Book review, movie criticism

Friday, July 31, 2009

Ηλία Σταύρου, Τα ευρισκόμενα

Ηλία Σταύρου, Τα ευρισκόμενα (φιλολογική επιμέλεια-εισαγωγή, Θεοδόσης Πυλαρινός, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 2009, σελ. 514.

Η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ίσως έχει χαρακτήρα πρωθύστερου, ίσως όμως και όχι. Πριν εννιά μήνες παρουσιάσαμε από το Λέξημα τη μελέτη του Θεοδόση Πυλαρινού, καθηγητή στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, με τίτλο, «Ηλίας Αλ. Σταύρου, ο Κερκυραίος δημοτικιστής και λογοτέχνης», όπου στις 140 σελίδες του τόμου αυτού ο Πυλαρινός αναλύει διεξοδικά το έργο του Κερκυραίου λογοτέχνη.
Λέμε ότι έχει χαρακτήρα πρωθύστερου γιατί ο αναγνώστης δεν είχε τη δυνατότητα να ελέγξει τις διαπιστώσεις του Πυλαρινού, καταφεύγοντας δηλαδή στο ίδιο το έργο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει. Ο Πυλαρινός τώρα του προσφέρει αυτή την δυνατότητα. Σε έναν ογκώδη τόμο 514 σελίδων συγκεντρώνει όλα τα ευρισκόμενα έργα του Σταύρου. Με τη μελέτη όμως να προηγείται, η κριτική έκδοση σίγουρα είναι πληρέστερη.
Στις 17 σελίδες της εισαγωγής ο Πυλαρινός συνοψίζει όσα διεξοδικά ανέπτυξε στο προηγούμενο έργο του. Ο Σταύρου, ανήκοντας στους μετασολωμικούς και ζώντας μια εποχή ταραγμένη, τόσο στα λογοτεχνικά πράγματα με το γλωσσικό να αποτελεί αντικείμενο έντονης διαμάχης, όσο και στα πολιτικά και κοινωνικά, με τις αναστατώσεις που προκλήθηκαν στον ελλαδικό χώρο και τις μετακινήσεις προς τα αστικά κέντρα, προσφέρει ένα έργο άνισο. Καθώς αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στις επιδράσεις της πατρίδας του με την τόσο πλούσια λογοτεχνική παράδοση και στις επιδράσεις της Αθήνας στην οποία καταφεύγει πιστεύοντας ότι εκεί θα βρει πιο κατάλληλες συνθήκες για να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, αδυνατεί να ισορροπήσει και να αποκρυσταλλώσει στα εκφραστικά του μέσα. Η ποίηση και η πεζογραφία τον απασχολούν εξίσου, αλλά και οι μεταφράσεις, ενώ η μέριμνά του για την παιδεία εκφράζεται σε ένα μεγάλο μέρος του δοκιμιακού του έργου. Ακόμη και θεατρικό έργο έχει γράψει ο Σταύρου. Ο Πυλαρινός γράφει χαρακτηριστικά:
«Κοντολογίς η ανισότητα των πεζών ή έμμετρων κειμένων του Ηλ. Σταύρου υπήρξε συνέπεια νομοτελειακή, απόρροια του συγκρητισμού που πυροδότησε η σύγχυση της μετατόπισης του κέντρου βάρους από τον στέρεο και δοκιμασμένο επτανησιακό χώρο στα πανελλήνια λογοτεχνικά δεδομένα της πρωτεύουσας, με τη ζωντάνια του νέου και ενωτικού-συνθετικού χαρακτήρα που τα διέπνεε» (σελ. 13).
Ο Πυλαρινός πιστεύει ότι τα πεζά του έργα σαφώς είναι αρτιότερα από τα ποιητικά του, και από αυτά πάλι ξεχωρίζει τα ηθογραφικά, τα οποία, και λόγω του θέματος, έχουν ένα αυτόνομο ενδιαφέρον.
Η περίπτωση του Σταύρου είναι όντως ιδιόρρυθμη. Ενώ συνήθως οι λογοτέχνες της επαρχίας, ξεκομμένοι από τα δρώμενα της πρωτεύσας χάνουν σε ευκαιρίες λογοτεχνικής ανάδειξης, ο Σταύρου εγκαταλείπει μια επαρχία της οποίας η λογοτεχνική ζωή βρισκόταν στην κορυφή της πνευματικής δραστηριότητας του ελληνικού κόσμου για να έλθει στην πρωτεύουσα, η οποία παλεύει ακόμη με το γλωσσικό. Για τους επτανήσιους το ζήτημα είχε λυθεί ολοκληρωτικά με τον Σολωμό, που στον περίφημο «Διάλογό» του κατακεραύνωσε τους γλωσσαμύντορες σοφολογιότατους. Όμως ήδη είχε συντελεσθεί μια κάμψη. Οι μετασολωμικοί δεν έφτασαν ποτέ την κορυφή που κατέκτησε ο Σολωμός, και σήμερα, καλώς ή κακώς, η πιο έντονη λογοτεχνική ζωή βρίσκεται στην πρωτεύουσα, με την συμπρωτεύουσα να ακολουθεί. Ο Σταύρου, στα χρόνια που έζησε και με τις συνθήκες της προσωπικής του ζωής, μάλλον δεν θα μπορούσε να φτάσει ψηλότερα.

Thursday, July 30, 2009

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Αραβικές νύχτες.

Την ίδια στιγμή που το διάβασα, "Οι φονταμενταλιστές ισλαμιστές στην Αλγερία έκαψαν δημόσια σε πλατεία αντίτυπα από τις Χίλιες και μια νύχτες", είπα ότι αυτό το βιβλίο κάποτε θα το διαβάσω. Έγραψα όμως την ταινία του Παζολίνι, για να τη δω κάποια στιγμή. Απόψε την είδα, μόλις την τέλειωσα. Μια ερωτική ιστορία στο παλιό στυλ, οι ερωτευμένοι που χωρίζουν για να ξαναβρεθούν στο τέλος μετά από πολλές περιπέτειες. Και ενδιάμεσα εγκιβωτισμένες ιστορίες, κάποιες με τα στοιχεία του μαγικού παραμυθιού. Οι περισσότερες ερωτικές, αισθησιακές, με αρκετές σκηνές σεξ. Τα πουλιά που είδα σ' αυτή την ταινία δεν τα έχω δει σε όλες τις ταινίες που έχω δει μέχρι σήμερα. Δεν ξέρω, οι ισλαμιστές είχαν δει την ταινία; Αν την είχαν δει σίγουρα θα έκαιγαν και τις κόπιες της.
Να καταγράψω μια σκέψη που είχα κάνει παλιά: το Ισλάμ δεν ήταν πάντα πουριτανικό, και ακριβώς το "Χίλιες και μια νύχτες" είναι μια απόδειξη. Τη σκέψη αυτή την έκανα όταν διάβασα το "Μυρωμένο λιβάδι" του Αμπού- Αμπνταλάχ Μουχάμαντ αλ Ναφζάουι, που το έγραψε κατά παραγγελία του σουλτάνου Αμπού Φαρίζ της Τυνησίας, κάπου στα μέσα του 15ου αιώνα, και που περιέχει ένα σωρό γαργαλιστικές ιστορίες. Και μια και χρησιμοποίησα τη λέξη "πουριτανικό", τι άλλο ήταν οι πουριτανοί παρά φονταμενταλιστές χριστιανοί;
Ακόμη: Ο αισθησιασμός που έχουν οι ισπανικοί χοροί, τα φλαμένκος κ.λπ. και που πέρασε ατόφιος στη Λατινική Αμερική για να αναπτυχθεί εκεί περισσότερο, έχει πιθανόν την προέλευσή του στην ισλαμική παράδοση. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Ισπανοί, πριν την Ρεκονκίστα, πέρασαν όχι 400, αλλά 700 χρόνια αραβικής κατοχής. Σε μας πάντως, μέσω του οθωμανικού Ισλάμ, πέρασε το τσιφτεφτέλι.

