Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Monday, January 21, 2019

Yasujiro Ozu 22.There was a father (Chichi ariki, 1942)


Yasujiro Ozu 22.There was a father (Chichi ariki, 1942)

 

  Υποπτεύομαι ότι η ταινία έχει να κάνει με τον πόλεμο, έχοντας σαν στόχο να τονίσει τις αξίες και τους δεσμούς που αναπτύσσονται στην ιαπωνική κοινωνία.

  Και πρώτα πρώτα είναι η αίσθηση του καθήκοντος. Ο καθηγητής, όταν ένας μαθητής του, παρά τις εντολές του, παίρνει μια βάρκα (βρίσκονται σε εκδρομή) για να πάει στο απέναντι βουνό και πνίγεται, νοιώθει τόσο υπεύθυνος ώστε παραιτείται, παρά τις προσπάθειες ενός συναδέλφου και φίλου του να τον μεταπείσει. Πηγαίνει στην πόλη που γεννήθηκε με τον δεκάχρονο γιο του.

  Στη συνέχεια έχουμε τους δεσμούς ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, κάτι που το ξέρουμε και από το γιαπωνέζικο θέατρο. Ο καθηγητής κάνει ό,τι μπορεί για να δώσει στο γιο του μια καλύτερη μόρφωση. Θέλει να φοιτήσει σε πιο καλό σχολείο, και για να τα βγάλει πέρα πηγαίνει να δουλέψει στο Τόκιο. Σκληρός ο χωρισμός μα αναγκαίος. Ο γιος του γίνεται και αυτός καθηγητής. Όταν διορίζεται το ανακοινώνουν στη νεκρή μητέρα. Στέκονται μπροστά σε κάτι σαν εικονοστάσι που βρίσκεται μέσα στο σπίτι και προσεύχονται.

  Δεν βλέπονται και τόσο συχνά. Ο γιος θέλει να παραιτηθεί και να ζήσει μαζί με τον πατέρα του. Αυτός τον αποτρέπει λέγοντάς του ότι το πιο σημαντικό είναι να εκτελεί πιστά το καθήκον του. Οι μαθητές του τον αγαπούν.

  Μέχρι τώρα έχουμε την γιαπωνέζικη εκδοχή του «Πατέρας και γιος» του Σοκούροφ. Κάπου στο τέλος έχουμε μια πρώιμη εκδοχή του «Madadayo» (ο δάσκαλος) του Κουροσάβα. Βλέπουμε μια σύναξη μαθητών του, για να τον τιμήσουν.

  Η ταινία τελειώνει με το θάνατο, από καρδιακή προσβολή, του καθηγητή.

  Όχι απόλυτα. Πρόλαβε να προξενέψει στο γιο του την κόρη του φίλου του. Βλέπουμε το ζευγάρι να ταξιδεύει με το τραίνο για το μήνα του μέλιτος.

  Συνειδητοποιούμε τη «θεατρική» ποιητική του Όζου. Η κάμερα παρακολουθεί τους ήρωες ακίνητη, από μακριά, σαν θεατής σε θεατρική αίθουσα. Λίγες οι φορές που πλησιάζει και εστιάζει σε ένα πρόσωπο.

  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The brothers and sisters of the Toda family».  

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.

 


Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso


Χοσέ Λεσάμα Λίμα, Paradiso (μετ. Μανώλης Παπαδολαμπάκης), Ίνδικτος 2002, σελ. 721


