Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, July 14, 2020

Annette K. Olesen, Ο μικρός στρατιώτης (Lille soldat, 2008)


Annette K. Olesen, Ο μικρός στρατιώτης (Lille soldat, 2008)

  Ο μικρός στρατιώτης στην πραγματικότητα είναι μια νεαρή στρατιωτίνα, η Λότε, που μόλις γύρισε από το Ιράκ. Δεν έχει διάθεση να δει τον πατέρα της που διευθύνει ένα πορνείο, όμως αυτός μαθαίνει την επιστροφή της μετά από μέρες και πηγαίνει και τη βρίσκει.
  Οι κοπέλες που έχει είναι νιγηριανές. Κάνουνε και escort. Για συνοδεία έχουν έναν άνδρα που όμως τραυματίστηκε στο πόδι και δεν μπορεί πια να τις μεταφέρει στα σπίτια των πελατών.
  Ο πατέρας την αγαπάει, αλλά αρνείται να τις δώσει χρήματα. Της προσφέρει όμως δουλειά για την οποία θα πληρώνεται.
  Δέχεται.
  Η δουλειά είναι να συνοδεύει τις κοπέλες στα σπίτια των πελατών, στο πόστο του τραυματισμένου οδηγού του.
  Σε όλο το έργο τη βλέπουμε να συνοδεύει μια μόνο, αυτή που είναι και ερωμένη του πατέρα της. Την σώζει από κάποιον πελάτη που την απειλεί με πιστόλι. Αρχίζουν οι εξομολογήσεις. Έχει μια κόρη, μαζεύει χρήματα γι’ αυτήν. Πρέπει να ξοφλήσει και την μαντάμ που την προώθησε στην Ευρώπη.
  Η Λότε προσπαθεί να τη βοηθήσει, αλλά τα κάνει θάλασσα. Την αρπάζει από έναν νεκρόφιλο, τον πιο καλό πελάτη, πράγμα που εξοργίζει την νιγηριανή όταν συνέρχεται από το υπνωτικό που της είχε ρίξει, όπως γίνεται πάντα.
  Το σύνδρομο του καλού Σαμαρείτη όμως δεν λέει να την εγκαταλείψει. Ανοίγει το χρηματοκιβώτιο του πατέρα της, παίρνει όλα τα λεφτά μαζί και το διαβατήριο της νιγηριανής. Είναι πάρα πολλά τα λεφτά, να τα πάρει και να επιστρέψει στην πατρίδα της. Της έχει βγάλει εισιτήριο για το Λονδίνο.
  Ο πατέρας της τής λέει ότι σίγουρα δεν θα γυρίσει στη Νιγηρία, με τόσα χρήματα που έχει θα ανοίξει δικό της πορνείο, αυτή θα είναι η μαντάμ. Στη συνέχεια την τιμωρεί, όπως τιμωρούνε τύποι σαν αυτόν σε τέτοιες περιπτώσεις. Την κτυπάει, χωρίς αυτή να αμύνεται.
  Σίγουρα την αγαπάει, το είδαμε και πιο πριν, όμως τα παραπτώματα τιμωρούνται.
  -Και τώρα πάμε σπίτι, της λέει.
  Αυτή απομακρύνεται.
  Ο φακός την παίρνει από ψηλά καθώς βαδίζει μόνη της σε μια μεγάλη λεωφόρο.
  Συγκινητική ταινία, με μια μοναξιασμένη γυναίκα που κουβαλάει τους εφιάλτες της από το Ιράκ (τη βασανίζει η σκέψη ότι σκότωσε ανθρώπους), και ένα πατέρα που με τη δουλειά που κάνει όχι μόνο την αμέριστη αγάπη της κόρης του δεν μπορεί να κερδίσει αλλά και τον φέρνει και σε σύγκρουση μαζί της.

