Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, May 1, 2026

Georg Wilhelm Pabst, Στο δυτικό μέτωπο (Westfront1918, 1930)

 Georg Wilhelm Pabst, Στο δυτικό μέτωπο (Westfront1918, 1930)

 


Θα προβληθεί στο Στούντιο, σήμερα Παρασκευή 13.30 και Τρίτη 20.30

  Θα έλεγα ότι μόνο οι ηττημένοι γερμανοί έγραψαν αντιπολεμικά μυθιστορήματα που γυρίστηκαν σε ταινίες, όπως το «Ουδέν νεότερο από το δυτικό μέτωπο» του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ και το Vier von der Infantrie (Τέσσερις του πεζικού) του Ernst Johannsen, μεταφορά του οποίου αποτελεί η ταινία του Pabst, αν δεν ήταν και η «Ζωή εν τάφω» του δικού μας Στρατή Μυριβήλη, ο οποίος μάλιστα πήγε εθελοντής στους βαλκανικούς.

  Δεν ξέρω κατά πόσο ακολουθεί το μυθιστόρημα ο σεναριογράφος, καθώς διαβάζουμε στα γράμματα της αρχής ότι η μεταφορά είναι frei, αλλά, ας το σχολιάσουμε εδώ: δεν έχει και τόση σημασία, όταν το μυθιστόρημα είναι σχετικά άγνωστο. Και από ό,τι μου λέει ο φίλος μου ο Perplexity (μάλλον με αρσενικό θα χαρακτηρίζω στο εξής τις ΑΙ), μόνο στα αγγλικά μεταφράστηκε.

  Υπάρχει μια εξαιρετική ροή στην ταινία, που μου θύμισε το δομή του θεάτρου Νο: Jo-ha-kyu, ή σαν τα τρία τελευταία μέρη της «Συμφωνίας του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ, Largo, αργό, Molto vivace, γρήγορο, Allegro con fuoco, πολύ γρήγορο.

  Στην αρχή βλέπουμε τη ζωή μέσα στα χαρακώματα, τις σχέσεις των φαντάρων μεταξύ τους και ένα ειδύλλιο. Στη συνέχεια έχουμε ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φαντάροι, είτε στο μέτωπο είτε κάνοντας τη θητεία τους -ξέρω περιπτώσεις. Ο Καρλ γυρνάει σπίτι με άδεια, μετά από απουσία σχεδόν δυο χρόνων, για να τσακώσει τη γυναίκα του με άλλο στο κρεβάτι. Το μέρος δεν είναι ακριβώς γρήγορο, αλλά έχει μια ένταση που δεν την έχει το πρώτο. Και το τρίτο μέρος είναι σκηνές μάχης, με γρήγορα εναλλασσόμενα πλάνα.

  Ο Pabst καλύπτει όλα τα προβλήματα που δημιουργεί ο πόλεμος. Και το πιο σημαντικό, η πείνα, που ήταν σίγουρα η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, δηλαδή τη σεξουαλική στέρηση της γυναίκας: ο παραγιός του χασάπη που τους προμήθευε κρέας, εκεί που για να βρουν τρόφιμα έπρεπε να σταθούν στην ουρά (δείχνει χαρακτηριστικά μια τέτοια ουρά ο Pabst), κάποια στιγμή θα ζήτησε ανταλλάγματα και η γυναίκα ενέδωσε. Οι ταλαιπωρίες στο μέτωπο, με τα αέρια, με τα χαρακώματα και με τα αμπριά να καταπλακώνουν στρατιώτες είναι ένα άλλο. Και το πιο σημαντικό βέβαια ο θάνατος. Ή μήπως οι ακρωτηριασμοί;

  Σίγουρα είναι μια συναρπαστική ταινία, μην τη χάσετε.   

  7,3 η βαθμολογία της, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο.

  Βροχερός ο καιρός σήμερα, πού να τρέχετε να πιάσετε το Μάη, καλύτερα να πάτε στο Στούντιο να δείτε την ταινία.

   

Thursday, April 30, 2026

Slatan Dudow, Σε ποιον ανήκει ο κόσμος; (Kuhle Wampe, 1932)

 Slatan Dudow, Σε ποιον ανήκει ο κόσμος; (Kuhle Wampe, 1932)

 


Θα προβάλλεται όλη τη βδομάδα στο Στούντιο, στις 13.30.

