Μπάμπης Δερμιτζάκης

Book review, movie criticism

Tuesday, July 23, 2024

Λαϊκισμός και άλλα

 

Λαϊκισμός και άλλα.

 

Ας ξεκινήσουμε με τους ορισμούς.

Αντιγράφω από το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, υπεύθυνος για τη συγγραφή του οποίου είναι ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, γλωσσολόγος και πρόσφατα ακαδημαϊκός:

“λαϊκισμός λα-ϊ-κι-σμός ουσ. (αρσ.): πολιτική πρακτική παραπλάνησης, κολακείας και εφησυχασμού του λαού καθώς και παροχής διευκολύνσεων, με στόχο την καθοδήγηση και χειραγώγησή του”.

Και από το λεξικό του Tριανταφυλλίδη, και αυτό on line (χρηστικά λεξικά είναι μόνο τα on line):

“ιδεολογία ή στάση που εκφράζεται κυρίως στην πολιτική και στην τέχνη και που χαρακτηρίζεται από υπερβολική και μη αυθεντική λαϊκότητα”.

Θεωρώ τον ορισμό στο Χρηστικό Λεξικό πιο εύστοχο (όχι γιατί υπήρξα επιστημονικός συνεργάτης του για ένα κρίσιμο τετράμηνο της ζωής μου), και αυτόν θα πάρω σαν αφετηρία.

Όταν χαρακτηρίζουμε κάποιον ως λαϊκιστή, μήπως θα πρέπει να αναφερθούμε και στο πώς αποδεικνύεται ότι είναι λαϊκιστής; Γιατί, από όσο ξέρω, χαρακτηρίζουν συχνά ως λαϊκιστές αυτούς οι οποίοι βγάζουν άπλυτα στα φόρα. Και μάλιστα χρησιμοποιούν τη λέξη ελλείψει επιχειρημάτων.

Εδώ θα σχολιάσω και τρεις άλλους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται από την Αριστερά, αν και όχι τόσο συχνά πια, για τις αρνητικές τους συνδηλώσεις (ή συνυποδηλώσεις, οι λέξεις είναι συνώνυμες). Αναθεωρητής, δογματικός, μικροαστός, καθώς και τα παράγωγά τους.

Οι ορθόδοξοι μαρξιστές, τα μέλη και οι οπαδοί του ΚΚΕ, χαρακτήριζαν ως αναθεωρητές τα μέλη και τους οπαδούς του ΚΚΕ εσωτερικού. Αυτό όμως που το ορθόδοξο ΚΚΕ χαρακτήριζε ως αναθεωρητισμό, λέξη με αρνητικές συνδηλώσεις, στην ρητορική του ΚΚΕ εσωτερικού ήταν προσαρμογή στις κοινωνικές αλλαγές που είχαν επέλθει. Αντίστοιχα, η λέξη δογματισμός, η εμμονή στις αρχές των Μαρξ- Ένγκελς-Λένιν, φορτισμένη και αυτή με αρνητικές συνδηλώσεις καθώς προέρχεται από τη θρησκεία, καταφερόταν από τους «αναθεωρητές» στο ορθόδοξο ΚΚΕ.

Και τώρα για τον μικροαστισμό.

Και αυτή η λέξη φορτίστηκε από την Αριστερά με αρνητικές συνδηλώσεις. Για να κοιτάξουμε τον ορισμό στο χρηστικό λεξικό.

μικροαστισμός μι-κρο-α-στι-σμός ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): νοοτροπία, συμπεριφορά, τρόπος ζωής που χαρακτηρίζει τους μικροαστούς”.

Και στο λεξικό Τριανταφυλλίδη:

Δεν υπάρχει η λέξη. Αντίθετα υπάρχει η λέξη μικροαστικός: “που αναφέρεται στους μικροαστούς: ~ τρόπος ζωής. Mικροαστική ιδεολογία / αντίληψη / νοοτροπία. Mικροαστικό κόμμα.

  Και ποια είναι ακριβώς αυτή η νοοτροπία, συμπεριφορά, τρόπος ζωής, αντίληψη, ιδεολογία, που χαρακτηρίζει τους μικροαστούς;

Ας ψάξω καλύτερα στη βικιπαίδεια. (με βγάζει στο λεξικό της).

Διαβάζω: η νοοτροπία του μικροαστού, μερικά χαρακτηριστικά της οποίας είναι η καθήλωση στην κοινωνική συμβατικότητα, ο φόβος και η καχυποψία απέναντι στο καινούριο.

Το χρηστικό λεξικό το λέει ξεκάθαρα: συνήθως με αρνητικές συνυποδηλώσεις.

Εγώ, τότε που ήμουν κομμουνιστής στα νιάτα μου, δήλωνα απερίφραστα στις παρέες ότι είμαι μικροαστός. Είμαι μήπως αγρότης; Είμαι μήπως εργάτης; (αν και δούλεψα μια βδομάδα εργάτης, για να «προλεταριοποιηθώ», έχω γράψει αλλού σχετικά). Όχι, σαν καθηγητής που ήμουν τοποθετούμουν αυτόματα στην μικροαστική τάξη.

Και γιατί θα έπρεπε να ντρέπομαι για τα χαρακτηριστικά μου, επειδή έτσι τα χαρακτήριζε η Αριστερά; Άθεος, αλλά δεν διανοήθηκα ποτέ να κάνω πολιτικό γάμο. Φόβος καχυποψία για το καινούριο, όμως δικαιώθηκα που ήμουν αντίθετος με τη μεταρρύθμιση Αρσένη στην παιδεία, αν και ήμουν ψηφοφόρος τότε του ΠΑΣΟΚ. Αναφέρω μόνο δυο παραδείγματα.

Αυτά.

Anatole France, Le jardin d’ Epicure

 

Anatole France, Le jardin d’ Epicure, Calmann Levy, Paris 1895, σελ. 296



  Το τερπνόν μετά του ωφελίμου.