  Ο διάλογος σε ταβέρνα: «Μου το σύστησε ο…, αλλά δεν μπόρεσα να το προχωρήσω», μου λέει ο φίλος μου, «Αν θέλεις σου το δανείζω».
  Αυτό με ιντρίγκαρε και είπα «Βεβαίως. Αρκεί να μη σε πειράζει να υπογραμμίζω και να τσακίζω σελίδες». «Καθόλου», μου λέει, «απεναντίας».
  Και το δανείστηκα.
  Από τις υπογραμμίσεις του είδα ότι είχε φτάσει μέχρι την 105η σελίδα. «Ούτε εγώ μπόρεσα να το τελειώσω» λέει άλλος φίλος χθες βράδυ σε άλλη ταβέρνα.
  «Πάνε χρόνια, όμως θυμάμαι ότι με δυσκόλεψε η ανάγνωση, δεν θυμάμαι αν το αποτέλειωσα· πώς αντέχεις να το μεταφράσεις;» (σελ. 691). Αυτό το είπε στον μεταφραστή Ισπανός φιλόλογος.
  Ο Καμύ είχε πει: «Αυτοί που γράφουν ξεκάθαρα έχουν αναγνώστες. Αυτοί που γράφουν δυσνόητα, έχουν σχολιαστές». Ο Χοσέ Λεσάμα Λίμα γράφει δυσνόητα και έχει σχολιαστές. Από τους πιο φλογερούς σχολιαστές του είναι ο Χούλιο Κορτάσαρ, που και αυτός κινείται στο ίδιο μήκος κύματος γραφής. Εγώ όλο και περισσότερο ενδιαφέρομαι για την «απόλαυση του κειμένου», σαν αναγνώστης, δεν ξεχνώ όμως ότι έχω διδακτορικό στην αφηγηματολογία, και επί πλέον, αν και συνταξιούχος πια, είμαι περίεργος για τις δυσνόητες γραφές. Πάντα με αποζημιώνουν, έστω και αν δεν έχω διάθεση να επιστρέψω στους συγγραφείς τους. Και κάποιες φορές απολαμβάνω πραγματικά την ανάγνωση, ακόμη και για βιβλία όπως «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» του Ρόμπερτ Μούσιλ, για τον οποίο ένας άλλος φίλος είπε ότι είναι ένα βιβλίο «που δεν διαβάζεται».
  Έκανα μια εξαίρεση, και καλά έκανα, τον Κάρλος Φουέντες. Δύσκολη η «Αύρα», εντελώς σκοτεινά τα «Γενέθλια» (σε ένα τόμο), όμως τα «Κρυστάλλινα σύνορα» που διάβασα μετά ήταν εντελώς διαυγή. Και η επιβεβαίωση για το ρηθέν του Καμύ: μου έστειλε e-mail φοιτητής, προπτυχιακός ή μεταπτυχιακός δεν θυμάμαι, που είχε διαβάσει την ανάρτησή μου για τα δυο αυτά σκοτεινά έργα. Δεν θυμάμαι για ποιο από τα δυο του είχε δώσει ο καθηγητής του να κάνει εργασία, αν και υποθέτω για τα «Γενέθλια».
  Το βιβλίο είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Όπως συμβαίνει με όλα (σχεδόν) τα βιβλία που η γλώσσα βρίσκεται σε πρώτο πλάνο, η πλοκή υποχωρεί σημαντικά. Αυτά που γράφει ο Λίμα σε 700 τόσες σελίδες ένας άλλος θα τα περιόριζε σε πενήντα μόνο. Σ’ αυτό πρωταγωνιστούν τρία κυρίως πρόσωπα, ο Σεμί, η περσόνα του συγγραφέα, ο Φοσιόν και ο Φρόνησις, φίλοι του.
  Το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως ποιητικό-δοκιμιακό μυθιστόρημα. Ποιητικό, κυρίως εξαιτίας των πλούσιων και ευφάνταστων μεταφορών του. Δοκιμιακό, γιατί περιέχει δοκιμιακές σελίδες πάνω σε ένα σωρό θέματα, από ιχθυολογία και μουσική μέχρι ζωγραφική και… μα φυσικά, λογοτεχνία.
  Ένα χαρακτηριστικό του συγγραφέα είναι η ευρυμάθειά του. Ξέρει ένα σωρό πράγματα πάνω σε διάφορους τομείς. Και βέβαια το εντυπωσιακό για μας τους Έλληνες είναι η ελληνολατρία του. Οι αναφορές του σε ιστορικά και μυθολογικά πρόσωπα είναι άφθονες, κυρίως στις μεταφορές του, ενώ συχνά παραθέτει ελληνικές λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες, όπως μας ενημερώνει σε υποσημείωση ο μεταφραστής. Αφού είναι ελληνομαθής λοιπόν, δεν εκπλήσσει που είναι και λατινομαθής.
  Αν το βιβλίο είναι δύσκολο στην ανάγνωση αυτό πιστεύω οφείλεται στον μακροπερίοδο λόγο του συγγραφέα. Υπάρχουν περίοδοι που καλύπτουν σχεδόν τη μισή σελίδα. Χρειάζεται τεταμένη προσοχή για να μη χάσεις το νόημά τους.
 Μετά από αυτά τα γενικά θα κοιτάξω τις υπογραμμίσεις μου.
 Στις υποσημειώσεις διαβάζουμε για κάποιες αβλεψίες του συγγραφέα. Εδώ βλέπω μια που δεν υπάρχει σε υποσημείωση.
  «Στο γάμο τους, εκείνη ήταν δεκαεφτά κι εκείνος τριάντα εφτά, μια διαφορά δύο γενεών» (σελ. 112).
  Είκοσι χρόνια διαφορά κάνουν μια γενιά και όχι δυο.
  Καθώς θέλω να είμαι σίγουρος για κάτι, έψαξα στο ισπανικό κείμενο. Παραθέτω το απόσπασμα: Ella tenía diecisiete años y él treinta y siete, había esa diferencia de años que separa el padre de los hijos. Αυτή ήταν 17 χρονών και αυτός 37, είχαν αυτή τη διαφορά ηλικίας που χωρίζει τον πατέρα από τα παιδιά.
  Μεταφραστικό λοιπόν το ατόπημα σ’ αυτή την περίπτωση.