Tuesday, July 28, 2009

Μάνος Ελευθερίου, Ο καιρός των χρυσανθέμων

Μάνος Ελευθερίου, Ο καιρός των χρυσανθέμων, Μεταίχμιο 2004.

Είχε κάνει αίσθηση όταν κυκλοφόρησε. Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος. Το αγόρασα, στην έκδοση τσέπης, με την απόφαση να το διαβάσω κάποια στιγμή. Το ξεκίνησα στο πλοίο πριν μια βδομάδα, την παραμονή του Προφήτη Ηλία, κατεβαίνοντας στην Κρήτη.
Το στόρι του βιβλίου χονδρικά είναι το εξής: Ο θίασος της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου κατεβαίνει να δώσει παραστάσεις στη Σύρο το χειμώνα του 1896. Δεξιώνεται από μια αρχοντική οικογένεια του νησιού, το τελευταίο βράδυ, μετά την τιμητική της πρωταγωνίστριας. Μια θεομηνία, κάτι σαν τσουνάμι, θα πλήξη το νησί. Παρασύρει το σπίτι στη θάλασσα, που θα σκαλώσει σε ένα βράχο. Τους έντρομους ηθοποιούς, οικοδεσπότες και υπηρετικό προσωπικό θα σώσει μια διερχόμενη θαλαμηγός. Μια πύρινη λάβα υψώνεται από το νησί, στο σημείο όπου βρισκόταν το σπίτι. Και το βιβλίο τελειώνει: «Βούλιαζε φλεγόμενο στη θάλασσα, καταπίνοντας και παίρνοντας μαζί του νεκρούς και ζωντανούς, και μαζί σχεδόν τη μισή χρυσοπλοκώτατη πόλη».
Το τέλος αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια βιασμένη μίμηση του τέλους από τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες, αν οι ήρωες της ιστορίας δεν σώζονταν. Αποτελεί μάλλον μια αλληγορία για την παρακμή μιας άλλοτε ακμάζουσας πόλης, της Ερμούπολης της Σύρου, που είχε μια έντονη πνευματική, και ιδιαίτερα θεατρική, ζωή.
Θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί σαν μια βιασμένη επανόρθωση. Σε μια σχεδόν προσχηματική ιστορία που έχει στόχο να δειχθεί το φόντο της, που είναι αφενός η Ερμούπολη και αφετέρου το θέατρο και κυρίως η ζωή των ηθοποιών, ο Ελευθερίου επιλέγει ένα τέτοιο εντυπωσιακό τέλος. Ήδη από τα μέσα του έργου αρχίζει να διαμορφώνεται κάτι σαν σασπένς με την εμφάνιση της Μοσχάνθης, της φτωχούλας που είχε ερωτευθεί ο Πινάς στα νιάτα του. Την αφήνει έγκυο, αλλά ο πατέρας του τη διώχνει από το νησί δίνοντάς της πολλά χρήματα με την εντολή να κάνει έκτρωση. Αυτή δεν ρίχνει το παιδί αλλά το δίνει για υιοθεσία σε μια αμερικανική οικογένεια. Παντρεύεται έναν πλούσιο του τόπου, ζουν στο εξωτερικό, και κάποια στιγμή η κόρη της από αυτόν τον γάμο τα φτιάχνει με το γιο του Πινά και ετοιμάζονται να παντρευτούν. Ο γάμος αυτός θα είναι σωτήριος για τον Πινά, που βρίσκεται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Με αυτή την quasi θεατρική παρωδία ο Ελευθερίου φαίνεται να απολογείται για το υποτυπώδες της πλοκής του έργου του.
Πολλά από τα επεισόδια μοιάζουν πραγματικά. Ο Ελευθερίου φαίνεται να άντλησε από άφθονο αρχειακό υλικό, που βρέθηκε στη διάθεσή του καθώς επιμελήθηκε τους τέσσερις τόμους του έργου «Το θέατρο στην Ερμούπολη τον 20ο αιώνα», όπως και τα «Νεοκλασική Ερμούπολη» και «Ερμούπολη: Μια πόλη στη λογοτεχνία».
Ο Ελευθερίου, προκειμένου να εξυπηρετήσει το στόχο του, γίνεται αφηγηματικά πολύ ευρηματικός. Ένα μεγάλο μέρος του έργου δίνεται σε δεύτερο επίπεδο αφήγησης. Ένας εγκιβωτισμένος αφηγητής αφηγείται, αλλά κυρίως σχολιάζει, στον ετοιμοθάνατο Πατρίδη, έναν ηλικιωμένο ηθοποιό που είχε πάθει εγκεφαλικό κατά τη διάρκεια μιας παράστασης και νοσηλεύεται τώρα στο νοσοκομείο της πόλης.
Ένας εγκιβωτισμένος αφηγητής διαθέτει την περιορισμένη οπτική κάθε πρωτοπρόσωπου αφηγητή, είτε είναι αυτοδιηγητικός είτε είναι ετεροδιηγητικός. Εδώ όμως ο Ελευθερίου υπερβαίνει τις κλασικές ταξινομήσεις της αφηγηματολογίας παρουσιάζοντας τον εγκιβωτισμένο αφηγητή του με τα χαρακτηριστικά του εξωδιηγητικού-ετεροδιηγητικού αφηγητή, δηλαδή του τριτοπρόσωπου αφηγητή του κλασικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος που έχει την οπτική ενός παντογνώστη θεού. Γιατί αυτό; Γιατί ο Ελευθερίου, αξιοποιώντας την παράδοση του μαγικού ρεαλισμού, παρουσιάζει τον ίδιο τον Σαίξπηρ αυτοπροσώπως στο κρεβάτι του πόνου του Πατρίδη, να του αφηγείται και να του σχολιάζει. Στο τέλος πάλι ο Ελευθερίου, σε μια αλληγορική σκηνή, παρουσιάζει τους ηθοποιούς να περπατάνε πάνω στο νερό της θάλασσας, κάτι που είναι αδύνατο για κάποια από τα άλλα πρόσωπα, που προσπαθούν να κάνουν το ίδιο. Ηθοποιός σημαίνει εξουδετέρωση του νόμου της βαρύτητας – για να μην πούμε το άλλο, που έχει γίνει πια μια θεόνεκρη μεταφορά από την πολυχρησία.
Σε ένα μεγάλο μέρος ο Σαίξπηρ μιλάει για τους «φρουρούς» στον Άμλετ, τη σημασία τους για το έργο, επίσης σε μια αλληγορία για τους ηθοποιούς που παίζουν δεύτερους ρόλους και δεν αξιώθηκαν ποτέ, οι περισσότεροι τουλάχιστον, να επιδείξουν το ταλέντο τους σε πρωταγωνιστικό ρόλο.
Τα δοκιμιακά και πληροφοριακά μέρη του έργου νομίζω ότι κλέβουν τελικά την παράσταση (για να χρησιμοποιήσουμε κι εμείς μια μεταφορά από το θέατρο) σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Εγώ έμαθα για παράδειγμα αρκετά πράγματα για τη δουλειά του υποβολέα.
Ο Ελευθερίου φαίνεται να λατρεύει την καθαρεύουσα. Τα άφθονα αποσπάσματα που παραθέτει από μεταφράσεις του Άμλετ της εποχής θα μπορούσαν να τοποθετηθούν απλά μέσα στα πλαίσια της ρεαλιστικής ανασύστασης της εποχής, αν δεν υπήρχαν και αρκετά άλλα αποσπάσματα καθαρεύουσας και αρχαΐζουσας. Ψάχνοντας για τη λέξη «χρυσόπλοκος» στο google («χρυσοπλοκώτατη» είναι η προτελευταία λέξη του έργου) βρήκαμε το «χρυσόπλοκος» στην ακολουθία «Πάντων των νεοφανών μαρτύρων». Επίσης στο Scriptorium βρήκαμε ότι συναντάται άπαξ στον Πίνδαρο και στον Ρωμανό τον Μελωδό, από όπου μάλλον πηγαίνει στην ακολουθία.
Μπα, απ’ αλλού την πήρε ο Ελευθερίου. Ψάχνοντας πάλι στο google με τις δυο τελευταίες λέξεις του μυθιστορήματος, πέφτω πάνω στον ίδιο τον Μάνο Ελευθερίου που μας λέει, σε έναν από τους 10 λόγους για τους οποίους κάνει διακοπές στη Σύρο, ότι πήρε τη λέξη από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα. (Παρεμπιπτόντως, ο πρώτος λόγος που αναφέρει είναι ότι είναι η πατρίδα του. Και για μένα ο πρώτος λόγος που κάνω διακοπές στο Κάτω Χωριό Ιεράπετρας όπου γράφω τώρα αυτές τις γραμμές, είναι ότι είναι το χωριό μου).
Ένα από τα εφέ που χρησιμοποιούν συχνά οι συγγραφείς είναι το εφέ της μακροπεριόδου. Στις σελίδες 363-368 συναντάμε αλλεπάλληλες μακροπεριόδους. Η μεγαλύτερη ξεκινάει από τα μισά της σελίδας 366 και τελειώνει στα μισά της σελίδας 367. Η μακροπερίοδος δίνει μια αίσθηση ασθματικής εξομολόγησης. Δεν ξέρω αν γράφεται το ίδιο ασθματικά από τον συγγραφέα, πάντως «ασθματικά» διαβάζεται από τον αναγνώστη, δηλαδή λαχανιαστά, ψάχνοντας με αγωνία μια τελεία για να πάρει ανάσα. Αν θυμάμαι καλά, το «Φθινόπωρο ενός Πατριάρχη» του Μάρκες είναι ολόκληρο μια μακροπερίοδος (αν είχα γράψει και γι αυτό δυο λογάκια, θα το έβρισκα τώρα και δεν θα έγραφα ‘αν θυμάμαι καλά’. Αλλά όταν το διάβασα δεν υπήρχαν τα blogs). Εκεί δικαιολογείται από το θέμα: ο γηραιός δικτάτορας κάνει έναν απολογισμό ζωής. Πάντως όχι μέσα από κελί φυλακής, στη Λατινική Αμερική οι δικτάτορες τη βγάζουν καθαρή, μόνο ο Πινοτσέτ βρέθηκε για λίγο σε κατ’ οίκον περιορισμό. Εμείς εδώ δεν πιστεύαμε το Καραμανλικό «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια», αλλά κάναμε λάθος.
Το μυθιστόρημα αυτό του Μάνου Ελευθερίου είναι από τα καλύτερα της νεοελληνικής μας πεζογραφίας. Τόσο το βραβείο όσο και το μεγάλο τιράζ αυτό δείχνουν. Αν αμφιβάλλετε, δεν έχετε παρά να το διαβάσετε για να το διαπιστώσετε.

