Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Monday, April 27, 2026

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος

 Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος, Αθήνα 2026, σελ. 112

 


  Της Δέσποινας Αυγουστινάκη έχουμε παρουσιάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, την ποιητική συλλογή «Ανάμνησις» και τη συλλογή διηγημάτων «Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας».

  Ο «Μέγας ξένος» είναι μυθιστόρημα.

  Έχει δυο πράγματα κοινά με τη συλλογή διηγημάτων.

  Το πρώτον είναι η ποιητικότητα της γλώσσας. Συναντάμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Στην κριτική μου για τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας» τους παρέθεσα όλους, καθώς εξακολουθούσα να έχω το χόμπι να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Τώρα πια δεν έχω αυτό το χόμπι, αλλά θα παραθέσω ενδεικτικά κάποιους που υπογράμμισα, όπως έκανα τότε στις κριτικές μου.

  Το δεύτερο είναι η πραγματικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Η Αυγουστινάκη σκύβει πάνω σε παλιές εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου όπου βρίσκει ιστορίες τις οποίες μεταπλάθει λογοτεχνικά, παραθέτοντας κάποιες φορές αποσπάσματα από τα άρθρα που διαβάζει.

  Και οι διαφορές:

  Στα διηγήματα, μας δίνει την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικές προοπτικές, εστιάζοντας κάθε φορά σε ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, όπως περίπου έκανε ο Ryunosuke Akutagawa στο «Ρασομόν». Στο μυθιστόρημα, συνδέει τις ιστορίες που βρήκε σε μια ενιαία πλοκή.

   Η οποία έχει έναν θεματικό άξονα.

   Έχω γράψει σε άλλα κείμενά μου το εξής: Για την Διεθνή, «Της γης οι κολασμένοι» είναι οι εργάτες. Για τον Φραντς Φανόν, οι αποικιοκρατούμενοι λαοί. Σήμερα, της γης οι κολασμένοι, πιστεύω εγώ ότι είναι οι λαθρομετανάστες.

  Μόνο;

  Η Αυγουστινάκη αναφέρεται σ’ αυτούς στο τέλος. Ο κύριος κορμός του μυθιστορήματός της αναφέρεται στους πρόσφυγες, «νόμιμοι» μετανάστες αυτοί.

  Ποιους πρόσφυγες;

  Αυτούς που ήλθαν από τη Μικρά Ασία.

  Έχουμε διαβάσει και αλλού για τα δεινά που τους περίμεναν στη «Μητέρα Ελλάδα». Τουρκόσπορους τους ανέβαζαν, τουρκόσπορους τους κατέβαζαν. Περιουσίες μουσουλμάνων που έπρεπε να περιέλθουν στα χέρια τους, συχνά κατέληγαν σε άλλα χέρια.

  Ο φουκαράς ο μουσουλμάνος είχε φορτώσει σε δυο γαϊδούρια τα υπάρχοντά του και πήγαινε στο Ηράκλειο, για να φύγει με το πλοίο για την καινούρια του πατρίδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως στο δρόμο τον λήστεψαν και τον σκότωσαν.

  Να υποθέσω ότι παρόμοια μοίρα περίμενε και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες;

  Να παραθέσω δυο πράγματα που ξέρω.

  Ο μουσουλμάνος (έχω ξεχάσει το όνομά του) που πούλησε το σπίτι του, πολύ πριν την ανταλλαγή, στον παππού μου, καθώς η αρχοντομαθημένη γιαγιά μου τον πίεζε να φύγουν από την Επισκοπή όπου έπρεπε να ανασύρουν νερό από το πηγάδι ενώ το Κάτω Χωριό είχε βρύση, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία. Από τον καημό του, είπαν, που εγκατέλειπε την Κρήτη, που αυτήν ήξερε σαν πατρίδα.

  Το δεύτερο.

