Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, December 3, 2016

Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, Το Ανάθεμα, η Νάντια της Γιόλακας



Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, Το Ανάθεμα, η Νάντια της Γιόλακας, Άγκυρα 2016, σελ. 317

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Απολαυστική σάτιρα, σπαρταριστό χιούμορ


  Σε μια πρόσφατη ανάρτησή μου στο blog μου ξεκινούσα ως εξής: «Το σασπένς το θεωρώ σαν μια αρετή εκ των ων ουκ άνευ στην αφήγηση μιας ιστορίας. Εξίσου σημαντική αρετή θεωρώ και το χιούμορ, όχι όμως εκ των ων ουκ άνευ».
  Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσω: μπορεί το χιούμορ να μην είναι αρετή εκ των ων ουκ άνευ σε μια αφήγηση, όμως εμένα μου αρέσει περισσότερο από το σασπένς. Έμμεσα μπορεί να φάνηκε σ’ αυτή την ανάρτηση, με το ανέκδοτο που παρέθεσα.
  Το τελευταίο μυθιστόρημα του Γρηγόρη Χαλιακόπουλου είναι γεμάτο χιούμορ. Μου δίνει επίσης την ευκαιρία να υπογραμμίσω ότι υπάρχουν δυο ειδών χιούμορ: το χιούμορ per se, το χιούμορ δηλαδή για το χιούμορ, και το χιούμορ που είναι στην υπηρεσία της σάτιρας. Θα φέρω δυο παραδείγματα από τον κόσμο του κινηματογράφου. Το χιούμορ των Χοντρός-Λιγνός είναι χιούμορ για το χιούμορ, ενώ το χιούμορ του Τσάρλι Τσάπλιν είναι στην υπηρεσία της σάτιρας («Μοντέρνοι καιροί», «Ο μεγάλος δικτάτορας», κ.ά.). Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσεται και μια φετινή κωμωδία που μου άρεσε ιδιαίτερα, το «Quo vado», στην οποία ο ιταλός σκηνοθέτης σατιρίζει τη γραφειοκρατία. Να πούμε όμως ότι υπάρχει και αγέλαστη σάτιρα, χωρίς χιούμορ, όπως στον «Παλαιό των ημερών» του Παύλου Μάτεσι, που όμως έχει κοινά στοιχεία με το μυθιστόρημα του Χαλιακόπουλου τον αντικληρικαλισμό και το γκροτέστο-φανταστικό της μυθοπλασίας.
  Στη δεύτερη κατηγορία λοιπόν εντάσσεται το βιβλίο του Χαλιακόπουλου. Το σπαρταριστό χιούμορ του το θέτει στην υπηρεσία της σάτιρας. Και ενώ κυρίως σατιρίζει τον κλήρο, αποτελώντας ίσως το πιο αντικληρικαλιστικό μυθιστόρημα μετά την «Πάπισσα Ιωάννα», τα βέλη του στρέφονται σε κάθε πλευρά της νεοελληνικής πραγματικότητας: πολιτική, σεξουαλικά σκάνδαλα, οικονομικά σκάνδαλα, κ.λπ.
  Η Μπία αναλαμβάνει να παίξει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου για να σώσει τις κόρες των συμπολιτών της που έχουν τυφλωθεί. Αντικατοπτρικά (mise en abyme) παραπέμπει στην ιστορία του Χριστού. Από τη μια ο όχλος, από την άλλη η αγία Ιωάννα.
  Ο Γρηγόρης επινοεί μια φανταστική ιστορία μαγικού ρεαλισμού, όπου το μαγικό καταλαμβάνει τα πρωτεία. Αυτό του δίνει τη δυνατότητα να εξακοντίσει τα βέλη του σε περισσότερους στόχους. Όμως ενώ το έργο είναι στο μεγαλύτερό του μέρος σάτιρα, το τέλος έχει την τραγικότητα του «Οιδίποδα».
  Υπογράμμισα άφθονα αποσπάσματα που με έκαναν να ξεραθώ στο γέλιο. Θα παραθέσω κάποια, όπως το συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου. Όμως, αντίθετα από ό,τι κάνω στις βιβλιοκριτικές μου, δεν θα τα σχολιάσω όλα. Θα τα παραθέσω απλά για να γελάσετε.    