  Είπα να διαβάζω, εδώ στην Κρήτη, βιβλία στο πρωτότυπο, για να φρεσκάρω λίγο τις γλώσσες.

  Πέρυσι διάβασα το «El reino de dragon de oro» της Ιζαμπέλ Αλιέντε. Φέτος ξεκίνησα με τον «Κήπο του Επίκουρου» του Ανατόλ Φρανς.

  Πριν τρία χρόνια διάβασα τη «Θαΐδα» του και μου άρεσε πολύ.

  Τον εκτίμησα περισσότερο, όχι όταν διάβασα πως τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1921 αλλά όταν διάβασα ότι όλα του τα βιβλία μπήκαν στον index.

  Ο Καζαντζάκης δεν γνώρισε μια τέτοια τιμή.

  Μόνο ο «Τελευταίος πειρασμός» μπήκε στον index.

  Παρεμπιπτόντως, ο Ιndex Librorum Prohibitorum, o πίνακας των απαγορευμένων βιβλίων καταργήθηκε από το Βατικανό το 1966.

  Χαρτόδετη έκδοση, δεν θυμάμαι πού την ξετρύπωσα, σίγουρα όμως ήταν πριν δεκαετίες.

  Νόμιζα ότι η πιο παλιά έκδοση βιβλίου που είχα ήταν ένας τόμος της «Ιστορίας των Αθηνών» του Καμπούρογλου, νομίζω του 1898, που την αγόρασα, θυμάμαι, ένα τάλιρο σε μια λαϊκή. Τώρα βλέπω ότι η πιο παλιά έκδοση βιβλίου που έχω είναι ο «Κήπος του Επίκουρου».

  Δεύτερη έκδοση, του 1895, την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε και η πρώτη. Προφανώς είχε γνωρίσει μεγάλη απήχηση καθώς η πρώτη έκδοση εξαντλήθηκε την ίδια χρονιά.

  Το βιβλίο αποτελείται από μικρά δοκιμιακά αποσπάσματα.

  Μου άρεσαν πολύ.

  Όχι μόνο γιατί σαν οικολόγος πιστεύω στο σύνθημα, «Το μικρό είναι όμορφο», κάτι που έχουν καταλάβει και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σύντομα κείμενα στο facebook, σύντομα βιντεάκια στο τικ τοκ, και ακόμη πιο σύντομα τα reels.

  Έχω πρόβλημα με τα δοκίμια, όμως αυτά τα σύντομα κειμενάκια του Ανατόλ Φρανς μου άρεσαν πολύ.

  Και εγώ έχω γράψει τέτοια μικρά κείμενα, που τα ονόμασα «Rien» από το «Riens philosophiques» του Κίρκεγκαρντ, που το αγόρασα όταν πήγα στην Αθήνα για να δώσω τις πανελλαδικές εξετάσεις. Ακόμη πιο σύντομα είναι τα «Διάφορα μικρά», τα περισσότερα από τα οποία έχουν δοκιμιακό χαρακτήρα.

  Θαύμασα την αρχαιογνωσία του Φρανς. Σε πολλά από αυτά ανατρέχει στην ελληνική αρχαιότητα, στην ιστορία, στη λογοτεχνία, στη μυθολογία. Μήτε γερμανός να ήταν.

  Και βέβαια το αντικληρικαλιστικό του πνεύμα φαίνεται ολοκάθαρα.

  Διαβάζουμε.

  «Ο χριστιανισμός έκανε πολλά για τον έρωτα, κάνοντάς τον αμαρτία. Απέκλεισε τη γυναίκα από το ιερατείο. Τη φοβάται. Δείχνει πόσο είναι επικίνδυνη. Επαναλαμβάνει με τον Εκκλησιαστή: Τα μπράτσα της γυναίκας είναι σαν τα δίχτυα του κυνηγού…» (σελ. 10).

  Και βέβαια φαίνεται και εδώ ο φεμινισμός του.   

  Θα σχολιάσουμε και άλλα αποσπάσματα.

  «Ούτε η Χλόη ούτε ο Δάφνης του ελληνικού μυθιστορήματος υπήρξαν ποτέ πραγματικά βοσκοί. Όμως μας αρέσουν ακόμη» (σελ. 40).

  Διάβασα το μυθιστόρημα πριν τέσσερα χρόνια, μέσα στην καραντίνα, και πολύ μου άρεσε.

  «Το βιβλίο τα αφήνει όλα στην φαντασία. Έτσι τα ακαλλιέργητα και απλά πνεύματα στην πλειοψηφία τους δεν παίρνουν παρά μια χλωμή και κρύα ευχαρίστηση. Το θέατρο αντίθετα σου τα δείχνει όλα και δεν σε αφήνει να φανταστείς τίποτα. Να γιατί ικανοποιεί πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Για τον ίδιο λόγο λίγο αρέσει στα ρεμβαστικά και στοχαστικά πνεύματα… Δεν ξέρουν τι να κάνουν στο θέατρο και προτιμούν αντί την παθητική απόλαυση του θεάματος την ενεργητική χαρά της ανάγνωσης» (σελ. 43-44).

  Και εγώ προτιμώ τη λογοτεχνία από το θέατρο, αν και αναγκάστηκα να βλέπω θέατρο όταν έκανα το διδακτορικό μου γιατί το θέμα του είχε να κάνει και με το θέατρο, αφού ο εποπτεύων, ο Θόδωρος Γραμματάς, ήταν καθηγητής (τώρα ομότιμος) θεατρολογίας.

  Αυτό που γράφει για το θέατρο ισχύει και για τον κινηματογράφο, και έχω γράψει αρκετές φορές για την ανωτερότητα της λογοτεχνίας σε σχέση με τον κινηματογράφο. Αν αμφιβάλλετε, διαβάστε ένα μυθιστόρημα και δέστε την καλύτερη κινηματογραφική μεταφορά του και θα καταλάβετε.