  Όμως, να το πούμε αυτό, στη μετάφραση ενός λογοτεχνικού έργου δεν μετράει τόσο η πιστότητα όσο το ύφος. Αν αντί για «δύο γενεών» ο μεταφραστής έγραφε «μιας γενιάς», δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα.
  «Τη φρίκη που ένιωθε η κόρη μου να καταπιεί ο,τιδήποτε αδιαφανές και σκουρόχρωμο, δυστυχώς την έχασε αμετάκλητα, κολλώντας ένα μαύρο τύφο που την οδήγησε μέσα σε δυο βδομάδες στον Σφραγιδοφύλακα Νου, τον Νικηφόρο, πρώτο φρουρό της πύλης του κάτω κόσμου των Αιγυπτίων» (σελ. 113).
  Ωραία εικόνα για να πει ότι πέθανε, που δείχνει και τη γνώση του αιγυπτιακού πολιτισμού που κατέχει ο συγγραφέας, και που φαίνεται σε πάρα πολλά σημεία του μυθιστορήματος.
  Και μια εξαιρετική μεταφορά: 
  «Δεν είναι πλέον παρά γελοίες αλκυόνες στις νιτσεϊκές αλκυονίδες ημέρες τους» (σελ. 118).
  Οι αλκυόνες είναι μια μεταφορά για δυο κόρες, αλλά οι νιτσεϊκές αλκυονίδες μέρες τους τι μπορεί να σημαίνουν; Μήπως ημέρες κατά τις οποίες δεν βρισκόντουσαν σε μια διανοητική ένταση; Μόνο αυτό μπορώ να υποθέσω, έχοντας διαβάσει τον Νίτσε. Βέβαια, στην επόμενη υπογράμμισή μου, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καθαρά: «…με τη χαρά του σκυλόψαρου που πολιορκεί έναν ομηρικό σολομό, ή του βοστρυχωτού ιππόκαμπου με τη δωρική του έκπληξη μπροστά στο σκοτεινό θαλάμι των αστακών» (σελ. 136).
  Δεν θυμάμαι στα ομηρικά έπη να διάβασα για κανένα σολομό, και δεν έχω ιδέα πώς μπορεί να είναι μια δωρική έκπληξη. Τα προσλαμβάνω απλά ως δείγμα της αρχαιολατρίας του συγγραφέα.
  Όμως να παραθέσω άλλα τρία αποσπάσματα που αντέγραψα όταν διάβαζα το βιβλίο.
  «Το εύρος της πλάτης του, η εμφανής κοιλότητα του στέρνου του, τονιζόντουσαν από τα πόδια που υποβάσταζαν τον κορμό με τη θαυμαστή ελαφρότητα της αποικίας των μυρμηγκιών που σέρνουν ένα ρεβύθι» (σελ.136).
  Ωραία παρομοίωση, όπως και η παρακάτω:
  «Οι φέτες του ψωμιού τρανταζόντουσαν από το ασταμάτητο κόψιμο των καρβελιών, σαν θλιμμένα ψάρια που χτυπούν απελπισμένα τις ουρές τους έξω από το νερό» (σελ.137).
  Και η παρακάτω:
  «Βέβαια, ο απρόσεκτος πλήρωνε ένα εξουθενωτικό τίμημα για κείνη τη στιγμή που η εγρήγορση των αυτοματισμών του ήταν κατώτερη ενός σμήνους περιστεριών ή των ψαριών απέναντι στα ψίχουλα που τους πετάνε στην επιφάνεια των νερών» (σελ. 137).
  Και συνεχίζω:
  «Κάθεσαι σαν να έχεις ριζώσει. Κι όταν στέκεσαι, θα ’λεγε κανείς ότι μεγαλώνεις, όμως προς τα μέσα, προς το όνειρο» (σελ. 141).
  Υπάρχουν πολλά τέτοια, και μόνο γι’ αυτά αξίζει να διαβάσει κανείς το «Paradiso».
  «Του φαινόταν ότι εκείνος ο Φίμπο που πηδούσε από θρανίο σε θρανίο, κραδαίνοντας στον αέρα τη γαμψή σαν το ράμφος του παπαγάλου πέννα του μπροστά στην πυρκαγιά μιας ζαχαροφυτείας, ήταν ένας από εκείνους τους μικρούς θεούς που ξεφεύγουν από την πανοπλία του Αχιλλέα στο καμίνι του Ηφαίστου» (σελ. 145).
  Και αυτό ένα ακόμη δείγμα της ελληνολατρίας του Λίμα.
  «Οι εφτά μήνες που πέρασα στην κοιλιά της μητέρας μου ήταν αρκετοί για να με γεράσουν» (σελ. 157).
  Το παραπάνω είναι του Κίρκεγκωρ, ο Λίμα απλώς το παραθέτει.  
  «Η γριά Μέλα άπλωσε μια γοργόνα στους ρόζους του χρόνου» (σελ. 175).
  Έχει ο χρόνος ρόζους;
  Για τους ποιητές, ναι.
  Και πού τη βρήκε τη γοργόνα;
  Ένας ποιητής δεν θα αναρωτηθεί ποτέ.
  «Όμως η αποφασιστικότητα της Μέλα προχωρούσε διαπερνώντας τις αντιστάσεις, σαν μια φάλαγγα Αχαιών που ανεβαίνει κραυγάζοντας πάνω στα πλοία με τις χάλκινες πρώρες» (σελ. 180).
  Βλέπω έχω περάσει τις δυο σελίδες, κάνω πια αυστηρή επιλογή.
 «Τότε, με την πραότητα της Ελεονόρα Ντυς όταν υπαγόρευε τα απομνημονεύματά της…» σελ. 187.
 Εδώ μπαίνει ένα γενικότερο μεταφραστικό πρόβλημα, η απόδοση ονομάτων όχι ιδιαίτερα γνωστών που στη γλώσσα μας είναι καθιερωμένη διαφορετικά. Υποθέτω ότι πρόκειται για την Ελεονόρα Ντούζε.
  Υπάρχουν κι άλλα.
  «Σαν σ’ ένα πίνακα του Μπρέγκελ…» (σελ. 212).
  Γράψε λάθος. Τον ήξερα Μπρίγκελ. Ψάχνοντας τώρα στη google βλέπω ότι το Bruegel αποδίδεται και Μπρίγκελ και Μπρέγκελ. Την εποχή που μετέφραζε ο Παπαδολαμπάκης δεν θυμάμαι να υπήρχε google.
  Πιο κάτω διαβάζω για ένα Μπρούγκελ (σελ. 511). Στο κείμενο γράφεται ανορθόγραφα Breughel (σελ. 345 στο pdf που έχω). Στη google βλέπω πάλι να αποδίδεται Μπρέγκελ ή Μπρίγκελ. Το όνομά του, Πίτερ. Από το 1559,  διαβάζω στη βικιπαίδεια, εξέπεσε το h και άρχισε να υπογράφει ως Bruegel. Στα ελληνικά, λέει, αποδόθηκε και ως Μπρέχελ.
