Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Thursday, April 25, 2019

Κατερίνα-Μάρθα Κλαρκ, Στα αρβανίτικα (2019)


Κατερίνα-Μάρθα Κλαρκ, Στα αρβανίτικα (2019)
              

Από σήμερα στο Στούντιο.

Στη μνήμη του φίλου μου Γιώργου Μπεθάνη.

Παραθέτω το δελτίο τύπου.
  «Ορμώμενη από παιδικές μνήμες και την φυσική περιέργειά της για τη γλώσσα που ως παιδί άκουγε από τους παππούδες της, η ελληνοκαναδή σκηνοθέτης Κατερίνα Μάρθα Κλαρκ, στήνει ένα οδοιπορικό προς ανεύρεση των ριζών της αρβανίτικης γλώσσας και κουλτούρας. Όντας μισή αρβανίτισσα και εκπληρώνοντας την υπόσχεσή της στη μητέρα της, μετά τον θάνατο του παππού της, ολοκληρώνει ένα εγχείρημα που ξεκίνησε χρόνια πριν.
  Ως πρώτη κινηματογραφική έρευνα που γίνεται για τους Αρβανίτες, γυρισμένο κατά βάση στα Βίλια Αττικής, πέρα από τη γλώσσα, δίνει ιδιαίτερο βάρος τόσο στην κουλτούρα όσο και στην απεικόνιση της ιδιαίτερης προσωπικότητας των Αρβανιτών, καθώς και στην ιστορική τους πορεία μέχρι την εγκατάστασή τους στις περιφερειακές περιοχές της Θήβας. Σκληροί, αλλά και με μαύρο χιούμορ, με δυναμικές γυναίκες και με το γνωστό αρβανίτικο πείσμα, με μία γλώσσα που χάνεται, αλλά και με το ενδιαφέρον των νεότερων γενιών για τις ρίζες του, η σκηνοθέτης συνθέτει ένα πάζλ από αφηγήσεις γερόντων και νεότερων και με τη βοήθεια της ερευνήτριας και κοινωνιογλωσσολόγου Έλενας Μπότση, μας δείχνει ότι αυτή η κουλτούρα δε θα σβήσει, μιας και το ενδιαφέρον τους για τη φυλή τους αντί να αποδυναμώνεται με την πάροδο των χρόνων, αντιθέτως, γίνεται πιο δυνατό. Αντίθετα με προηγούμενες εποχές που οι Αρβανίτες αποποιήθηκαν τη γλώσσα τους, μη θέλοντας να ενοχοποιηθούν ως μη-Έλληνες (γνωστό και ως γλωσσική αυτοκτονία), οι νεότερες γενιές είναι πιο αποφασισμένες να αναβιώσουν και τον πολιτισμό και τη γλώσσα τους και να τον περάσουν στα παιδιά τους. Αν και παρατηρείται μια λογική φθίνουσα πορεία στην μεταφορά της γλώσσας, είναι σημαντικό το γεγονός ότι τα νεαρά παιδιά έχουν ακόμα ακούσματα μέσα στο σπίτι τους. Τα αρβανίτικα έχοντας έναν πολύ δύσκολο γραπτό λόγο, μιας και τα φωνήεντα υστερούν σημαντικά έναντι των συμφώνων, στις καθημερινές εκφράσεις και στον καθημερινό τρόπο επικοινωνίας των μεγαλυτέρων, υπάρχουν ακόμα και χρησιμοποιούνται.
  Ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία των αρβανιτών, έχουν οι γυναίκες, που με τον σκληρό και περιπαιχτικό τους τρόπο, κατάφερναν κι έβαζαν στη θέση τους άντρες. Σα μητριαρχική κοινωνία, οι θέση τους ήταν σχεδόν ίση με των αντρών και ακόμα και το «δυνατό» φύλο αποδέχεται ότι στην τελική, αυτές έκαναν το κουμάντο. Σκληρές, εργατικές, περιπαιχτικές, με υπομονή, χρυσοχέρες και με χιούμορ, οι αρβανίτισσες.
  Ιστορικό ενδιαφέρον έχει και η μετακίνησή τους ανά τους αιώνες και κατά την περίοδο της Βυζαντινής και Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που μας δείχνει την πορεία της νομαδικής φυλής από τη Βόρεια Ήπειρο, έως και τους σημερινούς τόπους διαμονής τους. Αναφορά γίνεται και στην συμμετοχή των Αρβανιτών στην Επανάσταση του 1821, μιας, και ως είναι γνωστό, μεγάλοι οπλαρχηγοί και Υδραίοι ναύαρχοι ήταν αρβανίτικης καταγωγής (Μπότσαρης, Ανδρούτσος, Καραϊσκάκης, Κουντουριώτης, Μιαούλης, Μπουμπουλίνα κα) καθώς και στο θρησκευτικό διαχωρισμό τους, σε χριστιανούς και μουσουλμάνους που είχε ως αποτέλεσμα την τωρινή μορφοποίηση των Βαλκανίων.
  Επισκεπτόμενη σπίτια, καφενεία, αυλές, παρακολουθώντας τις γιορτές και την καθημερινότητά τους, αφήνοντας τους να μιλήσουν με ευθύτητα, η σκηνοθέτης καταφέρνει να μας δώσει μια πλήρη εικόνα για τη στάση των αρβανιτών απέναντι στη ζωή, το παρελθόν, τις αναμνήσεις, την κουλτούρα και τη γλώσσα τους. Με ειλικρινή ματιά μας δίνει να καταλάβουμε τον όρο «αρβανίτικο κεφάλι», αυτό το πείσμα που κράτησε ανά τους αιώνες ζωντανό το πνεύμα τους και την αντίστασή τους στο να μην αφήσουν το παρελθόν και τα έθιμά τους να χαθούν στη δίνη της εξέλιξης».
  Στα Βίλια δεν θυμάμαι να είχα ξαναπάει. Πήγα στην κηδεία του φίλου μου του Γιώργου Μπεθάνη. Πάλεψε γενναία για τέσσερα χρόνια με την επάρατο, στο συκώτι, όταν οι γιατροί του έδιναν μόλις ένα χρόνο ζωής. Γείτονας και φίλος (οι γιοι μας συμμαθητές, έτσι γνωριστήκαμε), πτυχιούχος πολυτεχνείου και συνταξιούχος του Οργανισμού Σχολικών Κτιρίων, πολύ καλύτερος ερασιτέχνης στο μπουζούκι από ό,τι εγώ στη λύρα, απ’ αυτόν πρωτάκουσα και αγάπησα το «Πίνω και μεθώ», ενώ με το ρεμπέτικο δεν έχω ιδιαίτερες σχέσεις. Βρεθήκαμε σε ταβέρνες, αλλά πιο συχνά στα δύσκολα αυτά τελευταία χρόνια σε καφετέριες, σχεδόν κάθε βδομάδα, συνήθως στο εμπορικό κέντρο Γαλατσίου, αλλά και στο Ζέπελιν και στην καφετέρια στο κολυμβητήριο Βεΐκου. Από μια τέτοια συνάντηση το βίντεο που ανέβασα στο youtube.

Saturday, April 20, 2019

Wim Wenders Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (Die Angst des Tormanns beim Elfmeter 1972)




  Όταν μαθαίνω ότι μια ταινία που θέλω να δω αποτελεί μεταφορά ενός βιβλίου, θέλω να το διαβάσω. Συμβαίνει και το αντίστροφο, να διαβάζω ένα βιβλίο και μετά να ψάχνω για τυχόν ταινίες που έχουν γυριστεί πάνω σ’ αυτό. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήξερα για το βιβλίο πριν μάθω για την ταινία, ήταν βιβλίο cult στα φοιτητικά μου χρόνια, παρόλο που δεν το είχα διαβάσει. Γι’ αυτό θα κάνω το αντίστροφο από ό,τι κάνω συνήθως, να γράφω για το βιβλίο σαν ουρά στην ανάρτησή μου για την ταινία.
   Ξεκινάμε με τον συγγραφέα, τον Peter Handke, που στο εξής θα συνεργαστεί με τον Wenders σε κάποιες ακόμη ταινίες του. Το ελληνικό λήμμα της βικιπαίδειας, σύντομο ως συνήθως, δεν αναφέρει ότι είχε προταθεί επανειλημμένα για το βραβείο Νόμπελ, χωρίς να καταφέρει να το κερδίσει.
  Θεματικά, βλέπουμε έναν από τους αγαπημένους ήρωες του Βέντερς, μοναξιασμένο και δυστυχισμένο. Όμως έχει ένα επί πλέον χαρακτηριστικό: είναι και ψυχολογικά διαταραγμένος. Σίγουρα ανεπαρκής στη δουλειά του, το βιβλίο ξεκινάει με την απόλυσή του. Στη συνέχεια τον βλέπουμε σε μια περίπου άσκοπη περιπλάνηση, σε ένα χωριό κοντά στα σύνορα όπου μια πρώην φίλη του νοικιάζει ένα εστιατόριο. Η διαταραχή του φαίνεται από τη «δι’ ασήμαντον αφορμήν» δολοφονία μιας γυναίκας με την οποία πέρασε τη βραδιά. Όμως να μην ξεγελιόμαστε, η δολοφονία αυτή δεν είναι για να δημιουργήσει το σασπένς, στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για ένα καλό στόρι, είτε είναι κινηματογραφικό είτε μυθιστορηματικό, αλλά για να δείξει ακριβώς την ψυχολογική διαταραχή του. Επίσης τον βλέπουμε να τσακώνεται με μια παρέα σε ένα μπαρ, από το οποίο τον πετάνε έξω κάνοντάς τον μαύρο στο ξύλο. Πρώην φίλοι του είναι απρόθυμοι να απαντήσουν στα τηλεφωνήματά του.
  Υπάρχει και ένα δεύτερο σασπένς, με πάρα πολύ μικρό σθένος, για ένα μουγγό παιδί που χάθηκε. Αργότερα θα βρεθεί το πτώμα του να επιπλέει σε ένα ποτάμι. Το σκότωσε μήπως ο τσιγγάνος; Ο τσιγγάνος θα αφεθεί ελεύθερος, ο θάνατος του παιδιού θα αποδοθεί σε ατύχημα. Όλα αυτά δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την πλοκή, εκτός ίσως από το γεγονός ότι ο ήρωάς μας ο Bloch, πρώην τερματοφύλακας, ενώ βλέπει στο βάθος μιας πισίνας ενός χώρου αναψυχής που είναι κλειστός το χειμώνα κάτι που ίσως είναι πτώμα (να είναι του παιδιού που ψάχνουν;) δεν μπαίνει στον κόπο να ενημερώσει τον αστυφύλακα που περνάει εκείνη τη στιγμή.   
  Έχω αμφισβητήσει και σε άλλα κείμενά μου τη ρήση «Μια εικόνα χίλιες λέξεις». Σίγουρα μια εικόνα, π.χ. ένα κινηματογραφικό καρέ, θέλεις χίλιες λέξεις για να την περιγράψεις, μόνο που η περιγραφή αυτή ελάχιστα ενδιαφέρει τον αναγνώστη καθώς πολύ λίγα πράγματα απ’ αυτή την περιγραφή έχουν σχέση με την πλοκή. Και σίγουρα η εικόνα δεν μπορεί να μεταφέρει τις σκέψεις του ήρωα, παρά μόνο με την αντικινηματογραφική τεχνική της αφήγησής τους από τον ίδιο, κάτι που κάνει ο Ευγένιος Ο’ Νηλ στο «Παράξενο ιντερλούδιο», θεατρικό έργο που μετέφρασα στα νιάτα μου. Και εδώ οι σκέψεις του ήρωα που δείχνουν την διαταραχή του δίνονται σε αφθονία από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή.
  Να δώσω κάποια από τα αποσπάσματα που έχω υπογραμμίσει.
  «Σαν να ήθελαν να δείξουν την περιφρόνησή τους γι’ αυτόν, οι αστυνομικοί δεν έδωσαν τον τυπικό χαιρετισμό όταν ξεκίνησαν να φύγουν με το περιπολικό τους».
  Τον είχαν πάρει χαμπάρι.
  «Όταν γύρισε στην πόλη, ο Bloch κάθισε σε ένα καφέ και παρακολουθούσε κάποιους που έπαιζαν χαρτιά. Άρχισε να κάνει υποδείξεις στον παίχτη που καθόταν πίσω του. Οι άλλοι παίχτες του είπαν να τσακιστεί και να φύγει».
