Book review, movie criticism

Showing posts with label Διήγημα. Show all posts
Showing posts with label Διήγημα. Show all posts

Saturday, September 30, 2017

Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»

  Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»

  Σήμερα το πρωί (26-7-2014) πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου την Ελένη την Γκίκα. Μου είχε αφήσει μήνυμα στο facebook υπενθυμίζοντάς μου να γράψω για το Fractalart ένα διήγημα με θέμα «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα». Θυμάμαι καλά ότι της είχα πει ότι έχω μια δυστοκία να γράφω κατά παραγγελία, και της το είχα αποκλείσει. Μπορεί το αγώι να κάνει τον αγωγιάτη, αλλά όταν ο Κώστας ο Μαυρουδής, πριν κάποια χρόνια, μου ζήτησε ένα κείμενο με ένα συγκεκριμένο θέμα – έχω ξεχάσει πια ποιο ήταν αυτό – δεν του άρεσε. Μου ζήτησε να το ξαναδουλέψω και να του το στείλω. Δεν το έκανα. Γενικά δεν μου αρέσει να πολυδουλεύω τα κείμενά μου, το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Χρόνια αργότερα δημοσίευσε στο «Δέντρο» ένα κείμενό μου που είχα αναρτήσει στο blog μου και του άρεσε.
  Παίρνω τηλέφωνο την Ελένη για να της υπενθυμίσω την άρνησή μου. Αυτή όμως επέμενε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζήτησε επί πλέον να γράψω και ένα κείμενο για το «Εργαστήρι του συγγραφέα».
  Κι άλλος μπελάς με βρήκε!
  Της απάντησα ότι μπορεί να είμαι συγγραφέας αλλά δεν είμαι λογοτέχνης. Η στόφα μου είναι κατά βάση στόφα δοκιμιογράφου. «-Δεν πειράζει», μου λέει, «γράψε ένα διήγημα με δοκιμιακό περιεχόμενο».
  Η Ελένη είναι τόσο γλυκιά που δυσκολεύτηκα να της αρνηθώ για δεύτερη φορά. Ρώτησα για τις προθεσμίες (μέχρι τέλη Σεπτέμβρη) και τον αριθμό των λέξεων  (300 – ∞). Έχω καιρό, σκέφτηκα, να σκεφτώ κάτι να γράψω, και διάβολε, 300 λέξεις δεν είναι πολλές, δεν θα μου φάει χρόνο.
  Το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, όπως θεωρούσα παλιά το διάβασμα της λογοτεχνίας. Τα βιβλία που διάβαζα ήταν θεωρητικά, και αραιά και πού κάποιο μυθιστόρημα. Ποιο συστηματικά άρχισα να διαβάζω λογοτεχνία όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη βιβλιοκριτική, το 1990, και ειδικότερα μετά το διδακτορικό μου που είχε ως θέμα τις αφηγηματικές τεχνικές, που το ξεκίνησα το 1993 και το τέλειωσα το 1996.
  Η κύρια αρετή κατά τη γνώμη μου ενός μυθιστορήματος, αλλά και ενός διηγήματος, είναι ένα εντυπωσιακό στόρι με αρκετό σασπένς. Και ενώ θαυμάζω τα πεζογραφήματα που το διαθέτουν, εγώ νοιώθω εντελώς ανίκανος να επινοήσω και την πιο απλή ιστορία. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να γράψω ένα διήγημα σαν αυτά που μου αρέσουν;
  Βέβαια έχω γράψει διηγήματα με επινοημένες ιστορίες, όμως υπήρχε μια φοβερή ψυχολογική ώθηση για να τα γράψω. Το 1997 ήταν ο θάνατος του πατέρα μου και το 2000 μια αυτοκτονία. Πιο πριν ήταν «Ο χορός της βροχής-οικολογικά παραμύθια και διηγήματα», προϊόν της στράτευσής μου στο οικολογικό κίνημα.
  Πριν από τρία χρόνια είχα επίσης μια ψυχολογική ώθηση. Το Φραγκιό, ένας χωριανός μου με νοητική καθυστέρηση και δυσκολία στο λόγο, με πλησίασε στην πλατεία του χωριού μου και μου έπιασε κουβέντα. Ελάχιστα πράγματα καταλάβαινα από αυτά που μου έλεγε, όμως δεν ξέρω πώς μου ήλθε η ιδέα ότι αυτή η επαφή θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα ενός διηγήματος. Αλλά, όπως ανέφερα και παραπάνω, το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, σε αντίθεση με το διάβασμα. Οι βιβλιοκριτικές μου γράφονται στο μυαλό μου ενώ διαβάζω το βιβλίο. Μετά μου παίρνει περίπου ένα δίωρο για να τις μεταφέρω στο χαρτί –συγνώμη, στον υπολογιστή ήθελα να πω. Όσο για τις κινηματογραφικές κριτικές, σπάνια θα μου φάνε μια ώρα.
  Το ίδιο βράδυ ένοιωθα περίεργα μελαγχολικός και σκέφτηκα ότι έπρεπε με κάτι να ασχοληθώ για να μου φύγει αυτή η δυσθυμία. Να διαβάσω δεν μου έκανε όρεξη, να πάω στο καφενείο, πάλι ρακές; Μου πέρασε ξαφνικά από το μυαλό ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω το διήγημα που είχα σκεφτεί το πρωί. Έτσι βγήκε το «Φραγκιό», τίτλο που βρήκε ο εκδότης μου, γιατί ο δικός μου τίτλος ήταν «Πασχαλινή ιστορία», μια και γράφτηκε στις διακοπές του Πάσχα. Αργότερα, όταν ο εκδότης μου (Αλέξανδρος Δεσύλλας, εκδόσεις ΑΛΔΕ) έβγαλε μια σειρά με μικρά βιβλία με τίτλο metroαναγνώσματα, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω δυο τρία ακόμη ώστε να συμπληρώσω τις απαραίτητες σελίδες για να βγουν όλα μαζί σε βιβλίο. Έτσι έγραψα δυο διηγήματα ακόμη, το «Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει» και το «Όνειρο εαρινής νυκτός». Δεν υπήρχε συγκεκριμένο θέμα ούτε προθεσμίες, γι΄ αυτό μπόρεσα και τα έγραψα. Τον τίτλο για το βιβλίο τον επέλεξε ο Αλέξανδρος: «Το Φραγκιό».
  Τώρα βέβαια αυτά που γράφω θα έπρεπε να τα γράψω στο κείμενο που μου ζήτησε η Ελένη για το «Εργαστήρι του συγγραφέα», αλλά σκέφτηκα να τα γράψω εδώ, σε συντομία, ώστε μ΄ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, για να μην επανέλθει στο θέμα.  
  Και τα παρακάτω σχετικά με το εργαστήρι του συγγραφέα είναι.
  Πριν πάρα πολλά χρόνια, λίγο μετά αφού αποχώρησα από μια αριστερή οργάνωση, είχα την ιδέα να γράψω ένα κείμενο με θέμα την ψυχοπαθολογία του επαναστάτη. Όμως διάφορες υποχρεώσεις με έκαναν να αναβάλω συνεχώς το σχέδιο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν πια πολύ αργά για να το γράψω. Το θέμα είχε πάψει να με ιντριγκάρει, σίγουρα δεν θα μπορούσα να γράψω όλα όσα είχα τότε στο μυαλό μου, όταν μου ήλθε η ιδέα.
  Όταν ο Σωτήρης Δημητρίου, ο υπέροχος Σωτήρης, στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας την οποία διηύθυνε μας έκανε ένα μίνι σεμινάριο για το πώς δουλεύει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος και τι παρατηρεί, μου ήλθε η ιδέα να γράψω ένα βιβλίο για το χωριό μου. Το πάθημα μου είχε γίνει μάθημα, και γι΄ αυτό στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο. Έτσι γράφηκε, το σωτήριον έτος 1990, το βιβλίο μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», που εκδόθηκε στο επίσης σωτήριον έτος 1995 από τις εκδόσεις Θυμάρι.  Στις ευχαριστίες δεν ξέχασα τους μαθητές μου στη Γκράβα, που χάρη στις καταλήψεις που έκαναν εκείνη τη χρονιά μου αποδέσμευσαν πολύτιμο χρόνο τον οποίο αφιέρωσα στο γράψιμό του.
  Κάτι που πρέπει να προσθέσω ακόμη είναι η απέχθειά μου για «ες αύριον τα σπουδαία». Δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες, και το να γράψω αυτό το διήγημα το έβλεπα σαν μια εκκρεμή υποχρέωση που με άγχωνε.
  Τι να γράψω, τι να γράψω, είπα ότι θα το σκεφτώ χαλαρά, αλλά η σκέψη είχε καρφωθεί στο μυαλό μου.
  Ξαφνικά μου ήλθε έμπνευση εξ ουρανού, μέσα στο επόμενο πεντάλεπτο.
  Θυμήθηκα ότι είχα γράψει μια βιβλιοκριτική για ένα βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, από τους αγαπημένους μου συγγραφείς και ένας από τους πέντε των οποίων το έργο πραγματεύθηκα στο διδακτορικό μου, το «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», μια παραλλαγή του «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα», το θέμα του διηγήματος του Fractalart. Αυτό θα κάνω, είπα, θα γράψω μια εισαγωγή – η παραπάνω – και θα παραθέσω τη βιβλιοκριτική αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε στην «Απόπειρα», ένα περιοδικό της Ιεράπετρας, στο δέκατο τεύχος, Οκτώβρης-Νοέμβρης 1993. Την βιβλιοκριτική αυτή την ανάρτησα και στο blog μου, με την ευκαιρία της επανέκδοσής του το 2009 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
  Είπα, δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες. Κάνω επικόλληση και το στέλνω αμέσως στην Ελένη.