  Τέλος ο Henry Purcell είναι Χένρι Πέρσελ και όχι Πάρσελ  (σελ. 520).  
  «Μονάχα οι νευρωτικοί παραπονούνται παρακολουθώντας τους σφυγμούς τους» (σελ. 202). Σ’ αυτούς ανήκω κι εγώ, με τις ταχυπαλμίες που με πιάνουν κατά διαστήματα. Σε ένα μήνα που θα φορέσω το holder θα δείξει αν είναι αθώες ή όχι.
  «Η λησταρχία, μάστιγα της περιοχής, κακό αναγκαίο οφειλόμενο στη διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο, έπρεπε να εξολοθρευτεί» (σελ. 208).
  Να λοιπόν που δεν την είχαμε μόνο εμείς εκείνα τα χρόνια.
  «…που εκτείνεται από το Yi King μέχρι το…» (σελ. 223).
  Το κλασικό κινέζικο βιβλίο αποδίδεται με διάφορους τρόπους. Στα pinyin μεταγράφεται σε Yìjīng και προφέρεται γι τζινγκ. Yi King το γράφει ο Λίμα, νομίζοντας ότι το Q στο Qing, όπως το έχω δει και μεταγραμμένο, προφέρεται Κ, ενώ στα pinyin προφέρεται Ch, προφορά κοντά στο J.
   «Βαστούσε μια μακριά στέκα, όπως η θεά της σοφίας το δόρυ της, με μια γαλήνια σβελτάδα» (σελ. 250).
  Είπαμε, η αρχαία Ελλάδα είναι εμμονή του.
  «…καθώς-κατά τους αρχαίους Έλληνες-το τέταρτο ποτηράκι ποτό είναι το ποτήρι της παραφροσύνης…» (σελ. 254). Το επαναλαμβάνει και στη σελίδα 331.
  Αυτό καλό είναι να το διαβάσουν μερικοί μερικοί.  
  «Όποιος βαδίζει πολύ, ζει πολύ» (σελ. 352). Αυτό είναι γιαπωνέζικο γνωμικό. Εγώ έχω το δικό μου: «Καλύτερα να περπατάς πριν το έμφραγμα παρά μετά το έμφραγμα».    
  «Οι στωικοί που προπαγάνδιζαν την ομαδική αυτοκτονία…» (σελ. 589).
  Να κάτι που δεν ήξερα. Από αυτούς άραγε να εμπνεύστηκε εκείνος ο περιβόητος Τζόουνς; Έδωσα ένα σύνδεσμο γι’ αυτόν στην ανάρτηση που έκανα για την ταινία του Hirokazu Koreeda «Distance», που αναφέρεται στο πραγματικό γεγονός της αυτοκτονίας κάπου διακοσίων ατόμων, μελών μιας θρησκευτικής αίρεσης, ενώ πολύ περισσότερα μόλις που κατάφεραν να διαφύγουν το θάνατο.
  Στη λέξη «Αβιγαία» υπάρχει παραπομπή σε υποσημείωση: «Αβιγαιά ή Αβιγάιλ: η γυναίκα του βασιλιά Δαυίδ των Εβραίων» (σελ. 447).
  Επιτέλους!!! Έμαθα τι σόι όνομα είναι και αυτό το Abigaile.
  «… κι ένα προγούλι μεγάλο σαν το πουγκί συμβολαιογράφου…» (σελ. 611).
  Ναι, βγάζανε τρελά λεφτά οι συμβολαιογράφοι τις καλές εποχές.
  «…για το έργο Ο θείος Γκοριό» (σελ. 615).
  Το ξέρω σαν «Ο μπάρμπα Γκοριό». Στη biblionet βλέπω να το έχουν εκδώσει διάφοροι εκδοτικοί οίκοι μ’ αυτόν τον τίτλο.
  «Το μαεστρόζο των ρωμαντικών» (σελ. 636).
  Όχι, αυτό είναι λάθος επιμέλειας, το επιβεβαίωσα κοιτάζοντας το ισπανικό κείμενο.
  Και ένα τελευταίο, μακροσκελές, αλλά ιδιαίτερα χαρακτηριστικό της ποιητικής του Λίμα.
  «Η πλήξη της αναμονής τον έκανε να σκεφτεί τη σκάλα που οδηγούσε στο δωμάτιο του αδελφού του. Όμως στο τέλος εκείνου του λαβυρίνθου έμελλε να συναντήσει το χτύπημα του σφυριού που θα κατέστρεφε τη ζωή του του έλλογου ζώου. Ας διευκρινίσουμε το ελάχιστο που χρειάζεται διευκρίνιση, σχετικά με το τι συνάντησε ο Νικολάς στο τέλος του λαβυρίνθου: τον ταύρο που δεν τον σκότωσε αλλά του πήρε το λογικό, καρφωμένο από ένα από τα κέρατά του. Αυτή το φορά ο ταύρος δεν θα βύθιζε τα κέρατά του στο βουβώνα του ανθρώπου, σαν να ψάχνει και να θέλει να κρύψει σ’ ένα σάβανο τα μυστικά του σπέρματος, αλλά να διακηρύξει ότι τα κέρατά του θα παίρνανε μαζί τους σαν τρόπαιο το λογικό του, που αυτό ήταν που εμπόδιζε τα κέρατά του να απειλήσουν την ισορροπία των αστρικών σχηματισμών» (σελ. 474-475).
  Τι ήθελε να πει ο Λίμα στο παραπάνω απόσπασμα;
  Αυτό που ήθελε να πει είναι ότι ένας από τους ήρωές του τσάκωσε τη γυναίκα του με τον αδελφό του στο δωμάτιό του και έχασε τα λογικά του.
  Αν επιχειρήσετε να διαβάσετε το «Paradiso» θα συμβούλευα να διαβάσετε πρώτα το ΧΙΙ και το ΧΙΙΙ κεφάλαιο, τα οποία είναι περίπου σαν αυτοτελείς νουβέλες. Το XIV, το τελευταίο, είναι αρκετά δύσκολο. Αν δεν τα βρείτε σκούρα, τότε μπορείτε να το διαβάσετε από την αρχή. Εγώ βέβαια δεν μετάνιωσα καθόλου που το διάβασα, τέτοια γραφή δεν έχω ξανασυναντήσει.
  Να μην το ξεχάσω, το κείμενο είναι στο πολυτονικό, το οποίο βέβαια δεν ακολούθησα στα παραθέματά μου.