  Κατήγγειλαν στο Κεμάλ ότι οι πρόσφυγες από την Κρήτη, στα παράλια, δεν μιλούσαν τούρκικα (δεν τα ήξεραν) αλλά κρητικά. -Να τους αφήσετε ήσυχους, τους είπε.

  Αρκετά πράγματα σχετικά διάβασα στο βιβλίο του Κωστή Χατζηφωτεινού, «Νισάφι πια».

  Συνδετικό πρόσωπο στην πλοκή είναι ο Σαλής.

  Τη γιαγιά του την Νουρίγια, μικρό κοριτσάκι, την άρπαξαν από το χωριό τους στο Σουδάν, με άλλους χωριανούς, σουδανοί δουλέμποροι και την πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η μητέρα της δεν τα κατάφερε, πέθανε στη διαδρομή.

  Εκεί την αγόρασε η Αγκάθα, γυναίκα του άγγλου πρόξενου, και την είχε σαν παιδί της. Όμως ένας επισκέπτης από την πρεσβεία τη βίασε και έμεινε έγκυος. Δεν μαρτύρησε ποτέ ποιος ήταν αυτός, δεν ήθελε να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένεια. Γέννησε και έκανε ένα κοριτσάκι, την Αριφέ.

  Κάποια στιγμή η Αγκάθα με τον άντρα της, την Νουρίγια και την Αριφέ ήλθαν στα Χανιά

  Παιδί της Αριφέ ήταν ο Σαλής.

  Που, με αίμα λευκού στις φλέβες του, πήρε και το χρώμα του. Δεν ήταν μαύρος σαν τη γιαγιά του, αλλά λευκός.

  Να αναφέρω μια ιστορία που διάβασα παλιά.

  Μαύρο το παιδί μας, με απάτησες. Όχι, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν αυτή. Τελικά αποδείχτηκε ότι μια προγιαγιά της, ή ένας προπάππους της, δεν θυμάμαι, ήταν μαύρος. Τα γονίδια παίζουν καμιά φορά επικίνδυνα παιχνίδια.

  Πονόψυχος, μοίραζε, incognito πάντα, μέσω άλλου, δέματα με τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες.

  Είναι συναρπαστικά όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αυγουστινάκη.

  Γεγονότα, όχι επεισόδια, που θα έπιαναν μια μεγάλη συνταγματική σειρά για να τα αφηγηθεί. Δίνει με λίγα λόγια το γεγονός, για να το σχολιάσει με την ποιητική της γλώσσα.

  Όμως να της δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

  «Είναι η ζωή μια συνεχής απώλεια κι ένας μεγάλος πόνος. Έτσι ακριβώς ερχόμαστε και φεύγουμε. Με πόνο. Κι όλο το μεσοδιάστημα πόνος και αυτός. Με μικρά διαλείμματα χαράς και ευτυχίας» (σελ. 30).

  Η ευτυχία είντα θαρρείς πώς είναι κατά βάθος

  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.

  Αυτή η μαντινάδα πολύ αρέσει στον φίλο μου τον Πρατικάκη, και την έχει αναφέρει συχνά στην παρέα.

  «-Άλλος έφταιγε. Όχι εκείνη η έρμη που επιάσανε. Παρότι ομολόγησε πως έριξε φαρμάκι στη δεξαμενή του χωριού. Όλο το χωριό ήτανε, λέει, στο κόλπο. Να ξεκάνουνε τους ξενομπάτηδες. Τους τουρκόσπορους.

  Έτσι έλεγε ο αφέντης για τον αφέντη του χωριού που εγίνηκε το παρ’ ολίγον φονικό. Να τους ξεκάνουνε, να μείνουνε τα χωράφια των μουσουλμάνων που φύγανε στην ανταλλαγή στα εδικά τους χέρια» (σελ. 40).