  Παραθέτει την χιλιοειπωμένη φράση του Επίκουρου, ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον θάνατο γιατί «Αν είμαι, αυτός δεν είναι. Και αν αυτός είναι, εγώ δεν είμαι» (Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ͵ τὸ δ΄ ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς). Με την οποία βέβαια δεν συμφωνώ, δεν συνιστά καθόλου παραμυθία στο δικό μου φόβο του θανάτου.

  Για την ακρίβεια, δεν φοβάμαι τον θάνατο, αλλά τον τρόπο που θα πεθάνω, να μην υποφέρω.

  Ένας φίλος μου επικούρειος την παραθέτει συχνά. Αυτός ο φίλος μου είχε πει ότι κάποτε φοβόταν να κοιμηθεί από φόβο μήπως δεν ξυπνήσει.

  Εγώ άλλο που δεν θέλω.

  Αποφεύγεις έτσι τα βασανιστικά γεράματα.

  «Ο έρωτας δεν ανθίζει παρά στον πόνο» (σελ. 65).

  Υπάρχει μια αλήθεια σ’ αυτό.

  Να μην παραθέσω απόσπασμα, γράφει για τον Ιούδα, που θα έπρεπε να συγχωρεθεί αφού χάρη σ’ αυτόν ο Ιησούς…

  Δεν θυμάμαι ποιος το πρωτοείπε, αλλά το λέει και ο Καζαντζάκης στον «Τελευταίο πειρασμό».

  «Εδώ και πολύ καιρό διαβάζω τις μεταφυσικές πραγματείες σαν πιο απολαυστικά μυθιστορήματα από τα άλλα, και καθόλου πιο αληθινά» (σελ. 119).

  Εγώ έτσι βλέπω όλες τις φιλοσοφικές πραγματείες, όμως δεν είναι τώρα πια για μένα πιο απολαυστικές από ό,τι τα μυθιστορήματα.

  Τώρα πια, γιατί παλιά η φιλοσοφία ήταν η μεγάλη μου αγάπη, και το δεύτερο πτυχίο μου είναι στη φιλοσοφία, από το φιλοσοφικό τμήμα της φιλοσοφικής σχολής.

  «…στα νησιά Φίτζι τα παιδιά σκοτώνουν τους γονείς όταν γεράσουν…» (σελ. 150-151).

  Έχω γράψει αρκετά πάνω σ’ αυτό στην ανάρτησή μου για την «Μπαλάντα του Ναραγιάμα».

  Ένα αρκετά εκτενές κείμενο αναφέρεται στις καλόγριες. Δεν θα παραθέσω απόσπασμα, απλά μου κάνει εντύπωση που δεν παραθέτει τον Ουγκώ, που στους «Άθλιους» γράφει αρκετά για τα γυναικεία μοναστήρια. 

  «Δεν σκέφτηκες τα φωνήεντα, και είναι οι ευφυείς Έλληνες που τα ανακάλυψαν» (σελ. 188), διαβάζω σε ένα εκτενές διαλογικό κείμενο για την προέλευση του αλφαβήτου.   

  «Και λίγοι θα συμφωνούσαν να ζουν στην κοινωνία που ονειρευόταν ο Προυντόν, όπου όλες οι γυναίκες θα ήταν μαγείρισσες και νοικοκυρές» (σελ. 195).

  Κοίτα να δεις!!!

  Καλά του τα έψαλε ο Μαρξ στην «Αθλιότητα της φιλοσοφίας».

  Θυμάμαι την αρχή:

  Παραθέτει μια παράγραφο από τον Προυντόν για να σχολιάσει αμέσως μετά: Διαφωνούμε με όλα όσα λέει ο Προυντόν εκτός από το ότι δυο και δυο κάνουν τέσσερα.

  Ένα άλλο κείμενο αναφέρεται στο ότι η γκλαμουριά ενός συγγραφέα κάνει να δεχόμαστε ανερώτητα ό,τι έχει πει. Μιλάει για έξοχες παρατηρήσεις του Πασκάλ που αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν λάθη του αντιγραφέα. Τον Οσιάν τον θεωρούσαν εξαιρετικό ποιητή, ισάξιο του Ομήρου, όσο καιρό νόμιζαν ότι έζησε στην αρχαιότητα. Όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν ένας σύγχρονος, ένας Μάκφερσον, έχασε την αίγλη του.

  Και ένα έργο της Μάρως Βαμβουνάκη πέρασε σχεδόν απαρατήρητο όταν το εξέδωσε, σκόπιμα, με ψευδώνυμο. Το ίδιο έκανε και ένας αμερικανός συγγραφέας, που και να συγκράτησα τότε το όνομά του το έχω ξεχάσει.

  Ενδιαφέρον είναι το κείμενο-παράθεση ορισμών της ψυχής από διάφορους.

  Ενδιαφέρον επίσης έχει ο διάλογος μεταξύ Αρίστου και Πολυφίλης, πάνω στην γλώσσα της μεταφυσικής. Η Πολυφίλη είναι ο Shite και ο Άριστος ο Waki (τα δυο πρόσωπα του θεάτρου Νο, ο ένας πρωταγωνιστής, ο άλλος βοηθός). Με τις ερωτήσεις του ο Άριστος κάνει την Πολυφίλη, σαν άλλη Διοτίμα, να εκθέτει τις απόψεις της.

  Εξαιρετικός δοκιμιογράφος ο Φρανς, μου άρεσε ακόμη και στα σημεία που διαφωνούσα.

Monday, July 22, 2024

Διαδικτυακοί εκβιασμού

 

 


Λέει ότι λέγεται Βασιλική Καλύβα και έχουμε έντεκα κοινούς φίλους τους οποίους δεν αναφέρω. Ξεκινήσαμε με ένα γεια και συνέχισε, και εγώ κατάλαβα από τα ελληνικά της ότι δεν είναι ελληνίδα, αλλά τα έχει σε αυτόματο μεταφραστή. Μου ζήτησε να κάνουμε cyber sex. Ήξερα αμέσως γιατί πρόκειται αφού σίγουρα δεν ήταν ελληνίδα. πήρε ένα βίντεο και τώρα με εκβιάζει. Παραθέτω την αρχή της συνομιλίας μας.

