Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Saturday, February 23, 2019

Alexey German Jr., Εξόριστος συγγραφέας (Dovlatov, 2018)


Alexey German Jr., Εξόριστος συγγραφέας (Dovlatov, 2018)


  Από προχθές στους κινηματογράφους.
  Η ταινία παρουσιάζει μερικές βδομάδες από τη ζωή του συγγραφέα Σεργκέι Ντοβλάτοφ το 1971, τις παραμονές της μετανάστευσης του φίλου του ποιητή Joseph Brodski στο εξωτερικό, ο οποίος αργότερα τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας. Καθώς η γραφή του δεν ήταν αρεστή δεν κατάφερε κανένα γραπτό του να τυπωθεί ώστε να γίνει μέλος της ένωσης συγγραφέων, πράγμα που θα άνοιγε το δρόμο για την έκδοση των έργων του. Δουλεύοντας ως δημοσιογράφος, εξοστρακίστηκε αργότερα από την ένωση δημοσιογράφων εξαιτίας του ανορθόδοξου, συχνά σατιρικού και προκλητικού τρόπου γραφής του. Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε για τη μετανάστευσή του στις ΗΠΑ και την μετέπειτα αναγνώριση του έργου του, με αποτέλεσμα να θεωρείται σήμερα ως ένας από τους πιο σημαντικούς Ρώσους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Δεν το έμαθε ποτέ καθώς πέθανε σαράντα έξι χρονών, το 1990, από καρδιακή προσβολή.
  Διανθισμένη με αρκετό χιούμορ, συχνά βέβαια σατιρικό, η ταινία μας δείχνει τις συνθήκες που ζούσαν οι Ρώσοι συγγραφείς, που για να δουν τα έργα τους τυπωμένα έπρεπε να γράφουν σύμφωνα με ορισμένες νόρμες που ήσαν αποδεκτές από το καθεστώς.
  Εδώ θα κάνω το δικηγόρο του διαβόλου. Εν τάξει, έχουμε συνηθίσει να καταγγέλλουμε τη λογοκρισία στα δικτατορικά καθεστώτα, μη εξαιρουμένης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, ξεχνώντας τη δικτατορία της αγοράς που ασκείται στη δημοκρατική Δύση, εκπρόσωποι της οποίας είναι οι εκάστοτε «αναγνώστες» των εκδοτικών οίκων, που έχουν σαν αποστολή να «μυρίσουν» τα έργα που θα αρέσουν στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Συχνά τα καταφέρνουν, συχνά όχι. Και δεν μιλάω για έργα όπως «Οι Δουβλινέζοι» του Τζόυς που απορρίφθηκαν από 34 εκδότες αν δεν με απατά η μνήμη μου, ούτε για τον «Οδυσσέα» του ίδιου συγγραφέα που απορρίφθηκε από επτά εκδοτικούς οίκους πριν γίνει δεκτός από τον όγδοο, αλλά και για έργα όπως ο «Χάρι Πότερ» που απορρίφθηκε και αυτός αρχικά από επτά νομίζω εκδοτικούς οίκους, όπως μου είπε αναγνώστης εκδοτικού οίκου στον οποίο είχα στείλει δείγμα του μυθιστορήματός μου «Το μυστικό των εξωγήινων», δίνοντάς μου την εμπιστευτική συμβουλή να μην περιμένω απάντηση αλλά να το στείλω ταυτόχρονα και σε άλλους εκδοτικούς οίκους. Για τη δικτατορία της αγοράς, που μεταφράζεται σε δικτατορία των εκδοτικών οίκων, θα αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. Το «Τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, που θεωρείται σήμερα ένα από τα αριστουργήματα της νεότερης πεζογραφίας μας, πέρασε απαρατήρητο όταν εκδόθηκε με έξοδα του συγγραφέα αφού προηγουμένως το είχαν απορρίψει τρεις εκδοτικοί οίκοι. Η αναγνώριση ήλθε όταν «μυρίστηκε» την αξία του ο «Ερμής», ένας μεγάλος εκδοτικός οίκος της εποχής και το εξέδωσε το 1970. Σήμερα είναι γνωστό ότι για να εκδώσεις, ιδιαίτερα ποίηση, πρέπει να πληρώσεις, εκτός και αν είσαι ένας εντελώς πρωτοκλασάτος συγγραφέας.