  «Τα ντιν, νταν σταμάτησαν. Ο καντηλανάφτης έπαψε να βλαστημά κι έκανε το σταυρό του» (σελ. 37).
  Και θυμήθηκα μια ιστορία που μου την είπε ο φίλος μου ο Χρίστος. Ο παπάς, πριν τη βάφτιση, είναι σκυμμένος πάνω από την κολυμπήθρα μουρμουρίζοντας τα ιερά λόγια. Ξαφνικά τα γυαλιά του πέφτουν μέσα στο νερό. Τα μουντζώνει βλαστημώντας ταυτόχρονα: «Να, γ….» (δεν τολμώ να γράψω τη βρισιά που έχει σχέση με τα θεία) και στη συνέχεια τα παίρνει, τα σκουπίζει, και συνεχίζει ατάραχος την ψαλμωδία.
  «Πριν αρχίσουμε, έχεις διαπράξει τρεις αμαρτίες. Αν συνεχίσεις έτσι, θα σου πάρω το δίπλωμα… συγνώμη, την ταυτότητα του ορθόδοξου χριστιανού» (σελ. 42).
  «-Μη φοβάσαι, εδώ είμαι εγώ τώρα για να σε ξελασπώσω απ’ τη δύσκολη θέση. Ξέρεις πόσους απ’ αυτή την πόλη έχω σώσει; Αν ό,τι άκουγα από τις εξομολογήσεις το μετέφερα στον Μεγαλοδύναμο, η Βαλεριάνα [φανταστική πόλη, που τοποθετείται στο νομό Μεσσηνίας] θα είχε καεί σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα.
-Λες, πάτερ μου, γι’ αυτό να κάηκε η Ηλεία; Ο μητροπολίτης εκεί ήταν ρουφιάνος και τα μετέφερε όλα στον Παντοκράτορα» (σελ. 57).
  «-Αναστατώθηκα σαν άκουσα το ποίημα [της Σαπφούς, που μιλάει για τον έρωτά της με μια μαθήτριά της]. Δεν είχα ξανακούσει ερωτική ποίηση μεταξύ δύο γυναικών».
-Έλα τώρα αγαπητή μου, υπερβάλλεις. Στην Ιερά Σύνοδο δυο δικές μας τις αποκαλούν τη μια Σαπφώ και την άλλη Σαμάνθα» (σελ. 63).
  Ο παπάς με τον κατάλογο, αλφαβητικά, καλεί έναν ένα τους συμπολίτες του να εξομολογηθούν. Είναι η προϋπόθεση για να βρουν το φως τους τα κορίτσια.
  «-Από ποιο γράμμα αρχίζει τ’ όνομα της κυρίας Δραγώνα που εξετάστηκε πριν από μένα;
-Μα, απ’ το δέλτα, φυσικά.
-Το δικό μου;
-Πετρομιχάλη… από πι.
-Όλους τους προηγούμενους συμπολίτες μου, από το γράμμα δέλτα μέχρι το πι, γιατί τους πηδήσατε;
-Εγώ πήδησα τόσους ανθρώπους και μάλιστα δημοσίως, κολασμένη γυναίκα; Ντροπή σου, αναθεματισμένη!
-Προσπεράσατε αλφαβητικά, εννοώ» (σελ. 122-123).
  Και θυμήθηκα.
  Το 1979 ήμουν πρόσθετος καθηγητής αγγλικών στο 1ο Λύκειο Καλλιθέας (διορίστηκα σαν φιλόλογος το 1982). Εξετάζω με τον κατάλογο, αλφαβητικά. Προσπερνώ ένα όνομα. Και πετάγεται μια μαθήτρια: «Κύριε, κύριε, με πηδήξατε».
  Έγινε πανζουρλισμός στην τάξη.
  «-Μα δεν έχω πλέον αποδείξεις, τις πετούσα. Άλλωστε δεν κοστίζουν πολύ, 5,50 ευρώ το κουτί.
-Δεν έχεις αποδείξεις; Ωρύεται ο φοροτεχνικός.
-Τι να τις έκανα; Απαντά ο αποδιοπομπαίος τράγος της πόλης.
-Τα ψωνίζει από τη μαύρη αγορά, κλέβει την εφορία, ουρλιάζει η Κούλα η Αδαμοπούλου, συνταξιούχος εφοριακός με μία κύρια κατοικία, δώδεκα εξοχικά και τρία αυτοκίνητα» (σελ. 138).
