Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, February 28, 2026

Nabil Ayouch, Οι μπλε πέτρες της ερήμου (1992)

 Nabil Ayouch, Οι μπλε πέτρες της ερήμου (1992)

 


  Τον Nabil Ayouch και την Laura Ramsey τους γνώρισα στο «Whatever Lola wants». Με ενθουσίασαν και οι δυο και τους είδα πακέτο. Τώρα όμως έχω να συμπληρώσω το πακέτο του Nabil Ayouch με τρεις ακόμη ταινίες, την εικοσάλεπτη «Οι μπλε πέτρες της ερήμου» και δυο άλλες, μακράς διάρκειας.

  Ο νεαρός είναι ονειροπαρμένος. Είναι αποτραβηγμένος από τους συνομήλικούς του. Πιστεύει ότι στην έρημο υπάρχουν μπλε πέτρες, και το δηλώνει συνέχεια, εμμονικά.

  Μα πώς είναι δυνατόν, κανείς ταξιδιώτης που πέρασε την έρημο δεν είδε μπλε πέτρες.

  Όμως ο μικρός επιμένει, με αποτέλεσμα να εξοργίζει τον πατέρα του.

  Και όχι μόνο.

  Το συμβούλιο του χωριού του απαγορεύει να βγαίνει στο εξής από το σπίτι του.

  Ένας του συμβουλίου, ο πιο πολέμιός του, σε ένα παζάρι θα συναντήσει μια γυναίκα που έχει μια μπλε πέτρα για πούλημα. Θα φύγει βιαστικά.

  Ο μικρός τελικά αποφασίζει να πάει στην έρημο, να βρει μπλε πέτρες.

  Θα πέσει κάτω εξαντλημένος αλλά θα σηκωθεί.

  Και ξαφνικά, ω του θαύματος. Δεν βλέπει μόνο μπλε πέτρες αλλά ολόκληρους μπλε βράχους στο βάθος.

  Οι «αλαφροΐσκιωτοι» έχουν διαισθητικές ικανότητες.

  Αυτό το «συμβούλιο του χωριού» που αποφασίζει να τον θέσει σε κατ’ οίκον περιορισμό με ξενέρωσε.

  Είχα δει ένα τέτοιο συμβούλιο στο «Difret». Καταδικάζουν σε θάνατο το κορίτσι που σκότωσε τον απαγωγέα της.

  Είχα διαβάσει παλιά, ότι ένα τέτοιο συμβούλιο (που απαρτίζεται βέβαια από άντρες) στην Ινδία είχε καταδικάσει μια γυναίκα να τη βιάσουν όλοι οι άντρες του χωριού. Ρώτησα την ΑΙ αν ξέρει τίποτα για αυτή την ιστορία, και ποια η απάντηση; «Όχι, δεν μπορώ να συζητήσω λεπτομέρειες για περιπτώσεις σεξουαλικής βίας ή βιασμού, καθώς αυτό παραβιάζει τους κανόνες περιεχομένου μου».

  Εγώ ξέρω μια μπλε πέτρα (για την ακρίβεια, μπλάβη, όπως λέμε το μπλε στα κρητικά). Τη διέλυε ο πατέρας μου στο νερό, γέμιζε την ψεκαστήρα και ψέκαζε το αμπέλι μας.

  Μια φορά, πήγαινα στο δημοτικό, πήρα τους φίλους μου να πάμε στο αμπέλι μας να φάμε σταφύλια. Είδαμε κάτι μπλε στίγματα πάνω στις ρόγες αλλά δεν κωλώσαμε. Δεν πάθαμε τίποτα εκτός από ένα της παρέας που τον έπιασε διάρροια.  

Friday, February 27, 2026

Felix Chong, Alan Mak and Jonathan Li, The lost bladesman (2011)

 Felix Chong, Alan Mak and Jonathan Li, The lost bladesman (2011)

 


  Και με τον «Χαμένο μαχητή» ολοκληρώσαμε τον υποκύκλο των κινηματογραφικών μεταφορών του «The romance of the three kingdoms». Οι προηγούμενες ήταν οι «Red cliff» και «The resurrection of the dragon» (Ο κύκλος ήταν τα 4 κορυφαία κινέζικα μυθιστορήματα).

