Book review, movie criticism

Monday, August 21, 2017

Stanley Kubrick, The shining ( Η λάμψη, 1980)

Stanley Kubrick, The shining ( Η λάμψη, 1980)


  Από σήμερα στο Σινέ Παρί, σε επανέκδοση.
  Πρώτα πρώτα δυο λόγια για τον τίτλο. Αναρωτιόμουνα τι σήμαινε «The shining», που αποδόθηκε στα ελληνικά με τη λέξη «Λάμψη». Στην ταινία υπήρξε η διευκρίνιση. Όμως η λέξη είναι λάθος. Μιλάω σαν συγγραφέας που έχω γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία. Ο σωστότερος τίτλος θα ήταν «Clairvoyance», που σημαίνει ικανότητα να βλέπεις εξωαισθητηριακά, γεγονότα τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος. Ο μικρός γιος είχε αυτή την ικανότητα, όπως και ο μαύρος μάγειρας. Στη ταινία βλέπουμε ένα φαινόμενο τηλεπάθειας ανάμεσα στους δυο.
  Η Τζακ με τη γυναίκα του και τον μικρό γιο τους πρόκειται να καταλύσουν σε ένα ορεινό ξενοδοχείο που μένει κλειστό το χειμώνα εξαιτίας των χιονοπτώσεων. Θα το προσέχουν, ενώ ταυτόχρονα ο Τζακ θα μπορέσει να αφιερωθεί απερίσπαστος στη συγγραφή. Όμως το ξενοδοχείο είναι στοιχειωμένο. Ένας προηγούμενος επιστάτης κατακρεούργησε τη γυναίκα του και τις δυο τους κόρες. Τα φαντάσματά τους δεν θα αργήσουν να εμφανιστούν, αρχικά στο γιο, και στη συνέχεια στον Τζακ και στη γυναίκα του.
 Ο Τζακ, διαταραγμένος ψυχολογικά και με την παρότρυνση του προηγούμενου επιστάτη θα επιχειρήσει να σκοτώσει το γιο του και τη γυναίκα του. Θα τα καταφέρει; Δεν θα κάνω σπόιλερ, πολλοί όμως που έχουν δει την ταινία μια και είναι επανέκδοση θα θυμούνται. Εγώ δεν θυμόμουν. Μόνο στο τέλος θυμήθηκα.
  Το έχω ξαναγράψει, θα το γράψω και σήμερα αναλυτικά.
  Δεν μου αρέσουν τα horror. «Η λάμψη», διαβάζω στον ελληνικό σύνδεσμο που παραθέτω, θεωρείται η δεύτερη καλύτερη ταινία τρόμου μετά το «Ψυχώ» του Χίτσκοκ. Θα επαναλάβω άλλη μια φορά, ποτέ δεν θα πω για μια ταινία ότι είναι κακή επειδή το είδος της δεν μου αρέσει. Ήταν συναρπαστική, αλλά για μένα ψυχοπλακωτική. Δεν θέλω να ψυχοπλακώνομαι, γι’ αυτό προτιμώ τις κωμωδίες. Αυτό όμως που μου ήλθε στο μυαλό σκεφτόμενος την ταινία είναι μια διαφορά ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη λογοτεχνία, την οποία προτιμώ (το διδακτορικό μου έχει τίτλο «Αφηγηματικές τεχνικές»). Στη λογοτεχνία, ποτέ δεν θα βάλεις στο ίδιο τσουβάλι τον Ντοστογιέφσκι και τον Σταντάλ με τον Στίβεν Κινγκ (από δικό του βιβλίο είναι το σενάριο) και τον Χ.Φ. Λάβκραφτ, για να μην αναφέρω άλλα ονόματα. Στον κινηματογράφο όμως μπαίνει στο ίδιο τσουβάλι ο Χίτσκοκ με τον Μπέργκμαν.
  Και όχι μόνο.
  Υπάρχουν σκηνοθέτες που περιφέρονται στα είδη, κάτι που δεν συμβαίνει με τους συγγραφείς, από όσο ξέρω τουλάχιστον. Ο Gus van Sant θα γυρίσει drama, αλλά θα κάνει remake το «Ψυχώ». Και βέβαια ο Κιούμπρικ.   