  «Ο αξιότιμος δήμαρχός μας, κύριος Νικόλαος Φρούζας, φυλάσσει στο δημαρχείο μας αρχείο απ’ όλες τις θεατρικές παραστάσεις που παίχτηκαν στη Βαλεριάνα, μέχρι και την ταινία του Θόδωρου Σαρακού που είναι βαλεριανόπαις, τη γνωστή Πάρετε θέσεις» (σελ. 156).
  Την έχω δει την ταινία και έχω γράψει γι’ αυτήν. Εξαιρετική.
  «…προτίμησαν να το ρίξουν στη συζήτηση για την οικονομική κρίση και τη χελώνα καρέτα καρέτα, που είχε αρχίσει να εξαφανίζεται στον Κυπαρισσιακό κόλπο εξαιτίας κάποιων πεινασμένων Πακιστανών» (σελ. 177).
  Παλιά για όλα έφταιγαν οι γκόμενες, ανώνυμες κι επώνυμες. Τώρα φταίνε οι πακιστανοί.  
  «Κι έπρεπε ν’ αλλάξει φύλο γι’ αυτό; Τόσοι και τόσοι δικοί μας αγαπιούνται, μα δεν πήγαν στον χειρούργο. Ξέρεις πόσους ξέρω από δαύτους; Ου, ου, χαμός γίνεται. Τα μεσημέρια στην τηλεόραση κάθομαι και τους χαζεύω. Ωραία αγόρια, με κέφι, με μπρίο, μα όλα διατηρούν αυτό που τους δώρισε η φύση» (σελ. 194).
  Και θυμήθηκα τη μαντινάδα.
  Αυτή η αρρώστια των πουλιών πολύ μ’ έχει φοβίσει
  μη μου ψοφήσει το πουλί που μού ’δωσε η φύση.
  «-Ένας Ισπανοαμερικανός φιλόσοφος, ο Τζορτζ Σανταγιάνα.
-Ποιος τον ξέρει αυτόν τον βλάκα; Στη χώρα του Αριστοτέλη και του οσίου Παϊσίου λατινοαμερικάνικες αρλούμπες θ’ ακούμε;» (σελ. 197).
  «Ο Γρηγόρης, ο ονειροπαρμένος, όπως τον αποκαλούν στη Βαλεριάνα, έχει από μικρός τη συνήθεια,
  “Να κυνηγάει όνειρα καταμεσής του δρόμου”» (σελ. 280).
  Εδώ και λίγα χρόνια έχω κι εγώ τη συνήθεια να κυνηγάω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που παρεισφρέουν ασυνείδητα στα κείμενα των πεζογράφων μας. Εκτός από τον παραπάνω βρήκα ακόμη και αυτούς εδώ:
Η τύχη όμως φάνηκε να του χτυπά την πόρτα (σελ. 173)
Πολλοί σκέφτονται διάφορα γύρω απ’ αυτό το θέμα (σελ. 208)
Και μόνο τότε ξέρουμε την ώρα του φευγιού μας (σελ. 249)
Πετά μέσα στα χρώματα κι εγώ δεν παίρνω ανάσα (σελ. 254)
Οδήγησε στο θάνατο έναν Ρομά, τον Ζλάταν (σελ. 291-292)
Στα χέρια οι υπόλοιποι και σώζουν το σκαρί τους (σελ. 298)
Που βγήκες απ’ τον τάφο σου να με προσβάλεις έτσι; (σελ. 313).
  Απολαυστικός ο Γρηγόρης, του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Friday, December 2, 2016

Κωστή Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη



Κωστή Παπαγιώργη, Η ομηρική μάχη, Καστανιώτης 1993, σελ. 318

  Πριν λίγες μέρες, διαβάζοντας τα «Σιαμαία και ετεροθαλή», είδα στην εργογραφία του Παπαγιώργη ότι έχει γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η ομηρική μάχη». Φυσικά είχα ξαναδιαβάσει την εργογραφία του, αλλά τότε το βιβλίο αυτό δεν με ενδιέφερε. Με ενδιαφέρει όμως τώρα που ξαναδιαβάζω τον Όμηρο για δεύτερη φορά, καπάκι μετά την πρώτη ανάγνωση που έκανα το καλοκαίρι που μας πέρασε. Έτσι το αγόρασα, παρά την απόφασή μου να μην αγοράζω πια βιβλία. Έχω πολλά δικά μου αδιάβαστα, μου δίνουν και φίλοι, και υπάρχουν ένα σωρό στο διαδίκτυο.