   Ας το σημειώσουμε αυτό: Το σενάριο υπογράφουν οι Bertolt Brecht και Ernst Ottwald.   

  Βούλγαρος ο Ντούντοβ, όμως γυρίζει ταινίες στη Γερμανία. Η Μεγάλη Ύφεση (1929-1933) έπληξε και τους γερμανούς φυσικά. Αυτά που μαστίζουν την εργατική τάξη είναι κυρίως η ανεργία και οι εξώσεις, καθώς οι εργάτες αδυνατούν να πληρώσουν τα νοίκια τους.

  Της πετάξανε τα έπιπλα στο δρόμο. Και τώρα τι γίνεται;

  Μα υπάρχει το Kuhle Wampe, ένας χώρος σαν ελεύθερο κάμπινγκ.

  Σε τέτοια δεν ζουν και οι λαθρομετανάστες σήμερα;

  Εκεί μεταφέρει ο φίλος της τα έπιπλά της, σε μια σκηνή που έχει στήσει.

  Με άφησε λίγο αμήχανο η ερωτική τους ιστορία, δεν ξέρω εσάς.

  Μικρά πλάνα με συχνά χαλαρή σύνδεση, και τραγούδια, πολλά τραγούδια, τους Χανς Άισλερ, τραγούδια της εργατιάς.

  Στη μετάβαση από τον βουβό στον ομιλούντα κινηματογράφο, ο ομιλών κινηματογράφος, το είδαμε και σε άλλες παρόμοιες ταινίες, κουβαλάει ακόμη τεχνικές του βωβού. Ο λόγος είναι αρκετά περιορισμένος.

  1.30 που προβάλλεται η ταινία, αν δεν έχετε κάτι καλύτερο να κάνετε (εγώ έχω τη σιέστα) μπορείτε να πάτε να τη δείτε, αξίζει.

   

Mohammad Hamzei, Captain (2023)

 Mohammad Hamzei, Captain (2023)

 


  Από σήμερα στο Στούντιο και στο Ατενέ

  Να το ξαναγράψω, μετά τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος το 1997 με τον εκλογή του Μοχάμαντ Χαταμί ως προέδρου του Ιράν, οι σκηνοθέτες ένιωθαν πια πιο άνετοι να γυρίζουν ταινίες με μεγάλους (η ενδυμασία των γυναικών υπήρξε πάντα πρόβλημα) και ο κινηματογράφος για/με παιδιά άρχισε να φθίνει.

  Όχι εντελώς.

  Χαρακτηριστικά είναι δύο από τα έργα του Χαμζάι, η «Αζάρ» και αυτή εδώ, «Ο αρχηγός».

  Αρχηγός, όχι καπετάνιος. Ο μικρός Ίσα, που είναι καρκινοπαθής και νοσηλεύεται με άλλα παιδιά, ονειρεύεται να γίνει αρχηγός της εθνικής. Όσο για την μικρή που ήλθε στο νοσοκομείο, ονειρεύεται να δει τη θάλασσα, γιατί φοβάται ότι η επέμβαση στα μάτια της δεν θα πετύχει. Δεν την έχει δει ποτέ, και η μητέρα της δεν θέλει να την πάει να τη δει. Έχει το δικό της πρόβλημα: ο άντρας της, καπετάνιος, πνίγηκε όταν το πλοίο του πήρε φωτιά.

  Ο μικρός Ίσα της υπόσχεται να την πάει, και μάλιστα μια φορά το επιχείρησε ανεπιτυχώς.

  Πρωταγωνιστικό πρόσωπο είναι και ο πατέρας του. Θέλει να βλέπει το γιο του στο νοσοκομείο όμως αυτός αντιδρά, δεν θέλει να έρχεται τόσο συχνά. (Το αντίθετο εγώ με το γιο μου, που του είπα ότι δεν χρειάζεται να έρχεται στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύτηκα για δυο μήνες, παρά μόνο αν χρειάζομαι κάτι να μου το φέρει, περίπου δυο φορές τη βδομάδα. Δεν θα ήθελα να εισπράξει κανένα covid).

  Και τι σκαρφίζεται ο πατέρας;

  Μεταμφιέζεται σε κλόουν και πηγαίνει κάθε μέρα στο νοσοκομείο, σκορπίζοντας χαρά στα παιδιά.