Sunday, July 26, 2009

Amal Murkus, La ahada yalam (Κανείς δεν ξέρει)

Ένα τραγούδι της Παλαιστίνιας Αμάλ Μουρκούς που μου άρεσε απίστευτα, και είπα ότι κάποια στιγμή θα το αναρτήσω στο blog μου.

Thursday, July 23, 2009

Το πανηγύρι του χωριού μου-πριν 8 χρόνια


Πριν 8 χρόνια οι συμφοιτητές μου Θωμάς Πυρπύλης και Γιώργος Δανδουλάκης έκαναν διακοπές στο χωριό μου, στο σπίτι ενός θείου του δεύτερου. Ο Θωμάς μόλις είχε αγοράσει την κάμερα. Τράβηξε το πανηγύρι του προφήτη Ηλία στο χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, στις 20 του Ιούλη, 2001. Στο youtube ανάρτησα τον Μαλεβιζιώτη. Τον χόρεψα και χθες βράδυ. Οι διαφορές: Χθες είχα οχτώ χρόνια περισσότερα, αλλά οχτώ κιλά λιγότερα. Επίσης χθες ήμουν στα μαύρα, σαν γνήσιος κρητικός, ενώ τότε ήμουν στα άσπρα. Χθες δεν βρέθηκε κανείς να βιντεοσκοπήσει, έτσι από νοσταλγία ανάρτησα εκείνη την εγγραφή. Αν το βίντεο δεν είχε μασήσει την ταινία, θα ανέβαζα και την "ξαστεριά". Η εκτέλεση δεν έλεγε και πολλά, όχι γιατί έπαιζα εγώ, αλλά γιατί έπαιζα σόλο, χωρίς τη συνοδεία του λαούτου, στην αυλή του σπιτιού μου. Και του χρόνου.

Tuesday, July 21, 2009

Σταυρούλα Σκαλίδη, Προδοσία και εγκατάλειψη

Σταυρούλα Σκαλίδη, Προδοσία και εγκατάλειψη, Πόλις 2008, σελ. 110

Η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο Λέξημα.

Αστυνομική πλοκή, περιθωριακοί ήρωες και ανατροπές, αυτά αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του πρώτου μυθιστορήματος της συγγραφέως.

