Αίνιγμα
Ας το πάρει το
ποτάμι. Αγάπη μου.
Book review, movie criticism
Ασύμμετροι έρωτες
Ποιος είναι ο πιο
ασύμμετρος έρωτας;
Αυτός του Πυγμαλίωνα
που ερωτεύτηκε το άγαλμα που έφτιαξε.
John Cromwell, Ανθρώπινη κόλαση (Dead reckoning, 1947)
Από σήμερα στο Ατενέ
Ένας στρατιώτης το
σκάει για να μην πάρει Μετάλλιο Τιμής. Γιατί άραγε;
Ο λοχαγός του, ο Humphrey Boggart, αναρωτιέται γιατί.
Δεν θα αργήσει να
μάθει: καταζητείται για φόνο.
Φόνο;
Cherchez la femme.
Συναρπαστική η
πλοκή, με απρόοπτα και ανατροπές των ανατροπών, και έναν εξαιρετικό Boggart, το 7 της βαθμολογίας
της είναι λίγο.
Ξεκινάει σαν
αναζήτηση, γίνεται crime,
και στη συνέχεια romance,
που όμως θα έχει ένα γλυκόπικρο τέλος.
Αυτό όμως που μου
άρεσε περισσότερο στην ταινία είναι ότι δεν υπάρχει ο απόλυτος μανιχαϊσμός στον
οποίο μας έχουν συνηθίσει οι ταινίες του είδους, ο εντελώς κακός και η εντελώς
κακιά.
Συμβουλή μου: αν δεν
την έχετε δει, μην τη χάσετε.
Miguel Littin, Ο Αλιέντε στο Λαβύρινθό του (Allende en su laberinto, 2014)
Από σήμερα στο Στούντιο
The film is a fictional account of the events
in the Palacio
de la Moneda in Santiago de Chile and the last hours of life of
President Salvador
Allende during the 1973 Chilean coup d'état, διαβάζω στη βικιπαίδεια.
Μυθοπλαστική αναπαράσταση λοιπόν
πραγματικών γεγονότων.
Σίγουρα είναι
μυθοπλαστική η συζήτηση του Αλιέντε με το φίλο του που πριν λίγο αυτοκτόνησε,
ξέροντας ότι κάθε αντίσταση θα ήταν αποτυχημένη. Σίγουρα κάποια επεισόδια
αποτελούν αναπαράσταση πραγματικών γεγονότων, ενώ κάποια άλλα επίσης σίγουρα
είναι «κατά το εἰκός και το ἀναγκαῖον», όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης.
Για την ταινία δεν
τίθεται ζήτημα σπόιλερ, εκτός και αν κάποιος, σίγουρα όχι χιλιανός, θεατής
είναι εντελώς ανιστόρητος και αγνοεί το πραξικόπημα που έφερε τον Πινοτσέτ στην
εξουσία, ανατρέποντας το 1973 τον νόμιμα εκλεγέντα πρόεδρο το 1970 Σαλβαδόρ
Αλιέντε.
Δεν μου αρέσουν
ταινίες με unhappy end,
και άρχισα να βλέπω με επιφύλαξη την ταινία, όμως τελικά μου άρεσε πολύ.
Γιατί άραγε ο
Αλιέντε προτίμησε να μείνει στο προεδρικό μέγαρο και να σκοτωθεί, αντί να
παραιτηθεί και να φύγει με αεροπλάνο, όπως του πρότειναν οι πραξικοπηματίες;
Σίγουρα όχι για τον
ίδιο λόγο που ο Σωκράτης ήπιε το κώνιο: για την υστεροφημία. Ποτέ δεν με έπεισε
το επιχείρημά του ότι δεν θέλει να φύγει για να μην παραβιάσει τον νόμο. Ο
Αλιέντε ήθελε το όνομά του να αποτελέσει όραμα για τους χιλιανούς, για να
αγωνιστούν για τα ιδανικά για τα οποία προτίμησε να θυσιάσει τη ζωή του παρά να
τα προδώσει.