  Ο Παπαγιώργης γράφει μόνο για την «Ιλιάδα». Υποθέτω ότι αυτή του άρεσε περισσότερο, σε αντίθεση με τον Μαρωνίτη που προτιμούσε την «Οδύσσεια». Όσο για μένα, μου αρέσουν εξίσου και τα δυο.
  Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη, που φαίνονται να είναι ανεξάρτητες μελέτες. Το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Η κάθοδος της θεάς Αθηνάς», ένα γενικότερο σχόλιο για το έπος. Το δεύτερο μέρος έχει τίτλο «Η μάχη», και χωρίζεται σε υποκεφάλαια όπως «Τροφή και κρασί», «Τα όπλα», «Τα σώματα των ηρώων» κ.λπ. Σ’ αυτά γίνεται ένας εκ του σύνεγγυς σχολιασμός με παράθεση άφθονων αποσπασμάτων, με λέξεις και φράσεις και στο πρωτότυπο. Κατόπιν έχουμε την «Αποπομπή του Ομήρου», που αναφέρεται στην σωκρατική και πλατωνική κριτική των ομηρικών επών. Τέλος έχουμε το «Ομηρικό γλωσσάρι».
  Το λαγαρό ύφος του Παπαγιώργη μου αρέσει ιδιαίτερα, παρά τις κάποιες διαφωνίες που έχω. Θα  παραθέσω και θα σχολιάσω κάποια αποσπάσματα.
  Διαβάζω, από το πρώτο μέρος:
  «Οι θεϊκές παρουσίες που φωτίζουν την αφήγηση είναι λαμπρές ανταύγειες της ανθρώπινης ψυχής» (σελ. 20).
  «Εξάλλου δεν πρέπει να μας σκανδαλίζει αυτή η προκλητική αισθητοποίηση του μύχιου σκιρτήματος που, από απροσδιόριστος κυματισμός, παίρνει τη συγκεκριμένη μορφή της θεάς. Όσο κι αν ερεθίζει τον ορθολογισμό μας-που δεν ανέχεται σύγχυση ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό-αυτή η αφελής θεατρικότητα, που αποτολμά να προσωποποιεί, και μάλιστα να θεοποιεί τη σκέψη, είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιδιοφυίας του έπους» (σελ. 20).
  «Τι πιο ένσαρκο και θεατρικό από την παράσταση μιας καίριας σκέψης με το πρόσωπο της θεάς; Για να αισθητοποιήσει τον Αχιλλέα τη στιγμή της θυμικής του ανάσχεσης, ο Όμηρος τοποθετεί πίσω του την άφαντη θεά να τον τραβάει από την κόμη, όπως πάνω κάτω συγκρατούμε κάποιον που παραφέρεται πιάνοντάς τον από το χέρι ή από μια άκρη του ρούχου του» (σελ. 21).
  Έχω γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας: Ορέστης και Άμλετ». Η παραπάνω ερμηνεία είναι κομψή. Εντάσσεται μέσα στα γενικότερα πλαίσια της προσπάθειας εξορθολογισμού κάθε τι που φαίνεται παράλογο και «αφελές», και πιο ειδικά στην περίπτωσή μας, της ρεαλιστικοποίησης της ομηρικής αφήγησης.
  Γιατί αυτή η προσπάθεια; Ο Παπαγιώργης το λέει έμμεσα:
  «Όσο και αν η προσωποποίηση των δυνάμεων που εμψυχώνουν τον ήρωα προκαλεί το σημερινό μας αίσθημα…» (σελ. 30).
  Εμένα δεν προκαλεί το αίσθημά μου. Κάνοντας το «άλμα αναχρονισμού» το οποίο συστήνει ο Λούκατς, τόσο την εμφάνιση των θεών στην «Ιλιάδα» όσο και των μυθικών στοιχείων στην «Οδύσσεια», για τα οποία έχουν προταθεί διάφοροι συμβολισμοί και ερμηνείες, τα θεωρώ έκφραση ενός «μαγικού ρεαλισμού», πολύ πιο αυθεντικού αφού καταλαμβάνει χοντρικά το ήμισυ της αφήγησης σε σχέση με τον λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό. Το να αναζητούμε σύμβολα και ορθολογιστικές ερμηνείες στο μαγικό είναι βέβαια κομψό, αλλά για μένα πρόκειται για υπερερμηνεία.