    «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», το τρίτο έργο του Γιάννη Ξανθούλη, κυκλοφόρησε σε επανέκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ένα έργο τολμηρό, με όλες τις σημασίες της
λέξης. Είναι καταρχάς τολμηρό γιατί έχει ένα σωρό αθυροστομίες. Είναι επίσης τολμηρό ως προς το μύθο του. Το σπίτι που μένει ο δεκαεφτάχρονος αφηγητής συγκλονίζεται συνεχώς από τις κραυγές της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού του, όταν κάνουν έρωτα. Η ίδια αυτή αρραβωνιαστικιά θα τον αποπλανήσει κάμποσες φορές. Ο θείος του, ομοφυλόφιλος, θα βρεθεί σφαγμένος. Η θεία του, η άσχημη παρθένα γεροντοκόρη, ικανοποιείται διαστροφικά. Όσο για τον ίδιο τον αφηγητή, μετά από ένα χείμαρρο ερωτικών φαντασιώσεων με τη νέα τους νοικάρισσα, την καινούρια μεσόκοπη φιλόλογο του σχολείου τους, θα τα φτιάξει μαζί της. Μόνο για λίγο όμως, γιατί με το τέλος του καλοκαιριού έρχεται και η μετάθεσή της.
  Τολμηρό, τέλος, είναι το έργο ως προς τη χρήση της γλώσσας. Στα ουσιαστικά συνάπτονται επίθετα σε μια ανοίκεια σχέση, και τα άψυχα εμψυχώνονται στις πιο πρωτότυπες προσωποποιήσεις ("πύρινο φλέρτ του ήλιου", σελ. 12). Επίσης οι παρομοιώσεις από τις οποίες βρίθει το έργο είναι δημιουργήματα της πιο καλπάζουσας φαντασίας.
  Το γκροτέσκ είναι και εδώ παρόν, μόνο που τίθεται σε ρεαλιστικά πλαίσια με τη μορφή φαντασιώσεων και ονείρων. Το ίδιο και το φετίχ των περίεργων ονομάτων: θείος Μπατίστας, θεία Αλκιβιάδα, κύριος Αργέλιας, η αρραβωνιαστικιά Ροδόπη, η καθηγήτρια Ντάλια Βεντάλια, ο καντηλανάφτης Μπαζανίτσας, ο πατέρας Βάκης, η Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνε, Τίτα Πε (δεν είναι τρεις, είναι μία),  η κυρία Μπουρού κλπ.
  Στο μυθιστόρημα αυτό συντελείται μια πλήρης μεταστροφή των αφηγητών του Ξανθούλη. Ενώ ο αφηγητής στον «Μεγάλο θανατικό» ήταν η προσωποποίηση του κακού, και η αφηγήτρια της
«Οικογένειας Μπες Βγες» αν και ξόρκιζε το κακό δεν τα πήγαινε και σπουδαία με το καλό κατά τα λεγόμενα της θείας της, ο αφηγητής εδώ είναι ένας αγνός έφηβος, ταλαιπωρημένος από
ερωτικές φαντασιώσεις και μανίες όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του, γεμάτος όμως με μια άπειρη τρυφερότητα για τον αδελφό του και για το Θόδωρο το φίλο του που πέθανε, και έναν
άδολο εφηβικό έρωτα για τη δασκάλα του, η οποία δεν χρειάζεται να τον αποπλανήσει, όπως η Μαριάννα τον αφηγητή του Κώστα Παπαγεωργίου στο «Των αγίων Πάντων».
  Κακοί στο έργο αυτό δεν υπάρχουν, και η μόνη γκροτέσκ φιγούρα είναι αυτή της θείας Αλκιβιάδας. Από τους δυο μόλις θανάτους που υπάρχουν στο έργο (οι αυτοκτονίες των γονιών του αφηγητή συντελούνται εκτός πλαισίου της ιστορίας), μόνο ένας είναι δολοφονία, η οποία όμως συνδέεται χαλαρότατα με τον κεντρικό ιστό της ιστορίας. Ακόμη, το τέλος του έργου είναι πλημμυρισμένο από αισθήματα τρυφερότητας, σε αντίθεση με τη σκληρότητα από την οποία ξεχειλίζουν τα δυο προηγούμενα έργα. Τέλος, για πρώτη φορά ο Ξανθούλης τοποθετεί την ιστορία του σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο: το καλοκαίρι του 1962. Και καθώς η αφήγηση υποτίθεται ότι γίνεται χρόνια μετά, το έργο τοποθετείται στη σειρά εκείνη των μυθιστορημάτων, αρκετά μεγάλη στη σύγχρονη πεζογραφία, με θέμα αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την εφηβεία, το οποίο θα απασχολήσει τον Ξανθούλη και σε μεταγενέστερα έργα του.
  Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα από τα πιο ωραία του Ξανθούλη και χαιρετίζουμε την επανέκδοσή του».