  Κάτι τέτοιοι σου τη σπάνε πραγματικά, έχω την εμπειρία όταν ήμουν χαρτόμουτρο, στα νιάτα μου. Άσε που μπορεί να σου χαλάσουν και το γούρι.
  «Αντιλήφθηκε ότι είχε την περίεργη παρόρμηση να μαθαίνει τις τιμές κάθε πράγματος».
  Ήπιος ιδεοψυχαναγκασμός.
  «Όσο πιο πολύ μιλούσε, τόσο πιο αφύσικα του φαίνονταν αυτά που έλεγε. Σιγά σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάθε λέξη που έλεγε χρειαζόταν μια εξήγηση. Έπρεπε να προσέχει ώστε να μην κολλήσει στη μέση μιας πρότασης».
  Άντε τώρα αυτό να το αποδώσεις κινηματογραφικά.
  «Έκανε ξαφνικά τη σκέψη ότι αυτό που έβλεπε κοιτάζοντας το χώρο από όπου αναχώρησε ο αστυφύλακας δεν ήταν παρά μια μεταφορά για κάτι άλλο».
 Καθαρά ψυχωτικό αυτό.
  «Μια γάτα πήδηξε στον αέρα να πιάσει μια μύγα, και την κατάπιε αμέσως. Η σερβιτόρα είχε κλείσει την πόρτα. Όταν η πόρτα ήταν ακόμη ανοιχτή, είχε ακούσει το τηλέφωνο να κτυπάει…».
  Ο Bloch έχει μια οξεία παρατηρητικότητα, αφύσικη για φυσιολογικό άτομο, πράγμα που κάνει (ή μήπως υπαγορεύεται από) το ύφος του Χάντκε, ολότελα διεκπεραιωτικό, απίστευτα περιληπτικό ώστε να μεταδώσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό πληροφοριών που αφορούν τον ήρωά του, ύφος που το συνάντησα άλλη μια φορά στον «Μακαβέττα» του Απόστολου Δοξιάδη.
  Ο Bloch έχει και μανία καταδίωξης. Παντού βλέπει παγίδες. «Ποιος κρυβόταν άραγε πίσω από το όνομα “ο παππούς και η γιαγιά σου που σε αγαπάνε”;» (κάρτα που του είχαν στείλει για τα γενέθλιά του).
  «Πάντα όταν κτυπούσε το τηλέφωνο είχε την αίσθηση ότι είχε μαντεύσει μια στιγμή πριν ότι θα κτυπούσε».
  Ένα ακόμη σύμπτωμα.
  «Γιατί τα γλυκά στο ξύλινο πιάτο είχαν το σχήμα του ψαριού; Τι υπαινιγμός υπήρχε σ’ αυτό; Μήπως ότι θα έπρεπε να μείνει βουβός σαν ψάρι; Ότι δεν του επιτρεπόταν να μιλήσει; Αυτό ήθελαν να του πουν τα γλυκά στο ξύλινο πιάτο;».
  Παντού έβλεπε ενδείξεις για κάτι άλλο.
  «Ο Bloch τη μιμήθηκε κουνώντας κι αυτός το μανίκι του. Είχε την εντύπωση ότι αν μιμούνταν το κάθε τι θα ήταν ασφαλής».
  Ναι, η ανασφάλεια είναι ένα χαρακτηριστικό τέτοιου είδους ατόμων.
  Σίγουρα αυτά δεν μπορούσαν να περάσουν στην ταινία.
  Για πρώτη φορά με απασχόλησε τόσο το «Τι ήθελε να πει ο ποιητής». Δεν έχω διαβάσει άλλο έργο του Χάντκε, αλλά θυμάμαι πόσο προσβλητικός μου φάνηκε ο τίτλος του έργου του «Βρίζοντας το κοινό». Πάντως το βιβλίο ενθουσίασε τότε που κυκλοφόρησε. Ήθελε μήπως ο Χάντκε να δώσει την εικόνα του διαταραγμένου ατόμου των sixties δίνοντας μια ακραία εκδοχή του;
  Στην ταινία του ο Βέντερς φυσικά δεν μπορούσε να μεταφέρει όλα τα επεισόδια που υπάρχουν στο βιβλίο, κάνει επιλογή, μαζί με τον Χάντκε που συνυπογράφει το σενάριο. Κάνει και κάποιες βελτιώσεις. Ενώ το βιβλίο ξεκινάει με την ανακοίνωση της απόλυσής του, στην ταινία τον βλέπουμε σε ένα ματς να τρώει ένα ανόητο γκολ και στη συνέχεια να διαμαρτύρεται έντονα στο διαιτητή γιατί δεν σφύριξε το off-side, τόσο έντονα ώστε τον βάζουν αμέσως στον πάγκο.  
  Όμως το τέλος είναι το ίδιο. Παρακολουθεί με κάποιον έναν αγώνα, και του τον σχολιάζει από την πλευρά του ειδικού. Φυσικά δεν θα τον συλλάβουν για το έγκλημά του, η ποιητική δικαιοσύνη δεν ενδιαφέρει τον Χάντκε.
  Μόλις έχει συμπληρώσει τα τριάντα του ο Χάντκε, και είναι ακόμη μεγάλος λάτρης της μουσικής. Τόσο το βιβλίο όσο και η ταινία είναι γεμάτα τσουκ μποξ από τα οποία ακούμε διάφορα τραγούδια.
  Η ταινία απλά μου άρεσε χωρίς να με ενθουσιάσει. Το ίδιο πιστεύω και άλλους θεατές, κρίνοντας από το ότι την βαθμολόγησαν στο IMDb μόλις 1256 άτομα με 6,7.   
  Η επόμενη ταινία του Βέντερς είναι «Το άλικο γράμμα». Αυτό που έγραψα όμως μπήκε ουρά στην ανάρτηση για το βιβλίο. Ακολουθεί η τριλογία «Η Αλίκη στις πόλεις», «Λάθος κίνηση» και «Στο πέρασμα του χρόνου».