  Διαβάζω:
  «Μια φορά μόνο βλέπουμε να πασπαλίζουν τα κρέατα με αλάτι (πάσσε δ' ἁλὸς θείοιο, Ι 214)…» (σελ. 82).
  Αυτό για τη φίλη μου την Ελένη τη Στασινού, που ξέροντας ότι διαβάζω τον Όμηρο μου ζήτησε να της πω αν απαντιέται εκεί η λέξη «αλάτι», για τις ανάγκες του καινούριου της μυθιστορήματος. Δεν της το λέω ξεχωριστά, για να την υποχρεώσω να διαβάσει αυτή την ανάρτηση.
  Διαβάζω:
  «Ειδικό ένσημο θάρρους αποτελούν τα μεγάλα βήματα (μακρὰ βιβάντα, Γ 22)» (σελ. 182).
  Μακρά βιβώντα διαβάζω στον Παπαγιώργη, αλλά προφανώς είναι λάθος. «Βιβάντα» διαβάζω τόσο στο ηλεκτρονικό Diogenes από όπου κάνω αντιγραφή και επικόλληση λόγω πολυτονικού, όσο και στην έκδοση του Παπύρου.
  Και θυμήθηκα ότι μεγάλα βήματα κάνουν και στην όπερα του Πεκίνου οι wusheng, αυτοί που υποδύονται στρατηγούς, πολεμιστές κ.λπ.
  Διαβάζουμε:
  «Είναι ευεξήγητο λοιπόν πως οι φράσεις κατ’ αἶσαν – ὑπὲρ αἶσαν δηλώνουν το προσήκον και το αρμόζον» (σελ. 255).
  Προφανώς ο Παπαγιώργης έχει υπόψη του το στίχο,
  Ἕκτορ ἐπεί με κατ' αἶσαν ἐνείκεσας οὐδ' ὑπὲρ αἶσαν· (Γ 59).  Έκτορα, επειδή δίκαια και όχι άδικα με αποπήρες. Επίσης: ἠὲ κατ' αἶσαν ἔειπον ἐν ὑμῖν, ἦε καὶ οὐκί. (Κ 445). Αν σας τάπα όπως έπρεπε ή όχι. Ακόμη: πάντα κατ' αἶσαν ἔειπες ἀγακλεὲς ὦ Μενέλαε· (Ρ 716). Όλα τα είπες ορθά, ένδοξε Μενέλαε.
  Όμως η λέξη αἶσα έχει και τη σημασία της μοίρας, και το ὑπὲρ αἶσαν σημαίνει και ξεφεύγοντας αυτό που είναι γραφτό. Έχω γράψει γι’ αυτό στην ανάρτησή μου για την «Ιλιάδα», όπου παραπέμπω.
  Έμαθα αρκετά πράγματα διαβάζοντας τον Παπαγιώργη που τα αγνοούσα, καθώς δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι κλασικοί. Ήξερα ότι ο Πλάτωνας εξόρισε τους ποιητές από την Πολιτεία του, όμως δεν θυμόμουνα την επιχειρηματολογία του. Διαβάζοντάς τη, θα προτιμούσα χίλιες φορές να ζω στον ομηρικό κόσμο παρά σ’ αυτή.
  Αυτά για τον Παπαγιώργη. Το έχω ξαναγράψει, θα διαβάζω ό,τι βιβλίο του πέσει στα χέρια μου.

Thursday, December 1, 2016

Ernest Hemingway, Αποχαιρετισμός στα όπλα



Ernest Hemingway, Αποχαιρετισμός στα όπλα (μετ. Ανίκας Φερτάκη), Άγκυρα 1972, σελ. 258

    Έκανα πολύ καλά που αποφάσισα να διαβάσω το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» μαζί με το «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Πιστεύω ότι, σε συνδυασμό με τη βιογραφία του Χέμινγουεϊ, το ένα φωτίζει το άλλο.
  Κάνω αντιγραφή και επικόλληση από τη βικιπαίδεια.
