Book review, movie criticism

Monday, December 28, 2009

Requiem

Το παρακάτω διήγημα δημοσιεύτηκε στην "Απόπειρα", περιοδικό της ιδιαίτερης πατρίδας μου της Ιεράπετρας, τον Αύγουστο του 1997, τεύχος 26. Είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα μου, που είχε πεθάνει μόλις πριν δυο μήνες, στις 17 Ιουνίου 1997, αλλά αναφέρεται στο θάνατο της μητέρας μου. Από καιρό ήθελα να το αναρτήσω, και ξαφνικά θυμήθηκα ότι αυτή η μέρα, 28 Δεκεμβρίου 2009, είναι η πιο κατάλληλη. Κλείνουν 30 χρόνια από το θάνατό της.
Requiem
Στη μνήμη του πατέρα μου

Στην εκκλησιά πήγαινα σπάνια. Για την ακρίβεια, τρεις φορές το χρόνο. Μεγάλη Πέμπτη, Μεγάλη Παρασκευή, Μεγάλο Σάββατο. Μετά τους υποχρεωτικούς εκκλησιασμούς των παιδικών μου χρόνων μου δημιουργήθηκε μια απέχθεια για την εκκλησία.
Τη Μεγαλοβδομάδα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Κατεβαίναμε όλοι οι "αθηναίοι", φοιτητές και μη, και βλέπαμε φίλους και γνωστούς που είχαμε να τους δούμε από το καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Πέμπτη καθόμασταν έξω απ' την εκκλησία και συζητάγαμε. Η συζήτηση ήταν γεμάτη από παιδικές αναμνήσεις. Μέσα ο παπάς διάβαζε τα δώδεκα ευαγγέλια. Την επομένη, στα εγκώμια, ψέλναμε και εμείς.
Τη Μεγάλη Παρασκευή γυρνάγαμε με τον επιτάφιο. Περνάγαμε από σοκάκια του χωριού που είχαμε να τα διαβούμε από πιτσιρικάδες. Πετάγαμε και κανένα "παρτατζίκι" στα πόδια κάποιας κοπέλας, που αναπήδαγε τρομαγμένη.
Το Μεγάλο Σάββατο, στην αγία Τριάδα, καίγαμε τον Ιούδα. Μικρούλα η εκκλησία, μόλις που χώραγε τους γέρους του χωριού, που θα παρακολουθούσαν τη λειτουργία μέχρι τέλους. Οι υπόλοιποι, στεκόμασταν στην αυλή, με το ένα μάτι καρφωμένο στην είσοδο, να βλέπουμε τα κορίτσια που κατέφθαναν, και το άλλο σε επιφυλακή, μη μας έλθει κανένα αδέσποτο παρτατζίκι.
Εκείνη την ημέρα δεν ήταν Μεγαλοβδομάδα. Ήταν γιορτές των Χριστουγέννων. Όχι Χριστούγεννα, που δεν είχα πάει ποτέ μου στην λειτουργία, αυτό το ξύπνημα άγρια χαράματα ήταν πολύ βάρβαρο, ακόμη και για τους μεγάλους. Ήταν μέρα μεσημέρι, 30 Δεκεμβρίου. Λιγοστός ο κόσμος στην εκκλησία. Ο καιρός ήταν καλός, ο κόσμος πήγαινε στο λιομάζωμα.
Η μυρουδιά του λιβανιού, που είχα να τη νιώσω από μαθητής, κτυπούσε έντονη στα ρουθούνια μου. Ο ψάλτης διάβαζε τον Απόστολο σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Ήταν αρχαία ελληνικά, παραποιημένα τόσο που ήταν αγνώριστα, γιατί, καθώς η αναγνωστική του ικανότητα ήταν κατώτερη από το τέμπο που απαιτούσε η ανάγνωση, διάβαζε όπως του 'ρχοταν τις λέξεις. Το εκκλησίασμα έτσι κι αλλιώς δεν καταλάβαινε.
Με το τέλος της ακολουθίας, μας πλησίαζαν ένας ένας, εμένα και τον πατέρα μου που στεκόταν δίπλα μου, και μας έκαναν τα συλλυπητήρια. Τέσσερις χωριανοί σήκωσαν το φέρετρο και με τον παπά να ακολουθάει, βγήκαν από την εκκλησία. Πιο πίσω εμείς, με τους λίγους συγγενείς, και πιο πίσω κάτι λίγοι χωριανοί, κυρίως γυναίκες, φίλες της μητέρας μου.