  Συγκινητική ταινία.

  Να σχολιάσουμε: Στις ταινίες με/για παιδιά, η ζυγαριά γέρνει πάντα προς το «με». Είναι ταινίες για να τους δουν οι μεγάλοι, καθώς τα «μηνύματα» των ταινιών αφορούν αυτούς, ενώ βέβαια μπορούν να τις δουν και παιδιά.

  Επίσης:

  Ο μικρός Ισάρ ήξερε άραγε, ότι αν έπαιζε κάποια μέρα στην εθνική και η μικρή του φίλη γινόταν καλά, δεν έχανε την όρασή της, δεν θα μπορούσε να τον δει σε αγώνα γιατί οι γυναίκες απαγορεύεται να παρακολουθούν ποδοσφαιρικούς αγώνες; Ο Jafar Panahi γύρισε μια ταινία με αυτό το θέμα, το «Off-side».

  Ο Panahi, αυτοεξόριστος μετά την καταδίκη του τον Δεκέμβρη σε ενός χρόνου φυλάκιση,  γύρισε στην πατρίδα του, χειμαζόμενη από τους αμερικάνικους και ισραηλινούς βομβαρδισμούς με κίνδυνο να συλληφθεί σε μια κίνηση συμπαράστασης (όχι, δεν συνελήφθη, μου λέει το perplexity).

  Πιστεύω ότι οι αμερικάνοι ωθήθηκαν στον πόλεμο από το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα που το μόνο που το ενδιαφέρει είναι να συντηρούνται εστίες πολέμου όποιο και αν είναι το κόστος της «πατρίδας». Γιατί αν πραγματικά πίστευαν ότι με τους βομβαρδισμούς θα έπεφτε το καθεστώς, ήταν βαθιά νυχτωμένοι, και αυτό το έγραψα σε μια ανάρτηση, γιατί κάτι τέτοιο έλεγε σχολιαστής του open. Το μόνο που κατάφεραν είναι να γυρίσουν την αντιπολίτευση χρόνια πίσω, κάτι που ήξερα ότι θα συνέβαινε. Θα αργήσουμε να δούμε πάλι αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις.  

  5,8, χαμηλή βαθμολογία, όμως εγώ δεν θα έβαζα με τίποτα κάτω από 7.  

Wednesday, April 29, 2026

Lu Chuan, The last supper (王的盛宴, 2012)

 Lu Chuan, The last supper (王的盛宴, 2012)

 


  Τελικά στις 14 του Μάη θα κυκλοφορήσουν στους κινηματογράφους (υποθέτω στο Στούντιο) σε διανομή New Star, το Mountain patrol και το City of life and death, παρουσία του σκηνοθέτη.

 

  Το τελευταίο δείπνο του βασιλιά, ο πλήρης τίτλος.

  Ας ξεκινήσουμε με τα ιστορικά στοιχεία: Ο Liu Bang είναι ο μεθεπόμενος αυτοκράτορας της ενοποιημένης Κίνας, ενοποίηση που έγινε το 221 π.χ. από τον Qin Shi Huang. Ο γιος του Qin Er Shi βασίλεψε από το 210 μέχρι το 207. Ο Liu Bang που τον διαδέχτηκε ίδρυσε τη δυναστεία Han.

  Η ιστορία ξεκινάει βλέποντας τον εξηνταενός ετών αυτοκράτορα Liu Bang, ετοιμοθάνατο, να αναπολεί περασμένα γεγονότα. Κομβικά σημεία στη ζωή του ήταν η αντιπαλότητά του με έναν πολέμαρχο που ίδρυσε την βραχύβια δυναστεία Chu και τον οποίο νίκησε στη μάχη του Gaixia με τις υπέρτερες δυνάμεις του και έπαψε ο εμφύλιος.

  Στην ταινία βλέπουμε τις δολοπλοκίες στο παλάτι, με κύριο πρόσωπο την αυτοκράτειρα, η οποία, διαβάζουμε στα γράμματα τέλους, μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα εκτέλεσε τους γιους της παλλακίδας του.