  While recuperating, he fell in love, for the first time, with Agnes von Kurowsky, a Red Cross nurse seven years his senior. By the time of his release and return to the United States in January 1919, Agnes and Hemingway had decided to marry within a few months in America. However, in March, she wrote that she had become engaged to an Italian officer. Biographer Jeffrey Meyers states in his book Hemingway: A Biography that Hemingway was devastated by Agnes' rejection, and in future relationships, he followed a pattern of abandoning a wife before she abandoned him.
  Πιστεύω ότι «το να εγκαταλείπει μια σύζυγο πριν τον εγκαταλείψει αυτή» (παντρεύτηκε τέσσερις φορές) ήταν ένα μόνο σύμπτωμα του ψυχικού τραύματος που του προξένησε η εγκατάλειψη της Agnes για έναν ιταλό αξιωματικό. Το πόσο πολύ πληγώθηκε εκφράστηκε και στο «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά». Στο πρόσωπο της Brett εκδικείται την Agnes.
  Όμως με το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» φαίνεται να μετανοεί. Σε μια σχέση που τελειώνει κάποια στιγμή δεν υπάρχει μόνο η πληγή του χωρισμού, αλλά και οι προηγούμενες ευτυχισμένες στιγμές. Αυτές τις ευτυχισμένες στιγμές εκφράζει μυθοπλαστικά στο «Αποχαιρετισμός στα όπλα». Η Κατερίνα είναι η περσόνα της Agnes πριν τον εγκαταλείψει.
  Τελειώνοντας το μυθιστόρημα αναρωτιόμουν γιατί ο Χέμινγουεϊ αφήνει την Κατερίνα να ξεψυχήσει πάνω στη γέννα, αμέσως μόλις γέννησε το νεκρό γιο του. (Ο αφηγητής του είναι και αυτός εθελοντής στον Ερυθρό Σταυρό στην Ιταλία, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι όμως υπεύθυνος αξιωματικός μιας μονάδας οχημάτων και όχι οδηγός όπως ήταν ο ίδιος). Σκεφτόμουν ότι ο θάνατος αυτός δεν είναι «κατά το εικός και το αναγκαίο». Θα μπορούσε άνετα να δώσει ένα χάπι εντ στην ιστορία του. Ο λόγος που έδωσε αυτό το τέλος, σκεφτόμουν, είναι μια υποβόσκουσα κατάθλιψη, πιθανότατα κληρονομική, που τον οδήγησε στην αυτοκτονία στα 60 του χρόνια, όπως και τον πατέρα του πιο πριν. Unhappy end έχει και το «Για ποιον κτυπά η καμπάνα». Εκεί το μη ευτυχισμένο τέλος συμβόλιζε την ήττα των δημοκρατικών στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, εδώ όμως; Ξαναδιαβάζοντας το λήμμα στη βικιπαίδεια κατάλαβα: το τέλος αυτό συμβολίζει το τέλος του ειδυλλίου του με την Agnes. Και το τέλος αυτό δεν μπορούσε να το δώσει η εγκατάλειψη, παρά ο θάνατος.
  Συνήθως γράφω: «και θυμήθηκα».
  Αυτό όμως δεν το ξέχασα ποτέ.
  Η μητέρα μου δεν ήταν τόσο άτυχη όσο η Κατερίνα. Γι’ αυτό υπάρχω εγώ σήμερα.
  Όμως όχι και τόσο τυχερή. Διαφορετικά, σήμερα θα είχα έναν κατά τρία χρόνια μεγαλύτερο αδελφό, αν δεν τον είχε γεννήσει πεθαμένο. 
  Στη βιβλιοκριτική μου για το «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» έγραψα: «Το Αποχαιρετισμός στα όπλα έκανε πάταγο. Ο λόγος, πιστεύω, είναι ότι αφενός υπάρχει το ρομάντζο, και αφετέρου ο πόλεμος είναι πράξις σπουδαία, όπως θα έλεγε και ο Αριστοτέλης».
  Υφολογικά, βλέπουμε τον ίδιο Χέμινγουεϊ που είδαμε και στο «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά. Ο διάλογος όμως εδώ παραχωρεί κάπως μεγαλύτερο χώρο στην αφήγηση. Και οι casual διάλογοι των δυο ερωτευμένων είναι ολότελα συγκινητικοί. Να δώσουμε ένα δείγμα.
  «-… θα πάμε μαζί για να τα κόψω [τα μαλλιά της, η έγκυος Κατερίνα] ή μάλλον θα πάω μόνη μου και θα γυρίσω να σου κάνω έκπληξη.