  Σε αντίθεση με τον «Κόκκινο βράχο», εδώ ο πρωθυπουργός Cao Cao εμφανίζεται καλός. Συγκατατίθεται να μεταφέρει ο Guan Yu την Qilan στον άντρα της, με τον οποίο ήταν «αδερφοχτοί», παρόλο που θα τον ήθελε κοντά του, του είχε προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες, είχε μάλιστα σκοτώσει και έναν στρατηγό του εχθρού του. Και, ξέροντας ότι ο Guan Yu ήταν κρυφά ερωτευμένος με την παλλακίδα του φίλου του, του έδωσε κρυφά ένα αφροδισιακό, ελπίζοντας ότι, έχοντας μια έντονη σεξουαλική επιθυμία θα την βίαζε, οπότε δεν έμπαινε ζήτημα να την επιστρέψει στο φίλο του. Όμως αυτός αντιστάθηκε στον πειρασμό.

  Δίνει εντολή να τον αφήσουν να περάσει από τα πέντε περάσματα για να πάει την παλλακίδα στο φίλο του. Όμως ο βασιλιάς είχε δώσει εντολή να τον σκοτώσουν.

  Και έχουμε επεισόδια που δεν εκλύει το ένα το άλλο αλλά συμπαρατάσσονται, Α+Β+Γ+Δ+Ε. Το αποτέλεσμα; Σαν πλοκή να είναι λίγο πληκτική η ταινία, χωρίς εφέ έκπληξης (το μοναδικό είναι ότι κάποια στιγμή μαθαίνουμε πως ο βασιλιάς, ανώτερος του πρωθυπουργού του, έδωσε εντολή να τον σκοτώσουν), με το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας να καταλαμβάνεται από σκηνές wuxu. Θα το τονίσω πάλι, βλέπουμε τον ήρωα, εντελώς αντιρεαλιστικά, μόνο εναντίον όλων.

  Ξέχασα το άλλο: η Qilan θέλει να τον δελεάσει ώστε να μην επιστρέψει στον Cao Cao, λέγοντάς του ότι θα ζητήσει από τον φίλο του να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. Όμως ο Guan Yu αρνείται. Έχουν φτάσει στο τελευταίο πέρασμα, από εκεί μπορεί να πάει ασφαλής στον άντρα της (η παλλακίδα τυπικά είναι σύζυγος, ποτέ η πρώτη). Αυτή τον μαχαιρώνει, γιατί δεν θα τον ήθελε να μείνει στην υπηρεσία του Cao Cao, που είναι εχθρός του άντρα της. Όμως εμφανίζονται οι δολοφόνοι του βασιλιά, και σκοτώνεται από ένα βέλος. Αγανακτισμένος από το θάνατό της, παρά το ότι τον μαχαίρωσε, αφού ανταλλάσσει σκληρά λόγια με τον αυτοκράτορα και τον Cao Cao σηκώνεται και φεύγει, ενώ είχε σκοπό να γυρίσει πίσω. Τα επόμενα 20 χρόνια θα πολεμά στο πλευρό του φίλου του. Ο Cao Cao θα θρηνήσει τον θάνατό του.

  Δεν μου άρεσε ιδιαίτερα η ταινία, δεν μου αρέσουν οι ταινίες wuxu, αλλά φαίνεται δεν άρεσε και στους περισσότερους, αφού η βαθμολογία της είναι μόλις 6.  

  Και μια ατάκα από την ταινία, τη θυμήθηκα την τελευταία στιγμή. «Καλύτερα να σε απογοητεύουν οι άλλοι παρά να απογοητεύεις τους άλλους».

Gaston Dorren, 60 γλώσσες, ταξίδι στην Ευρώπη

 Gaston Dorren, 60 γλώσσες, ταξίδι στην Ευρώπη (μετ. Γιώργος Μαραγκός) Μεταίχμιο 2022, σελ. 312

 


  Σαν πολύγλωσσος που είμαι, διάβασα με ενθουσιασμό αυτό το βιβλίο, ενός άλλου πολύγλωσσου. Για την πολυγλωσσία μου γράφω σε ένα από τα «Αυτοβιογραφικά αποσπάσματα» που έχω αναρτήσει στο blog μου, και έχει τίτλο «Η σχέση μου με τις γλώσσες».