  Λέγεται ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Ο Lu Chuan το παρωδεί, βάζοντας τους γραφείς να γράφουν, καθ’ υπαγόρευση, γεγονότα που συνέβησαν με τη δική τους εκδοχή, και προπαντός γεγονότα που δεν έχουν συμβεί ακόμη, όπως ο στραγγαλισμός ενός στρατηγού τον οποίο η αυτοκράτειρα υποπτευόταν για συνομωσία.

  Η ταινία, αλλά και όλες οι κινέζικες ταινίες εποχής, μου φαίνονται λίγο πολύ αφηγηματικά ασαφείς, κάτι που δεν συμβαίνει σίγουρα με τους κινέζους θεατές που ξέρουν την ιστορία τους. Ίσως κάποιοι απογοητευμένοι σαν και μένα έδωσα χαμηλή βαθμολογία, μόλις 5,8.

 

Monday, April 27, 2026

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος

 Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος, Αθήνα 2026, σελ. 112

 


  Της Δέσποινας Αυγουστινάκη έχουμε παρουσιάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, την ποιητική συλλογή «Ανάμνησις» και τη συλλογή διηγημάτων «Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας».

  Ο «Μέγας ξένος» είναι μυθιστόρημα.

  Έχει δυο πράγματα κοινά με τη συλλογή διηγημάτων.

  Το πρώτον είναι η ποιητικότητα της γλώσσας. Συναντάμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Στην κριτική μου για τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας» τους παρέθεσα όλους, καθώς εξακολουθούσα να έχω το χόμπι να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Τώρα πια δεν έχω αυτό το χόμπι, αλλά θα παραθέσω ενδεικτικά κάποιους που υπογράμμισα, όπως έκανα τότε στις κριτικές μου.

  Το δεύτερο είναι η πραγματικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Η Αυγουστινάκη σκύβει πάνω σε παλιές εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου όπου βρίσκει ιστορίες τις οποίες μεταπλάθει λογοτεχνικά, παραθέτοντας κάποιες φορές αποσπάσματα από τα άρθρα που διαβάζει.

  Και οι διαφορές:

  Στα διηγήματα, μας δίνει την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικές προοπτικές, εστιάζοντας κάθε φορά σε ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, όπως περίπου έκανε ο Ryunosuke Akutagawa στο «Ρασομόν». Στο μυθιστόρημα, συνδέει τις ιστορίες που βρήκε σε μια ενιαία πλοκή.

   Η οποία έχει έναν θεματικό άξονα.

   Έχω γράψει σε άλλα κείμενά μου το εξής: Για την Διεθνή, «Της γης οι κολασμένοι» είναι οι εργάτες. Για τον Φραντς Φανόν, οι αποικιοκρατούμενοι λαοί. Σήμερα, της γης οι κολασμένοι, πιστεύω εγώ ότι είναι οι λαθρομετανάστες.

  Μόνο;

  Η Αυγουστινάκη αναφέρεται σ’ αυτούς στο τέλος. Ο κύριος κορμός του μυθιστορήματός της αναφέρεται στους πρόσφυγες, «νόμιμοι» μετανάστες αυτοί.

  Ποιους πρόσφυγες;

  Αυτούς που ήλθαν από τη Μικρά Ασία.

  Έχουμε διαβάσει και αλλού για τα δεινά που τους περίμεναν στη «Μητέρα Ελλάδα». Τουρκόσπορους τους ανέβαζαν, τουρκόσπορους τους κατέβαζαν. Περιουσίες μουσουλμάνων που έπρεπε να περιέλθουν στα χέρια τους, συχνά κατέληγαν σε άλλα χέρια.

  Ο φουκαράς ο μουσουλμάνος είχε φορτώσει σε δυο γαϊδούρια τα υπάρχοντά του και πήγαινε στο Ηράκλειο, για να φύγει με το πλοίο για την καινούρια του πατρίδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως στο δρόμο τον λήστεψαν και τον σκότωσαν.

  Να υποθέσω ότι παρόμοια μοίρα περίμενε και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες;

  Να παραθέσω δυο πράγματα που ξέρω.

  Ο μουσουλμάνος (έχω ξεχάσει το όνομά του) που πούλησε το σπίτι του, πολύ πριν την ανταλλαγή, στον παππού μου, καθώς η αρχοντομαθημένη γιαγιά μου τον πίεζε να φύγουν από την Επισκοπή όπου έπρεπε να ανασύρουν νερό από το πηγάδι ενώ το Κάτω Χωριό είχε βρύση, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία. Από τον καημό του, είπαν, που εγκατέλειπε την Κρήτη, που αυτήν ήξερε σαν πατρίδα.