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

  Σαν η ματιά επέστρεψε στα γήινα λιγάκι (σελ. 43)

  Όταν μερεύει το θεριό, αλλάζει ο κόσμος όλος (σελ. 44)

  Είχε ανεβεί πολλά σκαλιά τα τελευταία χρόνια (σελ. 45)

  Μα εμείς κουφοί. Μα εμείς τυφλοί. Μα εμείς υπνωτισμένοι (σελ. 46), σε ένα σχήμα του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου που νομίζω τον σχολιάζει ο Γρηγόρης Σηφάκης στο βιβλίο του «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού». Το πρώτο ημιστίχιο είναι σπασμένο στα δυο.

  Ένα παράδειγμα από τον «Βασιλιά τον Ροδολίνο» του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου.  

  Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...

Φοβούμαι ακόμη;..  Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...

  Εξαιρετικό και αυτό τη βιβλίο της Αυγουστινάκη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 


   Η ταινία αναφέρεται στα παιδικά χρόνια του Vladimir Korolenko.

  Στο Ιράν είναι μια μεγάλη κατηγορία έργων, ταινίες με/για παιδιά, ενώ τέτοιες ταινίες είναι σχετικά σπάνιες στους κινηματογράφους άλλων χωρών.

  Όμως δεν είναι μόνο τα παιδιά. Είναι και οι «ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι», που τους έχω δει σε δυο εμβληματικές ταινίες, τη «Γειτονιά των καταφρονεμένων» του Ακίρα Κουροσάβα και «Κάτω από το σεληνόφωτο» του Seyyed Reza Mir-Karimi.

  Ζουν σε ένα παραιτημένο, ετοιμόρροπο αρχοντικό, ενός κόμη, αλλά οι αρχές θέλουν να τους διώξουν.

  Επίσης σε μια εγκαταλειμμένη εκκλησία.

  Οι γκρίζοι τοίχοι της εγκατάλειψης.

  Κάποιοι έχουν μικρές έως μεγάλες ψυχολογικές διαταραχές. Και όλοι έχουν το πρόβλημα του άρτου αυτών τον επιούσιον, για τον οποίο ο μεγαλοδύναμος είναι αρκετά φειδωλός.

  Και τα παιδιά;

  Αυτά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Ο πατέρας του Κορολένκο, αυστηρός αλλά δίκαιος δικαστής, συχνά πονόψυχος, δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για τον μικρό του γιο και την μικρή του κόρη, όλη του η φροντίδα ήταν για τη γυναίκα του την οποία υπεραγαπούσε. Και όταν πέθανε, βυθισμένος στη θλίψη του, δεν μπορούσε να νοιαστεί για τα παιδιά του.

  Ο μικρός Κορολένκο θα γνωριστεί με τα δυο παιδιά που μένουν στην εκκλησία. Ο πατέρας τους αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τον επιούσιο. Όμως φάρμακα; Η μικρή είναι άρρωστη, έχει συχνά πυρετό.

  Ο μικρός Κορολένκο θα τους προσφέρει τα μήλα που κρατάει στις τσέπες του, στην πρώτη τους συνάντηση. Αλλά και μετά.

  Θα πιάσει φιλίες μαζί τους.

  Θα δούμε τα τρία παιδιά να παίζουν ξένοιαστα και ευτυχισμένα στους αγρούς.

  Τα παιδιά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Θα κλέψει μια από τις κούκλες της αδελφής του για να την πάει στην καινούρια του φίλη.

  Ο πατέρας της θα την επιστρέψει, μετά το θάνατο της μικρής.
  Δυο ατάκες από την ταινία: -Δεν φοβάμαι το νεκροταφείο, η μητέρα μου είναι εδώ.

  Ούτε και εγώ.

  Τη μέρα της κηδείας της πήγα 11 η ώρα το βράδυ στο νεκροταφείο και κάθισα κάπου κανένα μισάωρο στον τάφο της. Ήθελα να την αποχαιρετήσω κατά μόνας.

  Κανένα φάντασμα δεν με ενόχλησε.

  Έγραψα για αυτό ένα διήγημα με τίτλο Requiem, 18 χρόνια μετά, όταν πέθανε ο πατέρας μου.