  Δεν απάντησα.
-Δε θα μ’ εμποδίσεις, πες μου.
-Όχι. Πιστεύω μάλιστα ότι θάναι ερεθιστικό.
-Ω! Είσαι τόσο καλός. Και ίσως να είμαι πολύ όμορφη έτσι, αγάπη μου… κι ύστερα, και μόνο η ιδέα να είμαι λεπτή, είναι ερεθιστική. Θα με ξαναερωτευτείς σαν τρελός.
-Έλα Θεέ μου! Είπα. Αν νομίζεις ότι δεν είμαι αρκετά ερωτευμένος τώρα! Τι άλλο θέλεις πια, να πεθάνω;
-Ναι, θέλω να πεθάνεις!
-Θαυμάσια, είπα. Είναι το μόνο που θέλω κι εγώ» (σελ. 236).
  Το «Αποχαιρετισμός στα όπλα» και το «Ουδέν νεώτερο από το δυτικό μέτωπο» του Έριχ Μαρία Ρέμαρκ αποτελούν τα δυο κορυφαία αντιπολεμικά μυθιστορήματα που γράφηκαν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν υπάρχει τίποτα το ηρωικό στις συζητήσεις για τον πόλεμο, όλοι τον μισούν και δεν βλέπουν την ώρα να τελειώσει. Πολλοί αυτοτραυματίζονται για να γλιτώσουν, άλλοι λιποτακτούν. Και οι στρατοδίκες καταδικάζουν αβέρτα, αθώους και ένοχους. Οι βομβαρδισμοί, ο πανικός της υποχώρησης, η σύγχυση, ο θάνατος από φίλια πυρά, είναι κάποια από τα επεισόδια του πολέμου που αφηγείται ο Φρέντερικ Χένρι. Και μέσα σ’ αυτή τι δίνη του πολέμου ανθίζει ένας μεγάλος έρωτας.
  Όμως ας δώσουμε κάποια αποσπάσματα ακόμη.
  Διαβάζουμε:
  «Οι γιαπωνέζοι έχουν βάλει στο μάτι τα νησιά Χαβάι» (σελ. 65).
  Τι διάβολο, το ήξεραν φαίνεται οι πάντες, ήδη από το 1929 που δημοσιεύτηκε το μυθιστόρημα, πώς και τους έπιασαν στον ύπνο στο Περλ Χάρμπορ;
  Διαβάζω:
  «Ψαρέψαμε πέρ’ από τη Στρέζα, ύστερα χαμηλότερα, όχι μακριά από την όχθη. Κρατούσα τεντωμένη την πετονιά κι αισθανόμουν την ελαφρά δόνηση της ορμιάς, ενώ κοίταζα το σκοτεινό φθινοπωρινό νερό και την έρημη παραλία» (σελ. 199-200).
  Και θυμήθηκα.
  Ψαρεύαμε με καλάμι, μικρά ψαράκια, με πετονιά, με το χωριανό και φίλο μου Γιώργη Τωμαδάκη (έχει τα Sports town στη Νέα Σμύρνη. Να τον ευχαριστήσω ακόμη μια φορά που χρηματοδότησε την έκδοση του βιβλίου μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά»· το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, το χωριό μας). Ο Γιώργης έβγαλε ένα ψαράκι. Το είδα που σπαρτάραγε πάνω στο βράχο, αγωνιζόμενο να αναπνεύσει. Παράτησα την πετονιά μου. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που πήγα για ψάρεμα.
  Διαβάζω και πάλι.
  «Δεν έβλεπα παρά τις μπανέλες της ομπρέλας (τη χρησιμοποιούσαν σαν πανί στη βάρκα με την οποία το έσκασαν στην Ελβετία). Η ομπρέλα τέντωνε, τραβούσε κι ένιωθα πώς μας παράσερνε. Κρατώντας τη γερά με τα πόδια μου προσπαθούσα να την συγκρατώ, όταν μου γύρισε απότομα» (σελ. 212-213).
  Και θυμήθηκα πάλι.