  Το δεύτερο.

  Κατήγγειλαν στο Κεμάλ ότι οι πρόσφυγες από την Κρήτη, στα παράλια, δεν μιλούσαν τούρκικα (δεν τα ήξεραν) αλλά κρητικά. -Να τους αφήσετε ήσυχους, τους είπε.

  Αρκετά πράγματα σχετικά διάβασα στο βιβλίο του Κωστή Χατζηφωτεινού, «Νισάφι πια».

  Συνδετικό πρόσωπο στην πλοκή είναι ο Σαλής.

  Τη γιαγιά του την Νουρίγια, μικρό κοριτσάκι, την άρπαξαν από το χωριό τους στο Σουδάν, με άλλους χωριανούς, σουδανοί δουλέμποροι και την πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η μητέρα της δεν τα κατάφερε, πέθανε στη διαδρομή.

  Εκεί την αγόρασε η Αγκάθα, γυναίκα του άγγλου πρόξενου, και την είχε σαν παιδί της. Όμως ένας επισκέπτης από την πρεσβεία τη βίασε και έμεινε έγκυος. Δεν μαρτύρησε ποτέ ποιος ήταν αυτός, δεν ήθελε να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένεια. Γέννησε και έκανε ένα κοριτσάκι, την Αριφέ.

  Κάποια στιγμή η Αγκάθα με τον άντρα της, την Νουρίγια και την Αριφέ ήλθαν στα Χανιά

  Παιδί της Αριφέ ήταν ο Σαλής.

  Που, με αίμα λευκού στις φλέβες του, πήρε και το χρώμα του. Δεν ήταν μαύρος σαν τη γιαγιά του, αλλά λευκός.

  Να αναφέρω μια ιστορία που διάβασα παλιά.

  Μαύρο το παιδί μας, με απάτησες. Όχι, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν αυτή. Τελικά αποδείχτηκε ότι μια προγιαγιά της, ή ένας προπάππους της, δεν θυμάμαι, ήταν μαύρος. Τα γονίδια παίζουν καμιά φορά επικίνδυνα παιχνίδια.

  Πονόψυχος, μοίραζε, incognito πάντα, μέσω άλλου, δέματα με τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες.

  Είναι συναρπαστικά όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αυγουστινάκη.

  Γεγονότα, όχι επεισόδια, που θα έπιαναν μια μεγάλη συνταγματική σειρά για να τα αφηγηθεί. Δίνει με λίγα λόγια το γεγονός, για να το σχολιάσει με την ποιητική της γλώσσα.

  Όμως να της δώσουμε το λόγο, παραθέτοντας δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

  «Είναι η ζωή μια συνεχής απώλεια κι ένας μεγάλος πόνος. Έτσι ακριβώς ερχόμαστε και φεύγουμε. Με πόνο. Κι όλο το μεσοδιάστημα πόνος και αυτός. Με μικρά διαλείμματα χαράς και ευτυχίας» (σελ. 30).

  Η ευτυχία είντα θαρρείς πώς είναι κατά βάθος

  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.

  Αυτή η μαντινάδα πολύ αρέσει στον φίλο μου τον Πρατικάκη, και την έχει αναφέρει συχνά στην παρέα.

  «-Άλλος έφταιγε. Όχι εκείνη η έρμη που επιάσανε. Παρότι ομολόγησε πως έριξε φαρμάκι στη δεξαμενή του χωριού. Όλο το χωριό ήτανε, λέει, στο κόλπο. Να ξεκάνουνε τους ξενομπάτηδες. Τους τουρκόσπορους.

  Έτσι έλεγε ο αφέντης για τον αφέντη του χωριού που εγίνηκε το παρ’ ολίγον φονικό. Να τους ξεκάνουνε, να μείνουνε τα χωράφια των μουσουλμάνων που φύγανε στην ανταλλαγή στα εδικά τους χέρια» (σελ. 40).