Γνωρίζοντας ότι αυτό δεν είναι παιχνίδι, γι' αυτό σας ζητώ να διαβάσετε προσεκτικά και να σκεφτείτε τι θα σας συμβεί αν δεν μείνετε ήρεμοι και απαντήσετε στα μηνύματά μου δείτε αμέσως το βίντεο στην οθόνη σας, θα δείτε ότι είναι όμορφο και καλό από εσάς, το κατέγραψα μέσω ενός δορυφορικού δικτύου που δημιούργησα ο ίδιος, και μόλις ολοκλήρωσε την εγγραφή του βίντεο, ο δορυφόρος κατέγραψε όλα τα προσωπικά σας στοιχεία, οπότε αν συμφωνήσω να καταστρέψω τη ζωή σας με αυτό το βίντεο δημοσιεύοντάς το πρώτα στο όλα τα μέσα ενημέρωσης αυτής της χώρας, καθώς και στην αστυνομία και στη συνέχεια στέλνοντάς το σε όλη την οικογένεια
και τους φίλους σας, να είστε βέβαιοι ότι η ζωή σας θα μετατραπεί σε κόλαση στη γη. Έχω καλούς λόγους να το κάνω όλο αυτό. Επομένως, εάν εκτιμάτε την ιδιωτικότητά σας, σας ζητώ να παραμείνετε ήρεμοι και να απαντήσετε σωστά στις ερωτήσεις μου, τελικά βρέθηκε μια λύση Εντάξει
Θέλετε λοιπόν να δημοσιευτεί ή να διαγραφεί το βίντεό σας;
Σε ακούω ή θα αρχίσω να δημοσιεύω αυτό το γυμνό βίντεο σου σε όλη την πλατφόρμα
Σε προειδοποιώ να μείνεις πολύ ήρεμος αν δεν θέλεις να μπεις σε μπελάδες με την αστυνομία και τον χώρο εργασίας σου για αυτό το γυμνό βίντεο σου εντάξει.
Το συμνό βίντεό μου είναι το πρόσωπό μου χωρίς φανελάκι, λόγω ζέστης, και το πέος μου, που μου ζήτησε να το δει.
Το τελευταίο έχει πλακα, το παραθέτω
Σε περίπτωση που νομίζεις ότι σε απειλώ ​​ή σε εκβιάζω, θα ήθελα να σου υπενθυμίσω ότι είσαι ο παιδοκτόνος και πρέπει απλώς να αρχίσω να δημοσιεύω το βίντεο σε όλα τα κανάλια καθώς και στην οικογένειά σου, στους φίλους σου, σε όλο το περιβάλλον σου, και επίσης θα χάσεις την αξιοπρέπειά σου, τον σεβασμό σου προς όλους και κινδυνεύει να καταστρέψει ολόκληρη τη ζωή σου, γιατί όλοι μισούν τους παιδεραστές, και απλά προσπαθώ να σε βοηθήσω σε περίπτωση που θέλεις πραγματικά να διευθετηθεί αυτό το θέμα ανάμεσα σε εσένα και εμένα. αν νομίζεις ότι σε απειλώ ​​τότε σταματάμε να συζητάμε και θα ενεργήσω σύμφωνα με το νόμο και με τον τρόπο μου, αυτό θέλεις;;
Οι απαντήσεις μου συνοψίζονται στο "Στ' @ρχδι@ μου" και "Χέστηκα"
Πάντως ίσως θα έπρεπε να αναλάβει η υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος για αυτούς τους εκβιαστές.

Συμπληρώνω: αυτή την ανάρτηση την έστειλα στην υπηρεσία ηλεκτρονικού εγκλήματος. Τους τηλεφώνησα κιόλας. Είχαν πολλές τέτοιες περιπτώσεις υπόψην τους και με ρώτησαν αν τους πλήρωσα. Οχι βέβαια, τους είπα. Αν τους πληρώσεις μετά δεν ξεμπλέχνεις, σου γίνονται τσιπούρι μια ζωή. Οσο για να τους πιάσουμε είναι δύσκολο, γιατί εδρεύουν σε χώρες που οι αστυνομίες τους δεν συνεργάζονται με τη δική μας.



Κούπριν, Γιάμα

 

Κούπριν, Γιάμα (μετ. Στέλλα Βουρδουμπά) εκδόσεις Δαρεμά 1963, σελ. 259

 


  Κάθε φορά όταν σχολάγαμε, αντί να παίρνω το ποδήλατο και να κατευθυνθώ βόρεια, προς το χωριό μου, πήγαινα νότια, στο κέντρο της Ιεράπετρας. Σταματούσα μπροστά στο πρακτορείο εφημερίδων της κυρίας Σοφίας Αεράκη και κοίταζα τη βιτρίνα, μήπως είχε έλθει κανένα καινούριο βιβλίο. Μετά πήγαινα μέσα και κοίταζα τον πάγκο, όπου ήταν αραδιασμένα.

  Στα έξι χρόνια που ήμουν μαθητής αγόρασα αρκετά βιβλία. Χάρη σ’ αυτό το πρακτορείο διάβασα όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι, σχεδόν όλο τον Νίτσε, πεζές μεταφράσεις των έργων του Σαίξπηρ, μπόλικο Κρόνιν, και αρκετά άλλα που δεν έχει νόημα να τα αναφέρω εδώ.

  Δεν διάβασα όλα όσα αγόρασα. Τους «Αντάρτες» του Μπαλζάκ τους διάβασα πριν λίγα χρόνια. Τη Γιάμα του Κούπριν (το μικρό του, Αλεξάντρ, δεν υπάρχει στην έκδοση αυτή, το έμαθα πολύ αργότερα) δεν την διάβασα. Τώρα, σκαλίζοντας τη βιβλιοθήκη μου στο χωριό, την ανακάλυψα και είπα να τη διαβάσω.