Με το πρώτο της κιόλας βιβλίο η Σταυρούλα Σκαλίδη κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω». Και αυτό γιατί, αν και πρώτο, δεν είναι ακριβώς πρωτόλειο, αλλά βιβλίο ώριμο. Η μαθητεία της Σκαλίδη στην βιβλιοκριτική προφανώς την έχει βοηθήσει στη σύνθεση του δικού της μυθιστορήματος.
Το μυθιστόρημα έχει αστυνομική πλοκή. Με σασπένς και ανατροπές δημιουργεί ένα παζλ που η σύνθεσή του ολοκληρώνεται στο τέλος. Μέρη του παζλ είναι τα πρόσωπα του έργου, που ενώ είμαστε ήδη στη σελίδα 50 δεν ξέρουμε ακριβώς το ρόλο που παίζει το καθένα στην τελική σύνθεση. Διαβάζουμε:
«Με τριβέλιζαν οι εικόνες της Ζωής-Ζένιας που μου έλειπε τόσο η όψη της, τα μαλλιά της μουσουλμάνας ξένης που ξέφευγαν από τη μαντίλα της, το σαρακιασμένο από τα ναρκωτικά πρόσωπο του πρεζονιού που είχε υποσχεθεί μέσα στο παραμιλητό του ότι θα με βρει πάλι μετά – πότε μετά; - τα χτυπήματα από εκείνον τον άγνωστο που με έκανε του αλατιού χωρίς λόγο, το πώς ψόφισε μπροστά στα μάτια μου ο τσιγκούνης Αποστολάκης, η ζωντάνια και η δύναμη του ψευτο-παλικαρά Μάνου» (σελ. 51).
Η Σκαλίδη συνεχίζει την παράδοση της «παριολατρείας», της θεματικής εκείνης στη σύγχρονη πεζογραφία μας όπου τα πρόσωπα της ιστορίας είναι παρίες. Ο αφηγητής της είναι ένας τριαντάρης περιπτερούχος, που θα βρεθεί τελικά στο ψυχιατρείο, από όπου μας αφηγείται την ιστορία του. Μοναξιασμένος και υποχόνδριος θα μπλεχτεί σε μια ιστορία φόνου. Αναζητάει την Ζένια, μια επίσης μοναξιασμένη που τον προσέγγισε, για να διαπιστωθεί στο τέλος ότι όχι μόνο είχε δολοφονηθεί, αλλά ότι αυτός την είχε σκοτώσει. Ο διαταραγμένος ψυχισμός του φαίνεται ότι είχε απωθήσει το γεγονός ότι τη σκότωσε. Η ανατροπή αυτή είναι αντίστροφη με την ανατροπή στο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκούρτη, άλλου παριολάτρη, που έχει τον τίτλο «Μια φορά ήταν ένας μόνος του». Στο μυθιστόρημα του Σκούρτη ο ήρωας είναι σίγουρος ότι αυτός σκότωσε, αλλά στο τέλος διαπιστώνει ότι άλλος ήταν ο δολοφόνος. Αντίθετα στον «Μπάτσο» του ίδιου συγγραφέα που λατρεύει και αυτός τις ανατροπές, ενώ ο αφηγητής πιστεύει ότι σκότωσε την κοπέλα που αγαπούσε, στο τέλος αποκαλύπτεται ότι αυτή είναι ζωντανή.
Η αφήγηση του ήρωα, σε μια γλώσσα χαμηλού υφολογικού επιπέδου όπως ταιριάζει στα άτομα του είδους του, διακόπτεται συχνά πυκνά με αποστροφές, κυρίως στο προσωπικό της ψυχιατρικής κλινικής όπου περιθάλπεται, αποστροφές που βοηθούν στη σύνθεση της προσωπογραφίας του.
Το «εζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα» (ή χειρότερα, όπως καταλήγουν τα ελληνόφωνα παραμύθια της Κάτω Ιταλίας που παρουσιάζουμε στην επόμενη κατηγορία) εδώ δεν ισχύει. Αυτό που φαίνεται σαν απαισιοδοξία από τη μεριά της συγγραφέως δεν είναι παρά η ρεαλιστική πραγματικότητα. Και δεν αναφερόμαστε τόσο στο ότι ο ήρωάς της πεθαίνει στην κλινική, όσο στο ζευγάρι Μάνος – Ζένια, από τα λίγα μη περιθωριακά πρόσωπα του έργου, που είχαν περιθάλψει τον αφηγητή στο πρώτο του ατύχημα.
«Ο Μάνος και η Ζένια έμειναν μαζί λίγα χρόνια ακόμη, κι ύστερα χώρισαν. Η Ζωή-Ζένια προτίμησε κάποιον λιγότερο σωματώδη, λιγότερο έξυπνο, λιγότερο αισθηματία, λιγότερο τέλειο από το Μάνο, για να τον προδώσει και να τον εγκαταλείψει. Ο Μάνος έμεινε μόνος για το υπόλοιπο της σύντομης ζωής του. Τον βρήκε πεσμένο πάνω στον υπολογιστή του ένα πρωί η καθαρίστρια του κτιρίου της πολυεθνικής των νέων τεχνολογιών που διηύθυνε ο ίδιος. Τον πρόδωσε η καρδιά του και εγκατέλειψε κι αυτός» (σελ. 100). Στην οικονομία του έργου το τέλος του ζευγαριού είναι άσχετο, αλλά συντελεί στο απαισιόδοξο κλίμα του και το κάνει πιο ρεαλιστικό.
Μαθαίνοντας ότι η Σταυρούλα Σκαλίδη με το «Προδοσία και εγκατάλειψη» πήρε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα ήταν για μας ένδειξη ότι η Σταυρούλα είναι μια από τους πολλά υποσχόμενους νέους πεζογράφους μας. Διαβάζοντας και το βιβλίο το επιβεβαιώσαμε.

Sunday, July 19, 2009

Harry G. Gelber, Ο δράκος της Ασίας

Harry G. Gelber, Ο δράκος της Ασίας, Η Κίνα και ο κόσμος από το 1100 π.χ. έως σήμερα, μετ. Βαγγέλης Κατσάνης, Ψυχογιός 2009, σελ. 567.

Η παρακάτω βιβλιοπαρουσίαση δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Η Κίνα αρχίζει να ορθώνεται πραγματικά απειλητικά σαν δράκος. Ίσως ακόμη όχι όπως οι στρατιές του Τζέγκις Χαν και του Ταμερλάνου, αλλά σαν ένας οικονομικά αναπτυσσόμενος γίγαντας που απειλεί την δυτική οικονομία με προϊόντα ιδιαίτερα ανταγωνιστικά, χάρη στο φτηνό εργατικό δυναμικό που διαθέτει. Η Κίνα αρχίζει να ενδιαφέρει τη Δύση, ίσως περισσότερο από ποτέ.
Το βιβλίο ξεκινάει σαν βιβλίο ιστορίας, και μάλιστα, ακολουθώντας την παλιά ιστοριογραφική πρακτική της «από κτίσεως κόσμου» ξεκινάει από τα προϊστορικά χρόνια της Κίνας. Ή μάλλον από τα ιστορικά, μια και η Κίνα διέθετε γραφή ήδη από το 2.500 π.Χ.
Η παλιά ιστορία δίνεται στις σελίδες αυτού του βιβλίου περιληπτικά, και γίνεται όλο και πιο λεπτομερειακή όσο φτάνουμε στις μέρες μας. Για τα χρόνια από το 1012 και εδώ αφιερώνονται σχεδόν οι μισές σελίδες του βιβλίου. Τα δύο τελευταία κεφάλαια όμως μοιάζουν περισσότερο με πολιτικό δοκίμιο, με τα οικονομικά στοιχεία να καταλαμβάνουν μια σημαντική θέση, πράγμα που ισχύει απόλυτα για το τελευταίο κεφάλαιο που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Προς το μέλλον». Κάθε πολιτικός αναλυτής κάνει προβλέψεις, και η πρόβλεψη αποτελεί την ουσία της πολιτικής. Ποια θα είναι η πορεία της Κίνας στο μέλλον και η θέση της στην παγκόσμια πραγματικότητα;
Ο συγγραφέας μιλώντας για την Κίνα μιλάει και για τις όμορες χώρες, κυρίως την Ρωσία, με την οποία οι σχέσεις υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες την τελευταία εκατονταετία. Ακόμη συγκρίνει περιόδους της νεότερης ιστορίας της Κίνας με προηγούμενες ιστορικές περιόδους, βρίσκοντας αναλογίες και ομοιότητες. Και φυσικά δεν παραλείπει να συγκρίνει τον Μάο με τους παλιούς αυτοκράτορες ως προς τις πρακτικές της άσκησης της εξουσίας.
Μπορεί κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες να φαίνονται για το μέσο αναγνώστη περιττές, όμως η συναρπαστικότητα της αφήγησης, η κυριότερη αρετή κάθε ιστοριογραφίας, τις κάνει να περνούν σχεδόν απαρατήρητες. Και πρόκειται πραγματικά για ένα συναρπαστικό βιβλίο που κρατάει αδιάπτωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον μέχρι το τέλος.
Ως κινεζομαθής έχω συνηθίσει πια την παραποίηση των ονομάτων, όπως π.χ η Sixi, η ραδιούργος βασιλομήτωρ, που δεν προφέρεται Σίξη αλλά Sishi. Όμως ως λάτρης της λογοτεχνίας ενοχλήθηκα βλέποντας τον Βάτσλαβ Χάβελ, το λογοτέχνη και πρώτο πρόεδρο της μετακομμουνιστικής Τσεχίας να γράφεται ως Βάκλαβ. Το λάθος βρίσκεται στο ότι οι μεταφραστές διαβάζουν τους λατινικούς χαρακτήρες σαν να πρόκειται για λατινικά. Το Václav προφέρεται Βάτσλαβ και όχι Βάκλαβ. Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει και στην Ελλάδα η πρακτική τα ξένα ονόματα να αφήνονται άθικτα, και ειδικά για τα κινέζικα να διατηρείται η γραφή pinyin, την οποία χρησιμοποίησε και ο συγγραφέας. Πάντως ο κάθε μεταφραστής για βιβλίο σχετικά με την Κίνα καλό θα είναι να ρωτάει κάποιον Κινέζο για την προφορά ονομάτων. Παλιά υπήρχε πρόβλημα, όμως τώρα έτσι και ξεπορτίσει από το σπίτι του και στρίψει στη γωνία, δεν μπορεί, κάποιο κινέζικο μαγαζί θα συναντήσει στο δρόμο του.