  Πήγαινα στο δημοτικό, σε κάποια από τις πρώτες τάξεις. Ανέβηκα στην ταράτσα του σπιτιού μας κρατώντας την ομπρέλα μας. Ήθελα να δω πώς είναι να πέφτεις με αλεξίπτωτο. Την άνοιξα και πήδηξα. Ευτυχώς η ομπρέλα γύρισε ανάποδα λίγο πριν πατήσω στο έδαφος και έτσι δεν έπαθα τίποτα. Η ομπρέλα όμως καταστράφηκε. Το βράδυ η μητέρα μου διηγήθηκε την ιστορία στη αποσπερίδα. Μια από τις γυναίκες που ήταν εκεί μου τη θύμισε, χρόνια αργότερα, σκασμένη στα γέλια. Είχε αναρωτηθεί γιατί δεν την συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου για το χωριό μου. Στο κεφάλαιο «Μαθητικές αναμνήσεις» γράφω κάμποσα τέτοια χιουμοριστικά. Ε, δεν μπορούσα να τα θυμάμαι και όλα!
  Είδαμε και τις δυο ταινίες. Μεγάλη επιτυχία ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τρία μόλις χρόνια μετά την έκδοσή του, το 1932, γυρίστηκε και σε ταινία από τον Frank Borzage. Πανύψηλος ο τριαντάχρονος τότε Gary Cooper, η Helen Hayes του έφτανε μέχρι τον ώμο.
  Όπως και σε κάθε μεταφορά μυθιστορήματος στη μεγάλη οθόνη, έχουμε και εδώ προσθαφαιρέσεις και αλλαγές. Οι μεγαλύτερες είναι στο τέλος. Ο Φρέντερικ δεν χάνεται από τη μονάδα του με την υποχώρηση αλλά λιποτακτεί. Πέφτει στο ποτάμι για να γλιτώσει το εκτελεστικό απόσπασμα, και εν ριπή οφθαλμού φτάνει στην ακτή, ενώ στο μυθιστόρημα είναι μια περιπέτεια γεμάτη σασπένς. Μόνος παίρνει τη βάρκα και πηγαίνει στην Ελβετία για να συναντήσει την Κατερίνα όπου έχει πάει να γεννήσει ενώ στο μυθιστόρημα πάνε και οι δυο, και πάλι φτάνει εν ριπή οφθαλμού φθάνει στην ελβετική ακτή. Όμως ο θάνατος της Κατερίνας είναι μακρύς, οπερετικός, εν τέλει κινηματογραφικός, σε σχέση με το μυθιστόρημα.
  Για σκεφτείτε το: τολμά κανείς σκηνοθέτης που θέλει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη σαιξπηρικό έργο να απομακρυνθεί πολύ από το κείμενο;
  Το 1932 ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα», τρία χρόνια μετά την έκδοσή του, δεν ήταν παρά ένα best seller, γι’ αυτό και ο Frank Borzage δεν είχε ενδοιασμούς να απομακρυνθεί από το μυθιστόρημα. Το 1957 όμως που ο Charles Vidor έκανε τη δική του κινηματογραφική μεταφορά, ο Χέμινγουεϊ είχε τιμηθεί με το βραβείο Νόμπελ και το έργο του δεν ήταν πια απλά ένα best seller αλλά είχε περάσει στον κανόνα. Γι’ αυτό δεν ήταν δυνατόν να απομακρυνθεί πολύ από το μυθιστόρημα, το οποίο μετέφερε στην μεγάλη οθόνη σε μια υπερπαραγωγή δυόμισι ωρών. Οι λίγες αλλαγές που ήσαν νομίζω προς το καλύτερο δεν ξέρω αν θα πρέπει να πιστωθούν στον Ben Hecht, τον σεναριογράφο, ή στον Laurence Stallings που το διασκεύασε σε θεατρικό, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Εξαιρετικοί στις ερμηνείες τους ο Ροκ Χάτσον και η Τζένιφερ Τζόουνς, ενώ ήταν έκπληξη για μένα να δω μια θαυμάσια ερμηνεία στο ρόλο του χειρουργού Ρινάλντι από τον Βιτόριο ντε Σίκα, τον οποίο ήξερα μόνο σαν σκηνοθέτη.
  Μου πέρασε η μανία να ανιχνεύω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, αλλά και πάλι έπεσαν στην αντίληψή μου δυο.
Στη θέση μου στις έντεκα, την ώρα του κοκτέηλ (σελ. 200).
Καινούρια απαλότητα των φίνων σκεπασμάτων (σελ. 226).
  Αλλά για τον Χέμινγουεϊ θέλω να ξαναγράψω.