  Και η αναγνώριση δεν είναι μόνο ζήτημα αξίας αλλά και μάρκετιν. Το ήξερα ήδη αλλά το διάβασα και στη βιογραφία του Σεφέρη που έγραψε ο Ρόντρικ Μπήτον: ο Σεφέρης πλήρωσε τον Ανδρέα Καραντώνη ο οποίος έγραψε ένα ολόκληρο βιβλίο για να «κρίνει», δηλαδή να εκθειάσει, την πρώτη του ποιητική συλλογή. Δεν ακούστηκε τίποτα τέτοιο για το βιβλίο του Τάσου Λιγνάδη για το «Άξιον εστί» του Ελύτη, που έκανε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Το διάβασα στην πρώτη του έκδοση, φοιτητής.
  Να μην ξεχάσω τη σύμπτωση: μέσα σε μια βδομάδα διάβασα-άκουσα πέντε φορές για το «μπλοκάρισμα του συγγραφέα». Οι άλλες τρεις ήταν: η ταινία «Η κλεμμένη πριγκίπισσα», η ταινία «Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις;» που παίζεται από αυτή την Πέμπτη, το ίδιο και «Η σύζυγος», και τέλος το βιβλίο των Ίρβιν Γιάλομ και Τζίνι Έλκιν «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» για το οποίο θα αναρτήσω μόλις το τελειώσω.
  Τις περισσότερες φορές βλέπω την ταινία ή τις ταινίες όταν έχω διαβάσει το βιβλίο, συνήθως ένα από τα κλασικά αριστουργήματα, όπως έκανα π.χ. με τη «Μαντάμ Μποβαρί». Κάποιες φορές διαβάζω το βιβλίο αφού δω την ταινία, όπως για παράδειγμα το «Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει» που παίζεται επίσης από αυτή την Πέμπτη. Αυτή τη φορά έκανα κάτι διαφορετικό. Καθώς αγνοούσα εντελώς τον συγγραφέα είπα να διαβάσω κάποιο έργο του. Βρήκα τον τρίτο τόμο των απάντων του στα ρωσικά, όμως σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να ψάξω κάποιο βιβλίο του σε αγγλική μετάφραση που θα μου έτρωγε λιγότερο χρόνο να το διαβάσω. Βρήκα κάποιες ιστοσελίδες να δίνουν σε pdf μια αγγλική μετάφραση, «The suitcase», «Η βαλίτσα», πράγμα που σημαίνει ότι είναι από τα πιο δημοφιλή έργα του, και έτσι αποφάσισα να τη διαβάσω. Τη βρήκα και στα ρωσικά, «Чемодан». Και για να αξιοποιήσω το χρόνο της ανάγνωσης είπα να διαβάσω το ρωσικό πρωτότυπο συμβουλευόμενος και την αγγλική μετάφραση, για να θυμηθώ λέξεις και να μάθω κάποιες καινούριες.
  Τζίφος!!! Είχαν δείγμα μόνο από το βιβλίο. Η αγγλική μετάφραση τον πρόλογο και την πρώτη ιστορία λειψή, χωρίς δυο σελίδες από το τέλος, ενώ το ρωσικό πρωτότυπο είχε επί πλέον μια ιστορία.
  Στην εισαγωγή διαβάζουμε για τη μετανάστευσή του. Είχε δικαίωμα να πάρει μαζί του μόνο μια βαλίτσα. Έβαλε μέσα κάποια πράγματα, ενώ πάρα πολλά πούλησε ή δώρισε σε φίλους. Πρώτος σταθμός η Ρώμη. Εκεί έλαβε κάποια χρήματα από τα συγγραφικά δικαιώματα έργων του που είχαν τυπωθεί στις ρωσικές εφημερίδες των εμιγκρέδων. Μετά πήγε στις ΗΠΑ. Μετά από τέσσερα χρόνια συναντήθηκε εκεί με τη γυναίκα του και την κόρη του. Αργότερα γεννήθηκε και ο γιος τους.