  Δηλώνω ότι ξέρω, όχι ότι μιλάω, 8 γλώσσες. Τα ιταλικά τα μίλησα για τελευταία φορά πριν δεκαετίες ενώ τα πορτογαλικά ποτέ. Όμως, μια φορά διάβασα, σε τρεις μέρες, το Teach yourself books Portuguese, και το ξαναδιάβασα άλλες δυο μέρες, για να διαβάσω το βιβλίο Parapsicologia experimental ενός Βραζιλιάνου, του Hernani Guimaraes Andrade, αποσπάσματα από το οποίο παραθέτω στο πρώτο μου βιβλίο «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα» (Θυμάρι 1991). Τις γλώσσες τις έμαθα για να διαβάζω βιβλία για τις μελέτες μου. Γαλλικά έχω επάρκεια και γερμανικά το Mittelstufe, όμως έχω χρόνια να τα μιλήσω. Το ίδιο και τα αγγλικά, όμως το πρώτο μου δίπλωμα είναι αγγλική φιλολογία (το δεύτερο φιλοσοφία, και το διδακτορικό μου αφηγηματικές τεχνικές). Τα ισπανικά είναι η γλώσσα επικοινωνίας με την αγαπημένη μου, τα ρώσικα τα εξασκώ πότε πότε αλλά δεν θα σας πω πού, και στα κινέζικα έκανα πριν τρία χρόνια ανταλλαγή μαθημάτων. Η μαμά με μάθαινε κινέζικα και εγώ την κόρη της ελληνικά. Αυτό κράτησε για δυο χρόνια.

  Κωλογλώσσα τα κινέζικα, τα διάβασα περισσότερο από όλες τις άλλες γλώσσες (μέχρι και τις αρχές του 6ου και τελευταίου βιβλίου (advanced) που διδασκόμασταν στον σύνδεσμο φιλίας Ελλάδας-Κίνας) και τα ξέρω λιγότερο από τις υπόλοιπες, παρά το ότι μπορώ να κουτσομιλήσω.

  Το πρώτο από τα αυτοβιογραφικά μου σημειώματα αναφέρεται στο χιούμορ. Αδιόρθωτος ανεκδοτάς, μου άρεσε επί πλέον το βιβλίο του Dorren για το χιούμορ του.

  Το βιβλίο ξεκινάει με τα λιθουανικά. Αργότερα θα διαβάσουμε για τα λετονικά και τα εσθονικά. Επιστράτευσα τη μνημοτεχνική: Λιθουανία και Λετονία έχουν ως αρχικό γράμμα το Λ. Δεν είναι φυσικά αυτός ο λόγος που συγγενεύουν γλωσσικά, ενώ δεν συγγενεύουν με τη γείτονά τους Εσθονία.

  Ο Dorren μιλάει για το πόσο εύκολα μαθαίνεις μια γλώσσα όταν ξέρεις μια της οικογένειας. Το διαπίστωσα και ο ίδιος. Ανέφερα ήδη τα πορτογαλικά, η τελευταία από τις λατινογενείς γλώσσες που διάβασα, ξεκινώντας βέβαια, μαθητής λυκείου, από τα γαλλικά. Το ίδιο συνέβη και με τα ρώσικα. Διάβασα στη συνέχεια, αυτή την πρώτη περίοδο πριν κλείσω τα τριάντα μου, τσέχικα, σερβοκροάτικα και βουλγάρικα. Πριν τρία τέσσερα χρόνια πολωνικά, σλοβένικα και ουκρανικά, ενώ αμέσως πριν την πανδημία και σλαβομακεδονίτικα. Καμιά δεν μου πήρε πάνω από 10 μέρες. Φυσικά έμαθα μόνο να διαβάζω εύκολα κείμενα, και δύσκολα με τη βοήθεια λεξικού. Και ένα χόμπι μου, να μεταφράζω αναρτήσεις από το tik tok και να τις κοινοποιώ στον τοίχο μου στο facebook.  

  Ο Dorren λέει ότι τα Esperanto είναι μια δύσκολη γλώσσα.

  Γενικεύει.

  Ισχύει σίγουρα για τους εγγλέζους, όμως εγώ, σαν πολύγλωσσος έλληνας, τα βρήκα πολύ εύκολα. Δεν συμμεριζόμουν βέβαια την αισιοδοξία του γιου μου που με ιντρίγκαρε στο να τα μάθω, ότι θα γίνουν παγκόσμια γλώσσα. Μόνο μια γλώσσα που είναι μητρική μπορεί να έχει τέτοια φιλοδοξία. Όμως θαύμασα την επινοητικότητα του Zamenhof στη δημιουργία αυτής της τεχνητής γλώσσας.