Sunday, January 20, 2019

Bryan Singer, Bohemian Rhapsody (2018)


Bryan Singer, Bohemian Rhapsody (2018)


  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.
  Η ταινία είναι βιογραφική και αναφέρεται στη ζωή του Φρεντ Μέρκιουρι που ήταν η ψυχή των Queen, ενός ροκ συγκροτήματος που άνθισε τη δεκαετία του ’70, τον οποίο παρακολουθεί μέχρι την μουσική εκδήλωση «Aid Africa» στο Webley το 1985, στην οποία έσκισαν κυριολεκτικά.
  Τους Queen τους είχα ακούσει, όχι όμως τον Φρεντ Μέρκιουρι, και ελπίζω να μη μου πει πάλι καμιά ότι καράφλιασε που δεν τον ξέρω. Ξέρω ένα σωρό τραγουδιστές και συγκροτήματα των sixties, όμως από το 1967 και μετά αφοσιώθηκα στην κλασική μουσική. Μόνο συμπτωματικά ξέρω τραγούδια που βγήκαν μετά. Κανένα από αυτά που άκουσα στην ταινία δεν μου ήταν γνωστό.
  Επεισοδιακή η ζωή του Φρεντ, και πιστεύω αυτός είναι ο λόγος που έγινε και ταινία. Χαρισματικός, ομοφυλόφιλος, δεν θα ξεφύγει από το aids από το οποίο προσβλήθηκαν πολλοί ομοφυλόφιλοι εκείνη την εποχή που μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του.
  Οι γονείς του ήταν Πέρσες, οπαδοί του Ζωροαστρισμού. Ξέρω ότι υπάρχουν τέτοιοι ακόμη και διώκονται απηνώς από τους σιίτες συμπατριώτες τους. Κατάφεραν και επιβίωσαν, ενώ οι δικοί μας δεν κατάφεραν να επιβιώσουν του χριστιανισμού. Νομίζω το κύκνειο άσμα τους ήταν με τον Ιουλιανό τον Παραβάτη.
  Το σώμα του (πέθανε το 1991) αποτεφρώθηκε, σύμφωνα με τις επιταγές της θρησκείας της φωτιάς.  
  Εξαιρετική ταινία και καταπληκτικός στην ερμηνεία του ο Rami Malek. Δεν μετάνιωσα καθόλου που την είδα.  

Saturday, January 19, 2019

Preston Sturges, Sullivan’s travels (1941)


Preston Sturges, Sullivan’s travels (1941)