  Γιάμα σημαίνει λάκκος.

  Και τι είναι αυτός ο λάκκος;

  Η Τρούμπα μιας πόλης της ρωσίας.

  Καλύτερος τίτλος θα ήταν выгребная яма, βόθρος. Θα ήταν πιο δηλωτικός του περιεχομένου.

  Διάβασα τη βιογραφία του Κούπριν στη βικιπαίδεια και θα παραθέσω αποσπάσματα.

  In 1908 Kuprin started working on The Pit, his most ambitious and controversial work. The first part of this novelistic study of prostitution appeared in 1909, the second in 1914, and the third in 1915.[36] Part I, as it came out, provoked widespread controversy; parts II and III were met with almost universal indifference. Kuprin, who could not decide, apparently, whether his novel should be a documentary or fiction, either oscillated between the two or attempted to combine them in an artificial way. "He is more successful when in documentary vein, and so Part I, with its details of life in the brothel, is by far the best," argues Luker. [Ο βιογράφος του]. The novel was criticized by some Russian critics and authors (Leo Tolstoy among them) for excessive naturalism; among those who admired it was the young Nina Berberova.

  Πριν πέντε μέρες έκανα μια ανάρτηση όπου έγραφα ότι, όπως μου έλεγε πολλές φορές η πρώην γυναίκα μου, διαφέρω από τους άλλους ανθρώπους, και έγραφα περιπτώσεις. Πρόσθεσα ακόμη μία, πιο ειδική όμως: Εμένα μου άρεσαν περισσότερο το δεύτερο, και ιδιαίτερα το τρίτο μέρος. Στο πρώτο, με τη ζωή στο μπουρδέλο, χανόμουνα στα πολλά ονόματα. Ακόμη, με κάπου πέντε χρόνια διαφορά ανάμεσά τους, βλέπω ότι συχνά μιλάει περιφρονητικά για τις πόρνες, ενώ στα άλλα δυο με περισσότερη κατανόηση και συμπάθεια.

  Τις ήξερε;

  Πριν προχωρήσω θα παραθέσω ένα ακόμη απόσπασμα.  

  In the mid-1900s their relationships [με την πρώτη του γυναίκα] deteriorated, Kuprin's alcohol abuse being the major reason. On one occasion, outraged by his behavior in the company of drunkards and prostitutes whom he brought to their dacha, Maria Karlovna crashed a decanter over his head. Another incident when, during an ugly row, he tried to set her dress on fire, proved to be their last: in 1907 the couple divorced.

  Εν τάξει, αλκοολικός, μεθυσμένος, αλλά και να κουβαλήσει σπίτι του, μπροστά στη γυναίκα του, μια παρέα μεθυσμένους φίλους και πόρνες, πήγαινε πολύ.

  Πέρα από τα στερεότυπα που υπάρχουν για τις πόρνες, και που απέχουν αρκετά από την πραγματικότητα γιατί οφείλονται εν πολλοίς σε ένα χριστιανικό «βλέμμα», είναι και το πώς τις βλέπει κανείς. Διαφορετικά τις βλέπει ο Μωπασάν (Boule de suif, Maria no oyuki 1935), ο Ντοστογιέφσκι (γίνεται τρεις τέσσερις φορές αναφορά στη Σόνια Μαρμελάντοβνα, την αγία πόρνη στο «Έγκλημα και τιμωρία», ο Τολστόι («Ανάσταση») και εγώ, και διαφορετικά ένας πακιστανός μουσουλμάνος. Και, όπως έγραψα ήδη,  διαφορετικά τις βλέπει το 1908 από ό,τι τις βλέπει μετά από έξι χρόνια.

  Θα παραθέσω άλλο ένα απόσπασμα.

  "The Jewess" (1904), demonstrating Kuprin's profound sympathy for this persecuted minority in Russian society at a time when pogroms were regular occurrences in the Russian South West.

  Περίεργο.

  Συμπαθεί τους εβραίους και παρόλα αυτά βάζει σαν κεντρικό πρόσωπο έναν εβραίο trafficker, που μάλιστα δεν διστάζει να πουλήσει τη γυναίκα του σε ένα μπουρδέλο, την οποία σκόπιμα δεν άγγιξε για να παραμείνει παρθένα, γιατί έτσι θα την πουλούσε σε καλύτερη τιμή. Δεν ήξερε άραγε την τάση γενίκευσης που έχουν οι άνθρωποι, πράγμα που θα είχε σαν αποτέλεσμα να θεωρήσει ο αναγνώστης ότι οι διακινητές στην πλειοψηφία τους είναι εβραίοι, και να προκαλέσει έτσι αντισημιτικά αισθήματα ή να οξύνει τα ήδη υπάρχοντα; Ακόμη και αν είχε υπόψη του έναν εβραίο διακινητή, στο μυθιστόρημά του δεν έπρεπε να τον βάλει να είναι εβραίος.

  Στο πρώτο μέρος βλέπουμε δεικτικά επεισόδια, που εικονογραφούν τη ζωή στο μπουρδέλο, ενώ στο δεύτερο και στο τρίτο διαβάζουμε ιστορίες με σασπένς, ένας από τους λόγους που μου άρεσαν περισσότερο.

  Όμως θα πούμε περισσότερα παραθέτοντας αποσπάσματα από το βιβλίο.

  «Είσαι μια παράξενη κοπέλα, Ταμάρα… Από τους πελάτες παίρνεις πάντα πιότερα λεφτά από όλες μας, μα είσαι άσκεφτη. Αντί να συνάζεις τα λεφτά σου, τα σκορπάς χωρίς λόγο εδώ κι εκεί…». (σελ. 22).

  Δεν γενικεύω, αλλά έχω υπόψη μου τρεις τέτοιες κοπέλες, εξαιρετικά σπάταλες. Τη μια την έχετε ακούσει, την Τζένη Χειλουδάκη. 