  O Dorren λέει ότι κάποιους τους ξενίζουν ορισμένες καταλήξεις, που στη γλώσσα τους είναι διαφορετικές. Πιθανόν. Για αυτό πιστεύω ότι τα Esperanto είναι πιο εύκολα, σαν γραμματική και συντακτικό, για έναν κινέζο, με εξαίρεση βέβαια το λεξιλόγιο, που ένας δυτικός θα αναγνωρίσει πολλές λέξεις.

  Και μια και μιλάμε για το γιο μου, διατύπωσε πιο αποφθεγματικά αυτό που λέει ο Dorren: Ένα ιδεόγραμμα την ημέρα το Alzheimer το κάνει πέρα.

  Ο Dorren λέει για το πόσο συγγενικά είναι τα αγγλικά από την άποψη της προφοράς με τα κινέζικα. Εγώ να συμπληρώσω, και τα ελληνικά με τα γιαπωνέζικα. Διάβασα ενάμιση τόμο της assimil και παρακολούθησα τα βίντεο με τον Γιαν, βασικά μαθήματα ιαπωνικών. Μια λέξη να ξέρω, θα την αναγνωρίσω ακούγοντάς τη σε μια γιαπωνέζικη ταινία, όχι όμως και μια κινέζικη. Για να μην πω το άλλο, που έχει βέβαια να κάνει σε κάποιο βαθμό με τη μείωση της ακοής μου, ότι προτιμώ να βλέπω μια ελληνική ταινία με αγγλικούς υπότιτλους.

  Για την ομοιότητα των αγγλικών με τα κινέζικα υπάρχει το ανέκδοτο.

  Πώς λέγεται ο κινέζος που έχει aids;

  Die soon.

  Και η γυναίκα του που έχει και αυτή aids;

  Die soon too.

  Και η κόρη τους που έχει και αυτή aids;

  Die young.

  Υπάρχει αντίστοιχη προφορά κινέζικων ιδεογραμμάτων με αυτές τις αγγλικές λέξεις. 带孙, 带孙突, 带样.Υπάρχουν πολλά ομόηχα ιδεογράμματα, εγώ απλά επέλεξα στην τύχη αυτά, σαν παράδειγμα.  

  Και τώρα με τα γιαπωνέζικα.

  Πώς λέγεται ο ουρολόγος στα γιαπωνέζικα;

  Για τα ούρα.

  Υπάρχουν πολλά, για να ρωτήσω το perplexity, να μου πει και άλλα.

  Τον ρώτησα, και μου έδωσε ένα μακρύ κατάλογο.

  Θα παραθέσω τα πιο χαρακτηριστικά.

  Γαστρεντερολόγος: Για καούρα.

  Οφθαλμίατρος: Για θολούρα,

  Διαιτολόγος: Για λιγούρα, κ.ά.

  Ενδιαφέρον ήταν το κεφάλαιο για τη νοηματική. Και εδώ πάλι χωρίζονται οι νοηματικές γλώσσες σε οικογένειες.

  Εγώ ξέρω μόνο μια φράση, το «Σ’ αγαπώ», και δεν ξέρω αν είναι η ίδια σε όλες τις νοηματικές γλώσσες. Φέρουμε τις δυο παλάμες στην καρδιά και μετά τις απλώνουμε προς τα έξω, προς αυτόν που αγαπάμε, με ολοφάνερο το συμβολικό νόημα: Σου προσφέρω την καρδιά μου.

  Έμαθα πολλά που αγνοούσα. Να αναφέρω μόνο ότι το όνομα του Κύριλλου δεν ήταν Κύριλλος αλλά Κωνσταντίνος, και ότι μόνο λίγο πριν το θάνατό του πήρε το όνομα με το οποίο είναι γνωστός. Επίσης ότι το κυριλλικό αλφάβητο δεν σχεδιάστηκε από τον ίδιο αλλά από τους διαδόχους του.

  Τα ρουμάνικα είναι μια από τις γλώσσες που ξέρω. Τα διάβασα τότε, την πρώτη φορά, και τη δεύτερη τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα… Για να επιμεληθώ τη ρουμάνικη μετάφραση μιας (αυτό)βιογραφίας που έγραψα.