  Και η δεύτερη:

  Η αγάπη περιορίζει την ελευθερία.

  Ο πατέρας Κορολένκο θα ένιωθε πιο «ελεύθερος», λιγότερο θλιμμένος, αν δεν αγαπούσε τόσο τη γυναίκα του.

  Πολύ με συγκίνησε αυτή η ταινία.

  Το 6,8 μου φάνηκε πολύ λίγο, εγώ έβαλα 9.

  Κοιτάζω την ιστοσελίδα μου ευρετήριο των αναρτήσεων στο blog μου για ταινίες (https://babisdermitzakis.eu/movie%20criticism.html ) μήπως έχω γράψει για άλλη ταινία της Μουράτοβα.

  Δεν βρήκα τίποτα.

  Είναι πολύ σύντομη η ζωή, δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλα τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε, να δούμε όλες τις ταινίες που θα θέλαμε να δούμε.

  Για κάποιους άλλους: Να κάνουν όλα τα ταξίδια που θα ήθελαν να κάνουν, να επισκεφτούν όλους τους τόπους που θα ήθελαν να επισκεφτούν.

Sunday, April 26, 2026

Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 


  Ευκαιρία να το ξαναγράψω: Για μένα το σενάριο, το στόρι, είναι πιο σημαντικό από τη σκηνοθεσία. Από περιέργεια κοίταξα ποιος έγραψε το σενάριο της ταινίας και είδα ότι ο Toshikata Yoda που το υπογράφει έγινε διάσημος για τις συνεργασίες του με ένα από τους κορυφαίους τρεις του Ιαπωνικού κινηματογράφου, τους οποίους είδα πακέτο, τον Κέντζι Μιτζόγκουτσι.

  Πρόκειται για ταινία εποχής, που η πλοκή της δηλαδή εκτυλίσσεται πριν το 1868 με την αποκατάσταση του αυτοκράτορα Meiji (μέχρι τότε ήταν διακοσμητικός, την πραγματική εξουσία την είχε ο σογκούν).

  Αυτός, γόνος πλούσιας οικογένειας τον οποίο εγκατέλειψαν μωρό γιατί είχε ένα μεγάλο σημάδι στο δεξί του μάγουλο, μαζί με ένα πανάκριβο ξίφος για την πληρωμή της ανατροφής του. Το βρήκε μια πολύ πλούσια οικογένεια και αποφάσισε να το κρατήσει, γιατί σαν εκείνη τη μέρα πέθανε το δικό τους μωρό.

  Κληρονόμησε την επιχείρηση του θετού του πατέρα, υφαντουργείο. Όλοι οι υπάλληλοί του τον υπεραγαπούν.

  Θέλει να παντρευτεί αλλά δεν βρίσκει νύφη, εξαιτίας αυτού του σημαδιού που έχει στο μάγουλο.

  Κάποιοι φίλοι του τον παρασύρουν στην «Περιοχή με τα κόκκινα φώτα», όμως ούτε οι γκέισες τον θέλουν.

  Τελικά θα τον πάρει μια που δεν είναι γκέισα, είναι μια κατάδικος.

  Αλήθεια, ποιο είναι το έγκλημά της;

  Δεν λέγεται στην ταινία.

  Ρωτάω το perplexity.

  Η απάντησή του:

  «Δεν πρόκειται για ποινικό έγκλημα (π.χ. φόνο), αλλά για κοινωνική/οικονομική καταδίκη: Στην Ιαπωνία του Edo, οι φτωχοί αγρότες δέσμευαν κόρες τους σε οίκους ανοχής ως εγγύηση δανείων – μια νόμιμη, αλλά εξευτελιστική μορφή δουλείας. Η Tsuru, ως "μισθωτή αγρότισσα πόρνη", δεν έχει ελευθερία· πρέπει να εξοφλήσει το χρέος πριν "αποφυλακιστεί" και γίνει tayu».

  Το ρώτησα τι σημαίνει tayu.