Monday, July 13, 2020

Wolfgang Petersen, Το υποβρύχιο (Das Boot, 1981)


Wolfgang Petersen, Το υποβρύχιο (Das Boot, 1981)


  Αφού είδα το «Grayhound, η μάχη του Ατλαντικού», στο οποίο βλέπουμε τον Τομ Χανκς κυβερνήτη ενός αντιτορπιλικού και ταυτόχρονα επικεφαλής και των τεσσάρων αντιτορπιλικών που συνοδεύουν τη νηοπομπή που μεταφέρει εφόδια από τις ΗΠΑ στην Αγγλία, είπα να δω τη μάχη του Ατλαντικού και από την πλευρά των υποβρυχίων, το στόχο των αντιτορπιλικών.
  Φυσικά είχα ξαναδεί την ταινία, τουλάχιστον δυο φορές, και την απόλαυσα πραγματικά βλέποντάς τη και τρίτη.
  Η πιο αντιπολεμική ταινία που γυρίστηκε ποτέ, διαβάζω στη βικιπαίδεια, η οποία είχε τόση επιτυχία ώστε γυρίστηκαν και δυο σήριαλ sequel, ένα αγγλικό και ένα γερμανικό.
  Στην ταινία δεν βλέπουμε ηρωικά κατορθώματα. Ένα πλοίο όλο κι όλο τορπίλισε το υποβρύχιο, και όταν μετά από έξι ώρες, αφού ξέφυγαν την καταδίωξη του αντιτορπιλικού, το είδαν να βρίσκεται ακόμη στην επιφάνεια, είπαν να το αποτελειώσουν. Ρίχνουν την τορπίλη, τινάζεται το πλοίο, και βλέπουν ανθρώπους που έχουν πάρει φωτιά τα ρούχα τους να ρίχνονται στη θάλασσα. -Μα καλά, έξι ώρες είχαν χρόνο, δεν τους έσωσαν τα σωστικά πλοία τους;
  Η υπόλοιπη ταινία έχει να κάνει κυρίως με τις προσπάθειές τους να ξεφύγουν από τα αντιτορπιλικά που τους ρίχνουν βόμβες βυθού προκαλώντας τους ζημιές. Μια όμως είναι πολύ σοβαρή, καθώς το υποβρύχιο βυθίζεται και σκαρώνει στο βυθό. Καταφέρνουν όμως, μετά από αγωνιώδεις προσπάθειες να ξεκολλήσουν και να ανέβουν στην επιφάνεια.
  Μόλις έχουν επιστρέψει στο λιμάνι La Rochel, το ορμητήριό τους, και μια αεροπορική επιδρομή σκορπίζει το θάνατο. Ανάμεσα στους νεκρούς και ο πλοίαρχος.
  Φαντάζομαι ότι έχετε δει την ταινία, και όσοι δεν την έχετε δει χάνετε αν δεν τη δείτε.

Γιώργου Ι. Μαρκόπουλου, Απάνθισμα δημοσιευμάτων και βιωμάτων

Γιώργου Ι. Μαρκόπουλου, Απάνθισμα δημοσιευμάτων και βιωμάτων, Αθήνα 2019, σελ. 354

  Το «Απάνθισμα δη

μοσιευμάτων και βιωμάτων» του Γιώργου Μαρκόπουλου (1904-1992) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο ένα δεύτερο τόμο, συνέχεια του βιβλίου του «Γεράπετρος και γεραπετρίτες», που εκδόθηκε ενόσω ο συγγραφέας ήταν εν ζωή, και σε δεύτερη έκδοση το 2002.

  Ο Γιώργος Μαρκόπουλος υπήρξε μια πολυσχιδής προσωπικότητα με πλούσια δραστηριότητα. Αντιστασιακός, κατάφερε και έφτασε στη Μέση Ανατολή αφού το έσκασε από τις φυλακές των κατακτητών, υπηρέτησε επί χρόνια νομάρχης ενώ παράλληλα αρθρογραφούσε σε εφημερίδες και περιοδικά. Η κόρη του η Μιμίκα συγκέντρωσε κάποια από τα δημοσιεύματά του και από τα ανέκδοτα κείμενά του και τα εξέδωσε σε ένα καλαίσθητο τόμο, ο οποίος παρουσιάστηκε στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου του δήμου της Ιεράπετρας στις 31 Ιουλίου.