  Την είδαμε απόψε στο «Σχολείο του σινεμά».
  Εν τάξει, δεν είναι τα «Ταξίδια του Γκάλιβερ», όμως είναι πολύ καλή αισθηματική κομεντί.
  Ο Σάλιβαν είναι επιτυχημένος σκηνοθέτης, όμως έχει σιχαθεί να φτιάχνει χολιγουντιανές ταινίες, θέλει να κάνει μια ταινία που να μιλάει για τον απλό λαό. Και όταν λέει τον απλό λαό, εννοεί τους απόκληρους της κοινωνίας, σαν αυτούς που είδαμε στη «Γειτονιά των καταφρονεμένων» και στους «Κλέφτες καταστημάτων». Έτσι θα ξεκινήσει το ταξίδι του, ντυμένος παλιόρουχα και με δέκα σεντς στην τσέπη. Μαζί του είναι και μια κοπέλα που συνάντησε λίγο μετά. Τον είδε φουκαρά και προσφέρθηκε να του πληρώσει τον καφέ και το ντόνατς του. Όταν της αποκάλυψε την ταυτότητά του και το σχέδιό του αυτή θέλησε να τον ακολουθήσει στα ταξίδια του. Δεν έχει καμιά υστεροβουλία, τον έχει ερωτευθεί πραγματικά.
  Κάποιο βράδυ κοιμούνται σε ένα χώρο για αστέγους. Μικρός ο χώρος, είναι όλοι τους κολλημένοι σαν σαρδέλες. Ένας από τους άστεγους του έκλεψε τις μπότες ενώ κοιμόταν. Στις σόλες σε μια από αυτές είχε κρύψει την ταυτότητά του. Πιο ύστερα τον παρακολούθησε και τον κτύπησε το κεφάλι. Του βούτηξε τα χρήματα που είχε πάνω του και που τα μοίραζε στους φτωχούς, και αναίσθητο τον πέταξε μέσα στο βαγόνι ενός τραίνου. Όμως εδώ πληρώνονται όλα. Δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί και τον πάτησε το τραίνο και ας μην ήταν μάγκας παρά ένας φτωχός φουκαράς. Τον έκανε κυριολεκτικά λιώμα. Από την ταυτότητα που βρήκαν στη μια από τις μπότες του υπέθεσαν ότι ήταν ο Σάλιβαν. Και ενώ οι εφημερίδες είναι γεμάτες με την είδηση του θανάτου του, ο Σάλιβαν, μετά από ένα καυγά που είχε με έναν υπάλληλο του τραίνου βρέθηκε στη φυλακή, σε καταναγκαστικά έργα.
  Κάποια μέρα τους πάνε σινεμά. Εκεί βλέπει τους υπόλοιπους φυλακισμένους να σκάνε στα γέλια με τα κινούμενα σχέδια που βλέπουν. Με έκπληξη βλέπει ότι γελάει και αυτός. Ναι, έχει συνειδητοποιήσει ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση, ότι οι ταλαιπωρημένοι από τη ζωή χρειάζονται την κωμωδία σαν ανακούφιση της δυστυχίας τους, ακριβώς όπως τη χρειάζονταν και οι θεατές του αρχαίου δράματος μετά την παράσταση των τριών τραγωδιών. Έτσι, όταν τελικά θα τον ανακαλύψουν και θα τον βγάλουν από τη φυλακή, δεν έχει πια διάθεση να γυρίσει μια «Γειτονιά των καταφρονεμένων», έχει καταλάβει ότι αυτό που χρειάζεται ο κόσμος είναι το γέλιο, και το γέλιο του το προσφέρει η κωμωδία.
  Πέρασα κι εγώ μια εμπειρία αρκετά συγγενική μ’ αυτή του Σάλιβαν. Την αναφέρω στο αυτοβιογραφικό απόσπασμα που τιτλοφορείται «Η σχέση μου με την πολιτική». Κάνω αντιγραφή και επικόλληση.
  «Στο φροντιστήριο δούλευα μόνο δυο μέρες την εβδομάδα, κατόπιν δικής μου επιλογής. Οι οργανωτικές δουλειές γίνονταν μόνο το βράδυ, και δεν ήθελα να αφιερώνω τέσσερα βράδια τη βδομάδα στο φροντιστήριο. Ταυτόχρονα έψαξα να βρω και πρωινή δουλειά. Δουλειά προλετάριου.
  Η οργάνωση τότε έδινε κατεύθυνση στα μέλη της που ήσαν φοιτητές να δουλεύουν σαν εργάτες για να «προλεταριοποιηθούν», να ζήσουν τη ζωή της εργατικής τάξης την οποία ήθελαν να ελευθερώσουν από το ζυγό του καπιταλισμού ώστε να τη γνωρίσουν καλύτερα.
  Βρήκα δουλειά σε ένα επιπλοποιείο. Η δουλειά μου ήταν να τρίβω με γυαλόχαρτο το λούστρο από τα έπιπλα. Ήμουν μέσα στη σκόνη. Σε όσους κάναμε αυτή τη δουλειά μας έδιναν και ένα μπουκάλι γάλα, που υποτίθεται καθάριζε τα πνευμόνια.
  Ήλθε το τέλος της εβδομάδας για να πληρωθούμε. Στηθήκαμε στη σειρά. Θα παίρναμε 198 δραχμές. Έφτασε και η σειρά μου. Ο επιστάτης μετρούσε τα λεφτά για να με πληρώσει. Του λέω: -Καλά, δεν μπορούσατε να το στρογγυλέψετε σε 200 δραχμές; Με κοιτάζει καλά καλά, μου δίνει τα λεφτά και μου λέει: -Εσύ να μην ξανάρθεις.
  Δεν μπορούσε να υπάρξει πιο βίαιος τρόπος για την ταξική μου συνειδητοποίηση».
    

Thomas Stuber, Στους διαδρόμους (In den Gängen, 2018)




  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους.
  Συγκινητική ταινία πάνω στη μοναξιά, τη ματαίωση, την προσπάθεια για κάτι καλύτερο στη ζωή.
  Ο Κρίστιαν ξέφυγε από τις κακές παρέες. Βρήκε δουλειά σε ένα super-super-super market, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο στην Ελλάδα. Κάποια στιγμή παίρνει προαγωγή και γίνεται χειριστής ενός ανυψωτικού μηχανήματος που τοποθετεί στα ράφια, που φτάνουν μέχρι την πανύψηλη οροφή, παλέτες με διάφορα.
  Η Μάριον εργάζεται εκεί, και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί μια τρυφερή σχέση. Έχει κακή σχέση με την σύζυγό της, την κακομεταχειρίζεται. Η σχέση των δυο τους είναι και το κεντρικό σημείο στην ταινία.
  Δεν θα τα καταφέρουν όλοι. Ο Μπρούνο που συμπαθεί τον Κρίστιαν…. Αλλά να μην κάνω το σπόιλερ.
  Παρά το εξπρεσιονιστικό κλειστοφοβικό της που δεν είναι ιδιαίτερα του γούστου μου (είναι στο μεγαλύτερό της μέρος γυρισμένη μέσα στους διαδρόμους ανάμεσα στα ράφια του καταστήματος), η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ. Εξαιρετικοί στους ρόλους τους οι τρεις ηθοποιοί. Με εντυπωσίασε ο Franz Rokowski στο ρόλο του Κρίστιαν, που κατάφερε να είναι τόσο εκφραστικός μιλώντας τόσο λίγο.  