Η μέρα ήταν ανοιξιάτικη, ο ουρανός ανέφελος, η ατμόσφαιρα διαυγής, το χώμα μύριζε νωπή βροχή. Προχωρούσαμε σιωπηλοί, το ένα χιλιόμετρο που μας χώριζε από το νεκροταφείο. Ακούγονταν μόνο τα βήματα μας, και τα πουλάκια που κελαηδούσαν πάνω στα δένδρα, ή πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας, ανέγνοια για τον ανθρώπινο πόνο. Πού και πού ακουγόταν η ψαλμωδία του παπά. Ποτέ στην ζωή μου δεν πεθύμησα τόσο πολύ, όσο τότε, να είχα μια αδελφή, για να χύσει ένα δάκρυ, να πει ένα μοιρολόι για τη μαμά. Οι άντρες ως γνωστό δεν κλαίνε. Όχι ότι δεν λυπούνται. Όχι ότι δεν μπορεί να σπαράξει από πόνο και η δική τους καρδιά. Όμως ο σπαραγμός τους πρέπει να κρυφτεί, με ενέργειες μετάθεσης. Τη βραδιά του θανάτου της μαμάς, πριν δυο μέρες, την ώρα που αυτή ήταν ξαπλωμένη στον πιο σκοτεινό θάλαμο του νοσοκομείου της Νίκαιας, μέσα στο γνωστό ξύλινο κρεβάτι με τις διαστάσεις του ανθρώπινου σώματος, παρέα με τα σκουλήκια που θα τη γευμάτιζαν, εγώ χόρευα πεντοζάλι και μεθούσα. Μόνο μ' αυτό τον τρόπο μπόρεσα τη νύχτα να κοιμηθώ. Την επομένη στο πλοίο, σ' ένα σαλόνι της τρίτης θέσης, με τη μαμά στο αμπάρι, με το φέρετρο της με επιμέλεια περιτυλιγμένο με χαρτί, κουτσομπολεύαμε με τη φιλενάδα του συγκάτοικού μου. Έτσι άντεξα τη βραδιά.
Είχαν σηκώσει την πλάκα της άρκλας, και οι τέσσερις άντρες κατέβαζαν το φέρετρο με τα σκοινιά. Ακούμπησε με ένα τράνταγμα στο πεζούλι των τοιχωμάτων, κάπου στα μισά της απόστασης. Η μαμά, με ήρεμο, χαλαρωμένο πρόσωπο, με τα μάτια κλειστά, σαν κοιμισμένη, δεν μπορούσε να με δει που έσκυβα από πάνω της. Από τα μάτια μου περνούσαν οι δυνατές αχτίνες ενός αόρατου φλας, που ήθελαν να αποτυπώσουν αυτή την τελευταία εικόνα της μητέρας μου βαθιά μέσα στη μνήμη μου για πάντα,
Μετά από τρία χρόνια ξαναβρέθηκα πάλι σ' αυτή τη στάση. Μόλις είχαμε μετακινήσει την πλάκα εγώ, ο πατέρας μου κι ο νεκροθάφτης. Εκεί που θυμόμουνα να είναι ακουμπισμένο στη γλυκιά του ηρεμία το κεφάλι της, χαμογελούσε τώρα σαρδόνια ένα κρανίο, με δυο σειρές μικρά, κάτασπρα δόντια, το ένα χρυσό.
Η πλάκα έπεσε βαριά και πλάκωσε την καρδιά μου, καθώς σκεφτόμουν το απόλυτο σκοτάδι που βασίλευε τώρα εκεί μέσα. Αν είχε νεκροφάνεια και ξυπνήσει θα τρομάξει, σκέφτηκα γεμάτος πανικό.
Έδιωξα τη σκέψη. Είχε πεθάνει σαράβαλο από τις αρρώστιες, μέσα σε νοσοκομείο. Το πιο δυνατό από μια σειρά εγκεφαλικά. Δεν μπορεί πια οι γιατροί να είχαν κάνει τόσο λάθος.