  «Μακάρι, ναι, μακάρι, φώναξε άξαφνα η Μάνια η Μικρή. Μακάρι να βρεθεί μια μέρα κάποιος να γράψει πώς ζούμε εδώ μέσα εμείς οι πολυβασανισμένες» (σελ. 79).

  Μακάρι.

  «Γελιέσαι φίλε, δήλωσε ο Λιχόνιν… Σαν αναρχικός που είμαι έχω τη γνώμη…» (σελ. 91).

  Η λέξη «αναρχισμός» δεν είχε τότε φορτισθεί με τις αρνητικές συνδηλώσεις που έχει σήμερα. Θυμάμαι πόσο με εξέπληξε, πριν δεκαετίες, που ένας τουρίστας, αξιοπρεπέστατος, μου δήλωσε ότι είναι αναρχικός. Αργότερα έμαθα ότι και ο Τσόμσκι είναι αναρχικός.

  «Έτσι, άθελά τους, τούτες οι δυστυχισμένες, νιώθουν ακόμα πιο έντονα από τις άλλες τη λαχτάρα μιας αγάπης φλογερής και πιπεράτης. Δε χρειάζονται πια λόγια ερωτικά μα έργα τραγικού πάθους. Γι’ αυτό κιόλας διαλέγουν σχεδόν πάντα τους αγαπητικούς τους ανάμεσα στους κλέφτες, τους φονιάδες, τους χαρτοπαίχτες, και τα κάθε λογής κατακάθια του υποκόσμου» (σελ. 91).

  Ήξερε πολλές περιπτώσεις τέτοιες; Γιατί εγώ μια που ξέρω δεν είναι έτσι.

  «Οι φοιτητές γύριζαν ένας ένας από τις κρεβατοκάμαρες, και πίσω τους, χωριστά, οι γυναίκες που τους πούλησαν για μια ώρα τον έρωτά τους» (σελ. 99).

  Για μια ώρα;

  Αναρωτιέμαι πόσο πλήρωναν οι φοιτητές. Πολύ θα ήθελα να ήξερα την αγοραστική αξία που είχε το ρούβλι τότε. Σήμερα το «για μια ώρα» μου φαίνεται απλησίαστο για έναν φοιτητή.

  Το πρώτο μέρος τελειώνει με τον φοιτητή Λιχόνιν να θέλει να «σώσει» την Λιούμπα, παίρνοντάς την από το μπουρδέλο. Αυτή συγκινείται και ανταποκρίνεται. Στο δεύτερο φιγουράρει ο Γκαριζόντ, ο εβραίος διακινητής.

  «Έτσι η Σόνια η Καρίνα πετάχτηκε σ’ ένα σπίτι των πενήντα καπικίων, που από το βράδυ ως το πρωί, όλα τα κατακάθια της κοινωνίας έβριζαν κι εξευτέλιζαν με κάθε τρόπο τις δυστυχισμένες τις γυναίκες» (σελ. 133).

  Αν θυμάμαι καλά, υπήρχαν τέσσερις διαβαθμίσεις, με τα πιο ακριβά σπίτια να είναι των πέντε ρουβλίων.

  «Μα αυτά τα δίποδα κτήνη θέλω να τα εκδικηθώ όσο περνάει από το χέρι μου, και γι’ αυτό δίνω την αρρώστια μου σε δέκα δώδεκα κάθε βράδυ. Ας σαπίσουν οι ίδιοι, κι ας γιομίσουν σύφιλη τις γυναίκες, τις ερωμένες, τις μανάδες, τις αδελφές και τις δασκάλες τους. Ας ψοφήσουν όλοι τους» (σελ. 149).

  Διάβασα πριν χρόνια ότι έτσι κάνουν σήμερα και κάποιοι φορείς του aids.

  Αυτή είναι η Τζένια.

  Στο τέλος αυτοκτόνησε.

  «Σας λέω λοιπόν, για να το ξέρετε, πως δεν είχα κλείσει ακόμα τα έντεκα, σαν με πούλησε η ίδια η μάνα μου…» (σελ. 153).

  Σήμερα δεν τις πουλάνε, γίνονται οι ίδιες προαγωγοί τους. Όμως την αδελφή του Κέντζι Μιτσόγκουτσι την πούλησαν οι γονείς τους για να γίνει γκέισα, δηλαδή πόρνη, πράγμα που δεν τους το συγχώρησε ποτέ. Αγαπούσε τις γκέισες καθώς έβλεπε στο πρόσωπό τους την αδελφή του. Μάλιστα συνέζησε με μια. Έχω γράψει για το πόσο με εντυπωσίασε το τέλος της τελευταίας του ταινίας, με μια καινούρια γκέισα να προσπαθεί δειλά δειλά να προσελκύσει πελάτες.

  «Γιατί η διαφθορά περιορίστηκε στο κορμί· δεν έφτασε ακόμα στην ψυχή της, που απόμεινε αγνή και αθώα» (σελ. 162).

  Αυτό το λέει ο Λιχόνιν.

  Φαντάζομαι την ίδια αντίληψη έχει και ο Κούπριν για τη διαφθορά.

  Εγώ όχι.

  Δεν θεωρώ διεφθαρμένη μια πόρνη. Μπορεί να παρασύρθηκε από έναν αγαπητικό, από τη φτώχεια, από την επιθυμία για χρήματα, όμως δεν θεωρώ διαφθορά το να πουλάει το κορμί της μια γυναίκα. Διεφθαρμένη μπορεί να τη θεωρεί η θρησκεία… όμως εγώ φαίνεται ότι δεν είμαι καλός χριστιανός. Αντίθετα θεωρώ διαφθορά…

  Ας γράψω αυτό που διάβασα πρόσφατα: η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα στη διαφθορά από όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρώτη την Βουλγαρία.

  Νομίζω καταλάβατε τι θεωρώ εγώ διαφθορά.