Και πιότερη τιμή
τους πρέπει όταν προβλέπουν, και πολλοί προβλέπουν…
Κάθε αντίσταση ήταν
μάταιη και το ήξερε, όμως προτίμησε να μείνει, να θυσιαστεί, όπως και οι 300,
αλλά και οι 700 Θεσπιείς, που η ιστορία τους «ξεχνάει», όχι όμως και ο
Κούντερα.
6,1 η βαθμολογία
της, εγώ έβαλα 7.
Dominik Moll, Φάκελος 137 (Dossier 137, 2025)
Από σήμερα στους κινηματογράφους
Η Στεφανί,
μια έμπειρη αξιωματικός που εργάζεται στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της
γαλλικής αστυνομίας (IGPN), αναλαμβάνει τo Φάκελο 137. Η υπόθεση αφορά έναν νεαρό που τραυματίστηκε σοβαρά
από πλαστική σφαίρα κατά τη διάρκεια μιας βίαιης διαδήλωσης στο Παρίσι. Η
Στεφανί, με την επιμονή της, καταφέρνει και βρίσκει μαρτυρίες, φτάνοντας τελικά
στους δυο αστυνομικούς που πυροβόλησαν τον νεαρό. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά,
προσπαθούν να κουκουλώσουν την υπόθεση, πράγμα που θέτει σε κίνδυνο την καριέρα
της.
Η πλοκή είναι
μυθοπλαστική αλλά βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Αυτό είναι αρκετά
συνηθισμένο, κάποιες φορές για λόγους νομικής προστασίας, αλλά κυρίως για
λόγους καθαρά κινηματογραφικούς, για να γίνει πιο ενδιαφέρουσα η πλοκή.
Και πάλι η σύμπτωση:
πριν λίγες μέρες είδα την ταινία της Qu Vivian «Angels wear white» στην οποία
βλέπουμε επίσης το κουκούλωμα της υπόθεσης, την σεξουαλική κακοποίηση δυο
ανήλικων κοριτσιών από έναν αξιωματούχο.
Η ταινία, ολοκάθαρα,
στηλιτεύει την αστυνομία (ο γιος της αναρωτιέται γιατί όλοι μισούν τους
αστυνομικούς) και το κουκούλωμα παράνομων πράξεων όταν σ’ αυτές εμπλέκονται οι
ημέτεροι. Τα Τέμπη είναι πρόσφατα.
Μα γιατί κάποιοι
αστυνομικοί φέρονται ασυνήθιστα βίαια στους διαδηλωτές; Οι ιρανοί βέβαια έχουν
σ’ αυτό την πρωτοκαθεδρία.
Ακούω αστυνομικό σε
διπλανό τραπέζι, επί Τσίπρα: Πότε να βγει η ΝΔ να ρίξουμε κανένα ξύλο.
Ο Φράνσις Μπέηκον
μιλάει για τα είδωλα. Ένα από τα είδωλα της φυλής είναι η έμφυτη τάση
γενίκευσης που έχουμε.
Δεν είναι όλοι οι
αστυνομικοί τέτοιοι, και σίγουρα είναι εξαιρέσεις. Έχω κάνει μια σχετική
ανάρτηση στο blog μου όπου αμφισβητώ τη γενίκευση «Μπάτσοι
γουρούνια δολοφόνοι».
Εξαιρετική η πλοκή
της ταινίας, και εξαιρετική και η ερμηνεία της Léa Drucker. 7 η βαθμολογία της,
αξίζει να τη δείτε.
Qu Vivian ΑΚΑ 文晏, 1970 - )
Η Vivian Qu
(κινεζικά: 文晏 / Wén Yàn) είναι μία από τις πιο σημαντικές και
βραβευμένες προσωπικότητες του σύγχρονου κινεζικού ανεξάρτητου κινηματογράφου,
με τριπλή ιδιότητα ως σκηνοθέτις, σεναριογράφος και παραγωγός.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε
στο Πεκίνο. Στο Πανεπιστήμιο του Πεκίνου σπούδασε art design και ήταν αριστούχα φοιτήτρια. Τη
δεκαετία του 1990 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου σπούδασε ιστορία της τέχνης
και καλές τέχνες. Εκεί ανακάλυψε το σινεμά ως την απόλυτη μορφή τέχνης που
μπορούσε να συνδυάσει όλα τα ενδιαφέροντά της —τη συγγραφή, τη φωτογραφία και
τη μουσική.