  Οι γλωσσικές εξελίξεις βαίνουν συχνά σχεδόν παράλληλα με τις πολιτικές. Έμαθα αρκετή ιστορία διαβάζοντας αυτό το βιβλίο για τις 60 γλώσσες.

  Αντέδρασαν πολλοί στη γλωσσική μεταρρύθμιση του Κεμάλ, που αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο με το λατινικό. Τι, το αλφάβητο των απίστων θα υιοθετήσουμε;

  Έλα όμως που ήταν πιο βολικό.

  Το ίδιο πρόβλημα είχαν και οι βιετναμέζοι (από περιέργεια διάβασα την αρχή μιας μεθόδου βιετναμέζικων). Να υιοθετήσουν ένα λατινικό αλφάβητο που είχαν επιβάλλει στο παρελθόν οι δυτικοί αποικιοκράτες;

  Έλα όμως που ήταν πιο βολικό.

  Έτσι καθιερώθηκε, που όμως είναι με ένα σωρό τροποποιήσεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να συναντήσεις μια βιετναμέζικη λέξη και να μη δεις σε κάποιο γράμμα ένα μικρό σημαδάκι από πάνω. Φυσικά απελπίστηκα, τα παράτησα, ούπω καιρός. H μόνη φράση που ξέρω, και αυτή από το tik tok, είναι η gái xinh, όμορφο κορίτσι (το x προφέρεται όπως στα pinyin, την λατινική μεταγραφή των κινέζικων, σαν sh). Το υποπτεύθηκα, είπα μήπως… όντως το επίθετο πηγαίνει μετά, είναι η δεύτερη λέξη.

  Ένα δείγμα, από αμετάφραστο υπότιτλο, για να καταλάβετε. Từ Đồng Lĩnh Khổng Tú đến Lạc Dương Hàn Phúc và Mạnh Thần. Προσέξετε ότι κάποια γράμματα έχουν διπλό σημάδι από πάνω.

  Η μετάφραση; Από το Tongling Kongxiu μέχρι τον Luoyang Hanfu και τον Meng Chen.

  Η μόνη ανάδελφη γλώσσα που διάβασα αυτή τη δεύτερη περίοδο είναι τα αλβανικά (αναρωτιέμαι πόσοι έλληνες τα έχουν μάθει σαν ξένη γλώσσα, φυσικά οι βορειοηπειρώτες εξαιρούνται). Δεν σήκωσα κεφάλι επί ενάμιση μήνα, διάβασα δυο φορές τη μέθοδο, και μια άλλη. Με αποζημίωσε όμως, γιατί διαπίστωσα τον πλούτο των καταλήξεων (όσο πιο πολλές οι καταλήξεις, τόσο πιο αρχαϊκή η γλώσσα), ξεπερνώντας τις σλάβικες. Και αυτά που διαπίστωσα τα διάβασα τώρα και στο βιβλίο του Dorren.  

  Και, σαν homage στον ολλανδό Dorren, να αναφέρω ότι μια από τις εκτός των 8 γλωσσών που ξέρω στις οποίες μπορώ να διαβάσω απλά κείμενα είναι και τα ολλανδικά. Ήταν εύκολο να τα μάθω σ’ αυτό το elementary επίπεδο, καθώς μοιάζουν πολύ με τα γερμανικά.

  Θυμάμαι, πρωτοδιόριστος, το 1981, που καθόμουν στο Ηράκλειο σε ένα καφέ περιμένοντας να έλθει η ώρα να πάω στο αεροδρόμιο για την Αθήνα. Αγόρασα μια ολλανδική εφημερίδα. Καταλάβαινα περισσότερα από όσα περίμενα.

  Είναι από τα λίγα βιβλία από όσα έχω διαβάσει που χάρηκα τόσο πολύ. Κάποια στιγμή θα διαβάσω και τη «Βαβέλ».

Wen Jiang, Devils on the doorstep (2000)

 Wen Jiang, Devils on the doorstep (2000)

 


  Η πλοκή ξεκινάει στις αρχές του 1945 και τελειώνει κατά τα τέλη Αυγούστου.

  Η ταινία αρχίζει σαν κωμωδία, απολαυστικότατη μάλιστα, εξελίσσεται σε δράμα για να καταλήξει σε ένα σαρδόνιο τέλος.

  Διάβολους αποκαλούσαν οι κινέζοι τους γιαπωνέζους.