  «Και μια γυναίκα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς έρωτα. Μόλις λοιπόν ερωτευθεί, η κοπέλα σου θα φύγει από κοντά σου, για να πάει στον άλλο» (σελ. 163).

  Μου θύμισε το «Πρόγευμα στο Τίφανις» του Τρούμαν Καπότε. Αντιγράφω ένα απόσπασμα που παρέθεσα στην ανάρτησή μου.

  «-Μην παντρευτείς ποτέ ένα άγριο πλάσμα, του είπε η Χόλη. Αυτό ήταν το λάθος του γιατρού. Έφερνε πάντα άγρια πλάσματα στο σπίτι του. Μια φορά ήταν ένα άρρωστο πουλί, μια άλλη ήταν ένα άγριο γατί με σπασμένο πόδι. Δεν πρέπει να δώσεις την καρδιά σου σε ένα άγριο πλάσμα. Αν τους την δώσεις, δυναμώνουν. Και όταν μια μέρα δυναμώσουν αρκετά, θα τρέξουν στο δάσος. Ή θα πετάξουν σε ένα δέντρο. Έπειτα σε ένα πιο ψηλό δέντρο. Τέλος στον ουρανό. Αν αγαπήσεις ένα άγριο πλάσμα υπερβολικά, θα σου φύγει».

  Πόρνη κι αυτή, αν και περιστασιακά, την περιμάζεψε ο γιατρός αλλά τελικά του έφυγε. Όμως δεν ήταν η περίπτωση της Λιούμπα, ο Λιχόνιν την ξεφορτώθηκε.

  Πώς;

  Του ήλθε ουρανοκατέβατη η ευκαιρία. Ο φίλος του ο Σαλαβιόβ της την έπεφτε αλλά αυτή δεν ενέδιδε, μάλιστα το είπε και στον Λιχόνιν που δεν ήθελε να το πιστέψει. Μια μέρα την άρπαξε να τη φιλήσει, και τότε μπήκε, τυχαία όμως, στο δωμάτιο ο Λιχόνιν.

  Του ήλθε ουρανοκατέβατη η ευκαιρία που γύρευε να την ξεφορτωθεί. Την έδιωξε.

  Τι απέγινε;

  Προσπάθησε να κρατηθεί στη ζωή, όμως η πείνα είναι πείνα (θα ξαναδιαβάσω και το ομώνυμο μυθιστόρημα του Κνουτ Χαμσούν, το πρώτο που αγόρασα από το πρακτορείο της κυρίας Αεράκη), στο τέλος ενέδωσε στην πολιορκία ενός πλούσιου, για να καταλήξει πάλι στο μπουρδέλο από όπου την πήρε ο Λιχόνιν.   

  «Το μικρό μυαλό της – μυαλό πουλιού – και η απλοϊκή ψυχή της – ψυχή χωριατοπούλας…».

  Και σ’ αυτά τα δυο τελευταία μέρη δεν μπορεί να αποφύγει να μιλήσει κάποιες φορές υποτιμητικά για τις πόρνες.

  Μου θύμισε τον χαρακτηρισμό που έδωσε ένας φίλος για έναν ξάδελφό του: «… χαμηλής νοημοσύνης…».

  Τον ξέρω τον ξάδελφό του, δεν είναι καθόλου χαμηλής νοημοσύνης, απλά σαν απλός αγρότης δεν είναι κουλτουριάρης.

  Ναι, δεν πάει καθόλου παράλληλα η νοημοσύνη με την κουλτούρα, αυτό τείνουν να το ξεχνάνε πολλοί.

  «Εγώ, αν συμφωνείτε φυσικά, θα διαβάζω μαζί της το «Κεφάλαιο» του Μαρξ…» (σελ. 188).

  Πρώτον: Μπα, ο αναρχικός Λιχόνιν έκανε παρέα με έναν μαρξιστή;

  Δεύτερον: Βλέπουμε και εδώ το μοτίβο του Πυγμαλίωνα, που το είδαμε και στην ταινία «Ωραία μου κυρία», μεταφορά από τον «Πυγμαλίωνα» του George Bernard Shaw (να μια ευκαιρία να την ξαναδώ),

  Οι φίλοι του έχουν βαλθεί να τη μορφώσουν.

  Ξέχασα να το γράψω αυτό: Οι προθέσεις του Λιχόνιν ήταν να «σώσει» τη Λιούμπα από την αμαρτία, όχι να την κάνει ερωμένη του. Φυσικά την έκανε, το ίδιο βράδυ κιόλας. Βρέθηκε σε στιγμή αδυναμίας, της λέει. Η καημένη τον είχε ερωτευθεί.  

  Θυμήθηκα μια ανάλογη περίπτωση. Ήταν τότε που ήμουν φοιτητής. Μας την είπε ένας χωριανός μας για ένα συμφοιτητή του, Κύπριο. Τους έλεγε συχνά για μια πόρνη στην οποία ήταν πελάτης: «Πρέπει να τη βοηθήσουμε». Φυσικά οι φίλοι του κατάλαβαν τις προθέσεις του, ανάλογες με του Λιχόνιν.

  Κάποιος το σφύριξε στους γονείς του. Ήλθαν από την Κύπρο. Δεν θυμάμαι πώς τον νάρκωσαν, και μισοναρκωμένο τον έβαλαν στο αεροπλάνο και τον πήγαν στην Κύπρο.

  «Ύστερα από μερικά χρόνια, ο Λιχόνιν ομολογούσε με θλίψη και αρκετές τύψεις, πως αυτή η περίοδος ήταν το πιο ήρεμο και ευχάριστο κομμάτι όλης του της ζωής» (σελ. 205).

  Δεν χρειάζεται να σχολιάσω.

  «Μια μέρα ο Σαλαβιόβ της έφερε την Ιστορία της Μανόν Λεσκώ και του ιππότη ντε Γκριέ» (σελ. 14).

  Αντικατοπτρική ιστορία, με θλιβερό τέλος. Ήξερα από φοιτητής την όπερα, πριν δυο χρόνια διάβασα και το βιβλίο.