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι:

  Σαν η ματιά επέστρεψε στα γήινα λιγάκι (σελ. 43)

  Όταν μερεύει το θεριό, αλλάζει ο κόσμος όλος (σελ. 44)

  Είχε ανεβεί πολλά σκαλιά τα τελευταία χρόνια (σελ. 45)

  Μα εμείς κουφοί. Μα εμείς τυφλοί. Μα εμείς υπνωτισμένοι (σελ. 46), σε ένα σχήμα του ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου που νομίζω τον σχολιάζει ο Γρηγόρης Σηφάκης στο βιβλίο του «Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού». Το πρώτο ημιστίχιο είναι σπασμένο στα δυο.

  Ένα παράδειγμα από τον «Βασιλιά τον Ροδολίνο» του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου.  

  Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...

Φοβούμαι ακόμη;..  Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...

  Εξαιρετικό και αυτό τη βιβλίο της Αυγουστινάκη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 Kira Muratova, Among gray stones (Среди серых камней, 1983)

 


   Η ταινία αναφέρεται στα παιδικά χρόνια του Vladimir Korolenko.

  Στο Ιράν είναι μια μεγάλη κατηγορία έργων, ταινίες με/για παιδιά, ενώ τέτοιες ταινίες είναι σχετικά σπάνιες στους κινηματογράφους άλλων χωρών.

  Όμως δεν είναι μόνο τα παιδιά. Είναι και οι «ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι», που τους έχω δει σε δυο εμβληματικές ταινίες, τη «Γειτονιά των καταφρονεμένων» του Ακίρα Κουροσάβα και «Κάτω από το σεληνόφωτο» του Seyyed Reza Mir-Karimi.

  Ζουν σε ένα παραιτημένο, ετοιμόρροπο αρχοντικό, ενός κόμη, αλλά οι αρχές θέλουν να τους διώξουν.

  Επίσης σε μια εγκαταλειμμένη εκκλησία.

  Οι γκρίζοι τοίχοι της εγκατάλειψης.

  Κάποιοι έχουν μικρές έως μεγάλες ψυχολογικές διαταραχές. Και όλοι έχουν το πρόβλημα του άρτου αυτών τον επιούσιον, για τον οποίο ο μεγαλοδύναμος είναι αρκετά φειδωλός.

  Και τα παιδιά;

  Αυτά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Ο πατέρας του Κορολένκο, αυστηρός αλλά δίκαιος δικαστής, συχνά πονόψυχος, δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για τον μικρό του γιο και την μικρή του κόρη, όλη του η φροντίδα ήταν για τη γυναίκα του την οποία υπεραγαπούσε. Και όταν πέθανε, βυθισμένος στη θλίψη του, δεν μπορούσε να νοιαστεί για τα παιδιά του.

  Ο μικρός Κορολένκο θα γνωριστεί με τα δυο παιδιά που μένουν στην εκκλησία. Ο πατέρας τους αγωνίζεται να τους εξασφαλίσει τον επιούσιο. Όμως φάρμακα; Η μικρή είναι άρρωστη, έχει συχνά πυρετό.

  Ο μικρός Κορολένκο θα τους προσφέρει τα μήλα που κρατάει στις τσέπες του, στην πρώτη τους συνάντηση. Αλλά και μετά.

  Θα πιάσει φιλίες μαζί τους.

  Θα δούμε τα τρία παιδιά να παίζουν ξένοιαστα και ευτυχισμένα στους αγρούς.

  Τα παιδιά δεν γνωρίζουν ταξικές διαφορές.

  Θα κλέψει μια από τις κούκλες της αδελφής του για να την πάει στην καινούρια του φίλη.

  Ο πατέρας της θα την επιστρέψει, μετά το θάνατο της μικρής.
  Δυο ατάκες από την ταινία: -Δεν φοβάμαι το νεκροταφείο, η μητέρα μου είναι εδώ.

  Ούτε και εγώ.

  Τη μέρα της κηδείας της πήγα 11 η ώρα το βράδυ στο νεκροταφείο και κάθισα κάπου κανένα μισάωρο στον τάφο της. Ήθελα να την αποχαιρετήσω κατά μόνας.

  Κανένα φάντασμα δεν με ενόχλησε.

  Έγραψα για αυτό ένα διήγημα με τίτλο Requiem, 18 χρόνια μετά, όταν πέθανε ο πατέρας μου.

  Και η δεύτερη:

  Η αγάπη περιορίζει την ελευθερία.

