Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, September 25, 2020

Pooya Badkoobeh, Dressage (2018)

Pooya Badkoobeh, Dressage (2018)

 


  Μετά από δυο δεκαπεντάλεπτες ταινίες μικρού μήκους ο Pooya Badkoobeh γυρίζει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την درساژ.

  Είπα τι διάβολο, με τόσες γλώσσες έχω ασχοληθεί, ας ασχοληθώ και με τα φαρσί μιας και έχω αρχίσει να γράφω μια «Εισαγωγή στον ιρανικό κινηματογράφο». Προς το παρόν προσπαθώ να εξοικειωθώ με το αλφάβητο διαβάζοντας τα ονόματα των Ιρανών σκηνοθετών και τους τίτλους των ταινιών, καθώς έχει κάποια περίεργα πράγματα. Τα γράμματα γράφονται διαφορετικά στο τέλος από ότι στη μέση και στην αρχή, και κάποια μάλιστα διαφορετικά και στη μέση. Κάποια ενώνονται με τα γράμματα που προηγούνται, κάποια με τα γράμματα που έπονται, ενώ κάποια άλλα όχι. Και τα φωνήεντα (εξαιρείται το άλεφ) δεν υπάρχουν στο αλφάβητο, δηλώνονται απλώς με κάποια σημαδάκια.

  Όμως δεν σκοπεύω να προχωρήσω πέρα από το Teach yourself books. Και δεν θα βιάζομαι όπως πριν σαράντα χρόνια, που ξεπετούσα μια γλώσσα τη βδομάδα διαβάζοντας ένα Teach yourself books. Αν το τελειώσω παράλληλα με το βιβλίο θα είμαι πολύ τυχερός, γιατί μετά το πιο πιθανόν είναι ότι δεν θα ασχοληθώ άλλο.

  Dersaj (το j όπως γιαγιά με κρητική προφορά) είναι ο τίτλος της ταινίας, όμως το translate.google.com δεν μου βγάζει μετάφραση, μου γράφει dersaj. Σίγουρα είναι η ιρανική εκδοχή του dressage, της προπόνησης των αλόγων κούρσας. Βέβαια στην ταινία, δίπλα στην κυριολεκτική σημασία υπάρχει και η μεταφορική.

  Μια παρέα νεαρών, δυο κορίτσια και τρία αγόρια, από ευκατάστατες οικογένειες, θέλουν να κάνουν κάτι παραβατικό, για την πλάκα τους. Ληστεύουν ένα κατάστημα. Κτυπούν τον υπάλληλο στο κεφάλι. Τον σκότωσαν; Αργότερα θα μάθουμε πως όχι.

  Απομακρύνονται με τα χρήματα που έκλεψαν. -Εγώ δίνω το μερίδιό μου στην… Κι εγώ στην… συναγωνίζονται στη γαλαντομία. Σίγουρα δεν τους ενδιέφεραν τα λεφτά.

  Ξαφνικά θυμούνται ότι είχαν ξεχάσει να πάρουν μαζί τους την κάμερα ασφαλείας. Κάποιος (ή κάποια; δεν θυμάμαι) είχε προτείνει να καλύψουν τα πρόσωπά τους, όμως οι άλλοι αρνήθηκαν. Σωστά, τι νόημα θα είχε, αφού αυτό που τους ιντρίγκαρε να κάνουν αυτό που έκαναν ήταν το ρίσκο;

  Τώρα όμως σκουραίνουν τα πράγματα. Κάποιος πρέπει να πάει να πάρει την κάμερα. Ποιος όμως;

  Αρχίζουν να επιρρίπτουν την ευθύνη ο ένας στον άλλο, ποιος έφταιγε, αυτός να πάει. Στο τέλος κάποιος προτείνει να αποφασίσουν με ψηφοφορία. Σηκώνει το χέρι του προτείνοντας την Γκόλσα (Σίγουρα υποκοριστικό της Golshifteh. Είναι το μικρό όνομα της Farahani). Ένας ένας σηκώνουν το χέρι τους και οι υπόλοιποι.

  Τι να κάνει η Γκόλσα, πηγαίνει και παίρνει την κάμερα. Όμως μέσα της βράζει από αγανάκτηση.

  Δεν την παραδίδει στην παρέα, την κρύβει. Της τη ζητάνε. Αυτή αρνείται να τη δώσει. Ένας τη χαστουκίζει. Ένας άλλος την υπερασπίζεται.

  Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας είναι οι προσπάθειες να την πείσουν να παραδώσει την κάμερα, πέφτοντας όμως πάνω στην επίμονη άρνησή της. Προσπαθούν όχι μόνο οι φίλοι της αλλά και οι γονείς της που έχουν πληροφορηθεί τα καθέκαστα από έναν νεαρό της παρέας. Ο πατέρας του μάλιστα φτάνει στο σημείο να την απειλήσει. Κανονίζει να την απολύσουν από ιπποφορβείο όπου έπιασε δουλειά, φροντίζοντας το αγαπημένο της άλογο που μέχρι τότε περιποιόταν ερασιτεχνικά.