  «Μια χαμηλότερης θέσης γκέισα ή street prostitute (όπως η Tsuru/Tamatsuru στην ταινία) έπρεπε να ανέβει βαθμούς (shinzo → koma → koshi → sancha → tayu) μέσω πελατών, εκπαίδευσης και χρημάτων για να γίνει tayu».

  Την ερωτεύεται.

  Θέλει να την παντρευτεί.

  Αυτή του λέει, να γίνει πρώτα tayu.

  Θέλει να εκδικηθεί τις άλλες γκέισες που την έβλεπαν περιφρονητικά.

  Ο Jirozaemon θα χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή της. Θα μάθει να παίζει Koto, το γιαπωνέζικο σαντούρι, και να χορεύει. Παρεμπιπτόντως, είδαμε και τον πιο γνωστό χορό καμπούκι, το χορό του λιονταριού, που φαίνεται είναι πολύ αγαπητός.

  Πέφτει χιόνι, καταστρέφονται οι θάμνοι από τους οποίους τρέφονται οι μεταξοσκώληκες. Έχει οικονομικό πρόβλημα; Να προλάβουν να τον ξεζουμίσουν πριν την πτώση του.

  Το αφεντικό της υπαγορεύει το γράμμα που θα του στείλει: πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει την τελετή για την ανάδειξή της σε tayu. Υπάρχει και ένας πελάτης, έμπορος σακέ (ανύπαρκτος φυσικά) που θέλει να την αγοράσει. Αν την θέλει πραγματικά θα πρέπει να προλάβει να την αγοράσει.

  Το πανάκριβο ξίφος του (οι θετοί γονείς του δεν το πούλησαν τελικά) δεν θέλει κανείς να το αγοράσει. Είναι από κάποιον κατασκευαστή που θεωρείται γρουσούζης.

  Αποφασίζει να αυτοκτονήσει όταν μαθαίνει την πλεκτάνη.

  Όμως αλλάζει γνώμη.

  Παίρνει το σπαθί και πηγαίνει στην περιοχή με τα κόκκινα φώτα, τότε που γίνεται η τελετή-παρέλαση για την ανάδειξη της Tsuru σε Tayu.

  Θα σκοτώσει τον ιδιοκτήτη του οίκου, όμως στόχος του είναι αυτή. Πριν την προλάβει καθώς εκείνη προσπαθεί να ξεφύγει θα σκορπίσει τον θάνατο στους γύρω του, στο γνωστό μοτίβο που το είδαμε πρόσφατα και σε κινέζικες wuxu ταινίες, μόνος εναντίον όλων. Την προλαβαίνει, τη σκοτώνει, και μετά συνεχίζει το φονικό, καθώς οι άλλοι προσπαθούν να τον εξουδετερώσουν.

  Να παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από το perplexity:

  «Λέγοντας "να γίνω tayu πρώτα", η Tsuru εκμεταλλεύεται τον αφελή ήρωα: αρνείται γάμο εκτός αν φτάσει στην κορυφή (εκδίκηση κατά των "ανώτερων" και εύκολο χρήμα από αυτόν), δείχνοντας τον κυνισμό της πίσω από την ψεύτικη τρυφερότητα. Είναι κλασική ανατροπή του kabuki θεατρικού αρχετύπου (Kagotsurube), όπου η "σωτηρία" γίνεται καταστροφή».

  Δεν είδα στη βιβλιογραφία μου ότι υπήρχε αυτό το μοτίβο (αρχέτυπο το λέει το perplexity) στο λαϊκό θέατρο Καμπούκι, τότε που έγραφα το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας».

  Δεν μου άρεσε το σενάριο. Η συμπάθεια για την καημένη την Tsuru μετατρέπεται σε αντιπάθεια, εξαιτίας αυτής της επιμονής της να εκδικηθεί. Είχε αρνηθεί την πρόταση του Jirozaemon να την αγοράσει και να παντρευτούν, όχι, ήθελε να γίνει πρώτα tayu και μετά να παντρευτούν.