Franco Castellano, innamorato pazzo (1981)


Franco Castellano, innamorato pazzo (1981)


  Η ταινία είναι πάνω στο μοτίβο του σταχτοπούτου. Η πιο χαρακτηριστική ταινία στα καθ’ ημάς είναι «Η αρχόντισσα και ο Αλήτης», με τους συγχωρεμένους πια Βουγιουκλάκη και Παπαμιχαήλ.
  Αυτή είναι κάτι παραπάνω από αρχόντισσα, είναι πριγκιπέσσα, ενός μικρούτσικου κρατιδίου, νομίζω κάπου στα σύνορα με τη Γαλλία. Αυτός δεν είναι πρίγκιπας, αλλά δεν είναι και αλήτης. Έχει μόνιμη δουλειά, είναι οδηγός λεωφορείου. Ερωτιάρης, τον ερωτεύονται όλες, και συμπαθητικότατος, όλες και όλοι τον αγαπούν. Είναι ο παππούς του Checco Zalone, που θα τον έχετε δει σε κάποιο έργο του Gennaro Nunziante (πνευματικός παππούς εννοείται, αφού είναι διπλοτυπία του).
  Δεν ξέρω πόσοι ξέρετε τον Αντριάνο Τσελεντάνο, τραγουδιστή της νιότης μου, αλλά δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να μην ξέρει την Ορνέλα Μούτι. Η Ορνέλα είναι η πριγκιπέσσα και ο Αντριάνο ο οδηγός του λεωφορείου.
  Στην ταινία θα δούμε πολλά ξεκαρδιστικά επεισόδια, θα αναφέρω όμως μόνο ένα στο τέλος.
  Το σασπένς είναι αν θα την παντρευτεί. Ειδολογικά βέβαια αυτή είναι η αφηγηματική αναμονή. Είναι «τρελά ερωτευμένος» (Ο τίτλος της ταινίας), τον έχει ερωτευθεί και αυτή, αλλά ξέρει ότι είναι σχεδόν απίθανο να τον παντρευτεί. Είναι πριγκιπέσσα, αυτός κοινός θνητός, και επί πλέον της προορίζουν για γαμπρό ένα Κρουπ, της οικογένειας που φτειάχνει τα κανόνια. Μόνο έτσι θα σωθεί το κρατίδιο από τη χρεοκοπία. Η τράπεζα της Ρώμη δεν δίνει δάνειο στον πατέρα της, και εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η τρόικα για να προσφύγει σ’ αυτήν.
  Ο Αντριάνο δεν κωλώνει όταν μαθαίνει ότι είναι πριγκίπισσα, τι θα πει πως είναι πριγκίπισσα, αυτός την αγαπάει και θα την παντρευτεί, ούτως ή άλλως.
  Βγαίνει στην τηλεόραση, κάνει έκκληση στους Ρωμαίους (τους σύγχρονους εννοείται) να δώσει καθένας από ένα χιλιάρικο για να μην πέσει η καλή του στα χέρια των πολεμόχαρων Κρουπ.
  Φυσικά όλοι θα ανταποκριθούν.
  Και ο βασιλιάς τι να κάνει;
  Θα του τη δώσει για τη γυναίκα, μια και υπάρχει και ιστορικό προηγούμενο: ο βασιλιάς Ηράκλης έδωσε την κόρη του την Αρετούσα γυναίκα στον Ερωτόκριτο, κοινό θνητό, όταν αυτός του έσωσε το κράτος του από την κατάκτηση των Βλάχων.
  Και το επεισόδιο που έλεγα.   
  Ο Αντριάνο κλείνει το δρόμο σε ένα τρίκυκλο που είναι φορτωμένο τηλεοράσεις με αποτέλεσμα να σπάσουν οι περισσότερες. Ο οδηγός του φωνάζει χειρονομώντας οργισμένος: «Ε, στρόντζο!!!». -Τι σημαίνει στρόντζο; Ρωτάει η Ορνέλα. -Είναι κομπλιμέντο της απαντάει ο Αντριάνο. Αν συμπαθείς κάποιον τον αποκαλείς στρόντζο. Για όσους δεν ξέρουν, στρόντζο θα πει μ@λ@κ@ς. Η Ορνέλα θα χρησιμοποιήσει τη λέξη αργότερα στην ταινία πιστεύοντας ότι είναι κάτι κολακευτικό.
  Και θυμήθηκα.
  Δεκαετίες πριν, κάναμε παρέα στην Παχιά Άμμο με κάτι Ιταλούς. Στον Αντώνη, ένα παιδί που έπαθε κάποια νοητική καθυστέρηση λόγω υψηλού πυρετού όταν ήταν μικρός και που περιποιείται τον φίλο μας τον Μιχάλη που είναι σε καροτσάκι λόγω πολιομυελίτιδας από την οποία προσβλήθηκε κι αυτός όταν ήταν μικρός, του είχαμε μάθει τη λέξη «Ευχαριστώ» στα ιταλικά, σε περίπτωση που κάποιος από τους Ιταλούς φίλους μας του πρόσφερε κάτι. Το ευχαριστώ στα ιταλικά του είπαμε λέγετε βα φαν κούλο. Και πράγματι, κάποτε που έτρωγαν σε μια από τις παραλιακές ταβέρνες και τον κάλεσαν για να του προσφέρουν ένα μεζέ, τον πήρε και τους είπε βα φαν κούλο. (va fa un culo, για όσους δεν ξέρουν, θα πει «άει γ…»). Οι Ιταλοί μας είδαν που σκάγαμε στα γέλια, κατάλαβαν, και γέλασαν κι αυτοί.  
  Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία.