  Αν σας αρέσουν τα έργα τρόμου, σίγουρα πρέπει να το δείτε. Αλλά και όλοι εσείς που τα αντέχετε. Ο Τζακ Νίκολσον είναι εκπληκτικός στο ρόλο του ψυχικά διαταραγμένου (έχει ταλέντο σ’ αυτό το ρόλο, ας θυμηθούμε τη «Φωλιά του κούκου» και το «Καλύτερα δεν γίνεται»). Το ίδιο και η Shelley Duvall στο ρόλο της τρομοκρατημένης γυναίκας. 

Thursday, August 17, 2017

Rebecca Zlotowski, Planetarium (Πλανητάριο 2016)

Rebecca Zlotowski, Planetarium (Πλανητάριο 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Η Ναταλί Πόρτμαν και η Lily-Rose Depp (κόρη του Johnny Depp) διοργανώνουν πνευματιστικές συνεδρίες. Η Ναταλί είναι ο ιθύνων νους και η αδελφή της, η Λίλι-Ρόουζ, το προικισμένο διάμεσο (medium). Όποιος θέλει από το κοινό μπορεί να ζητήσει την επαφή με κάποιον πεθαμένο δικό του. Αυτός «καταλαμβάνει» το μέντιουμ και μέσω αυτού μιλάει.
  Κάποια στιγμή γνωρίζονται με τον Αντρέ Κορμπέν. Διευθύνει μια κινηματογραφική εταιρεία. Βρίσκεται σε προστριβές με τους μετόχους της για τα οικονομικά της. Τις προσλαμβάνει για προσωπικές συνεδρίες, αλλά και να παίξουν σε μια ταινία που θα έχει σαν θέμα τον πνευματισμό.
  Εντάσεις, αντιπαραθέσεις, έρωτες, χαρακτηρίζουν τις ζωές τους. Οι δυο θα έχουν τραγική κατάληξη. Ας μη ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο μεσοπόλεμο, ο Μουσολίνι βρίσκεται στην εξουσία, και ο αντισημιτισμός δεν χαρακτηρίζει μόνο τους ναζί, αυτό πια είναι σε όλους γνωστό.
  Έχοντας γράψει ένα βιβλίο για την παραψυχολογία («Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα;», Θυμάρι 1981) η ταινία είχε ένα πρόσθετο ενδιαφέρον για μένα. Όμως ο πνευματισμός είναι απλά ένα φόντο. Εξάλλου κάποια από τα πρόσωπα του έργου τον αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό. Και βέβαια δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να τον συζητήσουμε. Αν κάποιος είναι ιδιαίτερα περίεργος για τις απόψεις μου πάνω στο θέμα δεν έχει παρά να αγοράσει το βιβλίο μου που, παρεμπιπτόντως, έκανε και δεύτερη έκδοση το 1991.
 


Agustí Villaronga, Incerta Gloria (Αβέβαιος Θρίαμβος, 2017)

Agustí Villaronga, Incerta Gloria (Αβέβαιος Θρίαμβος, 2017)
  

Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Όταν τα επεισόδια της πλοκής συμβαίνουν σε ένα κοινωνικοπολιτικό φόντο που είναι ενδιαφέρον, συνήθως αποτελούν το πρόσχημα. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με την ταινία «Αβέβαιος θρίαμβος» του Agustí Villaronga. Με φόντο τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο (νομίζω δεν ακούσαμε ούτε ένα πυροβολισμό, αν και είδαμε ένα βομβαρδισμό) βλέπουμε να εκτυλίσσεται ένα δράμα, ή καλύτερα μια τραγωδία. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας για την φιλενάδα του φίλου του Luís θα οδηγήσει τον Soleràs σε μια απόπειρα αυτοκτονίας. Η αποτυχία του θα έχει κάποιες συνέπειες. Ο Luís δεν αγαπάει ιδιαίτερα τη φίλη του με την οποία έχει κάνει ένα γιο, και δεν βιάζεται να νομιμοποιήσει τη σχέση τους-εξάλλου βρίσκονται στο μέτωπο. Έχει ερωτευθεί την ιδιοκτήτρια του πύργου στον οποίο μένουν. Αυτή θα τον χρησιμοποιήσει για να πετύχει τον στόχο της, να νομιμοποιήσει τη θέση της σαν ιδιοκτήτρια.
  Να πούμε ότι στο έργο ακούμε περισσότερο καταλανικά και λιγότερο καστιλιάνικα, η άλλη ονομασία για τα ισπανικά.  

  Συναρπαστική ταινία, με το φινάλε μιας τραγωδίας.