  Για να εκδικηθεί.

  Και βέβαια η πρακτική, φτωχοί γονείς να πουλάνε τα παιδιά τους σαν γκέισες, συνεχίστηκε και στην μεταγενέστερη εποχή. O Kenzi Mizoguchi δεν συγχώρησε ποτέ τους γονείς του που πούλησαν την αδελφή του σαν γκέισα. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τις γκέισες, και μάλιστα συνέζησε με μια από αυτές.

Baltasar Kormákur, APEX (2026)

 Baltasar Kormákur, APEX (2026)

 


  Το έβλεπε μια φίλη μου και είπα να το δω.

  Τα θρίλερ βέβαια δεν είναι στην κορυφή των προτιμήσεών μου, όμως όταν η πλοκή διαδραματίζεται στην άγρια φύση, ψηλές βουνοκορφές με βραχώδεις πλαγιές, πυκνά δάση, ορμητικά ποτάμια, ε, τότε μου αρέσουν.

  Η Σαρλίζ Θερόν, πάντα όμορφη στα πενήντα της, νιώθει ενοχές. Ο σύζυγός της της έλεγε να σταματήσουν τις αναρριχήσεις, αυτή όχι. Όταν κάποια στιγμή αυτός ξέφυγε από τον βράχο τον οποίον ανέβαιναν, δεν είχε άλλη επιλογή. Ή θα τον άφηνε, ή θα την παράσερνε και αυτήν στην πτώση του.

  Αλλάζει σπορ: με βάρκα, περνάει ορμητικά ποτάμια. Το vivere pericolosamente δεν λέει την εγκαταλείψει.

  Εκεί συναντάει τον κακό. Ψυχοπαθής, έχει σκορπίσει το θάνατο. Τα θύματά του αγνοούνται.

  Πώς θα του ξεφύγει;

  Στα θρίλερ έχουμε σασπένς τι πώς (θα φτάσουμε στο happy end το οποίο είναι δεδομένο, γιατί ο καλός θα ξεφύγει και ο κακός θα τιμωρηθεί).

  Και βέβαια αυτό το πώς δεν θα το αποκαλύψω, η ταινία είναι καινούρια, στην πλατφόρμα του Netflix.

  Και εδώ βλέπουμε επίσης μια κλασική μορφή ανατροπής. Αυτός που φαίνεται καλός τελικά δεν είναι, ενώ αυτοί που φαίνονται κακοί, δεν είναι. Στη συγκεκριμένη ταινία υπήρξαν μάλιστα θύματα του κακού.

  Εντυπωσιακές αυτές οι αναρριχήσεις. Βέβαια εδώ είναι εκ του ασφαλούς, όμως έχω δει σχετικό ντοκιμαντέρ που οι αναρριχήσεις ήταν αυθεντικές, όχι εκ του ασφαλούς.

  Το 6,2 την αδικεί, εγώ έβαλα 7.

 

Saturday, April 25, 2026

Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 Qais Al-Zubaidi, Far from the homeland (1969)

 


  Σε ένα στρατόπεδο προσφύγων κοντά στη Δαμασκό ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί, σε αυτό το ενδεκάλεπτο φιλμ, παιδιά που παίζουν. Πήρε και «συνέντευξη» από κάποια. Στη συνέχεια τους έδειξε τις σκηνές που είχε τραβήξει και τα παιδιά έμειναν κατενθουσιασμένα.

  Τα θαύμασα αυτά τα παιδιά.

  Είχαν όνειρα.

  Θέλω να γίνω γιατρός.

  Θέλω να γίνω δάσκαλος.

  Ενώ εμείς στην ηλικία τους:

  Εγώ: να γίνω αγροφύλακας.

  Ο φίλος μου ο Γιάννης: Να γίνει ηλεκτρολόγος.

  Ο φίλος μου ο Αντώνης: Να γίνει χωροφύλακας.