  Τη βαλίτσα δεν την άνοιξε καθόλου. Με τα χρήματα που πήρε αγόρασε ό,τι χρειάστηκε. Κάποια στιγμή την ανακάλυψε στο βάθος της ντουλάπας. Πάνω της καθόταν ο γιος του, τον οποίο είχε κλείσει στην ντουλάπα η μητέρα του για τιμωρία για τις επανειλημμένες αταξίες του, για τρία λεπτά. Ο Ντοβλάτοφ την άνοιξε και είδε τα αντικείμενα που είχε μέσα. Ένα από αυτά ήταν και οι κρεπ κάλτσες.
  Η πρώτη ιστορία «Οι φινλανδέζικες κρεπ κάλτσες» έχει να κάνει με το πώς τις απόκτησε.
  Πώς τις απόκτησε αλήθεια;
  Βοήθησε ένα φίλο του που έκανε μαύρη αγορά. Αυτός ήταν περίπου σεσημασμένος, δεν ήθελε να ρισκάρει, έστειλε τον Ντοβλάτοφ να παραλάβει τις δυο Φινλανδές που τις μετέφεραν, επτακόσια είκοσι ζευγάρια. Θα τις πλήρωναν 60 καπίκια το ζευγάρι και θα τις πουλούσαν στη χοντρική τρία ρούβλια. Στη λιανική πουλιούνταν έξι ρούβλια.
  Η επιχείρηση πήγε κατά διαόλου, γιατί δεν είχαν προλάβει να τις διοχετεύσουν στην αγορά και η σοβιετική βιομηχανία κυκλοφόρησε στο μεταξύ πάμφθηνες κρεπ κάλτσες, πιο φτηνές από όσο εκείνες που αγόρασαν αγόρασαν. Τις μοιράστηκαν, δώρισε στους φίλους του και κράτησε αρκετές. Δυο τρία ζευγάρια βρέθηκαν στη βαλίτσα.
  Στην τελευταία παράγραφο διαβάζουμε: Они напомнили мне криминальную юность, первую любовь и старых друзей. Μου θύμιζαν την εγκληματική μου νιότη, την πρώτη μου αγάπη (τη δεύτερη, μας λέει πιο πριν, την παντρεύτηκε) και παλιούς φίλους.
  Απολαυστική αφήγηση, με αρκετό χιούμορ, μου άρεσαν πάρα πολύ τόσο ο πρόλογος όσο και η πρώτη ιστορία που διάβασα. Φαντάζομαι και οι υπόλοιπες θα είναι στο ίδιο μοτίβο, αναμνήσεις από τα αντικείμενα που βρήκε τη βαλίτσα.
  Μετατρέποντας τον τρίτο τόμο από epub σε pdf (υπάρχει μια ιστοσελίδα που το κάνει) είδα ότι περιέχει τη «Βαλίτσα». Όμως θα μου φάει χρόνο να τη διαβάσω, και έχω ένα σωρό ταινίες και βιβλία που με περιμένουν. Πριν κλείσω όμως να παραθέσω το παρακάτω απόσπασμα:
– До нашего рождения – бездна. И после нашей смерти – бездна. Наша жизнь – лишь песчинка в равнодушном океане бесконечности.
  Μέχρι τη γέννησή μας, η άβυσσος. Και μετά το θάνατό μας – η άβυσσος. Η ζωή μας-ένας κόκκος άμμου στον αδιάφορο ωκεανό του απείρου.
  «Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο· καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο· το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή».
  Λέτε να το αντέγραψε ο Ντοβλάτοφ από την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, παραλλάζοντάς το ελαφρά;
  Στην ιστοσελίδα όπου το βρήκα στο διαδίκτυο δίνοντας λέξεις-κλειδιά υπάρχει και το εξής στα σχόλια: Τι σημαίνει η λέξη «άβυσσος»;  Σημαίνει «το πράγμα που δεν έχει βυθό».  Οι λέξεις «άβυθος» και «άβυσσος» είχαν κάποτε την ίδια σημασία”.
  Ενδιαφέρον. Στο ρωσικό απόσπασμα που παρέθεσα η λέξη που μεταφράζεται «άβυσσος» είναι бездна. Без σημαίνει «χωρίς» και дно «βυθός».
  Όσο κι αν έψαξα στο διαδίκτυο, και πρώτα απ’ όλα στη biblionet, δεν είδα να έχει μεταφραστεί κανένα έργο του στα ελληνικά. Μήπως είναι καιρός;