Vittorio de Sica, Woman seven times (Επτά φορές γυναίκα, 1967)

Vittorio de Sica, Woman seven times (Επτά φορές γυναίκα, 1967)


Από σήμερα στους κινηματογράφους.  
Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι η Σίρλεϊ Μακ Λέιν είναι τόσο σπουδαία ηθοποιός. Με μάγεψε κυριολεκτικά στην ταινία «Επτά φορές γυναίκα» του Βιτόριο ντε Σίκα. Παίζοντας επτά διαφορετικούς γυναικείους ρόλους σε ισάριθμες ιστορίες μπόρεσε να αναπτύξει την πλατιά εκφραστική της γκάμα. Ο πρώτος ρόλος είναι της τεθλιμμένης χήρας, που δεν αντιστέκεται ιδιαίτερα στο φλερτ του Πίτερ Σέλερς στη διάρκεια της επικήδειας πομπής του συζύγου της (Η ταινία είναι κωμωδία). Ο δεύτερος είναι αυτός της απατημένης γυναίκας που προσπαθεί να το παίξει πόρνη για εκδίκηση, όμως χωρίς επιτυχία. Ο τρίτος είναι της σεξουλιάρας. Διερμηνέας, αντιστέκεται στα φλερτ σε μια δεξίωση, δίνοντας την εντύπωση μιας πολύ σοβαρής γυναίκας. Όμως αργότερα θα δούμε έναν άλλο χαρακτήρα, τρελούτσικο, που θα ξεσαλώσει με δύο, τους πιο επίμονους. Ο τέταρτος είναι της παραμελημένης, αλλά ερωτευμένης γυναίκας. Ζηλεύει την ηρωίδα του συγγραφέα συζύγου της και προσπαθεί να της μοιάσει, με αποτέλεσμα να την περάσουν για τρελή. Ο πέμπτος είναι της πλούσιας φιλάρεσκης, που δεν ανέχεται να φορέσει κάποια το ίδιο φόρεμα με το δικό της σε μια κοσμική εκδήλωση. Ο έκτος όμως δεν είναι τυπικός. Ξέρουμε για τις αυτοκτονίες ερωτευμένων στην Ιαπωνία και στην Κίνα, όμως επειδή οι γονείς αντιτίθενται στο γάμο τους. Εδώ το ζευγάρι είναι παντρεμένοι, αλλά όχι μεταξύ τους. Αποφασίζουν να αυτοκτονήσουν μαζί, μη αντέχοντας ένα παράνομο δεσμό. Όμως φαίνεται ότι δεν είναι και τόσο αποφασισμένοι. Ο τελευταίος ρόλος είναι ολότελα τυπικός: της παντρεμένης γυναίκας που καλοβλέπει κάθε υποψήφιο θαυμαστή. Όμως ο συγκεκριμένος τύπος (Ο Μάικλ Κέιν, τριαντάρης, που πρόσφατα τον είδαμε πενηντάρη («Η Χάνα και οι αδελφές της» και ογδοντάρη «Εκδίκηση με στυλ»), για άλλο λόγο την παρακολουθεί.

  Εξαιρετική κωμωδία, μην την χάσετε. 

Bernardo Bertolucci, Il comformista ( Ο κομφορμίστας 1970)

Bernardo Bertolucci, Il comformista ( Ο κομφορμίστας 1970)