  Μπάμπης Δερμιτζάκης

 Υ.Γ. Το διήγημα αυτό δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, και για να μην παραπεταχτεί αποφάσισα να το αναρτήσω στο Λέξημα και στο blog μου. (Τελικά κάποιο πρόβλημα έχει το Λέξημα, το αναρτώ μόνο στο blog μου.

Saturday, September 20, 2014

Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»



Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο Fractalart

  Σήμερα το πρωί (26-7-2014) πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου την Ελένη την Γκίκα. Μου είχε αφήσει μήνυμα στο facebook υπενθυμίζοντάς μου να γράψω για το Fractalart ένα διήγημα με θέμα «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα». Θυμάμαι καλά ότι της είχα πει ότι έχω μια δυστοκία να γράφω κατά παραγγελία, και της το είχα αποκλείσει. Μπορεί το αγώι να κάνει τον αγωγιάτη, αλλά όταν ο Κώστας ο Μαυρουδής, πριν κάποια χρόνια, μου ζήτησε ένα κείμενο με ένα συγκεκριμένο θέμα – έχω ξεχάσει πια ποιο ήταν αυτό – δεν του άρεσε. Μου ζήτησε να το ξαναδουλέψω και να του το στείλω. Δεν το έκανα. Γενικά δεν μου αρέσει να πολυδουλεύω τα κείμενά μου, το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Χρόνια αργότερα δημοσίευσε στο «Δέντρο» ένα κείμενό μου που είχα αναρτήσει στο blog μου και του άρεσε.
  Παίρνω τηλέφωνο την Ελένη για να της υπενθυμίσω την άρνησή μου. Αυτή όμως επέμενε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζήτησε επί πλέον να γράψω και ένα κείμενο για το «Εργαστήρι του συγγραφέα».
  Κι άλλος μπελάς με βρήκε!
  Της απάντησα ότι μπορεί να είμαι συγγραφέας αλλά δεν είμαι λογοτέχνης. Η στόφα μου είναι κατά βάση στόφα δοκιμιογράφου. «-Δεν πειράζει», μου λέει, «γράψε ένα διήγημα με δοκιμιακό περιεχόμενο».
  Η Ελένη είναι τόσο γλυκιά που δυσκολεύτηκα να της αρνηθώ για δεύτερη φορά. Ρώτησα για τις προθεσμίες (μέχρι τέλη Σεπτέμβρη) και τον αριθμό των λέξεων  (300 – ∞). Έχω καιρό, σκέφτηκα, να σκεφτώ κάτι να γράψω, και διάβολε, 300 λέξεις δεν είναι πολλές, δεν θα μου φάει χρόνο.
  Το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, όπως θεωρούσα παλιά το διάβασμα της λογοτεχνίας. Τα βιβλία που διάβαζα ήταν θεωρητικά, και αραιά και πού κάποιο μυθιστόρημα. Ποιο συστηματικά άρχισα να διαβάζω λογοτεχνία όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη βιβλιοκριτική, το 1990, και ειδικότερα μετά το διδακτορικό μου που είχε ως θέμα τις αφηγηματικές τεχνικές, που το ξεκίνησα το 1993 και το τέλειωσα το 1996.
  Η κύρια αρετή κατά τη γνώμη μου ενός μυθιστορήματος, αλλά και ενός διηγήματος, είναι ένα εντυπωσιακό στόρι με αρκετό σασπένς. Και ενώ θαυμάζω τα πεζογραφήματα που το διαθέτουν, εγώ νοιώθω εντελώς ανίκανος να επινοήσω και την πιο απλή ιστορία. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να γράψω ένα διήγημα σαν αυτά που μου αρέσουν;
  Βέβαια έχω γράψει διηγήματα με επινοημένες ιστορίες, όμως υπήρχε μια φοβερή ψυχολογική ώθηση για να τα γράψω. Το 1997 ήταν ο θάνατος του πατέρα μου και το 2000 μια αυτοκτονία. Πιο πριν ήταν «Ο χορός της βροχής-οικολογικά παραμύθια και διηγήματα», προϊόν της στράτευσής μου στο οικολογικό κίνημα.
  Πριν από τρία χρόνια είχα επίσης μια ψυχολογική ώθηση. Το Φραγκιό, ένας χωριανός μου με νοητική καθυστέρηση και δυσκολία στο λόγο, με πλησίασε στην πλατεία του χωριού μου και μου έπιασε κουβέντα. Ελάχιστα πράγματα καταλάβαινα από αυτά που μου έλεγε, όμως δεν ξέρω πώς μου ήλθε η ιδέα ότι αυτή η επαφή θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα ενός διηγήματος. Αλλά, όπως ανέφερα και παραπάνω, το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, σε αντίθεση με το διάβασμα. Οι βιβλιοκριτικές μου γράφονται στο μυαλό μου ενώ διαβάζω το βιβλίο. Μετά μου παίρνει περίπου ένα δίωρο για να τις μεταφέρω στο χαρτί –συγνώμη, στον υπολογιστή ήθελα να πω. Όσο για τις κινηματογραφικές κριτικές, σπάνια θα μου φάνε μια ώρα.