  Πιάνει δουλειά στο σουπερμάρκετ που λήστεψαν. Μαθαίνει ότι τα σπασμένα τα πλήρωσε ο Αφγανός υπάλληλος. Η παρέα, βλέποντας ότι κινδυνεύουν μια και δεν έχουν την κάμερα ασφαλείας για να καταστρέψουν τη λήψη, λάδωσαν τον ιδιοκτήτη να μην κάνει μήνυση. Παίρνουν απόδειξη για τα χρήματα που έδωσαν. Μαθαίνοντάς το η Γκόλσα τον εκβιάζει, για να δώσει πίσω τα λεφτά στον Αφγανό.

  Μην αγοράσετε ποτέ σπίτι που δεν είναι τελειωμένο. Οι γονείς της έπεσαν θύματα απατεώνων. Μια τελευταία προσφορά: θα τους επιστρέψουν στο ακέραιο τα χρήματα που έδωσαν αρκεί η κόρη τους να παραδώσει την κάμερα ασφαλείας.

  Βλέπουμε την Γκόλσα να παίρνει την κάμερα ασφαλείας από εκεί που την είχε κρύψει και να πηγαίνει σε ένα ίντερνετ καφέ. Αφηγηματικό κενό. Έρχεται η αστυνομία στο σπίτι της και τη συλλαμβάνει. Πιο πριν είχαν συλλάβει και τους υπόλοιπους. Η λήψη με τη ληστεία είχε γίνει viral.

  Σε μια ισλαμική χώρα που η γυναίκα μετράει όσο το μισό ενός άντρα βλέπουμε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι να υψώνει θαρρετά το ανάστημά της απέναντι στους άνδρες. Μου θύμισε την ταινία του Rasoul Sadrameli «Είμαι η Ταρανέ», με μια κοπέλα που αποφασίζει να μην κάνει έκτρωση αλλά να μεγαλώσει μόνη της το παιδί που θα γεννήσει.  

  Στην ταινία βλέπουμε την Γκόλσα, προφανώς στρεσαρισμένη από τις τόσες πιέσεις που δέχεται, κάθε φορά που βρίσκεται στο δρόμο να τρέχει με ένα σακίδιο στην πλάτη. Μου θύμισε το «Τρέξε Λόλα, τρέξε» (1998) του Tom Tykwer. Ήθελα πολύ να ξαναδώ αυτή την ταινία. Ευκαιρία.  

  Έρχονται κατά καιρούς στις ελληνικές αίθουσες ιρανικές ταινίες, όμως είναι τόσες πολλές, οι περισσότερες θα μείνουν απέξω.

 

 

Tom Tykwer, Τρέξε Λόλα, τρέξε (Lola Rennt, 1998)


Tom Tykwer, Τρέξε Λόλα, τρέξε (Lola Rennt, 1998)

 

  Βλέποντας το «Dressage» (2018) της Pooya Badkoobeh θυμήθηκα την ταινία «Η Λόλα τρέχει» (ο γερμανικός τίτλος) και αποφάσισα να την ξαναδώ.

  Όντως πολύ καλή ταινία (αυτό το λέμε στο τέλος, όμως αποφάσισα να το πω από την αρχή). Πρωτότυπη σκηνοθετικά και σεναριακά, και με πολύ καλές ερμηνείες.

  Το στόρι.

  Ο φίλος της Λόλας χρειάζεται επειγόντως 100.000 ευρώ αλλιώς θα τον καθαρίσουν. Τόσα ήταν να μεταφέρει, αλλά ένας ζητιάνος του τα πήρε. Το ραντεβού του είναι σε μισή ώρα, αν δεν τα έχει μαζί του, δεν θα του χαριστούν.

  Η Λόλα τρέχει να βρει αυτά τα χρήματα.

  Πού θα τα βρει;

  Θα τα ζητήσει από τον πατέρα της.

  Σκηνοθετικά η ταινία είναι πειραματική, ιδιαίτερα στην αρχή. Τα επεισόδια κολλάνε πάνω σε πρωτότυπες σκηνές και πλάνα. Ακόμη και animation βλέπουμε. Κάποια στιγμή βλέπουμε την οθόνη χωρισμένη στα δυο παρουσιάζοντας δυο πλάνα, στο ένα τη Λόλα να τρέχει και στο άλλο τον φίλο της να την περιμένει όλος αγωνία.  

  Σεναριακά είναι πρωτότυπη γιατί μετά από ένα σημείο και πέρα αναπτύσσεται σε τρεις εκδοχές. Χωρίζονται με ιντερμέτζα τα οποία είναι ερωτικοί διάλογοι του ζευγαριού, πάνω στο κρεβάτι.