  Από σήμερα στο Ζέφυρο, σε επανέκδοση.
  Θυμάμαι πόσο με εντυπωσίασε αυτή η ταινία όταν την πρωτοείδα, φοιτητής, όπως και ο «Μίμης ο σιδεράς».
  Με φόντο το μεσοπόλεμο στη φασιστική Ιταλία, ο Μπερτολούτσι φτιάχνει ένα καταπληκτικό θρίλερ. Ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν αναλαμβάνει μια αποστολή: να εκτελέσει τον αντιφασίστα καθηγητή του που έχει καταφύγει στο Παρίσι. Και αιωρείται το σασπένς: θα φέρει σε πέρας την αποστολή του;
  Με επιδεξιότητα ο Μπερτολούτσι σκιαγραφεί τους χαρακτήρες της ιστορίας, κάνοντας ταυτόχρονα μια οξύτατη σάτιρα της μικροαστικής κοινωνίας της Ιταλίας του μεσοπολέμου, εκείνης που ακολούθησε τον Μουσολίνι στην περιπέτεια του φασισμού.
  Η ταινία χωρίζεται χονδρικά σε τρία μέρη. Το πρώτο, μικρότερο, μόλις δέκα λεπτά, έχει υφολογικό ενδιαφέρον. Οι επεισόδια είναι περίπου ανεξάρτητα, και οι χώροι έχουν ένα κυβιστικό χαρακτήρα, με τις ευθείες γραμμές και τα κανονικά γεωμετρικά σχήματα να κυριαρχούν. Σε ένα επεισόδιο, κατακερματισμένο σε πλάνα, μέσα σε ένα αυτοκίνητο ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν μιλάει στον οδηγό, ο οποίος δεν φαίνεται. Το περιεχόμενο της συζήτησής τους μου φάνηκε εντελώς ακατανόητο, και μπόρεσα να το κατανοήσω μόνο ξαναβλέποντας το δεκάλεπτο αυτό αφού είχα δει την ταινία. Και είδα ότι τοποθετείται χρονικά στο τέλος της ιστορίας, πριν από τον επίλογο, τα τελευταία 13 λεπτά του έργου, που τοποθετούνται χρόνια αργότερα, όταν ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ έχει αποπέμψει τον Μουσολίνι και έχει τοποθετήσει πρωθυπουργό και γενικό γραμματέα του κράτους τον στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο, ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό των συμμάχων. Η ιστορία τελικά ήταν μια αναδρομή. Από το δεκάλεπτο αυτό αντέγραψα τον παρακάτω διάλογο. Μιλάει ο  Ζαν Λουί Τρεντινιάν με ένα φασίστα αξιωματούχο.
  –Δεν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί οι άνθρωποι θέλουν να συνεργάζονται μαζί μας; Μερικοί το κάνουν από φόβο. Οι περισσότεροι από αυτούς, για το χρήμα. Από πίστη στο φασισμό, πολύ λίγοι. Αλλά εσείς, όχι. Αισθάνομαι ότι δεν είσθε κυβερνητικός για κανένα από τους ανωτέρω λόγους.
   –Και πότε μπορώ να έχω μιαν απάντηση;
   –Ελπίζω σύντομα. Αν έβαζα κατά μέρος τον ιδεαλιστή επαναστάτη, θα έπρεπε να αναρωτηθώ ποιος είναι ο στόχος σας.
  –Θα ετοιμαστώ να πάω μόλις το αποφασίσετε.
  –Περίφημα. Θα σας συστήσω στον υπουργό.    
  Στην έμμεση ερώτηση δεν απαντάει. Και εμείς δεν μπορούμε να υποθέσουμε. Στο τέλος της ταινίας, όταν θα μπορούσαμε να απαντήσουμε, εμείς έχουμε ξεχάσει αυτό τον διάλογο. Όταν ξαναείδα αυτό το άτυπο σύντομο πρώτο μέρος, έδωσα την απάντηση: από κομφορμισμό· όπως και το γεγονός ότι παντρεύτηκε μια ακαλλιέργητη μικροαστή, την Στεφανία Σαντρέλι. Και βέβαια ο κομφορμισμός του φαίνεται πιο χαρακτηριστικά στο τέλος της ταινίας, όταν ο φασισμός έχει καταρρεύσει, καθώς καταγγέλλει στους περαστικούς ακόμη και τον τυφλό φίλο του που έβγαζε λόγους στο ραδιόφωνο υπέρ του Μουσολίνι ότι είναι φασίστας.

  Άκουσα ότι θεωρείται η καλύτερη ταινία του Μπερτολούτσι. Σίγουρα είναι μια από τις καλύτερές του. 

Thursday, August 10, 2017

Gennaro Nunziante, Sole a Catinelle (Και ο θεός να βάλει το χέρι του, 2013)