Friday, February 22, 2019

Kristoffer Nyholm, Ο φαροφύλακας (Keepers, 2018)


Kristoffer Nyholm, Ο φαροφύλακας (Keepers, 2018)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Η πλοκή της ταινίας βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της εξαφάνισης τριών φαροφυλάκων σε ένα νησί των Εβρίδων που βρίσκονται στη δυτική ακτή της Σκωτίας (Παρεμπιπτόντως η εισαγωγή «Εβρίδες» του Μέντελσον είναι από τα αγαπημένα μου κομμάτια). Προτάθηκαν διάφορες θεωρίες για την εξαφάνισή τους, η οποία αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για ένα σήριαλ, μια όπερα δωματίου και για μια σύνθεση ενός ροκ συγκροτήματος. Μόνο το τέλος της ταινίας στηρίζεται σε μια απ’ αυτές.
  Ένα κιβώτιο ξεβράζεται στο φάρο. Τι περιέχει; Μπάρες χρυσού. Να τις μοιραστούν. Όμως εμφανίζονται οι ιδιοκτήτες του, πράγμα που θα τους μπλέξει σε μεγάλη περιπέτεια.
  Πώς θα ξεμπλέξουν;
  Μην περιμένετε να σας πω, να πάτε να δείτε την ταινία αν είστε τόσο περίεργοι. Έτσι κι αλλιώς είναι από πολλές απόψεις συναρπαστική, ιδιαίτερα το τέλος της που είναι ένα καθαρά ψυχολογικό θρίλερ.
   

Björn Runge, Η σύζυγος (The wife, 2017)


Björn Runge, Η σύζυγος (The wife, 2017)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Πολλές φορές έχω γράψει ότι το στόρι ήταν το πρόσχημα για να αναδειχθεί το φόντο, και νόμισα ότι και «Η σύζυγος» ήταν μια τέτοια περίπτωση. Αυτό, μέχρι τη μέση της ταινίας οπότε έχουμε τη μεγάλη ανατροπή, που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ένα προσχηματικό στόρι με λίγο πολύ τυπικά επεισόδια, επαναληπτικά (iterative) στην πλειοψηφία του, δεν είναι ακριβώς το στόρι που θα αρέσει στο μέσο θεατή.
  Το φόντο:
  Ο συγγραφέας τιμάται με το Νόμπελ, και με τη σύζυγό του και το γιο τους πηγαίνει να το παραλάβει. Παίρνομε μια ιδέα για το τι περίπου διαδραματίζεται μετά την ενημέρωση του βραβευθέντα. Σε αναδρομές που κόβουν, εν είδει ιντερμέτζου, την κύρια αφήγηση, βλέπουμε το ζευγάρι στα νεανικά τους χρόνια, αυτή νεαρή φοιτήτρια, αυτός νεαρός καθηγητής, προφανώς σε ένα μάθημα δημιουργικής γραφής, μια και γράφουν και οι δυο. Παντρεμένος αυτός, θα χωρίσει και θα την παντρευτεί. Μετά όμως;
  Δεν θα κάνουμε σπόιλερ, μπορείτε να δείτε την ταινία που πιστεύω ότι θα σας αρέσει όπως άρεσε και σε μένα. Ιδιαίτερα μου άρεσαν οι πνευματώδεις διάλογοι, το λεπτό, σοφιστικέ χιούμορ και η εξαιρετική ερμηνεία της Glenn Close.

Thursday, February 21, 2019

John Andreas Andersen, Ο σεισμός (The quake, 2018)