Saturday, July 18, 2009

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Νιέτοτσκα Νιεσβάνοβα, μετ. Γιάννος Ισαακίδης, Ερατώ 2002, σελ. 392.

Το αγόρασα από την Πρωτοπορία πριν δυο Σάββατα. Η βροχή με καθήλωσε στην Άγκυρα, και μη έχοντας τι άλλο να κάνω ξεκίνησα το διάβασμα. Το τέλειωσα την επομένη. Θαύμασα για μια ακόμη φορά τον μεγάλο συγγραφέα, που στα 28 του μόλις χρόνια μας δίνει ένα αριστούργημα. Όπως αναφέρεται στο βιογραφικό του που παρατίθεται σαν επίμετρο στο τέλος του βιβλίου, είναι το καλύτερο έργο της πρώτης συγγραφικής του περιόδου, πριν την καταδίκη του και την εξορία του στη Σιβηρία, εξαιτίας της οποίας, όπως γράφει ο συντάκτης αυτής της βιογραφίας (ο μεταφραστής; ο επιμελητής;) έμεινε μισοτελειωμένο.
Για να πούμε την αλήθεια, αναρωτιόμαστε ποια πλοκή είχε στο νου του ο συγγραφέας όταν ξεκίνησε το γράψιμο. Γιατί εμείς αυτό που είδαμε ήταν τρία διηγήματα με συνδετικό ιστό την Νιέτοτσκα, ενώ κάνει την εμφάνισή του και ο κος Μπ. Αναρωτιέμαι γιατί ο Ντοστογιέφσκι δεν έδωσε ένα ολόκληρο όνομα σ’ αυτόν τον δεύτερο, αφού στο τέλος τέλος για πλασματική ιστορία πρόκειται, παρά προτίμησε δώσει μόνο το πρώτο γράμμα, πράγμα που κάνει και για κάποιο άλλο όνομα, δεν θυμάμαι ποιο. Αλλά ας μη σπάσουμε το κεφάλι μας, ας πάμε παρακάτω.
Στο έργο λοιπόν είδαμε τρία ξεχωριστά διηγήματα, ή μάλλον τρεις νουβέλες, με ολοκληρωμένη πλοκή και ξεχωριστή θεματική. Στην πρώτη νουβέλα ο Ντοστογιέφσκι αναπτύσσει την ιστορία ενός ακόμη «ταπεινωμένου και καταφρονεμένου», από τους πρώτους που θα κοσμήσουν την πινακοθήκη του. Ο Εφίμωφ είναι βιολιστής, αλλά το έχει ρίξει στο ποτό συνειδητοποιώντας τη μετριότητα του ταλέντου του. Θέλοντας να απενοχοποιηθεί για την επαγγελματική του αποτυχία κατηγορεί σαν υπεύθυνη τη γυναίκα του, τη μητέρα της Νιέτοτσκας, την οποία έκανε από τον πρώτο γάμο της. Όταν η γυναίκα του πεθαίνει και του ίδιου του δίνεται η δυνατότητα να ακούσει έναν πραγματικό βιρτουόζο του βιολιού, δεν αντέχει και καταρρέει ολοκληρωτικά. Η θάνατος έρχεται πολύ σύντομα.
Η Νιέτοτσκα, ενδοδιηγητική μεν αλλά ετεροδιηγητική, αφού διηγείται κυρίως την ιστορία του Εφίμωφ, έχει αναπτύξει μια σχέση αγάπης με τον πατριό της. Αν ο Ντοστογιέφσκι στον «Σωσία», ένα από τα πρώιμα διηγήματά του περιγράφει με αριστουργηματικό τρόπο ένα ψυχολογικό σύνδρομο αρκετά σπάνιο, αυτό του σωσία, εδώ περιγράφει με ακόμη πιο αριστουργηματικό τρόπο το σύνδρομο της Ηλέκτρας. Η φαλλοκρατική κοινωνία μας εστιάζει περισσότερο στο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, και ο περισσότερος κόσμος αυτό ξέρει. Το σύμπλεγμα της Ηλέκτρας είναι το αντίστοιχο του Οιδιπόδειου στο κορίτσι: Θέλει να πεθάνει η μητέρα του και να οικειοποιηθεί τον πατέρα του. Το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για πατριό λίγο μετράει, αφού μάλιστα, αν θυμάμαι καλά, η Νιέτοτσκα αργότερα έμαθε ότι ήταν πατριός της. Διαβάζουμε:
«Τότε άρχισα να του εξηγώ τρομαγμένη ακόμα περισσότερο πως όταν θα πέθαινε η μαμά δεν θα ζούσαμε πια σ’ αυτή τη σοφίτα, πως θα μ’ έπαιρνε μαζί του κάπου και πως θα ’μασταν και οι δυο πλούσιοι και ευτυχισμένοι» (σελ. 86).
Και πιο κάτω, ακόμη πιο χαρακτηριστικά:
«Και εγώ μεγάλωνα έτσι στην τρώγλη μας και λίγο κατ’ ολίγο η αγάπη ή το πάθος μου – γιατί δεν ξέρω καμιά λέξη αρκετά δυνατή για να εκφράσω ακριβώς το ασυγκράτητο και βασανιστικό για μένα αίσθημα που είχα για τον πατέρα μου- έφτασε σ’ έναν αρρωστημένο παροξυσμό. Μονάχα μια ευχαρίστηση είχα: να τον συλλογίζομαι. Μονάχα μια θέληση μου ’μεινε: να κάνω ό, τι ήταν δυνατόν να του φέρει λίγη χαρά. Πόσες φορές δεν μου συνέβη να τον περιμένω στη σκάλα, τρέμοντας και παγωμένη από το κρύο, μόνο και μόνο για να βεβαιωθώ για τον ερχομό του ένα λεπτό πρωτύτερα, να τον δω όσο μπορούσα πιο νωρίς. Ήμουνα τρελή απ’ τη χαρά μου όταν με χάιδευε λίγο, ενώ πολύ συχνά υπέφερα επειδή ήμουνα τόσο επίμονα ψυχρή απέναντι στη μητέρα μου» (σελ. 103-104).
Και ενώ θα μπορούσε να υποθέσει κανείς μια σεξουαλική σχέση ανάμεσα στον πατριό και την προγονή του, δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Ο πατριός τρέφει ολότελα πατρικά αισθήματα για την κόρη της γυναίκας του.
Η δεύτερη «νουβέλα» είναι ενδοδιηγητική και ομοδιηγητική, και αναφέρεται στη σχέση της Νιέτοτσκα με την κόρη του πρίγκιπα, ο οποίος την περιμάζεψε αναίσθητη από το δρόμο όταν έτρεχε να προλάβει τον πατριό της, ο οποίος την εγκατάλειψε για να πεθάνει δυο μέρες μετά. Εδώ ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει πάλι με αριστουργηματικό τρόπο τον έρωτα της Νιέτοτσκα για την Κάτια, που κάποια στιγμή θα βρει ανταπόκριση. Όμως, παιδιά καθώς είναι, δεν θα προχωρήσουν σε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις. Απλά φιλιούνται, φιλιούνται συνεχώς, με κάθε ευκαιρία, όπου μπορούν. Να δώσουμε πάλι δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
«Εγώ την έσφιγγα δυνατά πάνω μου και παραδινόμασταν η μια στην άλλη γλυκά γλυκά, σαν ερωτευμένοι που ξαναβλέπονται ύστερα από πολύ καιρό. Η καρδιά της κτυπούσε τόσο δυνατά, ώστε άκουγα τον κάθε της κτύπο» (σελ. 234).
Επίσης:
«Τρομάζαμε όταν έμπαινε κανείς μέσα. Φοβόμασταν μην τυχόν μας τσακώσουν να φιλιόμαστε – και εκείνη τη μέρα θα φιληθήκαμε πάνω από εκατό φορές» (σελ. 245).
Αυτός δεν είναι ο γνωστός Ντοστογιέφσκι. Αναρωτιόμαστε που θα τον είχε οδηγήσει το συγγραφικό του ταλέντο αν δεν είχε ζήσει εκείνη την τραυματική εμπειρία της καταδίκης σε θάνατο και την μετατροπή της ποινής κυριολεκτικά στο παρά πέντε, και τα τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία. Ίσως όχι στους Αδελφούς Καραμάζωφ, σίγουρα όμως σε κάποιο άλλο αριστούργημα.
Και η τρίτη νουβέλα δεν είναι ιδιαίτερα ντοστογιεφσκική. Θα έλεγε κανείς ότι θυμίζει περισσότερο Τολστόι. Έχει εντυπωσιακή πλοκή.
Η Νιέτοτσκα ζει τώρα με τη μεγαλύτερη ετεροθαλή αδελφή της Κάτιας, που την έχει αναλάβει σαν παιδί της. Ήδη από την αρχή δημιουργείται το σασπένς ενός μυστηρίου, με προσήμανση. Το μυστήριο λύθηκε κάποια στιγμή. Η Νιέτοτσκα βρίσκει κρυμμένο στις σελίδες ενός βιβλίου το γράμμα ενός «εραστή» της Αλεξάνδρας. Βάζουμε τα εισαγωγικά γιατί μαζί του δεν είχε ανταλλάξει παρά μόνο ένα φιλί. Το γράμμα ήταν ένα γράμμα αποχαιρετισμού. Μια από τις πολλές φορές που το διαβάζει η Νιέτοτσκα τη συλλαμβάνει ο άνδρας της Αλεξάνδρας. Πριν προλάβει να το κρύψει, εκείνος προλαβαίνει να διαβάσει κάποιες γραμμές, και καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ερωτικό γράμμα. Την κατηγορεί στη γυναίκα του ότι έχει ερωτικές σχέσεις με κάποιον άγνωστο, και θέλει να τη διώξουν από το σπίτι. Η Νιέτοτσκα επιβεβαιώνει την εκδοχή για να μην προδώσει την Αλεξάνδρα. Η κάποια ψυχρότητα που έδειχνε κατά καιρούς η Αλεξάνδρα απέναντί της οφειλόταν τελικά στην υποψία ότι ο άνδρας της μπορεί να είχε ερωτική σχέση με την Νιέτοτσκα.
Σε ένα αριστουργηματικό φινάλε ο Ντοστογιέφσκι παρουσιάζεται ως φοβερός (ψυχ)αναλυτής. Η Νιέτοτσκα μιλάει στον άντρα της Κάτιας.
«…Δεν μπορούσατε βέβαια να μην ξέρετε το περιεχόμενό του, (του γράμματος) καθώς και όλη αυτή την θλιβερή ιστορία. Μα γιατί προσποιούσασταν το αντίθετο; Αυτό δεν το γνωρίζω. Ακόμα δεν μπορώ να λύσω τα μυστικά της ψυχής σας. Θέλατε να ’χετε κάποια υπεροχή πάνω της, αλλά για ποιο λόγο; Για να κινήσετε την ταραγμένη φαντασία μιας άρρωστης; Για να της αποδείξετε πως είχε εξαπατηθεί και πως εσείς είσαστε πιο αψεγάδιαστος από αυτήν; Και τον πετύχατε το σκοπό σας: η υποψία της ήταν η επίμονη ιδέα ενός πνεύματος που σβήνει. Ίσως αυτό να ήτανε το στερνό παράπονο μιας καρδιάς που ραγίστηκε από την αδικία μιας ανθρώπινης απόφασης, στην οποία συμμετείχατε κι εσείς. «Πόση σημασία μου δώσατε που μ’ αγαπήσατε!» Αυτό έλεγε πάντοτε, αυτό ήθελε να σας δείξει. Μα η περηφάνια σας και ο μανιασμένος εγωισμός σας δεν αισθανόταν κανένα έλεος. Χαίρετε. Δεν έχω ανάγκη από εξηγήσεις. Μα φυλαχθείτε. Σας ξέρω καλά τώρα και αυτό δεν θα πρέπει να το ξεχάσετε» (σελ. 370).
Ο Τολστόι, τη μοιχαλίδα του την σκοτώνει. Για την ακρίβεια, την αυτοκτονεί. Ο Ντοστογιέφσκι, την δικιά του «παρολίγο» μοιχαλίδα, την υποβάλει σε ένα φρικτό βασανιστήριο. Το ότι με τα λόγια της Νιέτοτσκας παίρνει κατά κάποιο τρόπο το μέρος της, αυτό είναι για να κρατηθούν οι ισορροπίες. Αλλά γι αυτά έχουμε γράψει σε μια εισήγησή μας, στην οποία και παραπέμπουμε.