  Ερμηνευτικά, η Franka Potente είναι εξαιρετική. Αλλά και ο Moriz Bleibtreu είναι πολύ καλός.

  Σκηνοθετικά, το θέμα είναι η Λόλα που τρέχει, που τρέχει συνεχώς για να προλάβει, θέμα δηλαδή καθαρά εικαστικό. Στο δρόμο σκουντάει άτομα για να εισπράξει παρατήρηση ή βρισίδι, και στην οθόνη βλέπουμε αμέσως μετά σαν σε slides σκηνές από τη ζωή των ατόμων αυτών, για λίγα δευτερόλεπτα όμως.

  Θεματικά, το θέμα είναι οι συμπτώσεις.

  Μεγάλο ζήτημα οι συμπτώσεις, με έχει απασχολήσει από τότε που διάβασα τις «Ρίζες της σύμπτωσης» του Άρθουρ Καίσλερ. Σε ένα αυτοβιογραφικό μου κείμενο έχω δώσει αυτό τον τίτλο. Πριν γράψω αυτό το κείμενο προσπάθησα να ανιχνεύσω τις συμπτώσεις που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου.

  Η πρώτη σύμπτωση: αν η θεια μου η Σταυρούλα δεν έβρισκε τον Μιχάλη το Γιανναδάκη να τον παρακαλέσει να πάει να βρει τον Μπαντουβά, να γλιτώσει τον πατέρα μου που οι αντάρτες του τον έδερναν στο σχολείο με την εντολή να τον σκοτώσουν στο ξύλο, ο πατέρας μου θα είχε πεθάνει και εγώ δεν θα υπήρχα τώρα.

  Να μη συνεχίζω, λέω να ξετυλίξω το κουβάρι σε ένα άλλο κείμενο.

  Σε όλες τις εκδοχές έχουμε ίδια επεισόδια, κάποια με παραλλαγές, αλλά και κάποια άλλα καινούρια.

  Στην πρώτη εκδοχή ο πατέρας της Λόλας της λέει ότι δεν είναι κόρη του και την διώχνει.

  Στη δεύτερη η Λόλα με την απειλή του πιστολιού που άρπαξε από τον φύλακα τον αναγκάζει να της δώσει τα 100.000 ευρώ.

  Στην πρώτη εκδοχή η Λόλα σκοτώνεται από έναν απρόσεκτο αστυνομικό.

  Στη δεύτερη εκδοχή σκοτώνεται ο φίλος της από τροχαίο.

  Στην τρίτη εκδοχή;

  Η Λόλα δεν προλαβαίνει τον πατέρα της, έχει φύγει από τη δουλειά. Ξαφνικά βλέπει απέναντί της ένα καζίνο. Μπαίνει μέσα. Εξαργυρώνει όλα της τα λεφτά με μια μάρκα 100 ευρώ. Πηγαίνει στη ρουλέτα, ποντάρει στο 20. Εισπράττει 3.400 ευρώ. Ποντάρει όλο το ποσό πάλι στο είκοσι, κερδίζει, συγκεντρώνοντας έτσι το ποσό των 100.000 ευρώ.

  Φαίνεται απίστευτο, αλλά ο σκηνοθέτης αμβλύνει την απιθανότητά του επιστρατεύοντας την παραψυχολογία. Καθώς γυρνάει η ρουλέτα η Λόλα αφήνει μια φοβερή κραυγή που σπάει τα ποτήρια που βρίσκονται στον μπουφέ και στα χέρια κάποιων κυριών εκεί δίπλα. Όλοι κλίνουν τα αυτιά τους.

  Ο φίλος της βρίσκει τον ζητιάνο που του είχε πάρει τα λεφτά.

  Η Λόλα τρέχει να τον συναντήσει. Δεν τον βλέπει, τον περιμένει. Έρχεται. -Όλα εντάξει, της λέει. Απομακρύνονται χεράκι χεράκι. -Τι έχεις στη σακούλα; τη ρωτάει.

  Η οθόνη παγώνει σ’ αυτό το τελευταίο πλάνο.

  Μ’ αρέσουν οι ταινίες με happy end, αλλά αυτό το διπλό happy end πρώτη φορά το συναντάω. 

  Θυμάμαι πάντα τον «Απρόσμενο έρωτα» του Peter Howitt, που βλέπουμε και σ’ αυτόν, από ένα σημείο και ύστερα, δυο εκδοχές στην πλοκή.  

  Μήπως να την ξαναδώ κι αυτήν και να γράψω δυο λόγια;

  Όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά.

  Πάει, αδυνάτισε η μνήμη μου, ευτυχώς που το έψαξα, έχω γράψει γι’ αυτήν.