  Γεραπετρίτικες ιστορίες, εύθυμες οι περισσότερες, χαρακτηριστικοί τύποι όπως ο Λάγας αλλά και η μαντάμ Ορτάνς, προσωπικότητες της Γεράπετρος όπως ο Ναπολέων Σουκατζίδης, σκέψεις πάνω σε διάφορα θέματα όπως η μάχη της Κρήτης, και τέλος αναμνήσεις από τη θητεία του ως νομάρχης, απολαυστικότατες, αποτελούν τον κύριο κορμό του βιβλίου. Στο τέλος υπάρχουν κείμενα και ποιήματα που γράφτηκαν με την ευκαιρία τιμητικών εκδηλώσεων, ενώ τον τόμο κλείνει το βιογραφικό του.

  Έμαθα πολλά πράγματα που αγνοούσα. Δεν ήξερα για παράδειγμα την ιστορία του «Αγιασμένου», ούτε της «Σούφαινας τη βρύση».

  Όμως να δώσουμε το λόγο στην ίδιο το Μαρκόπουλο.

  «Άλλες είναι οι τάξεις των ανθρώπων που υποβαθμίστηκαν, και δεν φτάνουν βέβαια στα όρια της πείνας αλλά υποφέρουν οικονομικά. Είναι οι μισθοσυντήρητοι και οι συνταξιούχοι» (σελ. 17).

  Αν αυτό ίσχυε το 1976, τότε που δημοσιεύτηκε το κείμενο, φανταστείτε σήμερα με την κρίση.  

  (Για τις εκλογές του 1930). «Το βάρος πέφτει σ’ ένα βενιζελοχώρι, το Κεντρί. Βέβαια στο βαθμό της βενιζελικότητας δεν παράφτανε το Κάτω Χωριό που ήταν πέρα για πέρα βενιζελοχώρι (είχε μόνο ένα αντίθετο)» (σελ. 31).

  Το Κεντρί είναι το χωριό της μάνας μου και το Κάτω Χωριό του πατέρα μου, όπου και μεγάλωσα.

  Είμαι κοσμοπολίτης-διεθνιστής (με όλες τις συνδηλώσεις των δυο αυτών λέξεων), ευρωπαίος, έλληνας, κρητικός, λασιθιώτης, γεραπετρίτης, μα πάνω απ’ όλα κατωχωρίτης, γι’ αυτό θα παραθέσω και άλλα αποσπάσματα που αναφέρονται στο χωριό μου.

  Να και κάτι ακόμη που δεν ήξερα: «Τα παλιά χρόνια η φωτιά ήταν σκέτη, χωρίς το κάψιμο του Ιούδα που προστέθηκε αργότερα» (σελ. 54).

  «Η Κατερινιά ήταν μια όμορφη κοπέλα. Κοκκινοντυμένη, μαντηλοδεμένη και πονηροβλεπούσα. Ταρταλοβύζα…» (σελ. 59).

  Τα σύνθετα επίθετα είναι χαρακτηριστικό της κρητικής διαλέκτου. Εδώ τα βλέπουμε στη σειρά. Και βέβαια είναι αυτονόητο ότι το βιβλίο είναι γεμάτο από παλιές κρητικές λέξεις, πολλές από τις οποίες είναι ξεχασμένες σήμερα, όπως η ταρταλοβύζα.  

  «Οι αγροζημιές εδικάζοντο στο πιο μεγάλο χωριό, το Κάτω Χωριό» (σελ. 83).

  Περασμένα μεγαλεία για το χωριό μου.