Το 2003 επέστρεψε
στην Κίνα με σκοπό να στηρίξει την ανεξάρτητη εγχώρια σκηνή. Αρχικά εδραιώθηκε
ως σπουδαία παραγωγός, με αποκορύφωμα την παραγωγή της ταινίας Black
Coal, Thin Ice (2014) του Diao Yinan, η οποία απέσπασε τη Χρυσή Άρκτο στο
Φεστιβάλ Βερολίνου.
Ως σκηνοθέτις και
σεναριογράφος, έχει γυρίσει μέχρι στιγμής τρεις μεγάλου
μήκους ταινίες. Η πρώτη είναι η «Trap street» (2013), που ξεκινάει
σαν romance αλλά στο τελευταίο τρίτο της γίνεται θρίλερ, με ευτυχώς happy end.
Στις επόμενες δυο
δίνει το θεματικό της στίγμα, «Η δυστυχία του να είσαι γυναίκα». Σ’ αυτές παρουσιάζει
γυναίκες να υποφέρουν, κυρίως στα χέρια των ανδρών.
Στην ταινία «Angels wear white»
(2017) βλέπουμε την αποπλάνηση δυο ανήλικων κοριτσιών από έναν αξιωματούχο σε
ένα ξενοδοχείο. Η υπόθεση κουκουλώνεται. Η ρεσεψιονίστρια έμαθε ότι η παρθενιά
πουλιέται ακριβά και αποφάσισε να την πουλήσει και να μπει στο επάγγελμα, όμως οι
εμπειρίες της με τον νταβατζή της την έκαναν να τα παρατήσει και να γυρίσει
στην πατρίδα της. Το δρόμο της πορνείας ήταν έτοιμη να ακολουθήσει και η
καμαριέρα όταν την απέλυσε το αφεντικό και βρέθηκε εντελώς ξεκρέμαστη, καθώς
αυτή δεν είχε κανένα στον κόσμο. Μόλις την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και το
έσκασε.
Στην τελευταία της ταινία
«Girls on wire»
(2025) βλέπουμε επίσης δυο γυναίκες που υποφέρουν μέσα σε μια δυσλειτουργική
οικογένεια. Η ξαδέλφη το σκάει και δουλεύει ως κασκαντέρ, μια δουλειά
εξαιρετικά επικίνδυνη. Όσο για τη μικρή, υποφέρει στα χέρια του πατέρα της. Την
απαγάγουν έμποροι ναρκωτικών αλλά κάποια στιγμή καταφέρνει να ξεφύγει σκοτώνοντας
τον ένα.
Οι διώκτες τους θα τις
εντοπίσουν τελικά. Θα πέσουν στη θάλασσα να ξεφύγουν, αλλά μόνο η μεγάλη θα τα
καταφέρει, η μικρή θα πνιγεί παρά τις προσπάθειες της μεγάλης να τη σώσει. Αλλά
τους διώκτες τους τους έχει εντοπίσει η αστυνομία που καταφτάνει με τα
περιπολικά.
Qu Vivian (文晏), Girls on wire (想飞的女孩, 2025)
Το κορίτσι που θέλει
να πετάξει είναι ο κινέζικος τίτλος.
Η τρίτη και
τελευταία μεγάλου μήκους ταινία της Vivian Qu, μετά την «Angels wear white».
Γιατί την είδα.
Θεωρώ πιο πιθανό να
την είδα γιατί γυρίστηκε μόλις πέρυσι, και θέλω κατά καιρούς να ξεφεύγω από το
πρόγραμμά μου, που είναι να βλέπω ταινίες στα πλαίσια της συγγραφής της
«Εισαγωγής στον κινέζικο κινηματογράφο», και τώρα βρίσκομαι στο τέλος της
δεκαετίας του ’40, και να βλέπω καινούριες ταινίες. Επίσης μπορεί να την είδα επειδή
πρωταγωνιστεί η Liu Haocun,
μια όμορφη κοπέλα που την είδα σε δυο ταινίες του Τζανγκ Γιμόου (γίνεται μια
αναφορά στο όνομά του στην ταινία), τον οποίο έχω δει πακέτο, τις «Cliff walkers» και «Snipers». Εξαιρετική η
ερμηνεία της, και η ταινία ήταν υποψήφια για τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ
Βενετίας.