  Το ίδιο βράδυ ένοιωθα περίεργα μελαγχολικός και σκέφτηκα ότι έπρεπε με κάτι να ασχοληθώ για να μου φύγει αυτή η δυσθυμία. Να διαβάσω δεν μου έκανε όρεξη, να πάω στο καφενείο, πάλι ρακές; Μου πέρασε ξαφνικά από το μυαλό ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω το διήγημα που είχα σκεφτεί το πρωί. Έτσι βγήκε το «Φραγκιό», τίτλο που βρήκε ο εκδότης μου, γιατί ο δικός μου τίτλος ήταν «Πασχαλινή ιστορία», μια και γράφτηκε στις διακοπές του Πάσχα. Αργότερα, όταν ο εκδότης μου (Αλέξανδρος Δεσύλλας, εκδόσεις ΑΛΔΕ) έβγαλε μια σειρά με μικρά βιβλία με τίτλο metroαναγνώσματα, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω δυο τρία ακόμη ώστε να συμπληρώσω τις απαραίτητες σελίδες για να βγουν όλα μαζί σε βιβλίο. Έτσι έγραψα δυο διηγήματα ακόμη, το «Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει» και το «Όνειρο εαρινής νυκτός». Δεν υπήρχε συγκεκριμένο θέμα ούτε προθεσμίες, γι’ αυτό μπόρεσα και τα έγραψα. Τον τίτλο για το βιβλίο τον επέλεξε ο Αλέξανδρος: «Το Φραγκιό».
  Τώρα βέβαια αυτά που γράφω θα έπρεπε να τα γράψω στο κείμενο που μου ζήτησε η Ελένη για το «Εργαστήρι του συγγραφέα», αλλά σκέφτηκα να τα γράψω εδώ, σε συντομία, ώστε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, για να μην επανέλθει στο θέμα.  
  Και τα παρακάτω σχετικά με το εργαστήρι του συγγραφέα είναι.
  Πριν πάρα πολλά χρόνια, λίγο μετά αφού αποχώρησα από μια αριστερή οργάνωση, είχα την ιδέα να γράψω ένα κείμενο με θέμα την ψυχοπαθολογία του επαναστάτη. Όμως διάφορες υποχρεώσεις με έκαναν να αναβάλω συνεχώς το σχέδιο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν πια πολύ αργά για να το γράψω. Το θέμα είχε πάψει να με ιντριγκάρει, σίγουρα δεν θα μπορούσα να γράψω όλα όσα είχα τότε στο μυαλό μου, όταν μου ήλθε η ιδέα.
  Όταν ο Σωτήρης Δημητρίου, ο υπέροχος Σωτήρης, στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας την οποία διηύθυνε μας έκανε ένα μίνι σεμινάριο για το πώς δουλεύει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος και τι παρατηρεί, μου ήλθε η ιδέα να γράψω ένα βιβλίο για το χωριό μου. Το πάθημα μου είχε γίνει μάθημα, και γι αυτό στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο. Έτσι γράφηκε, το σωτήριον έτος 1990, το βιβλίο μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», που εκδόθηκε στο επίσης σωτήριον έτος 1995 από τις εκδόσεις Θυμάρι.  Στις ευχαριστίες δεν ξέχασα τους μαθητές μου στη Γκράβα, που χάρη στις καταλήψεις που έκαναν εκείνη τη χρονιά μου αποδέσμευσαν πολύτιμο χρόνο τον οποίο αφιέρωσα στο γράψιμό του.
  Κάτι που πρέπει να προσθέσω ακόμη είναι η απέχθειά μου για «ες αύριον τα σπουδαία». Δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες, και το να γράψω αυτό το διήγημα το έβλεπα σαν μια εκκρεμή υποχρέωση που με άγχωνε.
  Τι να γράψω, τι να γράψω, είπα ότι θα το σκεφτώ χαλαρά, αλλά η σκέψη είχε καρφωθεί στο μυαλό μου.
  Ξαφνικά μου ήλθε έμπνευση εξ ουρανού, μέσα στο επόμενο πεντάλεπτο.
  Θυμήθηκα ότι είχα γράψει μια βιβλιοκριτική για ένα βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, από τους αγαπημένους μου συγγραφείς και ένας από τους πέντε των οποίων το έργο πραγματεύθηκα στο διδακτορικό μου, το «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», μια παραλλαγή του «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα», το θέμα του διηγήματος του Fractalart. Αυτό θα κάνω, είπα, θα γράψω μια εισαγωγή – η παραπάνω – και θα παραθέσω τη βιβλιοκριτική αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε στην «Απόπειρα», ένα περιοδικό της Ιεράπετρας, στο δέκατο τεύχος, Οκτώβρης-Νοέμβρης 1993. Την βιβλιοκριτική αυτή την ανάρτησα και στο blog μου, με την ευκαιρία της επανέκδοσής του το 2009 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
  Είπα, δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες. Κάνω επικόλληση και το στέλνω αμέσως στην Ελένη.

