Book review, movie criticism

Tuesday, December 15, 2009

Γιώργος Βέης, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ

Γιώργος Βέης, Από το Τόκιο στο Χαρτούμ, Κέδρος 2009, σελ. 318

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα ακόμη συναρπαστικό ταξιδιωτικό, από τον ποιητή και πρέσβη Γιώργο Βέη.

«Από το Τόκιο στο Χαρτούμ» είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του Γιώργου Βέη. Εν είδει υποτίτλου στο εσώφυλλο υπάρχουν οι λέξεις «Μαρτυρίες, συνδηλώσεις», ενώ στη διπλανή σελίδα με τα «Έργα του ιδίου» το βιβλίο χαρακτηρίζεται ως ταξιδιωτικό. Ειδολογικά πράγματι μόνο στην κατηγορία «ταξιδιωτικό» θα μπορούσε να καταταχθεί, όμως την υπερβαίνει. Τα ταξιδιωτικά γράφονται από ταξιδιώτες, και παρόλο που υπάρχει η διεισδυτική ματιά, αυτή σπάνια φτάνει σε μεγάλο βάθος κάτω από την ιμπρεσιονιστική εντύπωση. Η ματιά όμως του Γιώργου Βέη φτάνει σε πολύ μεγαλύτερο βάθος, γιατί ο Γιώργος είναι κάτι περισσότερο από απλός ταξιδιώτης, είναι ένας προσωρινός κάτοικος, για όσο διάστημα του έχει ανατεθεί από το υπουργείο εξωτερικών να υπηρετεί στην εκεί πρεσβεία, διάστημα που δεν μετριέται ούτε σε μέρες, ούτε σε βδομάδες, ούτε ακόμη και σε μήνες, αλλά σε χρόνια.
Έχουμε και άλλο πρέσβη λογοτέχνη, βραβευμένο μάλιστα με Νόμπελ, το Γιώργο Σεφέρη. Όμως ο Σεφέρης είναι αφοσιωμένος στο ποιητικό του έργο, δεν ευκαιρεί(;) να γράψει για τα μέρη όπου υπηρετεί. Ο Γιώργος Βέης, κι αυτός ποιητής με δέκα ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, με την προτελευταία μάλιστα «Λεπτομέρειες κόσμων» βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών, απλώνει τη ματιά του στα μέρη «ού τον εθέσπισεν». Ή μάλλον, περιορίζοντάς την αρχικά εκεί με τις μαρτυρίες, την εξακτινώνει στη συνέχεια, ως γνήσιος ποιητής, σε συνδηλώσεις που αφορούν τον άνθρωπο, την κοινωνία, την ιστορία κ.λπ.
Τα κείμενά του μεταιωρίζονται ανάμεσα στην καταδήλωση του πεζού, «ταξιδιωτικού» λόγου και στη συνδήλωση μιας ποιητικής υπέρβασης. Η συνδήλωση αυτή είναι μια αναγκαία συνθήκη για ένα λογοτεχνικό είδος που η εικόνα τού έσυρε το χαλί κάτω από τα πόδια. Αν μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις, ένα ωριαίο ντοκιμαντέρ ισοδυναμεί με ένα εκατομμύριο λέξεις. Πόσες λέξεις μπορεί να έχει ένα βιβλίο; Ή καλύτερα, σε μια ώρα ανάγνωσης, πόσες λέξεις μπορείς να διαβάσεις;
Πάντως ο Γιώργος με έξυπνο τρόπο προσπαθεί να ανατρέψει αυτό το κλισέ του «Μια εικόνα, χίλιες λέξεις»: Το βιβλίο του εικονογραφείται με φωτογραφίες από την Ιαπωνία (Τόκιο) και από το Σουδάν (Χαρτούμ). Και ενώ συνήθως τα κείμενα που «υπογράφουν» τις φωτογραφίες περιορίζονται στο να τις τοποθετούν χωρικά ή και χρονικά, τα περισσότερα κείμενα του Γιώργου τις ανυψώνουν σε μια ποιητική διάσταση. Σε μια φωτογραφία του Νείλου για παράδειγμα ο Βέης γράφει: «Ο Νείλος. Είμαστε απλώς σκιές ονείρων, ενώ εκείνος είναι η διάρκεια, οι αιώνες του ύδατος στο κέντρο του πουθενά», και στην αμέσως επόμενη εικόνα, πάλι του Νείλου: «Φαίνεται υποταγμένος, πειθήνιος. Λίγο πιο κάτω όμως ενδέχεται να πνίξει χωριά. Ο Νείλος είναι η σκοτεινή και η φωτεινή δύναμη».
Και μια και ο λόγος για το Νείλο, θαυμάσαμε τη συνειρμική μνήμη του Γιώργου, που απλώνεται σε άφθονες διακειμενικές αναφορές. Μιλώντας για μια πλημμύρα του Νείλου που ξέβρασε έναν κροκόδειλο στην αυλή ενός σπιτιού, θυμάται τον «Άμλετ»: «Τι είδος κροκόδειλου, άραγε, να είχε κατά νου ο Άμλετ, όταν ξέσπασε προς το τέλος της πρώτης σκηνής της πέμπτης και τελευταίας πράξης της τραγωδίας: «Να πάρει η οργή, δείξε μου τι μπορείς να κάνεις! / να κλάψεις, να παλέψεις, να νηστέψεις, να τραβήξεις / με τα νύχια σου κομμάτια, να πιεις ξύδι, να φας κροκόδειλο; / Δέκα φορές τα κάνω εγώ αυτά!» Η παραφορά, η παράτολμη έκρηξη του διάσημου πρίγκιπα της Δανίας μας κάνει να καταπιούμε κι εμείς μαζί με λίγο εύγευστο κροκόδειλο την υπέροχη νοστιμιά της θεατρικής ακρότητας» (σελ. 206).