  Ένας άγνωστος αφήνει δυο άτομα, κλεισμένα μέσα σε δυο σακιά, στην πόρτα του σπιτιού του Μα, με την εντολή να τους ανακρίνει και θα επιστρέψει σε πέντε μέρες να τους πάρει. Ο ένας είναι γιαπωνέζος στρατιώτης, ο άλλος κινέζος διερμηνέας.

  Εδώ είναι που έχουμε πολλά κωμικά επεισόδια.

  Όμως έχουν περάσει πέντε μήνες και δεν ήλθε να τους πάρει.

  Τι να τους κάνουν;

  Δεν πετυχαίνουν να τους σκοτώσουν.

  Να τους παραδώσουν στους γιαπωνέζους, όμως εισπράττοντας μια αμοιβή. Ο Γιαπωνέζος υπογράφει τη συμφωνία.

  Η συμφωνία, δυο κάρα ρύζι.

  Δυο μόνο; Θα σας δώσω επί πλέον άλλα τέσσερα, λέει ο γιαπωνέζος αξιωματικός.

  Κάπου εκεί βλέπουμε την ημερομηνία, 15 Αυγούστου. Δεν είχα αμφιβολία, το επιβεβαίωσα εξάλλου, ήταν η ημέρα της συνθηκολόγησης της Ιαπωνίας.

  Πηγαίνουν στο χωριό, στήνουν γλέντι για να το γιορτάσουν.

  Η αφηγηματική αναμονή είναι δεδομένη. Κάποια στιγμή ο γιαπωνέζος αξιωματικός θα δώσει διαταγή να σκοτώσουν τους χωριανούς και να κάψουν το χωριό.

  Ο άθλιος το ήξερε.

  Σταματάει τον γιαπωνέζο που ετοιμάζεται να κάνει χαρακίρι, λέγοντάς του ότι η Ιαπωνία συνθηκολόγησε, ο πόλεμος σταμάτησε.

  Ο Μα έρχεται με μια βάρκα με τη γυναίκα του, και βλέπει το χωριό στις φλόγες.

  Μεταμφιέζεται σε πωλητή τσιγάρων και τη στήνει έξω από το στρατόπεδο αιχμαλώτων. Μπαίνει κρυφά μέσα και αρχίζει να σκοτώνει αδιάκριτα γιαπωνέζους αιχμαλώτους πριν τον σταματήσουν.

  Και το σαρδόνιο τέλος.

  Ο κινέζος αξιωματικός είναι σαφής. Η ποινή για αυτή του την πράξη είναι ο θάνατος. Αλλά αντί να εκτελέσει τη διαταγή ένας κινέζος, διατάζει τον γνωστό μας γιαπωνέζο να την εκτελέσει. Έχει παραδώσει το όπλο, μόνο με ξίφος μπορεί. Του δίνουν ένα ξίφος. Και αυτός το παραδίδει στον πρώην αιχμάλωτο γιαπωνέζο.

  Που τον αποκεφαλίζει.

  Δεν μου άρεσε καθόλου αυτό το τέλος.

  Και η γρήγορη εναλλαγή σκηνών με την κάμερα να βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση με κούρασε. Όμως η ταινία έχει μια εκπληκτικά υψηλή βαθμολογία, 8,2.

Thursday, February 26, 2026

Paolo Sorrentino, To μεγαλείο (La grazia, 2026)

 Paolo Sorrentino, To μεγαλείο (La grazia, 2026)

 


Από σήμερα στους κινηματογράφους

 

  Σίγουρα είναι άστοχος ο ελληνικός τίτλος, όμως και η μετάφραση του ιταλικού, την οποία έκαναν οι άγγλοι, grace, πιθανότατα θα ήταν ασαφής και παραπλανητική. Σε τίνος το μυαλό θα πήγαινε ότι η λέξη «χάρη» έχει τη σημασία της απονομής χάριτος σε ένα κατάδικο;

  Τρία είναι τα θέματα που απασχολούν τον απερχόμενο πρόεδρο της δημοκρατίας. Το ένα είναι το ψήφισμα του νομοσχεδίου για την ευθανασία, ενώ τα άλλα δυο έχουν να κάνουν με την απονομή χάριτος σε δυο καταδίκους, έναν άντρα και μια γυναίκα, που εφάρμοσαν την ενεργητική ευθανασία. Η γυναίκα, γιατί ο άντρας της είχε διαταραγμένη προσωπικότητα, κινδύνευε η ζωή της, και τον μαχαίρωσε ενώ κοιμόταν. Την πράξη της αυτή τη θεωρεί σαν ευθανασία ενός αθεράπευτα μανιακού. Ο άντρας σκότωσε τη γυναίκα του που είχε Alzheimer.