Αυτό το εφέ του
απροσδόκητου, εξωκειμενικό, δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό:
5,2 η βαθμολογία της.
Ωχ! λέω, δεν θα είναι καλή ταινία, αν και ήξερα ότι σίγουρα θα μου άρεσε. Δεν
φανταζόμουν όμως ότι θα μου άρεσε τόσο πολύ. Αγανάκτησα τόσο με το 5,2 που εγώ
έβαλα 10.
Και με αυτή την
ταινία συνειδητοποίησα το θεματικό στίγμα της Qu: Η δυστυχία του να είσαι γυναίκα (το
έχω ξαναγράψει, μου αρέσουν οι παραφράσεις, εδώ παραφράζω το «Η δυστυχία του να
είσαι Έλληνας» του Νίκου Δήμου).
Κεντρική ηρωίδα
είναι η Τιάν Τιάν (田恬, που στο ρόλο της είναι η Liu Haocun). Σε flash back βλέπουμε
ότι ζει σε μια δυσλειτουργική οικογένεια, με τον μεγάλο «κακό» να είναι ο ίδιος
της ο πατέρας, ο οποίος θα την παρενοχλεί και μετά ζητώντας της χρήματα.
Υπάρχουν αφηγηματικά
κενά, και η βικιπαίδεια δεν δίνει εκτενή πλοκή. Επίσης υπάρχουν αναδρομές.
Η ταινία ξεκινάει με
την Τιάν Τιάν να δραπετεύει από ένα άντρο όπου την έχουν φυλακισμένη έμποροι
ναρκωτικών. Είναι έγκυος (αυτό το μαθαίνουμε πολύ αργότερα), ίσως από αυτούς ίσως
από κάποιο φίλο της πριν. Για να δραπετεύσει θα σκοτώσει έναν έμπορο ναρκωτικών,
και οι άλλοι θα βρεθούν στο κατόπιν της, να εκδικηθούν.
Η ξαδέλφη της, που
είναι σαν αδελφή της, έχει φύγει εδώ και πέντε χρόνια από το σπίτι και δουλεύει
κασκαντέρ. Ψάχνει να τη βρει, τη βρίσκει τυχαία.
Βλέπουμε πολλά πλάνα
στα οποία γυρίζει μια επικίνδυνη σκηνή. Ξανά, και ξανά, και ξανά… στο τέλος γίνεται
κυριολεκτικά κουρέλι.
Οι κακοί θα τις κυνηγήσουν.
Θα τις πετύχουν, και για να ξεφύγουν θα πέσουν στη θάλασσα. Η Τιάν Τιάν θα
πνιγεί, παρά τις προσπάθειες τις ξαδέλφης της – που την αποκαλεί αδελφή της – να
τη σώσει.
Γλυκόπικρο τέλος, όπως
και στην προηγούμενη ταινία. Ενώ οι κακοί παρακολουθούν τις δυο κοπέλες που
βρίσκονται στη θάλασσα καταφτάνουν τα περιπολικά. Φυσικά δεν θα καταφέρουν να
το σκάσουν.
Και η ξαδέλφη θα
αναλάβει, όπως υποσχέθηκε στην Τιάν Τιάν, την κόρη της που είναι τώρα πέντε χρονών
(η Τιάν Τιάν μου θύμισε την «Ταρανέ»,
και αυτή ανύπαντρη κοπέλα που προτίμησε να κρατήσει το μωρό από το να κάνει
έκτρωση), ενώ η ίδια θα ξεφύγει από το ρόλο του κασκαντέρ και θα γίνει κανονική
ηθοποιός, σε ταινίες wuxia.
Αυτό πρέπει να το
τονίσω: πάρα πολλά πλάνα ήταν συγκλονιστικά, για μένα τουλάχιστον.