Gennaro Nunziante, Sole a Catinelle (Και ο θεός να βάλει το χέρι του, 2013)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Κάλιο αργά παρά ποτέ, ανακάλυψαν επί τέλους τον Gennaro Nunzuante και τον Checco Zalone, οι οποίοι έκαναν τέσσερις από τις πιο καταπληκτικές κωμωδίες που είδα ποτέ. Η μια προβλήθηκε επίσης πρόσφατα, το «Τι όμορφη μέρα».
  Το δίδυμο εδώ είναι πατέρας και γιος. Ο πατέρας βρίσκεται σε διάσταση με τη μητέρα του, αφού οδήγησε το νοικοκυριό τους σε πλήρη χρεοκοπία, αγοράζοντας με πίστωση ελπίζοντας ότι οι δουλειές του (πωλητής ηλεκτρικών σκουπών) θα πήγαιναν πάντα καλά. Αλλά σταμάτησαν να πηγαίνουν όταν του τέλειωσαν οι συγγενείς.
  Υπόσχεται στο γιο του να τον πάει διακοπές αν πάρει σε όλα τα μαθήματα δέκα. Σπάει ο διάολος το πόδι του και παίρνει πράγματι δέκα. Τι να κάνει; Τον παίρνει για διακοπές. Πού; Σε ένα χωριό όπου βρίσκεται μια θεία του που είχε να τη δει χρόνια. Τσιγκούνα η θεία του, θα αρχίσουν τα πρώτα προβλήματα με τον μικρό. Είναι έτοιμος να τον εγκαταλείψει πηγαίνοντας για διακοπές με κάτι φίλους της μητέρας του, αλλά δεν το αντέχει βλέποντάς τον να κλαίει. Και η τύχη τους χαμογελάει. Η γνωριμία με μια πλούσια γυναίκα, που βρίσκεται σε διάσταση με τον άντρα της, θα τους κάνει να περάσουν υπέροχες διακοπές. Πώς έγινε η γνωριμία; Ο γιος του έκανε παρέα με το γιο της, που λόγω των ψυχολογικών του προβλημάτων είχε ένα χρόνο να μιλήσει και χάρη σ’ αυτή την επαφή μίλησε.
  Εν τάξει, να μη σας πούμε όλη την υπόθεση, σας υποσχόμαστε ότι αν την δείτε την ταινία θα γελάσετε με την καρδιά σας.

    Να μην το ξεχάσουμε, υπάρχει και ένα μήνυμα στην ταινία: Sole a catinelle, ήλιος στη βροχή. Ακόμη και στις μεγαλύτερες αναποδιές πάντα λάμπει η ελπίδα. Κοντολογίς, ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε την αισιοδοξία μας.  

Lina Wertmüller, Mimi il metallurgico ferito nell’ onore (Μίμης ο σιδεράς, 1972)



Lina Wertmüller, Mimi il metallurgico ferito nell’ onore (Μίμης ο σιδεράς, 1972)



  Από σήμερα σε επανέκδοση στο Ζέφυρο.
  Θυμάμαι πόσο μου άρεσε όταν την πρωτοείδα. Τεταρτοετής φοιτητής, σε ένα θερινό σινεμά κοντά στο σπίτι μου, στην αρχή της Ιπποκράτους. Και η σκηνή που οι δυο απατημένοι εκδικούνται μου έμεινε αξέχαστη.
  Ο Μίμι από απολυμένος εργάτης ορυχείου στην πατρίδα του (ψήφισε λάθος κόμμα) βρίσκεται εργάτης στης οικοδομές στο Τορίνο. Θα βρεθεί μπλεγμένος, αλλά θα ξεμπλέξει και θα βρεθεί βιομηχανικός εργάτης, μεταλλουργός. Οι απειλές και οι υποσχέσεις της μαφίας έπιασαν τόπο.
  Τη γυναίκα του, την ντροπαλή Ροζαλία, την άφησε στην Κατάνια. Εδώ θα τα φτιάξει με την Φιόρε, θα κάνουν μάλιστα και ένα παιδί. Όμως η μαφία τον θέλει πίσω στην Κατάνια, και εκεί τα πράγματα περιπλέκονται. Πρέπει να κρύψει τη Φιόρε. Αλλά, απαίτηση της Φιόρε, δεν θέλει να έχει σεξουαλικές σχέσεις με τη γυναίκα του. Προφασίζεται τον κουρασμένο. Αυτή, παρατημένη, θα ενδώσει στην πολιορκία του ενωμοτάρχη και θα μείνει έγκυος. Όταν το μαθαίνει ο Μίμι, γίνεται έξαλλος, ξεχνώντας ότι την έχει ήδη κερατώσει ο ίδιος. Μανιασμένος ουρλιάζει ότι την κεράτωσε κι αυτός. Το μαχαίρι που του πέταξε πέρασε ξυστά δίπλα του και καρφώθηκε στην πόρτα. Αρπάζει άλλο, και προσπαθεί να τον μαχαιρώσει.
  Η ταινία απολαυστικότατη, αλλά πικρό το τέλος. Τα θέματα που πραγματεύεται είναι ο συμβιβασμός και ο πουριτανισμός, ο έρωτας και η απιστία, και πρώτα απ’ όλα η αίσθηση περί τιμής, ενώ το πολιτικό βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο.