John Andreas Andersen, Ο σεισμός (The quake, 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία χαρακτηρίζεται ως action, drama, thriller στο IMDb, πράγμα που με εξέπληξε, γιατί ανήκει σε ένα ξεκάθαρο είδος, τις ταινίες καταστροφής. Είχα δει μια παρόμοια ταινία πρόπερσι νομίζω, και αν δεν με απατά η μνήμη μου επίσης σουηδική. Δεν κατάφερα να τη βρω, όμως έπεσα πάνω σε ένα σύνδεσμο με τις «δέκα καλύτερες ταινίες με θέμα τις φυσικές καταστροφές».
  Το μοτίβο είναι γνωστό: ο Shite (κάνω τώρα παραλληλισμό με το θέατρο Νο) είναι ο ξύπνιος, αυτός που ξέρει πραγματικά τι συμβαίνει, αυτός που προβλέπει την μελλοντική καταστροφή και ζητάει να παρθούν μέτρα, με βασικό βέβαια να ειδοποιηθεί ο κόσμος. Ο Waki είναι ο στενοκέφαλος, πιο πάνω στην ιεραρχία, που δεν συμμερίζεται την άποψή του με αποτέλεσμα να έλθει σε σύγκρουση μαζί του. Κάποιες φορές προλαβαίνει να ειδοποιήσει, εδώ όμως δεν θα προλάβει. Στο τέλος της ταινίας θα τον δούμε να προσπαθεί να σώσει τουλάχιστον την οικογένειά του, όταν ο σεισμός είναι πια γεγονός.
  Συναρπαστικές σκηνές, φαντάζομαι η ταινία είναι από τις καλύτερες του είδους.
  Τελικά τη βρήκα, είναι «Το κύμα» (2015), νορβηγική. Από την κατολίσθηση ενός βουνού δημιουργείται ένα τσουνάμι εξαιτίας του οποίου θα χαθούν ζωές. Υπήρξε πραγματικό γεγονός, το 1905, και πάνω σ’ αυτό στηρίχθηκε η ταινία. Ελπίζω να μη γρουσουζέψει το πράγμα.

Meryem Benm'Barek-Aloïsi Σοφία (2018)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μια ταινία που το στόρι της διαδραματίζεται στο Μαρόκο δεν θα την έχανα ποτέ, έστω και αν έχει γυριστεί, όπως μπορώ να υποθέσω, εκτός Μαρόκου, από την μαροκινή σκηνοθέτιδα Meryem Benm'Barek-Aloïsi που ζει τώρα στο Βέλγιο.
  Μέχρι τώρα είχα συνηθίσει να βλέπω σε ταινίες το δράμα γυναικών που ζουν σε ισλαμικές χώρες. Σε αυτή την ταινία βλέπουμε ότι το δράμα τους μπορεί να είναι και δράμα των ανδρών.
  Η Σοφία είναι έγκυος, όμως δεν έχει αντιληφθεί την εγκυμοσύνη της. Γίνεται σε περιπτώσεις που είναι αθέλητη, ακούμε στην ταινία. Το αντιλαμβάνεται πρώτη η ξαδέλφη της και τελικά και η ίδια, λίγο πριν σπάσουν τα νερά.
  Μας είναι αδιανόητο το νομικό πλαίσιο που ακούμε: δεν μπορεί να δεχθεί κανένα νοσοκομείο ή κλινική μια ετοιμόγεννη χωρίς τα χαρτιά του πατέρα, που να αποδεικνύουν ότι το παιδί που θα γεννηθεί είναι καρπός ενός γάμου. Και αναρωτιέται κανείς: οι ανύπαντρες ετοιμόγεννες γεννάνε στα σπίτια τους όπως οι δικές μας παλιά στα χωράφια, με όλους τους κινδύνους των επιπλοκών; Στα γράμματα αρχής διαβάζουμε εξάλλου ότι οι σεξουαλικές σχέσεις ανάμεσα σε άτομα του αντίθετου φίλου (για του ίδιου φύλου η ποινή μου είναι γνωστή, ο θάνατος) τιμωρούνται μέχρι και με ένα χρόνο φυλάκιση.
  Και κάποια στιγμή έχουμε τη μεγάλη ανατροπή, η οποία δείχνει και το δράμα των ανδρών. Αλλά φυσικά, το γράψαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, στις καινούριες ταινίες δεν κάνουμε σπόιλερ, δεν θα το αποκαλύψουμε.
  Θα αναρωτηθείτε: μου άρεσε τελικά η ταινία;
  Τα κριτήρια για να μου αρέσει μια ταινία ή όχι είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που θα ήταν αποδεκτά από ή για έναν επαγγελματία κριτικό κινηματογράφου. Ένα από αυτά είναι το ειδολογικό κριτήριο, στο οποίο αναφέρομαι συχνά. Θέλω να διατηρώ τη δροσερή ματιά ενός ερασιτέχνη, και γι’ αυτό εξάλλου δεν διαβάζω κριτικές άλλων, τουλάχιστον πριν αναρτήσω τη δική μου.
  Ναι, μου άρεσε πολύ η ταινία.
  Δεν πέρασε ούτε μια ώρα από τότε που έγραψα τα παραπάνω, και η σύμπτωση.
  Επικολλώ από το twitter.
  «Η άλλη 20 χρόνων στη Κοζάνη πήγε νοσοκομείο γιατί πόναγε η κοιλιά της κ γεννούσε αλλά δεν ήξερε ότι είναι έγκυος. Ω μα τον Τουτατις».
  Μπορείτε να διαβάσετε τη συνέντευξη που έδωσε η σκηνοθέτις στον Γιάννη Κοντό.