Friday, July 17, 2009

Gaspar Noe, We fuck alone

Gaspar Noe, We fuck alone, 2006.

Τελικά έκανα λάθος. Πώς μου φάνηκε ότι κρατούσαν μιάμιση ώρα τα δυο έργα; Το Intoxication δεν ήταν παρά μια συνέντευξη 4 λεπτών, και το We fuck alone ένα έργο 23 λεπτών, που μαζί με άλλα έξι, διαφορετικών σκηνοθετών, απαρτίζουν το Destricted. Θα ασχοληθούμε φυσικά με το δεύτερο.
Στην αρχή νόμισα ότι είναι τσόντα. Μια περίεργη τσόντα, που νομίζω ότι οι λάτρεις του είδους δεν θα την εκτιμήσουν καθόλου μα καθόλου. Μετά είδα ότι είχα κάνει λάθος.
Το έργο ήταν ένα σχόλιο πάνω στην σεξουαλική μοναξιά. Το We fuck alone δεν είναι παρά ένα οξύμωρο, που καταδηλωτικά θα το μεταφράζαμε σε «Αυνανιζόμαστε». Γιατί αυτό έδειχνε το έργο: Έναν άνδρα και μια γυναίκα να αυνανίζονται. Έχοντας περάσει το πρώτο σοκ από τα προηγούμενα έργα του Noe, το είδαμε αρκετά ψύχραιμα.
Η κριτική μας:
Ο άνδρας είχε μια κούκλα. Η γυναίκα δεν είχε δονητή. Συνήθως οι γυναίκες έχουν δονητή, σπάνια οι άνδρες να έχουν κούκλες. Ή είναι ιδέα μου;
Το έργο είχε αρκετή redundancy, περισσότητα, όπως μεταφράζει τον όρο της πληροφορικής ο φίλτατος Σωτήρης Δημητρίου. Θέλω να πω, αν το φιλμ αντί για 23 ήταν 3 μόνο λεπτά, όπως τα τρίλεπτα φιλμάκια των κορυφαίων σκηνοθετών που απαρτίζουν το To each his cinema το οποίο παρουσιάσαμε πριν λίγες μέρες, δεν θα είχε χάσει και πολλά πράγματα, το μήνυμα θα είχε περάσει. Όμως ο Gaspar Noe είναι αφηγηματικά, ή μάλλον υφολογικά εδώ, επινοητικός, και έτσι μπορώ να πω ότι δεν σε έκανε να χάσεις την υπομονή σου και να βαρεθείς, αν είχες βέβαια την περιέργεια να δεις κάτι το πρωτοποριακό, κάτι που δεν συνέβη με αρκετούς από τους αναγνώστες του Τζόυς που είχαν μια περιέργεια με το μεταμοντέρνο, να διαβάσουν δηλαδή τον ογκώδη Οδυσσέα του μέχρι τέλους.
Πως τα καταφέρνει:
Με δυο τρόπους.
Ο πρώτος είναι ότι δεν αφήνει την κάμερα σταθερή σε ένα σημείο. Η κάμερα κινείται συνεχώς, αριστερά, δεξιά, μπροστά, πίσω, πάνω, κάτω, παίρνοντας συνεχώς τους αυνανιζόμενους ήρωες από διαφορετική γωνία κάθε φορά.
Ο δεύτερος τρόπος.
Ο φωτισμός αναβοσβήνει συνέχεια, όπως γίνεται στα μπαρ. Αυτό δημιουργεί ένα ανοικειωτικό εφέ, όμως τρομερά επικίνδυνο. Η προειδοποίηση υπάρχει στην αρχή του έργου: Warning: the film contains strobing effects that may be harmful to viewers afflicted with epilepsy.
Δεν θα καταλάβαινα την προειδοποίηση αν δεν είχα διαβάσει κάτι που με εντυπωσίασε σε ένα βιβλίο ψυχολογίας πριν πολλά χρόνια.
Η επιληψία έχει να κάνει με ορισμένες συχνότητες στα εγκεφαλικά κύματα. Όταν το φως αναβοσβήνει, αυτό γίνεται με κάποια συγκεκριμένη συχνότητα. Όσοι έρχονται από τη Βεΐκου στο Γαλάτσι, όπως εγώ γυρνώντας από το κολυμβητήριο, το ηλιακό φως διακόπτεται από τα δένδρα που είναι αριστερά (μιλάω για το πρωί), με μια συχνότητα που μπορεί να μετρηθεί. Ε, λοιπόν, στο βιβλίο ψυχολογίας που διάβασα, ένας επιληπτικός πέρασε από έναν παρόμοιο δρόμο, και η συχνότητα που εμφανιζόταν και χανόταν το ηλιακό φως ήταν η ίδια με τη συχνότητα που είχε ο εγκέφαλός του όταν τον έπιανε επιληψία. Έτσι τον έπιασε επιληπτική κρίση μέσα στο αυτοκίνητο. Αν λοιπόν η συχνότητα με την οποία αναβοσβήνουν τα πλάνα είναι ίδια με τη συχνότητα των εγκεφαλικών κυμάτων κάποιων θεατών που έχουν επιληψία, τότε ασφαλώς θα πάθουν επιληπτική κρίση βλέποντας την ταινία.
Να πούμε ότι στην ταινία δεν υπάρχουν μόνο τα δυο αυνανιζόμενα πρόσωπα. Υπάρχει και κανονικό σεξ. Μόνο που αυτό δεν μετράει, παρουσιάζεται στην οθόνη μιας τηλεόρασης που την παρακολουθεί ο άντρας, είναι πορνό, δηλαδή δεν γίνεται για την ηδονή του fuck αλλά για το χρήμα.

Thursday, July 16, 2009

Gaspar Noe, Σάρκα

Gaspar Noe, Σάρκα,1991

Μια και αναφέραμε τον Gaspar Noe, είπαμε να δούμε μια ταινία του.
Είδαμε το Carne, Σάρκα.
Δεν ήταν δυνατόν, θα υπήρχε κι εδώ μια σκηνή που δεν θα μπορούσα να αντέξω. Ήταν η σκηνή που ο πατέρας μπήγει το χασαπομάχαιρό του στο στόμα του νεαρού που νόμιζε ότι είχε αποπλανήσει την κόρη του. Κράτησε λίγα δευτερόλεπτα, αλλά για μένα ήταν αφόρητη, απόστρεψα το βλέμμα μου αμέσως. Καμιά σύγκριση βέβαια με τα 10 λεπτά βιασμού της Μόνικα Μπελούτσι στο «Μη αναστρέψιμος».