Marc Williams, A family man (Ο σύμβουλος, 2016)



Marc Williams, A family man (Ο σύμβουλος, 2016)
 

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το λέω πολλές φορές στους φίλους μου για να το εμπεδώσω και ο ίδιος: δεν μπορείς να έχεις και την πίττα σωστή και το σκύλο χορτάτο.
  Ο Gerard Butler είναι ένας επιτυχημένος κεφαλοκυνηγός (αναζητεί ταλέντα για διάφορες επιχειρήσεις), και μάλιστα αν ανεβάσει το σκορ του θα γίνει ο διευθυντής της εταιρείας. Αν, γιατί υπάρχει και μια αντίζηλος που μπορεί να τον προλάβει.
  Η γυναίκα του η Gretchen Mol δεν εργάζεται, ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών.
  Κακό πράγμα να μην εργάζεται η γυναίκα, γιατί καθώς είναι μόνη όλη μέρα στο σπίτι νοιώθει να της λείπει ο άντρας της, και του γκρινιάζει. Όμως ποιος κουβαλάει για το σπίτι; Ποιος δάνεισε τον αδελφό της όταν χρειαζόταν λεφτά;
  Τα πράγματα θα ανατραπούν όταν ο μικρός γιος τους (έχουν και μια πιο μικρή κόρη) παθαίνει λευχαιμία. Θα αμελήσει τη δουλειά του για να βρίσκεται κοντά του στο νοσοκομείο. Και όταν πέφτει σε κώμα και ο γιατρός τους συμβουλεύει να μιλάνε για να ακούει τη φωνή τους, θα τηλεφωνεί στους πελάτες του από το νοσοκομείο, καθισμένος δίπλα στο κρεβάτι του.
  Υπάρχει όμως και ένα άλλο θέμα στην ταινία, που θα αναπτυχθεί προς το τέλος της. Αυτό είναι η παροιμία «Κάνε καλό και ρίξε το στο γιαλό». Αποκαλύπτοντας το θέμα αυτό νομίζω ότι μπορεί κανείς να καταλάβει αν το τέλος είναι happy ή unhappy.
  Εξαιρετικός ο Gerard Butler στο ρόλο του, αλλά και η Gretchen Mol. Εξαιρετικός και ο Willem Dafoe («Ο τελευταίος πειρασμός») στον δεύτερο ρόλο του προϊσταμένου του Gerard. Κάποιοι μπορεί να θεωρήσουν την υπόθεση μελό, αλλά εμένα μου αρέσουν τα μελό, αρκεί να είναι καλοπαιγμένα.  

Eleanor Coppola, Paris can wait, (Το Παρίσι μπορεί να περιμένει, 2016)

Eleanor Coppola, Paris can wait, (Το Παρίσι μπορεί να περιμένει, 2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πάλι θα μιλήσω για τη σύμπτωση. Πριν λίγες μέρες είδαμε την ταινία του Michael Winterbottom «Ταξίδι στην Ισπανία» (θα αναρτήσουμε για την ταινία στις 24 Αυγούστου, όταν θα αρχίζει να παίζεται στους κινηματογράφους), με την οποία «Το Παρίσι μπορεί να περιμένει» έχει ένα κοινό σημείο: το φαγοπότι. Ταξιδεύοντας στην Ισπανία οι δυο ήρωες, γευματίζοντας σε διάφορα εστιατόρια, συζητάνε για διάφορα (κινηματογράφο, λογοτεχνία, κ.ά), ενώ βλέπουμε τα γκαρσόνια να κουβαλάνε συνεχώς λαχταριστούς μεζέδες. O Αrnaud Viard, συνεργάτης του Alec Baldwin, προθυμοποιείται να πάει με το αμάξι του την Diane Lane, τη γυναίκα του, στο Παρίσι, μια και αυτή, εξαιτίας ενός προβλήματος με το αυτί της, δεν μπορεί να ταξιδέψει με το αεροπλάνο. Δεν βιάζεται να πάνε, σε αντίθεση με αυτή. Στο δρόμο θα σταματήσουν πολλές φορές (κάθε ώρα, λέει, πρέπει να σταματάνε για να ξεκουράζεται) για να φάνε (πάλι τα γκαρσόνια με λαχταριστά φαγητά) αλλά και για να την ξεναγήσει σε ενδιαφέρονται μέρη. Είδαμε και το μουσείο Λιμιέρ, με τις πρώτες κάμερες των αδελφών που ήσαν οι εφευρέτες της έβδομης τέχνης.
  Εξαιρετικός ο Arnaud Viard στο ρόλο του. Χαλαρός, φλερτάρει όχι ιδιαίτερα διακριτικά την Diane. Χαρακτηριστικό είναι το επεισόδιο που τους χαλάει το αμάξι. Ξαφνικά αρχίζει να βγάζει καπνούς. Οποιοσδήποτε άλλος θα αναστατωνόταν, αυτός καθόλου. Παίρνει την Diane και πάνε στην παρακείμενη όχθη ενός ποταμού να κάνουν πικνίκ. Και όταν επιστρέφουν τι γίνεται; Είναι ανίκανος να προσδιορίσει τη βλάβη. Η Diane αναλαμβάνει, βλέπει ότι είναι κομμένος ο ιμάντας του ventilataire, βγάζει την κάλτσα της και με αυτή τον αντικαθιστά μέχρι να φτάσουν στο πλησιέστερο συνεργείο.