  Λίγες σελίδες πιο κάτω (σελ. 91-92) ακολουθεί μια ιστορία από το πανηγύρι του χωριού μου, του Προφήτη Ηλία, αλλά είναι πολύ μεγάλη για να την παραθέσω.

  «Όι Καλλιώ, το Νικολή μου τονε θέλω κι ας μου τσι βρέχει καμιά φορά» (σελ. 128).

  Μου θύμισε το κατωχωρίτικο: -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα ότι θα τσι φας; -Όι, δε βάνω. -Ε, βάνεις δε βάνεις θα τσι φας.

  Ο δαίμονας του τυπογραφείου αυτή τη φορά το παράκανε.

  «…για ξετέλεψε ίντα θες να πεος».

  Μεγάλη η διαολιά του, να βάλει στην τελευταία λέξη ο αντί ι.

  «Γνώριζε ο Σαρειδομανώλης πως οι Κατωχωρίτες είναι σφιχτοχέρηδες και μόλις θα άκουγαν για έρανο θα έφευγαν» (σελ. 167).

  Να κάτι που δεν ήξερα για τους χωριανούς μου. Δεν νομίζω όμως ότι είναι έτσι οι νεότεροι.

  «Το Κάτω Χωριό έχει βγάλει πολλούς επιστήμονες και πολλούς δασκάλους» (σελ. 173).

  Ένας από αυτούς ήταν και ο Διακάκης, για τον οποίο ο Μαρκόπουλος αφηγείται μια απολαυστική ιστορία.

  Το παρακάτω απόσπασμα με συγκίνησε ιδιαίτερα, καθώς έχει να κάνει με τον κορυφαίο ποιητή μας, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, και τον πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη, πρωτοθείο της γιαγιάς μου της παρσωτοπούλας.

  «Ο Πατριάρχης Μελέτιος πληροφορήθηκε την άρνηση των ιερέων [να κοινωνήσουν τον ετοιμοθάνατο Καβάφη κατά παράκληση των δικών του] και, χωρίς συνοδεία, πήρε το Άγιο Δισκοπότηρο και ως απλός παπάς πήγε στο σπίτι του Καβάφη. Ο Καβάφης όταν τον είδε μπόρεσε να φωνάξει: -Όχι, δε θέλω. Ο Μελέτιος μπήκε με θάρρος στο δωμάτιο, μίλησε πατρικά στον μελλοθάνατο, τον κοινώνησε και τον προέτρεψε να κάνει το σημείο του σταυρού, το οποίο και έκανε» (σελ. 199).

  Να σημειώσω παρεμπιπτόντως ότι οι πιο γνωστοί λογοτέχνες μας στο εξωτερικό είναι ο Καζαντζάκης και ο Καβάφης, όχι οι νομπελίστες μας.

  «-Εμένα, κυρ νομάρχη μου, δεν μου δίνανε γυναίκα να παντρευτώ, γιατί δεν είχα ακουστεί σαν κλέφτης και για να αποδείξω ότι ξέρω να κλέβω, έκανα απόπειρα, αλλά ατζαμής καθώς ήμουνα, με πιάσανε και με κάνανε μαύρο στο ξύλο» (σελ. 284-285).

  Απίστευτο αλλά, όπως και στην αρχαία Σπάρτη, αληθινό.

  Με γλαφυρό ύφος αφηγείται τις ιστορίες του ο Μαρκόπουλος, ενώ οι «σκέψεις» του διακρίνονται για το βάθος και τη διεισδυτικότητά τους. Θα είχε διαπρέψει αν είχε ασχοληθεί περισσότερο με τη λογοτεχνία, γράφοντας π.χ. διηγήματα ή μυθιστορήματα, καθώς και δοκίμια. Αλλά, φαντάζομαι, η πλούσια κοινωνική δραστηριότητά του δεν του άφηνε πολλά περιθώρια για κάτι τέτοιο. Εύχομαι το βιβλίο αυτό να είναι καλοτάξιδο.