  Ο πατέρας Κορολένκο θα ένιωθε πιο «ελεύθερος», λιγότερο θλιμμένος, αν δεν αγαπούσε τόσο τη γυναίκα του.

  Πολύ με συγκίνησε αυτή η ταινία.

  Το 6,8 μου φάνηκε πολύ λίγο, εγώ έβαλα 9.

  Κοιτάζω την ιστοσελίδα μου ευρετήριο των αναρτήσεων στο blog μου για ταινίες (https://babisdermitzakis.eu/movie%20criticism.html ) μήπως έχω γράψει για άλλη ταινία της Μουράτοβα.

  Δεν βρήκα τίποτα.

  Είναι πολύ σύντομη η ζωή, δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλα τα βιβλία που θα θέλαμε να διαβάσουμε, να δούμε όλες τις ταινίες που θα θέλαμε να δούμε.

  Για κάποιους άλλους: Να κάνουν όλα τα ταξίδια που θα ήθελαν να κάνουν, να επισκεφτούν όλους τους τόπους που θα ήθελαν να επισκεφτούν.

Sunday, April 26, 2026

Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 Tomu Uchida, Hero of the Red Light district (1960)

 


  Ευκαιρία να το ξαναγράψω: Για μένα το σενάριο, το στόρι, είναι πιο σημαντικό από τη σκηνοθεσία. Από περιέργεια κοίταξα ποιος έγραψε το σενάριο της ταινίας και είδα ότι ο Toshikata Yoda που το υπογράφει έγινε διάσημος για τις συνεργασίες του με ένα από τους κορυφαίους τρεις του Ιαπωνικού κινηματογράφου, τους οποίους είδα πακέτο, τον Κέντζι Μιτζόγκουτσι.

  Πρόκειται για ταινία εποχής, που η πλοκή της δηλαδή εκτυλίσσεται πριν το 1868 με την αποκατάσταση του αυτοκράτορα Meiji (μέχρι τότε ήταν διακοσμητικός, την πραγματική εξουσία την είχε ο σογκούν).

  Αυτός, γόνος πλούσιας οικογένειας τον οποίο εγκατέλειψαν μωρό γιατί είχε ένα μεγάλο σημάδι στο δεξί του μάγουλο, μαζί με ένα πανάκριβο ξίφος για την πληρωμή της ανατροφής του. Το βρήκε μια πολύ πλούσια οικογένεια και αποφάσισε να το κρατήσει, γιατί σαν εκείνη τη μέρα πέθανε το δικό τους μωρό.

  Κληρονόμησε την επιχείρηση του θετού του πατέρα, υφαντουργείο. Όλοι οι υπάλληλοί του τον υπεραγαπούν.

  Θέλει να παντρευτεί αλλά δεν βρίσκει νύφη, εξαιτίας αυτού του σημαδιού που έχει στο μάγουλο.

  Κάποιοι φίλοι του τον παρασύρουν στην «Περιοχή με τα κόκκινα φώτα», όμως ούτε οι γκέισες τον θέλουν.

  Τελικά θα τον πάρει μια που δεν είναι γκέισα, είναι μια κατάδικος.

  Αλήθεια, ποιο είναι το έγκλημά της;

  Δεν λέγεται στην ταινία.

  Ρωτάω το perplexity.

  Η απάντησή του:

  «Δεν πρόκειται για ποινικό έγκλημα (π.χ. φόνο), αλλά για κοινωνική/οικονομική καταδίκη: Στην Ιαπωνία του Edo, οι φτωχοί αγρότες δέσμευαν κόρες τους σε οίκους ανοχής ως εγγύηση δανείων – μια νόμιμη, αλλά εξευτελιστική μορφή δουλείας. Η Tsuru, ως "μισθωτή αγρότισσα πόρνη", δεν έχει ελευθερία· πρέπει να εξοφλήσει το χρέος πριν "αποφυλακιστεί" και γίνει tayu».

  Το ρώτησα τι σημαίνει tayu.

  «Μια χαμηλότερης θέσης γκέισα ή street prostitute (όπως η Tsuru/Tamatsuru στην ταινία) έπρεπε να ανέβει βαθμούς (shinzo → koma → koshi → sancha → tayu) μέσω πελατών, εκπαίδευσης και χρημάτων για να γίνει tayu».