    «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», το τρίτο έργο του Γιάννη Ξανθούλη, κυκλοφόρησε σε επανέκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ένα έργο τολμηρό, με όλες τις σημασίες της
λέξης. Είναι καταρχάς τολμηρό γιατί έχει ένα σωρό αθυροστομίες. Είναι επίσης τολμηρό ως προς το μύθο του. Το σπίτι που μένει ο δεκαεφτάχρονος αφηγητής συγκλονίζεται συνεχώς από τις κραυγές της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού του, όταν κάνουν έρωτα. Η ίδια αυτή αρραβωνιαστικιά θα τον αποπλανήσει κάμποσες φορές. Ο θείος του, ομοφυλόφιλος, θα βρεθεί σφαγμένος. Η θεία του, η άσχημη παρθένα γεροντοκόρη, ικανοποιείται διαστροφικά. Όσο για τον ίδιο τον αφηγητή, μετά από ένα χείμαρρο ερωτικών φαντασιώσεων με τη νέα τους νοικάρισσα, την καινούρια μεσόκοπη φιλόλογο του σχολείου τους, θα τα φτιάξει μαζί της. Μόνο για λίγο όμως, γιατί με το τέλος του καλοκαιριού έρχεται και η μετάθεσή της.
  Τολμηρό, τέλος, είναι το έργο ως προς τη χρήση της γλώσσας. Στα ουσιαστικά συνάπτονται επίθετα σε μια ανοίκεια σχέση, και τα άψυχα εμψυχώνονται στις πιο πρωτότυπες προσωποποιήσεις ("πύρινο φλέρτ του ήλιου", σελ. 12). Επίσης οι παρομοιώσεις από τις οποίες βρίθει το έργο είναι δημιουργήματα της πιο καλπάζουσας φαντασίας.
  Το γκροτέσκ είναι και εδώ παρόν, μόνο που τίθεται σε ρεαλιστικά πλαίσια με τη μορφή φαντασιώσεων και ονείρων. Το ίδιο και το φετίχ των περίεργων ονομάτων: θείος Μπατίστας, θεία Αλκιβιάδα, κύριος Αργέλιας, η αρραβωνιαστικιά Ροδόπη, η καθηγήτρια Ντάλια Βεντάλια, ο καντηλανάφτης Μπαζανίτσας, ο πατέρας Βάκης, η Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνε, Τίτα Πε (δεν είναι τρεις, είναι μία),  η κυρία Μπουρού κλπ.
  Στο μυθιστόρημα αυτό συντελείται μια πλήρης μεταστροφή των αφηγητών του Ξανθούλη. Ενώ ο αφηγητής στον «Μεγάλο θανατικό» ήταν η προσωποποίηση του κακού, και η αφηγήτρια της
«Οικογένειας Μπες Βγες» αν και ξόρκιζε το κακό δεν τα πήγαινε και σπουδαία με το καλό κατά τα λεγόμενα της θείας της, ο αφηγητής εδώ είναι ένας αγνός έφηβος, ταλαιπωρημένος από
ερωτικές φαντασιώσεις και μανίες όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του, γεμάτος όμως με μια άπειρη τρυφερότητα για τον αδελφό του και για το Θόδωρο το φίλο του που πέθανε, και έναν
άδολο εφηβικό έρωτα για τη δασκάλα του, η οποία δεν χρειάζεται να τον αποπλανήσει, όπως η Μαριάννα τον αφηγητή του Κώστα Παπαγεωργίου στο «Των αγίων Πάντων».
  Κακοί στο έργο αυτό δεν υπάρχουν, και η μόνη γκροτέσκ φιγούρα είναι αυτή της θείας Αλκιβιάδας. Από τους δυο μόλις θανάτους που υπάρχουν στο έργο (οι αυτοκτονίες των γονιών του αφηγητή συντελούνται εκτός πλαισίου της ιστορίας), μόνο ένας είναι δολοφονία, η οποία όμως συνδέεται χαλαρότατα με τον κεντρικό ιστό της ιστορίας. Ακόμη, το τέλος του έργου είναι πλημμυρισμένο από αισθήματα τρυφερότητας, σε αντίθεση με τη σκληρότητα από την οποία ξεχειλίζουν τα δυο προηγούμενα έργα. Τέλος, για πρώτη φορά ο Ξανθούλης τοποθετεί την ιστορία του σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο: το καλοκαίρι του 1962. Και καθώς η αφήγηση υποτίθεται ότι γίνεται χρόνια μετά, το έργο τοποθετείται στη σειρά εκείνη των μυθιστορημάτων, αρκετά μεγάλη στη σύγχρονη πεζογραφία, με θέμα αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την εφηβεία, το οποίο θα απασχολήσει τον Ξανθούλη και σε μεταγενέστερα έργα του.
  Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα από τα πιο ωραία του Ξανθούλη και χαιρετίζουμε την επανέκδοσή του».

  Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
 
 
 

 

Thursday, April 1, 2010

Το Φραγκιό

Το Φραγκιό

Το Φραγκιό είναι ο «τρελός» του χωριού. Το «τρελός» το βάζω σε εισαγωγικά, γιατί η λέξη, στη λαϊκή της χρήση, έχει μεγάλο σημασιολογικό εύρος, καθώς περιλαμβάνει κάθε άνθρωπο με αποκλίνουσα συμπεριφορά που μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους, από ψυχολογικές διαταραχές μέχρι νοητικές καθυστερήσεις. Οι μέθυσοι ανήκουν σε άλλη κατηγορία, και από αυτούς το χωριό δεν είχε μόνο ένα.
Το Φραγκιό ήταν ήδη μεγάλος όταν εγώ ήμουν μικρός. Τον θυμάμαι να τρέχει πάνω κάτω στους δρόμους με τα δυο του χέρια μπροστά στην κοιλιά του, στριφογυρίζοντας τις παλάμες σαν να είναι ρόδα που γυρίζει. Έκανε πως ήταν αμάξι. Πάντα με κοντό παντελόνι, πάντα ξυπόλυτος, χειμώνα καλοκαίρι. Τώρα έχει περάσει τα εβδομήντα, τα μαλλιά του έχουν γκριζάρει. Έχει ενηλικιωθεί προ πολλού, εδώ και δεκαετίες έχει πάψει να κάνει το αμάξι. Τον έχω δει πολλές φορές να περπατάει με τα χέρια δεμένα πίσω στην πλάτη, σαν αριστοκράτης.
Σήμερα, μεγάλη Τετάρτη, πήγα και κάθισα στην πλατεία του χωριού, την πιο όμορφη πλατεία που υπάρχει σε χωριό της Ελλάδας-τουλάχιστον αυτή τη φήμη έχει. Μεγάλα πλατάνια και ευκάλυπτοι τη στολίζουν. Ιδανικό καταφύγιο η σκιά τους τα ζεστά απογεύματα του καλοκαιριού. Βέβαια υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να σου κουτσουλίσει το κεφάλι, το πουκάμισο ή το παντελόνι κάποιο σπουργίτι που έχει κουρνιάσει σε κάποιο κλαδί από πάνω σου, και θέλησε, ατυχώς, να κάνει τσίσα του τη στιγμή που εσύ καθόσουν αμέριμνος από κάτω, κουβεντιάζοντας με τους φίλους σου ή απλά χουζουρεύοντας, αποχαυνωμένος από τη ζέστη του μεσημεριού. Το να σε πάρει ο ύπνος πάνω στην καρέκλα, όπως συνέβαινε με κάποιους γέρους, και να έχεις γερμένο πίσω το κεφάλι ροχαλίζοντας με ορθάνοιχτο το στόμα, ήταν άκρως επικίνδυνο. Γι αυτό κι εγώ, προνοητικά, μια και δεν είμαστε ακόμη στο καλοκαίρι, απόφυγα να καθίσω κάτω από τα κλαδιά του διπλανού πλατάνου.
Απολάμβανα την πλατεία, τη θέα στον ορίζοντα, την πορτοκαλάδα που παράγγειλα –οι ρακές είναι για άλλη ώρα και με παρέα-αλλά κάποτε βαρέθηκα. Έβγαλα το κινητό μου και τα ακουστικά για να ακούσω μουσική, όπως κάνουν οι μαθητές μου τα διαλείμματα, συχνά μάλιστα και την ώρα του μαθήματος. Πριν τα συνδέσω όμως θυμήθηκα ότι το Τρίτο Πρόγραμμα δεν φτάνει μέχρι χωριό μου. Η λύση θα ήταν να ακούσω κρητικά τραγούδια, αλλά δεν ήμουν σίγουρος αν θα κατάφερνα να βρω σταθμό που να έχει κρητική μουσική. Το πιο πιθανό ήταν να πέσω σε τίποτα «βαριά λαϊκά», βαριά και ασήκωτα, ή, μέρες που είναι, σε λειτουργία. Άλλαξα λοιπόν γνώμη και έκρυψα πάλι το κινητό μου στην τσέπη του παντελονιού μου και τα ακουστικά στην τσέπη του πέτου του μπουφάν μου, όπου τα κουβαλάω μόνιμα. Μου έχουν φανεί πολύ χρήσιμα στις αίθουσες αναμονής των ιατρείων, όταν η σειρά μου αργεί να έλθει και η τηλεόραση έχει εκείνες τις χαζοεκπομπές που όλοι ανεχόμαστε θέλοντας και μη σε τέτοιους χώρους. Δηλαδή σχεδόν όλοι, υπάρχουν πάντα εκείνοι που και στο σπίτι τους θα τις έβλεπαν ευχαρίστως.
Επάνω που άρχισα να νοιώθω μοναξιά, να ’σου το Φραγκιό. Πιάνει μια καρέκλα και κάθεται απέναντί μου. Και αρχίζει την αφήγηση. Μια αφήγηση παθιασμένη που τη συνόδευε με ζωηρές χειρονομίες, ενώ κατά διαστήματα ξεσπούσε σε τρανταχτά γέλια. Σκέφτηκα πως κάτι ήξερε Αυτός που είπε «Μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι». Αν και, πιστεύω εγώ, οι πλούσιοι τω χρήματι είναι ακόμη πιο μακάριοι. Εγώ ευτυχώς δεν ανήκω –θέλω να πιστεύω- στους πρώτους, και δυστυχώς δεν ανήκω– για αυτό είμαι σίγουρος- στους δεύτερους.
Τον παρακολουθούσα με αφοσίωση. Κουνούσα συγκαταβατικά το κεφάλι και χαμογελούσα όταν γελούσε. Οι μόνες λέξεις που ξεχώριζα ήταν «ψάρια», «αστυνομία», «παπάς», «σημαία», και δεν θυμάμαι ποιες άλλες. Όταν τις άκουγα τις επαναλάμβανα κι εγώ, για να δείξω ότι τον παρακολουθώ. Και όντως τον παρακολουθούσα, χωρίς να καταλαβαίνω γρι.
Ένοιωθα να τον λυπάμαι. Πραγματικά τα άτομα που βρίσκονται σε τέτοια κατάσταση (ξέρω άλλον ένα) είναι αξιολύπητα, καθώς οι δυσχέρειες που έχουν στο λόγο καθιστούν την επικοινωνία μαζί τους από δύσκολη έως αδύνατη. Όπως είναι φυσικό όλοι τούς αποφεύγουν, και έτσι δυσκολεύονται να βρουν άτομα να επικοινωνήσουν. Εμένα με βρήκε μπόσικο, καθώς καθόμουνα μόνος. Επίσης βολικό, μια και ανέχτηκα την τιράδα του κοντά ένα μισάωρο, νοιώθοντας σαν προσκοπάκι που κάνει μια καλή πράξη.
Μετά από κανένα τέταρτο, αφού πήρε θάρρος, ήλθε και κάθισε δίπλα μου, και έγινε ακόμη πιο εκφραστικός ακουμπώντας με στον ώμο πότε πότε. Συνέχισε να μου λέει την ιστορία του – ή μήπως ήταν περισσότερες από μια;- για κανένα τέταρτο ακόμη. Εντελώς ξαφνικά σηκώθηκε και έφυγε. Αλλά γιατί έφυγε έτσι απότομα; Με ήθελε πιο «επικοινωνιακό» ως συνομιλητή και απογοητεύτηκε που δεν ήμουν; Του τέλειωσαν οι ιστορίες, ή απλά βαρέθηκε;
Τον έβλεπα να απομακρύνεται ξυπόλυτος. Έκανα τη σκέψη ότι αν, για κάποιο λόγο, έκλειναν όλες οι εταιρείες παραγωγής παπουτσιών και οι άνθρωποι δεν είχαν παπούτσια να φορέσουν, θα πέθαιναν όλοι τους από γρίπες και πνευμονίες. Ο μόνος που θα επιβίωνε θα ήταν το Φραγκιό.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, 31-3-2010