  Τι να έγιναν άραγε αυτά τα παιδιά; Ικανοποίησαν τα όνειρά τους;

Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)

 


  Ας ξεκινήσουμε με τον τίτλο: αμετάφραστος, καθώς περιέχει το εφέ της δισημίας: shoot, πυροβολώ, και shoot, κινηματογραφώ.

  Μετά τη «Συνεκδοχή» την οποία είδα πριν 17 χρόνια και για την οποία διάβασα ότι υπάρχει ειδική ιστοσελίδα που την αναλύει γιατί είναι εντελώς ακαταλαβίστικη, είπα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναδώ Κάουφμαν. Όμως ο φίλος μου ο Γιάννης διάβασε μια ενθουσιαστική κριτική για το How to shoot a ghost και μου ζήτησε να τη δούμε.

  Είπα να μην του χαλάσω το χατίρι.

  Δεν με απογοήτευσε όπως φοβόμουνα, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μόλις 27 λεπτών. Δεν περίμενα να δω μια ιστορία, μια «πράξη σπουδαία και τελεία» όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, δηλαδή μια συναρπαστική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και έτσι δεν απογοητεύθηκα. Την είδα σαν ένα slide show, μόνο που εδώ δεν έχουμε εικόνες αλλά reels, πλάνα.

  Είδαμε και τον κινηματογράφο Στούντιο, σε ένα πλάνο.

  Και βέβαια υπάρχει ο υποτυπώδης αφηγηματικός ιστός. Η Ανθή και ο Ρατέμπ, που μόλις έχουν πεθάνει, περιπλανούνται στους δρόμους της Αθήνας. Σαν φαντάσματα που είναι κανείς δεν τους παίρνει χαμπάρι, ούτε καν την polaroid που κουβαλάει η Ανθή.

  (Η πρώτη φωτογραφική μηχανή που αγόρασα, όταν γεννήθηκε ο γιος μου, για να τον βγάζουμε φωτογραφίες. Τις φωτογραφίες που έχω των γονιών μου της έβγαλα με τη φωτογραφική μηχανή της Ελένης. Τώρα μη με ρωτήσετε ποιας Ελένης, και δεν κρατηθώ και σας απαντήσω χυδαία. Είμασταν φτωχοί εκείνη την εποχή, και εγώ και οι φίλοι μου, δεν θυμάμαι κανένα τους να είχε φωτογραφική μηχανή).

  Μια αφηγήτρια μας αφηγείται κάποια πράγματα για τη ζωή τους, τότε που ήσαν ζωντανοί.

  Μια ατάκα, από τις παλαβές του Κάουφμαν: Στην πόλη, το χρώμα της αλήθειας αλλάζει όπως το χρώμα ενός φαντάσματος στο φως.

  Αυτή όμως όχι, είναι μια ωραία μεταφορά: Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα παρά γραμμές πάνω σε χαρτί, και μας έχουν γράψει in water. Ρώτησα το perplexity πώς θα μου το μετάφραζε, είχα κολλήσει στο in water, δεν με ικανοποίησε η μετάφραση, το νόημα όμως είναι σαφές. Και τελικά δεν είναι ακριβώς του Κάουφμαν, την εμπνεύστηκε από το επίγραμμα στον τάφο του John Keats, στη Ρώμη: Here lies one whose name was writ in water». Εκφράζει την ευθραυστότητα, την παροδικότητα της ύπαρξης.

  Βλέπουμε και αρχειακό υλικό, όπως γερμανούς στρατιώτες στην Ακρόπολη, με την Ανθή να σχολιάζει: Τα μάρμαρα φαγώθηκαν από τη μόλυνση γιατί κανείς δεν νοιάζεται.

  Και αυτή η ατάκα δεν είναι καθόλου παλαβή.

  Η Ανθή δεν φωτογραφίζει μόνο ζωντανούς αλλά και άλλα φαντάσματα σαν αυτούς.

  Καθώς έχω γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία, το πρώτο μου, ξαφνικά αναρωτήθηκα: Έχει γούστο!!!