Barry Jenkins, Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει (If Beale Street Could Talk, 2018)


Barry Jenkins, Αν η οδός Μπιλ μπορούσε να μιλήσει (If Beale Street Could Talk, 2018)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η ταινία βρίσκεται σε μια λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες της χρονιάς. Είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος του James Baldwin.
  Όλοι οι συντελεστές της ταινίας, με εξαίρεση τρεις λευκούς που έχουν οργανική σχέση με την πλοκή, είναι μαύροι.
  Γραμμένο το 1974 αναφέρεται, μέσω μιας ερωτικής ιστορίας, στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι μαύροι, κυρίως με τους αστυνομικούς. Μη σε βάλλουν στο μάτι, δεν την γλιτώνεις εύκολα, όπως ο Φόνι που κατηγορήθηκε για το βιασμό μιας πορτορικανής. Ένας φίλος του θα υποχρεωθεί να ομολογήσει την κλοπή μιας BMW, για να μην κατηγορηθεί για το λίγο χασίσι που βρέθηκε πάνω του. Θα καταδικαστεί σε δυο χρόνια φυλάκιση, και θα διεκτραγωδήσει στον Φόνι τις συνθήκες της φυλακής. Θα απαγορεύσουν στο δικηγόρο του Φόνι να τον επισκεφθεί, μήπως ανασκευάσει την κατάθεσή του στην οποία δηλώνει ότι ήταν μαζί με τον Φόνι τη βραδιά του βιασμού.
  Δεν είναι όλοι οι λευκοί κακοί, υπάρχει ο καλός δικηγόρος, η καλή μανάβισσα…
  Και δεν είναι όλοι οι μαύροι άγγελοι.
  Στην ταινία είδαμε μια εκδοχή του μαύρου αντιφεμινισμού και αντικληρικαλισμού. Οι αδελφές του Φόνι είναι κακές, ενώ η μητέρα του είναι μια φανατική θρησκόληπτοι. Όμως οι άνδρες; Ε, τα μελλοντικά συμπεθεράκια θα πάνε να τα πιούνε μαζί, για να γιορτάσουν την ανακοίνωση της κοπέλας ότι είναι έγκυος.
  Στην ταινία βλέπουμε την τρυφερότητα του έρωτα, την αλληλεγγύη των μειονοτήτων (ισπανόφωνοι, εβραίοι, πορτορικανοί), και βέβαια πρώτα απ’ όλα τις αγριότητες της αστυνομίας τις οποίες πληροφορούμαστε στον τύπο κατά καιρούς. Η εποχή που οι Αμερικανοί ψηφοφόροι θα ψήφιζαν ένα μαύρο πρόεδρο βρίσκεται ακόμη πολύ μακριά.
  Ναι, διάβασα και το μυθιστόρημα, το οποίο ακολουθεί αρκετά πιστά η ταινία. Είχα γράψει νομίζω περισσότερα, ο δαίμονας του word μάλλον τα έσβησε, βαριέμαι να ξαναγράψω. Σώθηκε αυτό που έγραψα για το τέλος του βιβλίου.
  Α, ναι, θυμήθηκα, το έγραψα αυτό, στο βιβλίο το ζευγάρι, μαθητές ακόμη, τσακώθηκαν, αλλά μετά κατέληξαν ερωτευμένοι, σε ένα γνωστό μοτίβο που το είδαμε πρόσφατα στην ταινία «Πρόσκληση σε γάμο».
  Το έζησα κι εγώ σε μια γενικότερη εκδοχή.
  Με τον συγχωρεμένο τον Τάκη που είχε ένα εστιατόριο στην Ιεράπετρα τσακωθήκαμε γιατί πάρκαρα μπροστά του, χωρίς να έχω βέβαια σκοπό να φάω. Μετά όμως καταλήξαμε πρώτοι φίλοι.
  Νομίζω ήταν το επόμενο καλοκαίρι. Τρώμε με τη φίλη μου και φωνάζουμε τον σερβιτόρο να μας κάνει λογαριασμό. Έρχεται. Τον κάνει. Πριν προλάβουμε να πληρώσουμε έρχεται ο Τάκης, το αφεντικό. Τον κοιτάζει και σβήνει κάτι, μειώνοντάς τον για κάποια λίγα ευρώ. Τον ρωτάω τι ήταν αυτό που έσβησε. «Άστο, αυτό το έχουμε για τους ξένους». Και να σκεφτείτε ότι το παρατσούκλι του ήταν Μολιέρος, από τον «Φιλάργυρο», επειδή είχε τη φήμη του τσιγκούνη. Σας είπα, μετά είχαμε γίνει πρώτοι φίλοι.
  Το μόλις τριών γραμμών τέλος μου φάνηκε αμφίσημο. Το μεταφράζω.
  Ο Φόνι δουλεύει στο ξύλο, στην πέτρα, σφυρίζοντας, χαμογελώντας. Και από μακριά, αλλά πλησιάζοντας, το μωρό κλαίει, κλαίει, κλαίει, κλαίει, κλαίει, κλαίει σαν να θέλει να ξυπνήσει τους νεκρούς.
  Ήταν πραγματικότητα; Ο Φόνι αθωώθηκε και δουλεύει στο εργαστήριό του, ενώ πλησιάζει η Τις με το μωρό; Ή ήταν μια παραίσθηση της Τις τη στιγμή της γέννας; Η προηγούμενη παράγραφος, από την οποία μεσολαβεί ένα κενό διάστημα μέχρι την τελευταία, τελειώνει: «Τότε ούρλιαξα, και η ώρα μου ήλθε».
  Ίσως ήθελε σκόπιμα ο Baldwin να δώσει ένα σύντομο, αμφίσημο τέλος, για να μην μειώσει τη ζοφερή πραγματικότητα που ζούσε η μαύρη κοινότητα στην Αμερική. Στην ταινία βέβαια τα πράγματα είναι αλλιώς.   
  Ποιος είναι ο James Baldwin;
  Και εγώ πρώτη φορά τον άκουσα. Έψαξα στη biblionet, δεν υπάρχει κανένα βιβλίο του στα ελληνικά. Ίσως να φταίει το ότι είναι μαύρος. (Τελικά λάθος, όπως μου επεσήμανε ένας φίλος σε σχόλιο, υπάρχουν βιβλία του στα ελληνικά).
  Έχουμε δει μια ταινία ακόμη του Barry Jenkins, το «Moonlight».
 