Στο βιβλίο αυτό διαβάζω για πρώτη φορά για τους χιχικομόρι. Οι χιχικομόρι είναι νεαροί αναχωρητές, που κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους του δωματίου τους έχουν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία έξω, μια κοινωνία που στην Ιαπωνία είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική, με τη ματαίωση να καραδοκεί σε κάθε προσπάθεια. Και φυσικά ο Γιώργος δεν παραλείπει να αναφερθεί στους πιο διάσημους λογοτέχνες χικικομόρι, πριν την δημιουργία του όρου αυτού, στον Γκουστάβ Φλωμπέρ και στον Μαρσέλ Προυστ.
Ας κλείσουμε την παρουσίαση αυτού του έξοχου βιβλίου πάλι με την Ιαπωνία. Μιλώντας για τον ονάγκατα, τον άνδρα που παίζει τους γυναικείους ρόλους στο λαϊκό θέατρο Καμπούκι, ο Βέης γράφει:
«Είναι, άραγε, η ενδυματολογική αυτή μετάλλαξη ή μετένδυση, για να χρησιμοποιήσω έναν πιο δόκιμο όρο, συμβολική διευθέτηση της λαχτάρας των δύο φύλων να συνυπάρξουν σε ένα; Ή μήπως πρόκειται για τη συνειδητή αναζήτηση μιας οριακής διεξόδου από την πραγματική, ελλειμματική γυναίκα, προκειμένου ο ονάγκατα να υποδυθεί μια παρεμφερή μορφή, ένα παραπλήσιο όν, το οποίο θα είναι εμφανώς απαλλαγμένο από τις θλιβερές ακρότητες και τις επαχθείς αγκυλώσεις των θηλέων του μέσου όρου;» (σελ. 141-2).
Δεν πρόκειται ούτε για «συμβολική διευθέτηση» ούτε για «συνειδητή αναζήτηση», αλλά για μια επιβολή. Ξέρω το θέμα γιατί το έχω μελετήσει, και καρπός αυτής της μελέτης μου υπήρξε το – ανέκδοτο προς το παρόν– βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας», που φιλοξενείται στην ιστοσελίδα του φίλου μου του Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου http://www.peri-grafis.com στην κατηγορία Λαογραφικά. Αρχικά, στο Καμπούκι τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν γυναίκες που εκδίδονταν. Οι σογκούν το έβλεπαν με καχυποψία, και έτσι τελικά το κατάργησαν. Η κατάργηση του γυναικείου (onna) kabuki οδήγησε στην ανάπτυξη του αγορίστικου (wakashu) kabuki. Το kabuki αυτό παιζόταν από παιδιά 11-15 χρόνων, πριν περάσουν την τελετή gempuku, κατά την οποία τους ξύριζαν το μπροστινό μέρος του κεφαλιού ως σημάδι ενηλικίωσης. Πρόσφεραν και αυτά τις ίδιες υπηρεσίες που πρόσφεραν και οι πόρνες. Το αγορίστικο kabuki είχε την ίδια μοίρα με το γυναικείο, και για τους ίδιους λόγους. Το 1652 απαγορεύτηκε εντελώς. Η απαγόρευση των γυναικών στη σκηνή οδήγησε στο φαινόμενο του onnagata, του ηθοποιού που παίζει γυναικείους ρόλους. Ο onnagata, με ξυρισμένο το κεφάλι, θα έπρεπε να αναπτύξει σε μεγάλο βαθμό την υποκριτική του τέχνη ώστε να είναι πειστικός ως γυναίκα.
Μερικά από τα ενδιαφέροντα «καταδηλωτικά» τμήματα του βιβλίου είναι αυτά που αναφέρονται στον Γιούκιο Μισίμα και γενικά στις αυτοκτονικές τάσεις των γιαπωνέζων, στην ελληνική παροικία στο Χαρτούμ, στο φαινόμενο της κλειτοριδεκτομής, και στις αδελφές για νοίκιασμα, που έχουν σαν αποστολή να βγάλουν τους χικικομόρι από την απομόνωση του δωματίου τους και να τους επαναφέρουν στην κοινωνία.
Ο Μάρσαλ Μακ Λούαν έχει πει την περιώνυμη φράση: το μέσο είναι το μήνυμα. Στο βιβλίο αυτό του Βέη το μέσο λειτουργεί τόσο ως μέσο όσο και ως μήνυμα: Ως μέσο για μετάδοση πληροφοριών, και ως «μήνυμα» με την λογοτεχνικότητα-ποιητικότητά του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment