Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Friday, May 22, 2026

Gus Van Sant, Η ομηρία (Dead man’s wire, 2025)

 Gus Van Sant, Η ομηρία (Dead man’s wire, 2025)

 


  Από χθες στους κινηματογράφους

  Και μετά την ταινία «Μην ανησυχείς, δεν θα φτάσει μακριά με τα πόδια», o Gus Van Sant γυρίζει την «Ομηρία», που βασίζεται σε πραγματικό γεγονός.

  Αυτή έχει «σασπένς του πώς», φτάσαμε σ’ αυτό το τέλος, όμως μόνο για τους αμερικάνους που ξέρουν την ιστορία.

  Και όχι όλοι. Οι νεότεροι πιθανότατα δεν την ξέρουν, μια και διαδραματίστηκε το 1977.  

  Για μας τους υπόλοιπους έχουμε «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος.

  Τι έγινε, θα σκοτώσει τον όμηρο ο Τόνι Κυρίτσης; (κάποιος παππούς του θα ήλθε από την Ελλάδα).

  Μια χρηματοπιστωτική εταιρεία του έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι και θέλει να εκδικηθεί. Δεν κατάφερε να πιάσει τον πατέρα (Αλ Πατσίνο), πιάνει το γιο.

  Και έχουμε όλο το σασπένς που υπάρχει σε τέτοιου είδους ομηρίες (Κάποιοι θα θυμάστε την περίπτωση του Ματέι Σορίν, στα καθ’ ημάς).

  Τι έγινε στο τέλος;

  Δεν θέλω να κάνω σπόιλερ, αλλά το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι με ικανοποίησε αφάνταστα.

 

 

Gus Van Sant, Μην ανησυχείς, δεν θα φτάσει μακριά με τα πόδια (Don't Worry, He Won't Get Far on Foot, 2018)

 Gus Van Sant, Μην ανησυχείς, δεν θα φτάσει μακριά με τα πόδια (Don't Worry, He Won't Get Far on Foot, 2018)

 


  Μετά από το φανταστικό της προηγούμενης ταινίας του «The sea of trees», ο Gus Van Sant καταπιάνεται με πραγματικές ιστορίες. Η ταινία βασίζεται στις αναμνήσεις του John Callahan.

  Υιοθετημένος, κουβαλάει τον πόνο ότι η μητέρα του τον παράτησε. Για να καταπολεμήσει την κατάθλιψή του το ρίχνει στο ποτό. Σε ένα πάρτι, ένας άγνωστος θα τον πείσει να πάνε σε ένα άλλο πάρτι, πολύ καλύτερο. Όμως, μεθυσμένος καθώς είναι θα στουκάρει σε μια κολώνα. Θα τη γλιτώσει με μικροκακώσεις ενώ ο Κάλλαχαν, 21 χρονών τότε, θα μείνει τετραπληγικός, στο εξής θα είναι καθηλωμένος σε καροτσάκι.

  Το ποτό όμως δεν μπορεί να το εγκαταλείψει. Κάνει προσπάθεια σε μια ομάδα ανώνυμων αλκοολικών.

  Τελικά θα τα καταφέρει.

  Και θα βρει ένα νόημα στη ζωή του, ζωγραφίζοντας καρτούν. Θα δημοσιεύει στις εφημερίδες.

  Δεν είναι σε όλους αρεστά τα καρτούν του, κάποιοι τα βρίσκουν απωθητικά. Όμως στους περισσότερους αρέσουν, δημοσιεύονται σε εφημερίδες και περιοδικά, και κερδίζει χρήματα.

  Στην υπαρξιακή ψυχολογία, θεμελιωτής της οποίας είναι ο Βίκτορ Φρανκλ, το πιο σημαντικό είναι να θέτεις στόχους της ζωής σου. Ο στόχος του να γίνει καρτουνίστας τον βοήθησε πάρα πολύ να απαλλαγεί από τον αλκοολισμό.

  Ενώ στην προηγούμενη ταινία είχαμε εναλλασσόμενα επεισόδια από δυο χρόνους, Εδώ έχουμε επεισόδια που εναλλάσσονται σε πολλούς χρόνους. Το τελευταίο είναι που μιλάει σε ένα θέατρο για το πρόβλημα του αλκοολισμού, πώς το ξεπέρασε, και γενικά για τη ζωή του.

  Και, ναι, υπήρξε ένα ειδύλλιο, με μια αεροσυνοδό.

  Συγκινητική ταινία, έχω φίλο παραπληγικό και ξέρω ότι η ζωή τους δεν είναι εύκολη. Όμως οι βιογραφικές ταινίες «πάσχουν» από το ότι δεν υπάρχει μείζον σασπένς σ’ αυτές. Μπορεί η βαθμολογία της να είναι 6,8, όμως εμένα μου άρεσε περισσότερο η προηγούμενη που είχε βαθμολογία 6,1.

Thursday, May 21, 2026

Orson Welles, Η κυρία από τη Σαγκάη (The Lady from Shanghai, 1947)

 Orson Welles, Η κυρία από τη Σαγκάη (The Lady from Shanghai, 1947)

 


  Δεν μου αρέσουν τα film noir, για αυτό θα παραθέσω αμέσως τη βαθμολογία της: 7,5.

  Όμως να παραθέσω και το παρακάτω απόσπασμα από τη βικιπαίδεια:

  Although the Columbia Pictures film initially received mixed reviews, it has grown in stature over the years. In 2018, the film was selected for preservation in the United States National Film Registry by the Library of Congress as being "culturally, historically, or aesthetically significant.

  Ας κάνω μια και καλή το spoiler: την πλοκή μπορείτε να τη διαβάσετε στη βικιπαίδεια.

  Εδώ απλά θα σχολιάσω κάποια σημεία του έργου:

  Ο Orson Welles ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά τη Ρίτα Χέηγουορθ.

  Με την πρώτη ματιά, σημαίνει ότι ερωτεύεσαι το έξω.

  Καλά, δεν είδε το μέσα;

  Και ο Μίσκιν ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά, και μάλιστα από φωτογραφία, τη Ναστάζια Φιλίποβνα, γιατί είδε το μέσα της. Ναι, αν είσαι καλός φυσιογνωμιστής, και αν δεν παρασύρεσαι από την ομορφιά, μπορείς να δεις το μέσα.

  Ήθελα ένα happy end σ’ αυτό τον έρωτα, όμως…

  Αφηγείται στο τρίο που τον προσέλαβαν στη θαλαμηγό (είναι ναυτικός) για μια κρουαζιέρα, μια ιστορία: Ψάρεψε έναν καρχαρία. Γεμάτος αίματα ο καρχαρίας. Οι άλλοι καρχαρίες μυρίστηκαν το αίμα και τον κατασπάραξαν. Μετά άρχισαν να κατασπαράζουν ο ένας τον άλλο, ώσπου δεν έμεινε κανείς.

  Το σπόιλερ θα το κάνω, η ιστορία αυτή λειτουργεί σαν προσήμανση, όμως μόνο στο τέλος το καταλαβαίνεις.

  Δεν θυμάμαι πώς το διατύπωσε ο Welles, από εκεί που βρισκόταν στην κορυφή άρχισε να κατεβαίνει.

  Καμιά μεταγενέστερη ταινία του δεν ξεπέρασε τον «Πολίτη Κέην».

  Ηθικό δίδαγμα: μην ξεμυαλίζεστε έτσι εύκολα από την πρώτη γκόμενα που θα συναντήσετε.

 

Gus Van Sant, Μια θάλασσα από δέντρα (The sea of trees, 2015)

 Gus Van Sant, Μια θάλασσα από δέντρα (The sea of trees, 2015)

 


  Τον Gus Van Sant τον είδα πακέτο, πριν 13 χρόνια. Εκείνη την εποχή έγραφα για όλες τις ταινίες σε ένα αρχείο.

  Τον είχα ξεχάσει. Και ξαφνικά βλέπω ότι την Πέμπτη προβάλλεται η τελευταία του ταινία, η «Ομηρία».

  Για να δούμε, τι ταινίες είχε γυρίσει πριν που δεν τις είχα δει;

  Δύο.

  Η πρώτη είναι «Μια θάλασσα από δέντρα».

  Χθες είδα ένα βίντεο στο youtube, μια ομιλία που έκανε ο Απόστολος Δοξιάδης σε ένα πανεπιστήμιο στο Λονδίνο. Μιλάει για τον «αξεπέραστο» Αριστοτέλη και ότι τον αναφέρει κάμποσες φορές (δεν θυμάμαι πόσες) ο Syd Field, που έχει γράψει βιβλία-οδηγίες για τη συγγραφή ενός καλού σεναρίου.

  Υπάρχει όντως η αναλογία «Μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης…».

  Όμως υπάρχουν και οι διαφορές.

  Στον τραγωδία έχουμε «Σασπένς του πώς», φτάνουμε στο τέλος, που είναι ήδη γνωστό στους θεατές από την μυθολογία. Στο σενάριο, αλλά και στο μυθιστόρημα γενικά, έχουμε «σασπένς του τι» θα γίνει στο τέλος.

  Ακόμη:

  Η τραγωδία κινείται ευθύγραμμα στο χρόνο. Το μοντάζ δίνει τη δυνατότητα να κινείται η πλοκή διαδοχικά σε δυο χρόνους.

  Επίσης:

  Η ταινία αυτή του Gus Van Sant είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα πώς μπορεί να έχουμε ταυτόχρονα «σασπένς του πώς» και «σασπένς του τι».

  Με πιο τρόπο;

  Ξεκινώντας in media res.

  Βλέπουμε τον Αμερικάνο να προχωράει μέσα στο «δάσος των αυτοκτονιών», το Aokigahara. Στο δρόμο συναντάει αποτρεπτικές πινακίδες. Κάποια στιγμή πέφτει πάνω σε μια πινακίδα που λέει «Απαγορεύεται η είσοδος». Βέβαια το φράγμα είναι συμβολικό. Περνάει μέσα. Σταματάει κάπου. Βγάζει ένα σωληνάριο με χάπια. Μόλις έχει πάρει το δεύτερο και βλέπει κάποιον να βογκάει.

  Έχει κομμένες τις φλέβες του. Θα προσπαθήσει να τον σώσει.

  Θα προσπαθήσουν και οι δυο να βρουν την έξοδο, να σωθούνε, σε μια περιπέτεια γεμάτη απρόοπτα.

  Το σασπένς του τι: θα τα καταφέρουν;

  Το σασπένς του πώς: Γιατί έφτασε στο σημείο ο Αμερικάνος να θέλει να αυτοκτονήσει;

  Και περνάμε σε ένα προηγούμενο χρόνο, στην Αμερική, με τη γυναίκα του.

  Είναι τεταμένες οι σχέσεις τους.

  Είναι αλκοολική.

  Το ότι την απάτησε μια φορά και το έμαθε, είναι ένα πρώτης τάξεως άλλοθι για τον αλκοολισμό της.

  Όμως λειτουργεί κανονικά, πωλήτρια σε ένα real estate.

  Οι αφηγηματικοί χρόνοι εναλλάσσονται, από το τώρα πηγαίνουμε στο τότε, αρκετές φορές.

  To απρόοπτο:

  Έχει όγκο στο κεφάλι.

  Το σασπένς:

  Θα τη γλιτώσει;

  Η ανατροπή:

  Είναι καλοήθης.

  Και δεύτερη ανατροπή:

  Πάνω στο ασθενοφόρο που τη μεταφέρει πέφτει μια νταλίκα.

  Σκοτώνεται.

  Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «σασπένς του γιατί» θέλει να αυτοκτονήσει, αλλά δεν είναι και τόσο σημαντικό. Και μόνο το γεγονός ότι πέθανε η γυναίκα του είναι αρκετό. Όμως ο ίδιος μας λέει αργότερα: αποφάσισε να αυτοκτονήσει, γιατί ένιωθε ενοχές.

  Καθώς προχωρούν ψάχνοντας για έξοδο, ο γιαπωνέζος του δείχνει μια ορχιδέα πάνω σε ένα βράχο: από εδώ έχει περάσει μια ψυχή, του λέει.  

  Το δάσος είναι γεμάτο ψυχές.

   Ο γιαπωνέζος, τραυματισμένος, δεν μπορεί να προχωρήσει. Ο Αμερικάνος του λέει ότι θα έλθει οπωσδήποτε να τον πάρει.

  Με ένα κινητό, με αδύνατο σήμα, καταφέρνει τελικά να τον εντοπίσουν.

  Τον βλέπουμε σε κρεβάτι νοσοκομείου, μετά από 12 μέρες.

  Δεν υπήρχε κανείς άλλος, έψαξαν και δεν βρήκαν τίποτα, του λένε. Εξάλλου οι κάμερες που καταγράφουν δεν είδαν κανένα να περνάει μέσα στο δάσος.

  Μόλις συνέλθει θα τρέξει να τον βρει.

  Αρχίζουμε να υποπτευόμαστε.

  Βρίσκει την καπαρντίνα με την οποία τον είχε σκεπάσει. Τη σηκώνει. Από κάτω βρίσκει μια ορχιδέα.

  Ήταν η ψυχή της γυναίκας του που με αυτό τον τρόπο προσπάθησε να τον σώσει.

  Το 6,1 της ταινίας την αδικεί.

  Εγώ έβαλα 8.

  Έχω γράψει πολλές φορές κάτι ανάλογο.

  Ας γράψω για μια φορά το διορθωτικό: de gustibus non est disputandum. Εμένα άρεσε, αλλά όχι και στους περισσότερους που είδαν την ταινία.  

  Εδώ έχω γράψει συγκεντρωτικά για τον Gus Van Sant.

Sunday, May 17, 2026

Alan Pakula, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου (All president’s men, 1976)

 Alan Pakula, Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου (All president’s men, 1976)

 


  Ξαναείδα την ταινία με αφορμή την επανέκδοσή της.

  Βέβαια, οι νεότεροι δεν θα ξέρουν για την υπόθεση watergate. Η διάρρηξη στα γραφεία των δημοκρατικών ήταν μόνο ένα επεισόδιο στην συνολική προσπάθεια διαβολής των δημοκρατικών, ώστε να κερδίσουν τις προεδρικές εκλογές, τις οποίες κέρδισαν τελικά. Η πλαστογράφηση μιας επιστολής ενός δημοκρατικού στην οποία καταφερόταν εναντίον του Καναδά και…

  -Ο γερουσιαστής Χάμφρυ έβγαινε με call girl; Ρωτάει έκπληκτος ο Ντάστιν Χόφμαν (αγαπημένος μου ηθοποιός).

  -Βοήθησε τη δημοτικότητά του, σχολιάζει σαρκαστικά ο άλλος.

  Ας το γράψουμε τώρα, η ταινία γυρίστηκε μόλις δυο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου των Carl Bernstein και Bob Woodward (στο ρόλο του ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ) με τον ίδιο τίτλο που έχει η ταινία.

  Μπορεί να έχει χάσει το στοιχείο της επικαιρότητας που είχε όταν γυρίστηκε, όμως είναι συναρπαστική, σαν αστυνομικό θρίλερ, και σίγουρα το 7,9 της βαθμολογίας το απόκτησε και από άτομα που είδαν πολύ αργότερα την ταινία (εγώ έβαλα 8).

  Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε για γεγονότα που μεσολάβησαν μετά, τις ομολογίες των εμπλεκομένων, με κορυφαίο βέβαια την παραίτηση του Νίξον.

  Ήξερε ο Νίξον για όλα αυτά;

  Ρώτησα το perplexity, και μου έδωσε αυτή την απάντηση:

  «Η ταινία αφήνει ανοιχτό το ερώτημα της άμεσης εμπλοκής του Νίξον στη διάρρηξη, αλλά η ιστορία ήταν λιγότερο επιεικής: ο πρόεδρος μπορεί να μην έδωσε την εντολή, όμως συμμετείχε ενεργά στη συγκάλυψη — και αυτό αποδείχθηκε αρκετό για την πτώση του».

Thursday, May 14, 2026

Lu Chuan (1971 - )

 Lu Chuan (1971 - )

 


  Από σήμερα, «Nanjing, Nanjing» και «Kekexili», και κάποιες μέρες στο Στούντιο παρουσία του σκηνοθέτη (βλέπε https://www.athinorama.gr/cinema )

 

  «In 1988, Lu, due to his father's opposition to pursuing film studies, entered the PLA Institute of International Relations at Nanjing (now Institute of Foreign Languages in National University of Defense Technology, Nanjing) to study English. After graduation from the military institute, he was assigned to work at the Unit 749 (later known as the Bureau 749), a secret military institution involved in researching paranormal phenomena and human superpowers for weapon development, under the Commission for Science, Technology and Industry for National Defense (COSTIND).

  Παραθέσαμε όλη την περίοδο του βιογραφικού του από τη βικιπαίδεια, γιατί η υπηρεσία του στο «Γραφείο 749» φαίνεται να τον κατατρύχει, αφού η τελευταία ταινία του έχει τον ίδιο τίτλο, ενώ γίνεται αναφορά σε αυτό το γραφείο στην ταινία του «Chronicles of the ghostly tribe». Και οι δυο είναι ταινίες επιστημονικής φαντασίας, και στις δυο θα δούμε τα ίδια τέρατα-εξωγήινους, καθώς και άτομα μιγάδες, από εξωγήινους και ανθρώπους, που θα σώσουν τη γη.  

  Και οι δυο έχουν πολύ χαμηλή βαθμολογία, 5,1 πρώτη, 3,9 η δεύτερη.

  Ο Λου κατατάσσεται στην έκτη γενιά των κινέζων σκηνοθετών, όμως η κατάταξη αυτή είναι περισσότερο ηλικιακή. Βέβαια είχε και αυτός τρεις φορές πρόβλημα με τη λογοκρισία, όπως έχουν συχνά οι σκηνοθέτες της έκτης γενιάς, στις ταινίες του «Nanjing, Nanjing» που έχει σαν θέμα την σφαγή των κατοίκων της Nanjing από τους γιαπωνέζους, με 300.000 τόσους νεκρούς, πιστεύω η καλύτερη ταινία του με βαθμολογία 7,8, «Bureau 749», με βαθμολογία 3,9 και «The last supper», ιστορική ταινία, που και αυτή είχε χαμηλή βαθμολογία, 5,8.

  Να υποθέσουμε ότι η χαμηλή βαθμολογία οφείλεται στο είδος, ιστορική ταινία και ταινίες επιστημονικής φαντασίας;

  Πάντως, ήδη με τις πρώτες του ταινίες, «The missing gun», αστυνομική ταινία, και «Kekexili», ταινία που αναφέρεται σε πραγματικά γεγονότα, τους vigilantes που προστάτευαν την θιβετιανή αντιλόπη από τους λαθροθήρες, κέρδισε τη διεθνή αναγνώριση.

  Εξαιρετικό και το ντοκιμαντέρ του «Born in China», στο οποίο παρακολουθούμε τις ζωές τριών οικογενειών: πάντα, πιθήκων και μιας λεοπάρδαλης με τα μικρά της, καθώς και μιας αγέλης από αντιλόπες.

Joseph Kosinski, Top gun: Maverick (2022)

 Joseph Kosinski, Top gun: Maverick (2022)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους

  Ένα sequel το καταλαβαίνεις πιο καλά αν δεις και την ταινία της οποίας αποτελεί sequel, έτσι είδα και το Top gun του 1986 (το οποίο, διαβάζω, θα προβάλλεται για μια βδομάδα σε κινηματογράφους).

  Πέρασαν σχεδόν σαράντα χρόνια, τελικά ο Τομ Κρουζ είναι πολύ καλοδιατηρημένος.

  Τότε, είχαμε αερομαχίες, εκπαιδευτικές και πραγματικές.

  Εδώ έχουμε βομβαρδισμούς, εκπαιδευτικούς αλλά και πραγματικούς.

  Πρόκειται να βομβαρδίσουν μια χώρα (δεν κατονομάζεται, αλλά τι είναι εκείνο που κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια;) η οποία έχει εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ουρανίου.

  Φυσικά είναι καλά προστατευμένες. Ανάμεσα σε δυο βουνά, στις πλαγιές των οποίων υπάρχουν συστοιχίες πυραύλων για να καταρρίψουν πιθανούς εισβολείς.