Τον έχω πάρει από κακό μάτι τον Gaspar Noe, και ξεκίνησα την παρουσίαση με αυτά που δεν μου άρεσαν. Η ταινία πήρε κάποια βραβεία, και ως αφηγηματολόγος, έστω και στην λογοτεχνία, τη βρήκα αφηγηματολογικά πολύ αξιόλογη, και θεματολογικά αρκετά πρωτότυπη στην πραγμάτευση του θέματος.
Είδαμε τις λυρικές ταινίες του Σοκούρωφ, «Μητέρας και γιος» και «Πατέρας και γιος». Μέσα από καθημερινές σκηνές δείχνουν την σχέση αγάπης ανάμεσα στα δυο πρόσωπα. Το έργο του Noe θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί «Πατέρας και κόρη».
Εδώ όμως ξεκινάνε τα δύσκολα. Δεν υπάρχει κανένας λυρισμός, παρά ένας σκληρός νατουραλισμός.
Η μητέρα εγκαταλείπει τον πατέρα όταν η κόρη είναι μωρό. Ο πατέρας τη μεγαλώνει με μεγάλη στοργή. Τόση στοργή, που της κάνει ο ίδιος μπάνιο ενώ έχει πια τη διάπλαση κανονικής Λολίτας. Βλέπουμε τα στήθη της, καθώς ο πατέρας τής σκουπίζει με την πετσέτα του μπάνιου το βρεγμένο σώμα. Και ο ίδιος τα βλέπει.
Και δημιουργούνται λαθεμένες αφηγηματικές αναμονές. Αναμένουμε την αιμομιξία, πράγμα που στην πραγματική ζωή, σε τέτοιες συνθήκες, δεν είναι καθόλου απίθανη.
Τίποτα τέτοιο. Ο πατέρας τρέφει μια παθολογική αγάπη για την κόρη του, που είναι «σάρκα και αίμα» του. Η αιμομικτική διάθεση μένει απωθημένη.
Η κόρη είναι ελαφρά καθυστερημένη. Σαν το «Σοφάκι» του Μανώλη Πρατικάκη, αρνείται να μεγαλώσει. Παρακολουθεί ένα σατανιστικό σήριαλ για μικρά παιδιά. Χαζεύει το ξύλινο αλογάκι που την ανέβαζε ο πατέρας της όταν ήταν παιδί, με εμφανή την επιθυμία της να το καβαλήσει. Ο νεαρός που είναι δίπλα του τη βρίσκει εύκολο θύμα. Την ξεμοναχιάζει κάπου, όμως κάποιος τρέχει και το μαρτυράει στον πατέρα της. Αυτός, βλέποντας το αίμα πάνω της, που εμείς ξέρουμε ότι ήταν από τα πρώτα της έμμηνα, γίνεται τούρκος. Αρπάζει το μαχαίρι, και τρέχει να βρει το βιαστή. Του το μπήγει στο στόμα.
Καταλήγει στη φυλακή. Η κόρη του πηγαίνει σε ένα ίδρυμα. Αποφυλακίζεται, αλλά δεν έχει δικαίωμα να τη βλέπει. Προφασιζόμενος ότι θα φύγει για το εξωτερικό, ζητάει να τη συναντήσει. Την αγκαλιάζει, και ο απωθημένος του ερωτισμός εκδηλώνεται: τη φιλάει στο στόμα.
Τα φτιάχνει με την ματρόνα του μπαρ που συχνάζει, μια θεόχοντρη γυναίκα. Την αφήνει έγκυο. Όταν το μαθαίνει, κάνει τις ίδιες σκέψεις που κάνει και η Φραγκογιαννού: Αν γεννηθεί κορίτσι, θα γίνει μια δυστυχισμένη. Προσπαθεί να την πείσει να κάνει έκτρωση. Ονειρεύεται να φτιαχτεί, και να ζήσει μια μέρα μαζί με την κόρη του.
Σκληρό έργο, όπως ήταν και το «Μη αναστρέψιμος», και υποπτεύομαι και τα άλλα δύο που μένει ακόμη να δω. Όμως αφηγηματικά είναι πρωτότυπα λιτός. Δίνει σκόρπιες σκηνές, που μάλιστα στην αρχή του έργου απέχουν και χρόνια μεταξύ τους. Είναι σαν ένα κόμικς που του έχουν αφαιρέσει εικονίδια, αλλά αυτά που μένουν είναι αρκετά για να παρακολουθήσει κανείς την ιστορία. Πολύ έξυπνα κράτησε την ταινία στα 37 λεπτά. Με τέτοια αφηγηματική αφαίρεση μια μεγαλύτερη διάρκεια μάλλον θα κούραζε τον θεατή.
Η σκληρότητα, η διαστροφή, το μη συνηθισμένο, φαίνεται να μαγεύουν τον Noe. Αλλιώς δεν εξηγείται η ομοφυλόφιλη σχέση του πατέρα με τον συγκρατούμενό του στη φυλακή, χωρίς να είναι ο ίδιος ομοφυλόφιλος. Δεν φαίνεται να δένει καθόλου με την οικονομία του έργου, παρά μόνο με την ατμόσφαιρα που θέλει να δημιουργήσει ο Noe σ’ αυτό.
O Noe είναι επινοητικός και στον τίτλο. Ο τίτλος είναι δίσημος, με τη «σάρκα» στην κυριολεκτική και τη μεταφορική της σημασία. Ο πατέρας είναι χασάπης, και μάλιστα πουλάει αλογίσιο κρέας. Το έργο ξεκινάει με τη σκληρή σκηνή ενός αλόγου που σφάζεται. Ουδεμία σχέση με την «Αρκούδα» του Ζαν Ζακ Ανό, όπου βεβαιώνεται ότι τα ζώα δεν υπέστησαν καμιά κακομεταχείριση στην ταινία. Τον βλέπουμε σε πάρα πολλές σκηνές να κόβει κρέας με το μαχαίρι του πάνω στον πάγκο. Το αλογίσιο κρέας είναι η κυριολεκτική σημασία. Και η μεταφορική, η κόρη ως «σάρκα» του πατέρα, στη γνωστή φράση που αναφέραμε.
Δυο έργα μας μείνανε, κάπου μιάμιση ώρα το καθένα, τι να γίνει, θα τα δούμε κι αυτά.