Η μαμά πέθανε. Δεν θα την ξανάβλεπα ποτέ πια. Ένιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά. Και για πρώτη φορά στη ζωή μου πεθύμησα να υπάρχει εκεί ψηλά, πάνω από το γαλάζιο του ουρανού, ένας άλλος κόσμος, όπου θα την πήγαινε ένας άγγελος, να ξεκουραστεί και να χαρεί, επί τέλους κι αυτή στη ζωή της, και να με περιμένει, να βρεθούμε πάλι μια μέρα μαζί. Ήξερα όμως ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.
Και όμως! Καμιά φορά, όταν νιώθω βαριά την καρδιά μου και βάζω στο κασετόφωνο την κασέτα όπου την έγραψα ένα χρόνο πριν πεθάνει, λες και το ψυχανεμιζόμουνα, να απαγγέλλει με τη ζεστή φωνή της το "μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη", δημοτικά που βρίσκονται πια άψυχα μέσα σε ανθολογίες και σχολικά αναγνώσματα, έχω μια αίσθηση ότι με τη μαμά δεν χωρίσαμε για πάντα, ότι αναγκάσθηκε να μ' αφήσει προσωρινά, να πάει διακοπές σε μια λουτρόπολη, να ξεκουράσει το ταλαιπωρημένο της κορμί απ' τους κόπους της δουλειάς και τους πόνους της σπονδυλαρθρίτιδας, μια και εγώ την είχα εγκαταλείψει, ακόμη και στις διακοπές μου, για να προετοιμάσουμε, εδώ στην Αθήνα, μια επανάσταση που δεν έγινε.
Πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Τυχαία η ματιά μου διασταυρώθηκε με τη ματιά εκείνης που θα 'θελα τόσο να καλύψει το κενό που μ' άφησε ο θάνατος της μητέρας μου, σε ένα αδιόρατο χαιρετισμό. Δεν ήταν γραφτό.
Φτάσαμε στο σπίτι κι ένιωσα την απουσία της, πηχτή σαν φάντασμα, να πλανάται στον αέρα. Πήρα να διαβάσω ένα βιβλίο, να ξεχαστώ. Τα γράμματα χοροπηδούσαν μπροστά στα μάτια μου, τα νοήματα δραπέτευσαν στο περιθώριο, και η ματιά μου τρυπούσε τις σελίδες και καρφωνόταν στον παλιό καιρό των παιδικών μου χρόνων.
Ήμουν καθισμένος στην αυλή. Στον ουρανό υψωνόταν ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι, σαν χαρταετός. Μέσα ο πατέρας μου ψιθύριζε την προσευχή του, έτοιμος να πέσει να κοιμηθεί. Ζεστές κουβέρτες με περίμεναν και μένα στο κρεβάτι. Η σκέψη ότι η μητέρα θα κρύωνε μέσα στους παγωμένους τοίχους της άρκλας, με γέμισε ανησυχία. Όχι, ήταν αδύνατο να πέσω κι εγώ να κοιμηθώ. Ένιωσα ξαφνικά ότι το μεσημέρι δεν την είχα αποχαιρετήσει όπως έπρεπε, κάθε αποχαιρετισμός είναι συγκρατημένος όταν γίνεται μπροστά σε τρίτους.
Σηκώθηκα απ' την καρέκλα σαν υπνωτισμένος και ξεκίνησα τάχα για το καφενείο. Όμως ήξερα απ' την αρχή πού θα με οδηγούσαν τα βήματα μου. Δεν ήταν πολύ αργά, αλλά ο δρόμος ήταν έρημος. Οι χωριανοί μου κοιμόντουσαν από νωρίς, για να ξυπνήσουν τα χαράματα, να ετοιμαστούν να πάνε στις ελιές. Και τα γαϊδουράκια είναι αργοκίνητα. Σήμερα τα παιδιά τους πηγαίνουν στα ίδια χωράφια πολύ σύντομα, με τα αγροτικά τους.