  Το πρόβλημα είναι: Να πετάνε σε χαμηλό ύψος για να μην εντοπισθούν από τα ραντάρ, πράγμα που θα είχε σαν συνέπεια να απογειωθούν τα καταδιωκτικά, όμως με όλο το ρίσκο ενός ατυχήματος, πρόσκρουσης σε ένα βουνό.

  Και το πιο σημαντικό: πρέπει να αναπτύξουν τρομερή ταχύτητα, να πετύχουν όσο πιο γρήγορα γίνεται το στόχο τους, για να μπορέσουν μετά να ξεφύγουν και να επανέλθουν σώοι στο αεροπλανοφόρο.

  Μόνο ο εκπαιδευτής Μάβερικ θα πετύχει το στόχο στον προβλεπόμενο χρόνο. Να δούμε τώρα τι θα συμβεί στην πραγματικότητα.

  Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε την πραγματική επίθεση. Συναρπαστική, γεμάτη σασπένς και απρόοπτα.

  Θα ήθελα πολύ να μαρτυρήσω το τέλος, που το είδα και σε μια άλλη ταινία, όμως είναι πρώτη προβολή και δεν θέλω να κάνω σπόιλερ.

  Μόνο σε δυο ταινίες το είδα, δεν ξέρω αν υπάρχει και σε άλλες, και έτσι δεν μπορούμε να μιλάμε για μοτίβο.

  Είχα την περιέργεια, ρώτησα το perplexity, και έμαθα πολύ ενδιαφέροντα πράγματα, που αξίζει να τα μάθετε και εσείς. Αντιγράφω και επικολλώ.

  «Ναι, οι αερομαχίες και στις δύο ταινίες Top Gun βασίζονται σε πραγματικές πτήσεις με αληθινά μαχητικά αεροσκάφη. Στο Maverick (2022) υπήρξε ελάχιστη ψηφιακή επεξεργασία (μόνο για εφέ όπως πυραύλους), ενώ στο 1986 ήταν σχεδόν 100% πρακτικά γυρίσματα.

Top Gun (1986)

Οι σκηνές γυρίστηκαν με F-14 Tomcats και A-4 Skyhawks από το πραγματικό Top Gun πρόγραμμα του Πολεμικού Ναυτικού. Τα «MiG-28» ήταν F-5 Tigers βαμμένα μαύρα, και οι πιλότοι (συμπεριλαμβανομένων ηθοποιών) έκαναν τις πτήσεις. Μόνο οι εκρήξεις και κάποιες καταστροφές έγιναν με μοντέλα.

Top Gun: Maverick (2022)

Πάλι πραγματικά αεροσκάφη (F/A-18 Super Hornets, F-35), με τον Tom Cruise και το καστ να πετούν οι ίδιοι μετά από εκπαίδευση. Πάνω από 700 πτήσεις, με κάμερες μέσα στα cockpits για αυθεντική αίσθηση — green screen ελάχιστα.

Τι είναι το green screen;

Το green screen είναι μια πράσινη οθόνη (ή τοίχος) που χρησιμοποιείται σε γυρίσματα ταινιών, βίντεο και τηλεοπτικών εκπομπών, ώστε να αντικατασταθεί εύκολα το φόντο ψηφιακά στην επεξεργασία.

Πώς λειτουργεί

Με τη μέθοδο chroma key, το πράσινο χρώμα "κόβεται" ψηφιακά από το βίντεο, γιατί σπάνια εμφανίζεται σε δέρμα ή ρούχα, και αντικαθίσταται με οποιοδήποτε φόντο — π.χ. ουρανό, διαστημόπλοιο ή στούντιο ειδήσεων. Το πράσινο προτιμάται από το μπλε για καλύτερη αντίθεση με ανθρώπινους τόνους.

Στο Top Gun Maverick, το green screen χρησιμοποιήθηκε ελάχιστα, κυρίως για εφέ όπως πυραύλους, ενώ οι πιλότοι πετούσαν πραγματικά. Χρησιμοποιείται ευρέως σε sci-fi, μετεωρολογικούς χάρτες και live streaming».

  8,2 η βαθμολογία της, πάρα πολύ υψηλή.