  «Αλλοίμονο αν για κάθε καλή μας πράξη προσμένουμε και άμεση πληρωμή» (σελ. 201).

  Κάνε καλό και ρίξε το στο γιαλό.

  Το έχω πολλές φορές εισπράξει και με το παραπάνω, ιδιαίτερα την τελευταία φορά.

  Είδα και το σήριαλ, (1914), το οποίο οι ρωσομαθείς μπορείτε να το δείτε εδώ.

  Ξεκινάει με τον trafficker, που στο μυθιστόρημα εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος. Επίσης, καθώς ο κινηματογράφος είναι showing σε αντίθεση με το telling του μυθιστορήματος, για να θυμηθούμε τη διάκριση του Henry James, μας δείχνει με ένα πολυμοναδικό επεισόδιο αυτό που μας λέει σε συμπερίληψη ο Κούπριν και που παραθέσαμε παραπάνω: «Γι’ αυτό κιόλας διαλέγουν σχεδόν πάντα τους αγαπητικούς τους ανάμεσα στους κλέφτες, τους φονιάδες, τους χαρτοπαίχτες, και τα κάθε λογής κατακάθια του υποκόσμου».

  Στο μυθιστόρημα ο Λιχόνιν δεν λέει σε κανέναν ότι μετάνιωσε, το σκέφτεται μόνο. Ό σεναριογράφος βέβαια θα μπορούσε να τον βάζει να το εξομολογείται σε έναν φίλο του. Όμως προτίμησε άλλη εκδοχή.

  Δεν είχε σκοπό να τη διώξει, αλλά όταν είδε τη σκηνή που αναφέραμε την έδιωξε. Αργότερα στο σήριαλ ρωτάει το φίλο του τι έγινε, νομίζει ότι μένει μαζί του. Αυτός του λέει ότι δεν είχε ενδώσει στο φλερτ του, όταν την έδιωξε αυτή έφυγε.

  Την έψαξε.

  Τελικά τη βρήκε στο μπουρδέλο, όπου αναγκάστηκε μετά από διάφορες περιπέτειες να ζητήσει καταφύγιο, παρακαλώντας τη ματρόνα (ίδια η Δέσπω Διαμαντίδου) να τη συγχωρέσει.

  Της ζητάει συγνώμη και την παρακαλεί να έλθει πάλι μαζί του.

  Φυσικά αυτή αρνείται.

  Όταν αυτός φεύγει, αυτή ξεσπάει σε λυγμούς.

  Δεν είχε πάψει να τον αγαπά.

  Ο σεναριογράφος, το τέλος που δίνει στην Ταμάρα το δίνει στη Λιούμπα.

  Κλέβει το πορτοφόλι ενός πλούσιου πελάτη που έχει αποκοιμηθεί και το σκάει. Πηγαίνει στο σταθμό του τραίνου. Εκεί τη βλέπει ένας πελάτης. Βγάζει το πορτοφόλι για να πληρώσει το εισιτήριο. Ο πελάτης αυτός βλέπει τα πολλά χρήματα. Ενώ αυτή περιμένει το τραίνο στην αποβάθρα, αυτός την πλησιάζει και τη μαχαιρώνει.

  Της παίρνει και το μενταγιόν της.

  Το δωρίζει στη Τζένια.

  Αυτή, που είχε διαβάσει στην εφημερίδα για το φόνο της Λιούμπα, καταλαβαίνει ότι είναι ο δολοφόνος της. Και ενώ είχε αποφασίσει να σταματήσει να σκορπάει τη σύφιλη (έναν νεαρό, σχεδόν παιδί, τον λυπήθηκε και τον έδιωξε, αφού του έδειξε τα σημάδια της σύφιλης για να μην έχει καμιά αμφιβολία), αυτόν τον πήρε.

  Όταν ήλθε ο γιατρός για επιθεώρηση, καθώς είχαν γίνει πια εντελώς εμφανή τα σημάδια της αρρώστιας και ήξερε ότι ο γιατρός θα την ανακάλυπτε, αυτοκτόνησε. Στο σημείωμα που άφησε είπε ότι πεθαίνει ικανοποιημένη που εκδικήθηκε τον θάνατο της Λιούμπα.

  Το σήριαλ έχει ένα σαρδόνιο τέλος: ο τράφικερ φέρνει στο μπουρδέλο την καινούρια του γυναίκα.

  Trivia: Πολύ ωραία γυναίκα η Katerina Shpitsa (Екатерина шпица) στο ρόλο της Λιούμπα. Τη βρήκα στο Instagram και την ακολούθησα.

  Ξέχασα να κάνω το σχόλιο:

  Συχνά το αν θα γίνει ένα μυθιστόρημα best seller καθορίζεται από το θέμα του. Πιστεύω ότι είναι η περίπτωση της «Γιάμα» όπως και η περίπτωση της «Λολίτας». Όμως και για μένα το θέμα μπορεί να αποτελέσει κίνητρο να διαβάσω ένα βιβλίο ή να δω μια ταινία. Γι’ αυτό  είδα και την ταινία του Aleksandr Gordon, «Brothel lights» (2011), στην οποία έχει έναν δεύτερο ρόλο η Σπίτσα.

  Και ένα τελευταίο που παραλίγο να το ξεχάσω.

  Μια ερωτική ιστορία που δεν διαδραματίζεται στο μπουρδέλο και δεν τη θυμάμαι στο μυθιστόρημα. Μπορεί να δόθηκε σε σύντομη περίληψη και γι’ αυτό.

  Είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα ενός πρίγκηπα. Αυτός τον καλεί να δώσει εξηγήσεις. Του ομολογεί ότι είναι ερωτευμένος με τη γυναίκα του, όμως καταλαβαίνει, δεν θα την ξαναδεί, θα φύγει από την πόλη.

  Όμως δεν φεύγει από την πόλη, φεύγει από τη ζωή.

  Αυτοκτονεί.