Thursday, January 17, 2019

Πανίκκος Χρυσάνθου, Η ιστορία της πράσινης γραμμής (2018)


Πανίκκος Χρυσάνθου, Η ιστορία της πράσινης γραμμής (2018)



  Από σήμερα στο Στούντιο.
  Η ιστορία ξεκινάει ως war, με ένα νεκρό στρατιώτη. Εξελίσσεται σε comedy, με κωμικά επεισόδια στην πράσινη γραμμή, τόσο στο τουρκικό φυλάκιο όσο και στο ελληνικό, για να περάσει στη συνέχεια στο μοτίβο «Τα σύνορα της αγάπης», τον έρωτα ανάμεσα στον ελληνοκύπριο και την Τουρκάλα, που η τούρκικη εισβολή τους χώρισε. Ο ελληνοκύπριος ζούσε στην κατακτημένη περιοχή και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην ελεύθερη Κύπρο. Θα συναντηθούν, με τους εκατέρωθεν στρατιώτες να κάνουν πλάτες στο ζευγάρι.
  Το μήνυμα του έργου είναι η ανάγκη της συμφιλίωσης των δυο κοινοτήτων και η καταδίκη των αγριοτήτων που διαπράχθηκαν και από τις δυο μεριές.
  Το μοτίβο «τα σύνορα της αγάπης» δεν το συναντώ μόνο στην τέχνη, έβδομη ή λογοτεχνία, αλλά και στην πραγματική ζωή. Θα αναφέρω μόνο ένα σχετικό παράδειγμα.
  Στο αεροδρόμιο Μπαράχας το 2004 συνάντησα έναν νεαρό Έλληνα αστυνομικό που τα είχε φτιάξει με μια Τουρκάλα φοιτήτρια. Έκανε το μεταπτυχιακό της στη Μαδρίτη και είχε πάει να τη συναντήσει. Ο φουκαράς, με το που έφτασε κρυολόγησε και δεν χάρηκαν όσο θα ήθελαν αυτή τη συνάντηση. Ήταν μαζί του και αυτή για να τον αποχαιρετήσει, είχε τελειώσει η άδεια του.
   Το θέμα της συμφιλίωσης των δυο κοινοτήτων δεν είναι καινούριο. Υπάρχουν άτομα και από τις δυο μεριές που το επιδιώκουν, εις πείσμα των ιεράκων. Θυμάμαι δυο φίλους, έναν Ελληνοκύπριο και ένα Τουρκοκύπριο, που το επιδίωκαν πρωτοστατώντας σε μια κίνηση. Τους δολοφόνησαν στο αυτοκίνητο που επέβαιναν μαζί. Θυμάμαι τη φωτογραφία τους μέσα στο αυτοκίνητο, τρυπημένοι από τις σφαίρες.
  Και κάτι που πραγματικά με εξέπληξε, αν και δεν θα ’πρεπε: είδα τον τούρκο αξιωματικό να δέρνει με μια βέργα τον τούρκο φρουρό.
  Γιατί δεν θα ’πρεπε;
  Γιατί διάβασα ότι συμβαίνουν κάτι τέτοια στον τουρκικό στρατό στο βιβλίο του Αζίζ Νεσίν «Ο Ζήσης ζει και δε ζει», που διάβασα πριν ένα χρόνο. Αντιγράφω το απόσπασμα το οποίο παρέθεσα στη βιβλιοκριτική μου.
  «Είχαμε έναν πολύ καλό λοχαγό. Ήταν γνωστός στο σύνταγμα σαν ο αξιωματικός που έδερνε λιγότερο. Έδερνε μια φορά την εβδομάδα ή κάθε δέκα μέρες. Μα το στρατιώτη που έδερνε τον σακάτευε στο ξύλο».
  Γιατί με εξέπληξε;
  Γιατί μετά από τόσα χρόνια νόμιζα ότι θα είχαν καλυτερεύσει τα πράγματα στον τούρκικο στρατό. Μπορεί και να καλυτέρευσαν βέβαια, να τρώνε οι τούρκοι στρατιώτες λιγότερο ξύλο. Ή μπορεί να τρώνε ξύλο μόνο οι κουρδικής καταγωγής. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, αυτά μπορεί να συνέβαιναν εκείνη την εποχή, μια και η ιστορία τοποθετείται πριν την πτώση του τοίχους του Βερολίνου. Ένας Γερμανός που είναι εκεί παρομοιάζει την πράσινη γραμμή με το τοίχος του Βερολίνου, υπαρκτό ακόμη, που χώρισε οικογένειες και φίλους.
  Πολύ μου άρεσε η ταινία, σας τη συνιστώ.