  Την ερωτεύεται.

  Θέλει να την παντρευτεί.

  Αυτή του λέει, να γίνει πρώτα tayu.

  Θέλει να εκδικηθεί τις άλλες γκέισες που την έβλεπαν περιφρονητικά.

  Ο Jirozaemon θα χρηματοδοτήσει την εκπαίδευσή της. Θα μάθει να παίζει Koto, το γιαπωνέζικο σαντούρι, και να χορεύει. Παρεμπιπτόντως, είδαμε και τον πιο γνωστό χορό καμπούκι, το χορό του λιονταριού, που φαίνεται είναι πολύ αγαπητός.

  Πέφτει χιόνι, καταστρέφονται οι θάμνοι από τους οποίους τρέφονται οι μεταξοσκώληκες. Έχει οικονομικό πρόβλημα; Να προλάβουν να τον ξεζουμίσουν πριν την πτώση του.

  Το αφεντικό της υπαγορεύει το γράμμα που θα του στείλει: πρέπει οπωσδήποτε να πληρώσει την τελετή για την ανάδειξή της σε tayu. Υπάρχει και ένας πελάτης, έμπορος σακέ (ανύπαρκτος φυσικά) που θέλει να την αγοράσει. Αν την θέλει πραγματικά θα πρέπει να προλάβει να την αγοράσει.

  Το πανάκριβο ξίφος του (οι θετοί γονείς του δεν το πούλησαν τελικά) δεν θέλει κανείς να το αγοράσει. Είναι από κάποιον κατασκευαστή που θεωρείται γρουσούζης.

  Αποφασίζει να αυτοκτονήσει όταν μαθαίνει την πλεκτάνη.

  Όμως αλλάζει γνώμη.

  Παίρνει το σπαθί και πηγαίνει στην περιοχή με τα κόκκινα φώτα, τότε που γίνεται η τελετή-παρέλαση για την ανάδειξη της Tsuru σε Tayu.

  Θα σκοτώσει τον ιδιοκτήτη του οίκου, όμως στόχος του είναι αυτή. Πριν την προλάβει καθώς εκείνη προσπαθεί να ξεφύγει θα σκορπίσει τον θάνατο στους γύρω του, στο γνωστό μοτίβο που το είδαμε πρόσφατα και σε κινέζικες wuxu ταινίες, μόνος εναντίον όλων. Την προλαβαίνει, τη σκοτώνει, και μετά συνεχίζει το φονικό, καθώς οι άλλοι προσπαθούν να τον εξουδετερώσουν.

  Να παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από το perplexity:

  «Λέγοντας "να γίνω tayu πρώτα", η Tsuru εκμεταλλεύεται τον αφελή ήρωα: αρνείται γάμο εκτός αν φτάσει στην κορυφή (εκδίκηση κατά των "ανώτερων" και εύκολο χρήμα από αυτόν), δείχνοντας τον κυνισμό της πίσω από την ψεύτικη τρυφερότητα. Είναι κλασική ανατροπή του kabuki θεατρικού αρχετύπου (Kagotsurube), όπου η "σωτηρία" γίνεται καταστροφή».

  Δεν είδα στη βιβλιογραφία μου ότι υπήρχε αυτό το μοτίβο (αρχέτυπο το λέει το perplexity) στο λαϊκό θέατρο Καμπούκι, τότε που έγραφα το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας».

  Δεν μου άρεσε το σενάριο. Η συμπάθεια για την καημένη την Tsuru μετατρέπεται σε αντιπάθεια, εξαιτίας αυτής της επιμονής της να εκδικηθεί. Είχε αρνηθεί την πρόταση του Jirozaemon να την αγοράσει και να παντρευτούν, όχι, ήθελε να γίνει πρώτα tayu και μετά να παντρευτούν.

  Για να εκδικηθεί.

  Και βέβαια η πρακτική, φτωχοί γονείς να πουλάνε τα παιδιά τους σαν γκέισες, συνεχίστηκε και στην μεταγενέστερη εποχή. O Kenzi Mizoguchi δεν συγχώρησε ποτέ τους γονείς του που πούλησαν την αδελφή του σαν γκέισα. Έτρεφε μεγάλη αγάπη για τις γκέισες, και μάλιστα συνέζησε με μια από αυτές.