  Τελικά την ταινία την απολαμβάνεις σαν ονειρικά πλάνα, με την κάμερα να παίζει συχνά με το φως δημιουργώντας μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.

  Όχι πάντα.

  Βλέπουμε και ένα μπουζουξή να παίζει το μπουζούκι του.

  Δεν θυμάμαι αν ήταν από τους ζωντανούς ή από τους πεθαμένους.

  Το ότι η «πλοκή» διαδραματίζεται στην Αθήνα κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα για μας τους έλληνες.

  Το 6,4 που έχει δεν με εξέπληξε.

Friday, April 24, 2026

Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 Francesco Sossai, Ένα τελευταίο για το δρόμο (Le città di pianura, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Ας ξεκινήσουμε από αυτό: εμείς λέμε “βίβα το πρώτο” — που φυσικά δεν είναι ποτέ το πρώτο. Οι Κινέζοι λένε 最后一杯, (zuihou yi bei) “το τελευταίο ποτήρι” — που επίσης δεν είναι ποτέ το τελευταίο. Οι Ιταλοί λένε un ultimo per la strada — ένα τελευταίο για τον δρόμο, που δεν είναι ποτέ το τελευταίο πριν φύγουν.

  Ας το πω από τώρα: η ταινία δεν μου άρεσε, όχι γιατί είναι κακή, εξάλλου έχει 7,2 βαθμολογία, αλλά απλά αυτές οι road movie δεν είναι του γούστου μου. Αλλά έπρεπε να γράψω κάτι για την ταινία, και επειδή βαριέμαι να ανασυνθέτω την πλοκή, και ο σύνδεσμος της βικιπαίδειας δεν γράφει τίποτα, επιστράτευσα το chatgtp να μου τη δώσει. Είναι αυτή εδώ, με μικροαλλαγές που έχω κάνει.

  Η ταινία Le città di pianura (Οι πόλεις της πεδιάδας) ακολουθεί μια σχετικά απλή πλοκή. Είναι ένα road movie, αλλά χωρίς σασπένς, όμως με κάποια, χιουμοριστικά τα περισσότερα, απρόοπτα.

  Δύο άντρες γύρω στα πενήντα, ο Καρλομπιάνκι και ο Ντοριάνο, ζουν μια άστατη και σχεδόν εφηβική ζωή: χωρίς χρήματα, χωρίς σταθερή κατεύθυνση, περνούν τις νύχτες τους πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ, κυνηγώντας το «τελευταίο ποτό» σαν να είναι ένα είδος τελετουργίας που δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.

  Μια νύχτα, κατά τη διάρκεια μιας τέτοιας περιπλάνησης με το αυτοκίνητο μέσα στην επίπεδη επαρχία του Βένετο, συναντούν τυχαία τον Τζούλιο, έναν νεαρό και μάλλον συνεσταλμένο φοιτητή αρχιτεκτονικής και τον παρασύρουν στις περιπλανήσεις τους-και στο ποτό, φυσικά.

  Σχεδόν πάντα είναι μεθυσμένοι.

  Οι γνώσεις της αρχιτεκτονικής του Τζούλιο θα είναι αιτία να αποκτήσουν κάποια χρήματα «για το δρόμο». Αυτοί τον μπάζουν στα μυστικά του πληρωμένου έρωτα, όμως αυτό το βλέπουμε εντελώς ελλειπτικά.

  Μια στενή σχέση αναπτύσσεται, που όμως κάποτε θα είχε ένα τέλος, ο Τζούλιο πρέπει να επιστρέψει στο σπίτι του.

  Το πόσο στενή έγινε αυτή η σχέση φαίνεται από τα τελευταία πλάνα.

  Που φυσικά δεν θα σας τα αποκαλύψω.

  Τελικά δεν έκανα μικροαλλαγές όπως είχα σκοπό, αλλά μεγάλες αλλαγές, περικοπές και προσθήκες.

  Αν αποφασίσετε να δείτε την ταινία, ελπίζω να σας αρέσει.