Monday, December 28, 2009

Requiem

Το παρακάτω διήγημα δημοσιεύτηκε στην "Απόπειρα", περιοδικό της ιδιαίτερης πατρίδας μου της Ιεράπετρας, τον Αύγουστο του 1997, τεύχος 26. Είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου, που είχε πεθάνει μόλις πριν δυο μήνες, στις 17 Ιουνίου 1997, αλλά αναφέρεται στο θάνατο της μητέρας μου. Από καιρό ήθελα να το αναρτήσω, και ξαφνικά θυμήθηκα ότι αυτή η μέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009, είναι η πιο κατάλληλη. Κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό της.
Requiem
Στη μνήμη του πατέρα μου

Στην εκκλησιά πήγαινα σπάνια. Για την ακρίβεια, τρεις φορές το χρόνο. Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο. Μετά τους υποχρεωτικούς εκκλησιασμούς των παιδικών μου χρόνων μου δημιουργήθηκε μια απέχθεια για την εκκλησία.
Τη Μεγαλοβδομάδα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κατεβαίναμε όλοι οι "αθηναίοι", φοιτητές και μη, και βλέπαμε φίλους και γνωστούς που είχαμε να τους δούμε από το καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Πέμπτη καθόμασταν έξω απ' την εκκλησία και συζητάγαμε. Η συζήτηση ήταν γεμάτη από παιδικές αναμνήσεις. Μέσα ο παπάς διάβαζε τα δώδεκα ευαγγέλια. Την επομένη, στα εγκώμια, ψέλναμε και εμείς.
Τη Μεγάλη Παρασκευή γυρνάγαμε με τον επιτάφιο. Περνάγαμε από σοκάκια του χωριού που είχαμε να τα διαβούμε από πιτσιρικάδες. Πετάγαμε και κανένα "παρτατζίκι" στα πόδια κάποιας κοπέλας, που αναπήδαγε τρομαγμένη.
Το Μεγάλο Σάββατο, στην αγία Τριάδα, καίγαμε τον Ιούδα. Μικρούλα η εκκλησία, μόλις που χώραγε τους γέρους του χωριού, που θα παρακολουθούσαν τη λειτουργία μέχρι τέλους. Οι υπόλοιποι, στεκόμασταν στην αυλή, με το ένα μάτι καρφωμένο στην είσοδο, να βλέπουμε τα κορίτσια που κατέφθαναν, και το άλλο σε επιφυλακή, μη μας έλθει κανένα αδέσποτο παρτατζίκι.
Εκείνη την ημέρα δεν ήταν Μεγαλοβδομάδα. Ήταν γιορτές των Χριστουγέννων. Όχι Χριστούγεννα, που δεν είχα πάει ποτέ μου στην λειτουργία, αυτό το ξύπνημα άγρια χαράματα ήταν πολύ βάρβαρο, ακόμη και για τους μεγάλους. Ήταν μέρα μεσημέρι, 30 Δεκεμβρίου. Λιγοστός ο κόσμος στην εκκλησία. Ο καιρός ήταν καλός, ο κόσμος πήγαινε στο λιομάζωμα.
Η μυρουδιά του λιβανιού, που είχα να τη νιώσω από μαθητής, κτυπούσε έντονη στα ρουθούνια μου. Ο ψάλτης διάβαζε τον Απόστολο σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Ήταν αρχαία ελληνικά, παραποιημένα τόσο που ήταν αγνώριστα, γιατί, καθώς η αναγνωστική του ικανότητα ήταν κατώτερη από το τέμπο που απαιτούσε η ανάγνωση, διάβαζε όπως του 'ρχοταν τις λέξεις. Το εκκλησίασμα έτσι κι αλλιώς δεν καταλάβαινε.
Με το τέλος της ακολουθίας, μας πλησίαζαν ένας ένας, εμένα και τον πατέρα μου που στεκόταν δίπλα μου, και μας έκαναν τα συλλυπητήρια. Τέσσερις χωριανοί σήκωσαν το φέρετρο και με τον παπά να ακολουθάει, βγήκαν από την εκκλησία. Πιο πίσω εμείς, με τους λίγους συγγενείς, και πιο πίσω κάτι λίγοι χωριανοί, κυρίως γυναίκες, φίλες της μητέρας μου.
Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη, ο ουρανός ανέφελος, η ατμόσφαιρα διαυγής, το χώμα μύριζε νωπή βροχή. Προχωρούσαμε σιωπηλοί, το ένα χιλιόμετρο που μας χώριζε από το νεκροταφείο. Ακούγονταν μόνο τα βήματα μας, και τα πουλάκια που κελαηδούσαν πάνω στα δένδρα, ή πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας, ανέγνοια για τον ανθρώπινο πόνο. Πού και πού ακουγόταν η ψαλμωδία του παπά. Ποτέ στην ζωή μου δεν πεθύμησα τόσο πολύ, όσο τότε, να είχα μια αδελφή, για να χύσει ένα δάκρυ, να πει ένα μοιρολόι για τη μαμά. Οι άντρες ως γνωστό δεν κλαίνε. Όχι ότι δεν λυπούνται. Όχι ότι δεν μπορεί να σπαράξει από πόνο και η δική τους καρδιά. Όμως ο σπαραγμός τους πρέπει να κρυφτεί, με ενέργειες μετάθεσης. Τη βραδιά του θανάτου της μαμάς, πριν δυο μέρες, την ώρα που αυτή ήταν ξαπλωμένη στον πιο σκοτεινό θάλαμο του νοσοκομείου της Νίκαιας, μέσα στο γνωστό ξύλινο κρεβάτι με τις διαστάσεις του ανθρώπινου σώματος, παρέα με τα σκουλήκια που θα τη γευμάτιζαν, εγώ χόρευα πεντοζάλι και μεθούσα. Μόνο μ' αυτό τον τρόπο μπόρεσα τη νύχτα να κοιμηθώ. Την επομένη στο πλοίο, σ' ένα σαλόνι της τρίτης θέσης, με τη μαμά στο αμπάρι, με το φέρετρο της με επιμέλεια περιτυλιγμένο με χαρτί, κουτσομπολεύαμε με τη φιλενάδα του συγκάτοικού μου. Έτσι άντεξα τη βραδιά.
Είχαν σηκώσει την πλάκα της άρκλας, και οι τέσσερις άντρες κατέβαζαν το φέρετρο με τα σκοινιά. Ακούμπησε με ένα τράνταγμα στο πεζούλι των τοιχωμάτων, κάπου στα μισά της απόστασης. Η μαμά, με ήρεμο, χαλαρωμένο πρόσωπο, με τα μάτια κλειστά, σαν κοιμισμένη, δεν μπορούσε να με δει που έσκυβα από πάνω της. Από τα μάτια μου περνούσαν οι δυνατές αχτίνες ενός αόρατου φλας, που ήθελαν να αποτυπώσουν αυτή την τελευταία εικόνα της μητέρας μου βαθιά μέσα στη μνήμη μου για πάντα,
Μετά από τρία χρόνια ξαναβρέθηκα πάλι σ' αυτή τη στάση. Μόλις είχαμε μετακινήσει την πλάκα εγώ, ο πατέρας μου κι ο νεκροθάφτης. Εκεί που θυμόμουνα να είναι ακουμπισμένο στη γλυκιά του ηρεμία το κεφάλι της, χαμογελούσε τώρα σαρδόνια ένα κρανίο, με δυο σειρές μικρά, κάτασπρα δόντια, το ένα χρυσό.
Η πλάκα έπεσε βαριά και πλάκωσε την καρδιά μου, καθώς σκεφτόμουν το απόλυτο σκοτάδι που βασίλευε τώρα εκεί μέσα. Αν είχε νεκροφάνεια και ξυπνήσει θα τρομάξει, σκέφτηκα γεμάτος πανικό.
Έδιωξα τη σκέψη. Είχε πεθάνει σαράβαλο από τις αρρώστιες, μέσα σε νοσοκομείο. Το πιο δυνατό από μια σειρά εγκεφαλικά. Δεν μπορεί πια οι γιατροί να είχαν κάνει τόσο λάθος.