  Δίπλα σε αυτά τα διλήμματα, έχει και το δικό του πρόβλημα: 40 χρόνια τον βασανίζει το ερωτηματικό, με ποιον τον απάτησε η γυναίκα του. Η φίλη τους που ξέρει αρνείται να του πει, την εξόρκισε η πεθαμένη να μην του το αποκαλύψει ποτέ.

  Ανάμνηση του «ποιητικού» Torrentino, όπως τον είδαμε στην ταινία του «La grande bellezza» (2013) είναι η σκηνή, μεγάλης διάρκειας, της υποδοχής του προέδρου της Πορτογαλίας, που αποτελεί ταυτόχρονα και μια σάτιρα της ετικέτας. Βαδίζει υπό βροχή πάνω σε ένα χαλί, το παρασέρνει ο άνεμος και σχεδόν τον σκεπάζει, αλλά κανείς δεν τρέχει να τον βοηθήσει, η ετικέτα βλέπεις.

  Την οποία επίσης σατιρίζει με το να βάζει τον πάπα, μαύρο, να αναχωρεί από μια συνάντησή τους σε έναν εξωτερικό χώρο με μηχανή.

  Η ετικέτα.

  Με είδε να μπαίνω στο γραφείο καθηγητών με το κράνος. Ένιωσε έκπληξη όταν της είπα ότι είμαι ο σχολικός σύμβουλος. Σχολικός σύμβουλος με κράνος; Ε, τι να κάνουμε, είμαι χρόνια μηχανόβιος, η μηχανή βολεύει απίστευτα στο κυκλοφοριακό χάος της Αθήνας και στο πρόβλημα με το παρκάρισμα.

  Πάντως, σχολιάζοντας το «Μεγαλείο», η κόρη του προσπαθεί να τον πείσει, για να παίρνει κάθε φορά την στερεότυπη απάντηση: θα το σκεφτώ. Δεν βλέπω κανένα μεγαλείο σε αυτή την αναποφασιστικότητα.

  Τι έγινε στο τέλος, έδωσε χάρη;

  Α, όλα κι όλα, εγώ σαν τον Ποκοπίκο είμαι τάφος στα μυστικά. Το μόνο που μπορώ να σας πω, και το λέω με την πεποίθηση ότι δεν ξέρετε ιταλικά, είναι να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας που παραθέτω, νομίζω δεν υπάρχει αγγλικός.

  Τελικά υπάρχει, αλλά η πλοκή που δίνει είναι μια μικρή παράγραφος, ενώ το ιταλικό λήμμα είναι εκτενέστατο.  

  Πρόκειται για μια εξαιρετική ταινία, σας τη συνιστώ ανεπιφύλακτα. 7,4 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 8. 

Δημήτρης Τράγγαλος, Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά (2020)

 

Δημήτρης Τράγγαλος, Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά (2020)

 


Από σήμερα στο Στούντιο

 

  Έχω υπόψη μου ένα προηγούμενο, τον Daly Ross, ένα κοσμογυρισμένο μουσικό που όταν είπε να περάσει και από την Κρήτη μαγεύτηκε τόσο πολύ από τη κρητική λύρα που τελικά έριξε για πάντα άγκυρα εκεί.

  Η SOAS Rebetiko Band είναι μια ρεμπέτικη μπάντα που δημιουργήθηκε στο School of Oriental and African Studies (SOAS) του Πανεπιστημίου του Λονδίνου από άτομα που λάτρεψαν το ρεμπέτικο. Και δεν είναι μόνο έλληνες αλλά και τούρκοι, ιρανοί, άγγλοι φυσικά…

  Ο Τράγγαλος σε διάστημα πολλών ετών τράβηξε βίντεο από συναυλίες αυτής της μπάντας και πήρε συνεντεύξεις από μέλη της.