  Μπορεί να έχει αδυνατίσει η μνήμη μου αλλά την παρατηρητικότητα την διατηρώ. Την ίδια χρονιά γυρίστηκαν και οι δυο ταινίες, άρα αποκλείεται να έκλεψε την ιδέα ο ένας από τον άλλο.

  Μου θύμισε την περίπτωση του Darwin και του Wallace, που και οι δυο διατύπωσαν ταυτόχρονα τη θεωρία της εξέλιξης, όμως ο Darwin πιο ολοκληρωμένα γράφοντας ολόκληρο βιβλίο.

  Παραλίγο να το ξεχάσω, η μουσική ήταν πραγματικά υπέροχη.

 

Thursday, September 24, 2020

Satyajit Rey, Ο ανίκητος (Aparajito, 1956)

Satyajit Rey, Ο ανίκητος  (Aparajito, 1956)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.

  Ο «Ανίκητος» είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Apu του Satyajit Rey, του οποίου το πρώτο μέρος, «Το τραγούδι του δρόμου», προβλήθηκε την προηγούμενη βδομάδα. Έχουμε βάσιμες υποψίες ότι την επόμενη βδομάδα θα προβληθεί και το τρίτο μέρος.

  Η οικογένεια, μετά το θάνατο της κόρης, εγκαθίσταται στην πόλι. Ο πατέρας είναι ιερέας. Πάλι τα βγάζουν πέρα δύσκολα.

  Αρπάζει κρύο, πεθαίνει. Η μητέρα με το γιο εγκαθίστανται σε ένα χωριό με τη βοήθεια ενός θείου. Ο μικρός Apu μαθητεύει σαν διάκος. Βγάζει κάποια χρήματα.

  Ζητάει από τη μητέρα του να πάει σχολείο. Χρειάζονται όμως λίγα χρήματα. Θα του τα δώσει.

  Αριστεύει. Ενθαρρύνεται από τους καθηγητές του να ακολουθήσει ανώτερες σπουδές στην Καλκούτα. Θέλει να σπουδάσει θετικές επιστήμες. Βέβαια χωρίς την υποτροφία που κερδίζει αυτό θα ήταν αδύνατο. Δουλεύει επίσης σε ένα τυπογραφείο.

  Και ένα πραγματολογικό στοιχείο: Διδάσκονται μήπως στην Ινδία οι πρωτοετείς στις θετικές επιστήμες και λογοτεχνία; Βλέπουμε τον καθηγητή να τους διδάσκει τι είναι μετωνυμία και τι συνεκδοχή, όμως τον Apu, κουρασμένος καθώς είναι από τη δουλειά στο τυπογραφείο, τον παίρνει ο ύπνος. Ο καθηγητής τον διώχνει από το μάθημα μαζί με έναν άλλο φοιτητή με τον οποίο γίνονται φίλοι.

  Τα θέματα της ταινίας είναι δύο: Η λαχτάρα του Apu να σπουδάσει (ο ανίκητος) και η θλίψη της μάνας που ο γιος της βρίσκεται μακριά της.

  Είναι άρρωστη αλλά δεν του το λέει για να μη διαταράξει τις σπουδές του. Η προσήμανση είναι δεδομένη.

  Το εκφραστικότατο πρόσωπο της Karuna Banerjee (πιθανότατα σύζυγος του Kanu Banerjee που ερμηνεύει το ρόλο του πατέρα, θα μπορούσε να μας δώσει κάποια πληροφορία η βικιπαίδεια) που εκφράζει μια αποφασιστικότητα αλλά και μια θλίψη που ο γιος της δεν είναι κοντά της, είναι όλη η ταινία. Η κάμερα όμως δεν την παίρνει gros plan αλλά μεσαία πλάνα, δείχνοντας έτσι και τη σωματική έκφραση του πόνου της.

  Μου θύμισε τη μητέρα μου. Όταν είσαι νέος αυτά τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνεις, τα καταλαβαίνεις όταν μεγαλώσεις και γίνεις κι εσύ γονιός. Μου είπε μια φορά, τότε που ήμουν φοιτητής, ότι πολλές φορές τη νύχτα κοίταζε το άδειο κρεβάτι μου και έκλαιγε. Βλέποντας τώρα την Karuna Banerjee συνειδητοποιώ πόσο μεγάλος πρέπει να ήταν και ο δικός της πόνος.

  Η ταινία αυτή, σε ένα μεγάλο μέρος της, μου θύμιζε το «Ένα απλό γεγονός» του Ιρανού Sohrab Shahid Saless. Και εκεί βλέπουμε ένα γιο να πηγαινοέρχεται στο σχολείο, με μια άρρωστη μητέρα να τον περιμένει πίσω στο σπίτι.

  Η ταινία θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Saless την είχε υπόψη του.