  Soft comedy, χαριτωμένη, μας άρεσε.     

Δήμος Αβδελιώδης, Το δένδρο που πληγώναμε (1986)



Δήμος Αβδελιώδης, Το δένδρο που πληγώναμε (1986)
 

  Από σήμερα στους κινηματογράφους σε επανέκδοση.
  Μια ακόμη ταινία νοσταλγίας, όχι μόνο της γενέθλιας γης όπως «Η εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» η οποία ήλθε μετά, αλλά και των παιδικών χρόνων. Εδώ η πλοκή είναι υποτυπώδης. Το δένδρο που πληγώνανε, το μαστιχόδενδρο, δεν έχει καμιά σχέση. Πιασάρικος τίτλος, όμως πιο ταιριαστός θα ήταν «Τα παιδιά χρόνια», αυτός που έδωσε ο Μαξίμ Γκόρκι στην πρώτο τόμο της τρίτομης αυτοβιογραφίας του.
  Κεντρικά πρόσωπα είναι ο αφηγητής και ο φίλος του. Κάποια στιγμή οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν, όμως αποκαταστάθηκαν γρήγορα. Ήλθε το καλοκαίρι, και μαζί με άλλα παιδιά άρχισαν να επιδίδονται στις συνηθισμένες «διαολιές», που μου θύμισαν και τα δικά μου παιδικά χρόνια. Σχεδόν όλα όσα είδα στην ταινία τα κάναμε κι εμείς. Είδα τις σφεντόνες (κάπου έχω αφηγηθεί τη δική μου ιστορία με τον αγροφύλακα του χωριού), τα τσουρλιά, τη μακρά γαϊδούρα, το κορόιδεμα του τρελού του χωριού, την κλεψά.
  Θυμάμαι, λέγαμε, «Πάμε στην κλεψά;», όπως θα λέγανε άλλοι αργότερα «πάμε πλατεία;». Συνήθως συμφωνούσε η παρέα. Πηγαίναμε τότε στα περβόλια και τρώγαμε από τα δένδρα, ό,τι βρίσκαμε. Ποτέ δεν κρατάγαμε τσάντες, ποτέ δεν γεμίζαμε τις τσέπες, τρώγαμε όσο μας έκανε κέφι και φεύγαμε.
  Δεν πηγαίναμε πάντα στην κλεψά. Μια φορά, θα ήμασταν τότε πεντέξι χρονών, μας λέει ο φίλος μου ο Αντώνης να πάμε στου Βασιλικιώτη το περβόλι, που είναι φίλος του, να φάμε τζάνεργια. Πήγαμε, κόψαμε, φάγαμε, όταν ξαφνικά ακούμε τη θεία την Αθηνά (ήταν σαν θεία μου, τόσο με αγαπούσε) να ξεφωνίζει «Ωρέ κερατάδες, στου ανθρώπου τη τζανεριά; Εγώ θα σασε καταστέσω, θα το πω του Κυδώνη (ο Κυδώνης ήταν ο αγροφύλακας). Εγώ, που εκείνη τη στιγμή ήμουν πάνω στην τζανεριά, γκρεμοτσακίστηκα κάτω. Άρχισα να έχω αμφιβολίες. –Μα εμένα είναι φίλος μου, να επιμένει ο Αντώνης. Ο Βασιλικώτης, που το σπίτι του ήταν λίγο πιο πάνω, κάθε φορά που περνούσε και τον έβλεπε, του φώναζε «Ήντα κάνει ο φίλος μου το Αντωνιό».
  Είδα και το ξεσμήλιωμα των σφηκών (όμως αυτές που είδα στην ταινία και χαρακτηρίστηκαν σαν σφήκες εμείς τους ξέραμε ως σβούρους, που το τσίμπημά τους προκαλούσε πολύ περισσότερο πόνο από ό,τι το τσίμπημα της σφήκας).