  Την μπάντα θα μπορούσε να την πει κανείς και ερασιτεχνική. Στην μπάντα δεν μπήκαν τόσο για τη δεξιοτεχνία τους σε κάποιο παραδοσιακό όργανο που χρησιμοποιείται στις ορχήστρες ρεμπέτικου αλλά για το πάθος τους για αυτό. Και όμως το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό, αν κρίνει κανείς από αποσπάσματα συναυλιών τους που παρατίθενται στο ντοκιμαντέρ. Δυο από αυτές δόθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, τόσο για τους έλληνες της Πόλης όσο και για τους τούρκους.

  Αλλά δεν είναι μόνο οι μουσικές τους δραστηριότητες. Διοργανώνουν και συνέδρια για το ρεμπέτικο, με εισηγήσεις πάνω σε θέματα που αφορούν το ρεμπέτικο τραγούδι.

  Στην ταινία ακούμε πάρα πολλά τραγούδια, και στα γράμματα τέλους μαθαίνουμε ποια είναι αυτά, αν δεν τα αναγνωρίσαμε ήδη, και τους συνθέτες τους.

    Και μια ατάκα από την ταινία: Η ζωή είναι τραγωδία για αυτούς που αισθάνονται και κωμωδία για αυτούς που σκέπτονται.

  Οπότε για μένα είναι tragi-comedy.

  Δεν είμαι λάτρης του ρεμπέτικου, όμως η ταινία μου άρεσε περισσότερο από όσο περίμενα.

Chang Cheh and Hsueh-Li Pao, The delightful forest (快活林, 1972)

 Chang Cheh and Hsueh-Li Pao, The delightful forest (快活林, 1972)

 


  Και με το «The delightful forest» κλείνει η υποομάδα «Water margin» της ομάδας «Τα 4 κορυφαία κλασικά κινέζικα μυθιστορήματα». Οι προηγούμενες ταινίες που είδαμε ήταν, επίσης του Chang Cheh, «The water margin» και «All men are brothers».

  Στο μυθιστόρημα αυτό βλέπουμε τα κατορθώματα των 108 ληστών στη σύγκρουσή τους με διεφθαρμένους αξιωματούχους, και αυτό φαίνεται χαρακτηριστικά και σ’ αυτή την ταινία, μεταφορά επεισοδίου από το μυθιστόρημα.

  Ο Wu Sung, ένας από τους 108, σκοτώνει τη γυναίκα του αδελφού του και τον γκόμενό της. Παραδίδεται εθελούσια στην αστυνομία. Φυλακίζεται. Όμως ο γιος του διευθυντή της φυλακής έχει άλλα σχέδια γι’ αυτόν. Ξέρει τη δύναμή του (σκότωσε μια τίγρη) και τον θέλει να διώξει τον κακό που εισέβαλε στο «Γοητευτικό δάσος», κάτι σαν καζίνο που ήταν ιδιοκτησία του, κατακλέβοντας τον κόσμο. Τον ίδιο τον τραυμάτισε σοβαρά.

  Ο Wu Sung τον κάνει του αλατιού. Όμως αυτός είναι μπράβος του τοπικού άρχοντα, διεφθαρμένου αξιωματούχου. Θα μηχανορραφήσουνε ώστε ο Wu Sung να πέσει στα δίκτυα τους, και μεταφορικά και κυριολεκτικά.

  Ο άρχοντας αυτός θα τον καλέσει για δείπνο, αλλά στην πορεία θα τον κατηγορήσει για κλοπή, με το γνωστό κόλπο, βάζοντας κοσμήματα στο υπνοδωμάτιό του. Θα του ρίξουν ένα δίχτυ πάνω του και θα τον αιχμαλωτίσουν. Όμως δεν τολμά να τον σκοτώσει στο αρχοντικό του. Θα τον στείλει πίσω στη φυλακή (ο διοικητής της είναι υφιστάμενός του) δίνοντας όμως οδηγίες σε κάποιους να δωροδοκήσουν τους συγκρατούμενούς του στο ίδιο κελί για να τον σκοτώσουν.

  Φυσικά το σχέδιο αποτυγχάνει, και, στο αναμενόμενο τέλος, ο Wu Sung θα σκοτώσει και τον αξιωματούχο και τον μπράβο του.

  Για άλλη μια φορά βλέπουμε το ακριτικό μοτίβο «Στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες», μόνος εναντίον όλων. Φαίνεται αρέσει και διαχρονικά και διατοπικά.

  6,6 η βαθμολογία της, εγώ έβαλα 7.