Marielle Heller, Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις; (Can you ever forgive me, 2018)


Marielle Heller, Θα μπορούσες ποτέ να με συγχωρέσεις; (Can you ever forgive me, 2018)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Μια ακόμη σύμπτωση: συνάντησα σε δυο ταινίες και ένα βιβλίο, σε διάστημα δυο μερών, τη φράση «συγγραφικό μπλοκάρισμα». Οι άλλες δυο ήταν στην ταινία «Η κλεμμένη πριγκίπισσα» και το βιβλίο «Κάθε μέρα λίγο πιο κοντά» του Irvin Yalom, για το οποίο θα αναρτήσουμε όταν το τελειώσουμε. 
  Όταν η Λι Ίσραελ, βιογράφος, παύει να είναι δημοφιλής με αποτέλεσμα τα έσοδά της να μειωθούν δραματικά, καταφεύγει σε έναν άλλο τρόπο για να ζήσει, «αξιοποιώντας» το όποιο συγγραφικό της ταλέντο: πλαστογραφεί γράμματα προσωπικοτήτων τα οποία αγοράζουν συλλέκτες. Μετά από κάμποσο καιρό αποκτάει και συνεργό. Όπως είναι φυσικό τα πράγματα θα σκαλώσουν κάποια στιγμή.
  Εξαιρετική ηθοποιός η Μελίσα ΜακΚάρθυ, δίνει ένα εξαιρετικό πορτραίτο της ταλαιπωρημένης Λι Ίσραελ. Και ο Richard E. Grant ήταν επίσης εξαιρετικός στο ρόλο του.
  Το έργο στηρίζεται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της που έχει τον ίδιο τίτλο με την ταινία.