  Και θυμήθηκα μια σκηνή από τα μαθητικά μου χρόνια. Μπαίνει μέσα ο καθηγητής και εμείς κάναμε ζζζζζζζζζζ. Και ο καθηγητής οργισμένος: «Ποιος κάνει ωρέ τη σφήκα, να γενώ σβούρος να τονε πνίξω». Βέβαια δεν κάναμε τη σφήκα, κάναμε το ζουζουνητό της μέλισσας.
  Εδώ θα ήθελα να παραθέσω ένα απόσπασμα από ένα κείμενο που έγραψα για την «Ιλιάδα».
  «Οι παρομοιώσεις είναι άφθονες, και έχουν κυρίως να κάνουν με την αγροτική και την ποιμενική ζωή αλλά και τις δυνάμεις της φύσης. Λιοντάρια, αγριόχοιροι και ελάφια εμφανίζονται συχνά σ’ αυτές. Όμως μια μου άρεσε ιδιαίτερα.
«Αὐτίκα δὲ σφήκεσσιν ἐοικότες ἐξεχέοντο
εἰνοδίοις, οὓς παῖδες ἐριδμαίνωσιν ἔθοντες
— αἰεὶ κερτομέοντες ὁδῷ ἔπι οἰκί' ἔχοντας
νηπίαχοι· ξυνὸν δὲ κακὸν πολέεσσι τιθεῖσι.
τοὺς δ' εἴ περ παρά τίς τε κιὼν ἄνθρωπος ὁδίτης
κινήσῃ ἀέκων, οἳ δ' ἄλκιμον ἦτορ ἔχοντες
πρόσσω πᾶς πέτεται καὶ ἀμύνει οἷσι τέκεσσι» (Π 259-265).
  Και χύθηκαν (οι Αχαιοί) σαν σφήκες που ’χουν σε δρόμο τη σφηκιά τους, κι’ έχουν συνήθεια τα παιδιά να τις ερεθίζουν συνεχώς πειράζοντας, τα ανόητα, επειδή κάμανε τη φωλιά τους στο δρόμο· και φέρνουν έτσι κακό ομαδικό σε άλλους αθώους ανθρώπους. Και αν κανείς διαβάτης τις ξεσηκώσει άθελά του, μόνο που πέρασε δίπλα τους, εκείνες με γενναία καρδιά όλες μαζί πετούνε μπροστά και τα παιδιά τους υποστηρίζουν.
  Εν τάξει, δεν θα το ’λεγα ανοησία, αλλά παιδική σκανδαλιά. Κάποτε, όταν ήμουν μικρός, μας κυνήγησαν άγρια και από τότε δεν το ξανάκανα».  
  Τέλος είδαμε και μια σκηνή από το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα». Η Ιουλιέτα, δεκατριάχρονη όπως και στον Σαίξπηρ, ήλθε για διακοπές με τους δικούς της, από την Αθήνα ίσως. Το τέλος δεν ήταν happy, αλλά ούτε και τραγικό όπως στον Σαίξπηρ, ίσως γιατί ο Ρωμαίος ήταν μόνο έντεκα χρονών. Απλούστατα με το τέλος του καλοκαιριού έφυγε με τους γονείς της από το χωριό. Ο Ρωμαίος μας, απελπισμένος, πήρε από πίσω το αυτοκίνητο. Έκοψε δρόμο, όμως δεν κατάφερε να το προφτάσει.
  Πάρα πολύ ωραία ταινία, πολυβραβευμένη.
  Αφού είδαμε την «Εαρινή σύναξη των αγροφυλάκων» να όψει της επανέκδοσης του «Δένδρου που πληγώναμε», είπαμε να δούμε και τη «Νίκη της Σαμοθράκης», σχηματίζοντας έτσι μια συνολική εικόνα για τον Αβδελιώδη.