Η μαμά πέθανε. Δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ πια. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά. Και για πρώτη φορά στη ζωή μου πεθύμησα να υπάρχει εκεί ψηλά, πάνω από το γαλάζιο του ουρανού, ένας άλλος κόσμος, όπου θα την πήγαινε ένας άγγελος, να ξεκουραστεί και να χαρεί, επί τέλους κι αυτή στη ζωή της, και να με περιμένει, να βρεθούμε πάλι μια μέρα μαζί. Ήξερα όμως ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.
Και όμως! Καμιά φορά, όταν νιώθω βαριά την καρδιά μου και βάζω στο κασετόφωνο την κασέτα όπου την έγραψα ένα χρόνο πριν πεθάνει, λες και το ψυχανεμιζόμουνα, να απαγγέλλει με τη ζεστή φωνή της το "μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη", δημοτικά που βρίσκονται πια άψυχα μέσα σε ανθολογίες και σχολικά αναγνώσματα, έχω μια αίσθηση ότι με τη μαμά δεν χωρίσαμε για πάντα, ότι αναγκάσθηκε να μ' αφήσει προσωρινά, να πάει διακοπές σε μια λουτρόπολη, να ξεκουράσει το ταλαιπωρημένο της κορμί απ' τους κόπους της δουλειάς και τους πόνους της σπονδυλαρθρίτιδας, μια και εγώ την είχα εγκαταλείψει, ακόμη και στις διακοπές μου, για να προετοιμάσουμε, εδώ στην Αθήνα, μια επανάσταση που δεν έγινε.
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Τυχαία η ματιά μου διασταυρώθηκε με τη ματιά εκείνης που θα 'θελα τόσο να καλύψει το κενό που μ' άφησε ο θάνατος της μητέρας μου, σε ένα αδιόρατο χαιρετισμό. Δεν ήταν γραφτό.
Φτάσαμε στο σπίτι κι ένιωσα την απουσία της, πηχτή σαν φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο, να ξεχαστώ. Τα γράμματα χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια μου, τα νοήματα δραπέτευσαν στο περιθώριο, και η ματιά μου τρυπούσε τις σελίδες και καρφωνόταν στον παλιό καιρό των παιδικών μου χρόνων.
Ήμουν καθισμένος στην αυλή. Στον ουρανό υψωνόταν ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι, σαν χαρταετός. Μέσα ο πατέρας μου ψιθύριζε την προσευχή του, έτοιμος να πέσει να κοιμηθεί. Ζεστές κουβέρτες με περίμεναν και μένα στο κρεβάτι. Η σκέψη ότι η μητέρα θα κρύωνε μέσα στους παγωμένους τοίχους της άρκλας, με γέμισε ανησυχία. Όχι, ήταν αδύνατο να πέσω κι εγώ να κοιμηθώ. Ένιωσα ξαφνικά ότι το μεσημέρι δεν την είχα αποχαιρετήσει όπως έπρεπε, κάθε αποχαιρετισμός είναι συγκρατημένος όταν γίνεται μπροστά σε τρίτους.
Σηκώθηκα απ' την καρέκλα σαν υπνωτισμένος και ξεκίνησα τάχα για το καφενείο. Όμως ήξερα απ' την αρχή πού θα με οδηγούσαν τα βήματα μου. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ο δρόμος ήταν έρημος. Οι χωριανοί μου κοιμόντουσαν από νωρίς, για να ξυπνήσουν τα χαράματα, να ετοιμαστούν να πάνε στις ελιές. Και τα γαϊδουράκια είναι αργοκίνητα. Σήμερα τα παιδιά τους πηγαίνουν στα ίδια χωράφια πολύ σύντομα, με τα αγροτικά τους.
Όταν διέσχισα την πόρτα του νεκροταφείου δεν ένιωσα κανένα φόβο, σαν αυτό που νιώθαμε παιδιά όταν περνάγαμε απ' έξω, ακόμη και από μακριά. Άθελά μου θυμήθηκα την ιστορία με το θείο μου, τον αδελφό της μητέρας μου, Ήταν νεαρός, ίσως λίγο πιο μικρός από μένα, και είχε βάλει στοίχημα με τους φίλους του να κατέβει μέσα σε ένα μνήμα και να βγάλει μια νεκροκεφαλή. Πήγαν όλοι μαζί στο νεκροταφείο, σήκωσαν την πλάκα, πήδηξε μέσα, και σήκωσε θριαμβευτικά από χάμω μια νεκροκεφαλή. Όμως οι φίλοι του, απογοητευμένοι που έχασαν το στοίχημα, τον παράτησαν, και μόνος του δεν μπορούσε να βγει. Έβαζε τη μια κάσα πάνω στην άλλη για να σκαρφαλώσει έξω, όμως ήταν αδύνατο, τα σάπια ξύλα έσπαζαν κάτω από το βάρος του. Μετά από αρκετή ώρα τα κατάφερε. Γύρισε σπίτι και μύριζε σαν πεθαμένος. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου του έριξε μια νταμιτζάνα ρακί να ξεμυρίσει.
Πήγα και ακούμπησα στο μνήμα της. Ο ασβέστης τον οποίο έχυσαν γύρω από την πλάκα ήταν ακόμη νωπός. Σκούπισα με προσοχή το χέρι μου. Η μήτρα που με έκλεισε με ασφάλεια και ζεστασιά μέχρι να έλθω στη ζωή, και που κατά τους ψυχολόγους αναζητούμε διαρκώς στη ζωή μας, ήταν κλεισμένη στην παγερή μήτρα του τάφου. Όμως αυτή η εγγύτητα, δυο μόλις μέτρα να μας χώριζαν, έφερε μια ηρεμία στην ψυχή μου. Ένιωθα σα να κοιμόταν βαθιά μετά από την κρίση μιας αρρώστιας, κι εγώ αγρυπνούσα στο κρεβάτι της, όπως είχα κάνει τόσες φορές στα διάφορα νοσοκομεία που περιδιαβήκαμε μαζί σ' όλη τη διάρκεια της φιλάσθενης ζωή της.
Τα λίγα σύννεφα που υπήρχαν στον ουρανό είχαν απομακρυνθεί διακριτικά από το φεγγάρι, που έριχνε ανεμπόδιστα το φως του πάνω στα λευκά μάρμαρα, ενώ δίπλα τα κυπαρίσσια πύργωναν σαν μαύρες, σκοτεινές φλόγες, σαν ψυχές που έτειναν απεγνωσμένες προς τον ουρανό, ή σαν ρομφαίες χθόνιων αρχαγγέλων που προασπιζόταν τη γαλήνη των νεκρών.
Τα φαντάσματα και ο φόβος είχαν κατατροπωθεί από τη δύναμη της αγάπης. Οι νεκροί δεν ήσαν πια ζηλόφθονα πνεύματα που λαχταρούσαν να αρπάξουν κι εμάς τους ζωντανούς στη συντροφιά τους.
Ήταν οι καινούργιοι γείτονες της μαμάς. Αθέατοι, να μη με τρομάξουν, κάθονταν στα πεζούλια των τάφων, όπως κάθονταν τα βράδια στα πεζούλια στις αυλές των σπιτιών τους, σε μια καινούρια αποσπερίδα, ακούγοντας απ' τη μαμά τα τελευταία νέα των ζωντανών. Ήταν όλοι τους εκεί. Η θεία η Αντρονίκη, με το γλυκό μεσ' στην ποδιά της. Ο Μπάλος ο βιολάτορας, που μ' ένα κατοστάρικο έπαιζε στα φοιτητικά μας γλέντια, που οργανώναμε στα καφενεία του χωριού, στις διακοπές. Ο φίλος μας ο Αντώνης, που τον πήρε η θάλασσα στα δεκαπέντε του, πριν προλάβει να μάθει κολύμπι, καθώς ξυπόλυτος μέσα στο νερό, ακολουθούσε ένα ψάρι. Η Ερμιόνη, η αδικοχαμένη δασκάλα στα σαράντα της, από καρκίνο του μαστού, πανέμορφη πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, πρωταγωνίστρια στις παιδικές μας ονειρώξεις...
Όταν, μετά από μια ώρα περίπου, έφυγα, η καρδιά μου ήταν πια ξαλαφρωμένη. Κι ο ύπνος μου βαθύς, τη νύχτα εκείνη.