυθιστόρημα το διάβασα γιατί αύριο θα προβληθεί η κινηματογραφική μεταφορά του πρώτου μυθιστορήματος του Ishiguro, «A pale view of hills». Αν δεν προλάβω να αναρτήσω για αυτήν αύριο (διαβάζω τώρα το μυθιστόρημα) θα αναρτήσω μεθαύριο.

Ξέχασα να το γράψω, και όμως: η ταινία μου άρεσε περισσότερο από το μυθιστόρημα.