Όταν διέσχισα την πόρτα του νεκροταφείου δεν ένιωσα κανένα φόβο, σαν αυτό που νιώθαμε παιδιά όταν περνάγαμε απ' έξω, ακόμη και από μακριά. Άθελά μου θυμήθηκα την ιστορία με το θείο μου, τον αδελφό της μητέρας μου, Ήταν νεαρός, ίσως λίγο πιο μικρός από μένα, και είχε βάλει στοίχημα με τους φίλους του να κατέβει μέσα σε ένα μνήμα και να βγάλει μια νεκροκεφαλή. Πήγαν όλοι μαζί στο νεκροταφείο, σήκωσαν την πλάκα, πήδηξε μέσα, και σήκωσε θριαμβευτικά από χάμω μια νεκροκεφαλή. Όμως οι φίλοι του, απογοητευμένοι που έχασαν το στοίχημα, τον παράτησαν, και μόνος του δεν μπορούσε να βγει. Έβαζε τη μια κάσα πάνω στην άλλη για να σκαρφαλώσει έξω, όμως ήταν αδύνατο, τα σάπια ξύλα έσπαζαν κάτω από το βάρος του. Μετά από αρκετή ώρα τα κατάφερε. Γύρισε σπίτι και μύριζε σαν πεθαμένος. Η μακαρίτισσα η γιαγιά μου του έριξε μια νταμιτζάνα ρακί να ξεμυρίσει.
Πήγα και ακούμπησα στο μνήμα της. Ο ασβέστης τον οποίο έχυσαν γύρω από την πλάκα ήταν ακόμη νωπός. Σκούπισα με προσοχή το χέρι μου. Η μήτρα που με έκλεισε με ασφάλεια και ζεστασιά μέχρι να έλθω στη ζωή, και που κατά τους ψυχολόγους αναζητούμε διαρκώς στη ζωή μας, ήταν κλεισμένη στην παγερή μήτρα του τάφου. Όμως αυτή η εγγύτητα, δυο μόλις μέτρα να μας χώριζαν, έφερε μια ηρεμία στην ψυχή μου. Ένιωθα σα να κοιμόταν βαθιά μετά από την κρίση μιας αρρώστιας, κι εγώ αγρυπνούσα στο κρεβάτι της, όπως είχα κάνει τόσες φορές στα διάφορα νοσοκομεία που περιδιαβήκαμε μαζί σ' όλη τη διάρκεια της φιλάσθενης ζωή της.
Τα λίγα σύννεφα που υπήρχαν στον ουρανό είχαν απομακρυνθεί διακριτικά από το φεγγάρι, που έριχνε ανεμπόδιστα το φως του πάνω στα λευκά μάρμαρα, ενώ δίπλα τα κυπαρίσσια πύργωναν σαν μαύρες, σκοτεινές φλόγες, σαν ψυχές που έτειναν απεγνωσμένες προς τον ουρανό, ή σαν ρομφαίες χθόνιων αρχαγγέλων που προασπιζόταν τη γαλήνη των νεκρών.
Τα φαντάσματα και ο φόβος είχαν κατατροπωθεί από τη δύναμη της αγάπης. Οι νεκροί δεν ήσαν πια ζηλόφθονα πνεύματα που λαχταρούσαν να αρπάξουν κι εμάς τους ζωντανούς στη συντροφιά τους.
Ήταν οι καινούργιοι γείτονες της μαμάς. Αθέατοι, να μη με τρομάξουν, κάθονταν στα πεζούλια των τάφων, όπως κάθονταν τα βράδια στα πεζούλια στις αυλές των σπιτιών τους, σε μια καινούρια αποσπερίδα, ακούγοντας απ' τη μαμά τα τελευταία νέα των ζωντανών. Ήταν όλοι τους εκεί. Η θεία η Αντρονίκη, με το γλυκό μεσ' στην ποδιά της. Ο Μπάλος ο βιολάτορας, που μ' ένα κατοστάρικο έπαιζε στα φοιτητικά μας γλέντια, που οργανώναμε στα καφενεία του χωριού, στις διακοπές. Ο φίλος μας ο Αντώνης, που τον πήρε η θάλασσα στα δεκαπέντε του, πριν προλάβει να μάθει κολύμπι, καθώς ξυπόλυτος μέσα στο νερό, ακολουθούσε ένα ψάρι. Η Ερμιόνη, η αδικοχαμένη δασκάλα στα σαράντα της, από καρκίνο του μαστού, πανέμορφη πτυχιούχος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, πρωταγωνίστρια στις παιδικές μας ονειρώξεις...
Όταν, μετά από μια ώρα περίπου, έφυγα, η καρδιά μου ήταν πια ξαλαφρωμένη. Κι ο ύπνος μου βαθύς, τη νύχτα εκείνη.
Post a Comment