Wednesday, July 15, 2009

Laurent Cantet, Entre les murs (Ανάμεσα στους τοίχους) 2008

Laurent Cantet, Entre les murs (Ανάμεσα στους τοίχους) 2008

Διάβασα για την ταινία στο blog του human trafffic (έτσι, με τρία f), και, καθώς θεωρούσα πάντα τον Χρυσό Φοίνικα σαν εγγύηση, είπα να τη δω. Άφησα μάλιστα και σχετικό σχόλιο στην ανάρτησή του.
Και την είδα. Ο human trafffic απογοητεύτηκε από την ταινία, και αυτό ήταν κυρίως που με εξιτάρισε να τη δω. Γράφει ότι ενδιαφέρει κυρίως την εκπαιδευτική κοινότητα, αλλά εγώ που ανήκω σ’ αυτήν, δεν την βρήκα ιδιαίτερα συναρπαστική. Χωρίς πλοκή, χωρίς σασπένς, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια εναλλαγή επεισοδίων που εμείς οι εκπαιδευτικοί βιώνουμε καθημερινά στο σχολείο. Τα περισσότερα πρόσωπα, μαθητές και καθηγητές, έπαιζαν τους εαυτούς τους, και τους έπαιζαν πολύ καλά. Απλά η ταινία εμένα δεν μου άρεσε, ή μάλλον διαψεύστηκε η αφηγηματική αναμονή που δημιούργησε ο Χρυσός Φοίνικας με τον οποίο τιμήθηκε.
Βέβαια περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Δεν θέλω να αμφισβητήσω τις κριτικές ικανότητες της κριτικής επιτροπής. Απλά προβληματίστηκα για την δική μου πρόσληψη, που εν πολλοίς συμπίπτει με του human trafffic. Και νομίζω κατέληξα σε κάποια συμπεράσματα σε σχέση με μένα.
Για παράδειγμα, τώρα συνειδητοποίησα πλήρως γιατί μου αρέσει ο τριτοκοσμικός κινηματογράφος, πέρα από την όποια ποιότητά του: είναι εξαιτίας της ανοικείωσης που προσφέρει (λέξη-κλειδί στη θεωρία των Ρώσων φορμαλιστών της δεκαετίας του ’20), μιας ανοικείωσης που, στην περίπτωση του κινηματογράφου, χαρακτηρίζεται συνήθως με τον όρο «εξωτισμός», ο οποίος όμως κουβαλάει αρκετές αρνητικές συνδηλώσεις. Σε μένα όμως, με την ανθρωπολογική οπτική μου (συμμετέχω σε μια ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας εδώ και 20 χρόνια), αυτές οι αρνητικές συνδηλώσεις εξαφανίζονται εντελώς.
Θυμάμαι μια μαροκινή ταινία που είδα πριν λίγα χρόνια, με γαλλικούς υπότιτλους και ίδια θεματική. Σ’ αυτήν δεν υπήρχε μόνο η ανοικείωση της τριτοκοσμικής χώρας με τις φτωχές αίθουσες, τους ξεβαμμένους τοίχους και τα πανάθλια θρανία: Ο Σουλεϊμάν της ταινίας αυτής, ο άτακτος μαθητής, δεν διώχνεται από το σχολείο. Περιθωριοποιημένος από τους συμμαθητές του για τη συμπεριφορά του, ζώντας σε μια προβληματική οικογένεια, επιχειρεί στο τέλος της ταινίας να αυτοκτονήσει πέφτοντας από την ταράτσα του σχολείου. Οι μαθητές τού φωνάζουν ότι τον αγαπούν. Στην τελευταία σκηνή βρίσκεται αγκαλιασμένος με την καθηγήτρια της οποίας είχε βγάλει το λάδι όλη τη χρονιά. Μελοδραματικό, αλλά συγκινητικό. Με πράξη «σπουδαία» (μια απόπειρα, ή μάλλον απειλή αυτοκτονίας, είναι σπουδαία) και «τελεία», δηλαδή με αρχή, μέση και τέλος, με σασπένς και με «πυρηνικά» επεισόδια, κατά την ορολογία του Ρολάν Μπαρτ, που πυροδοτούν δηλαδή το ένα το άλλο, και όχι «καταλυτικά» (η ορολογία τελικά είναι αρκετά άστοχη, αλλά αυτήν επέλεξε ο Μπαρτ), επεισόδια δηλαδή που απλά παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, όπως ήταν αυτά της γαλλικής ταινίας.
Πρέπει να δούμε και τον υπόλοιπο Gaspar Noe, αλλά αυτόν στην Κρήτη.

Tuesday, July 14, 2009

Βαγγέλης Κουρτεσιώτης, Βαρβάρων τρόπαια

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Βαγγέλης Γιαν. Κουρτεσιώτης, Βαρβάρων τρόπαια, Έλλα 2004, Λάρισα

Την πρώτη του ποιητική συλλογή μας παρουσιάζει ο Βαγγέλης Κουρτεσιώτης, Λαρισαίος, υπάλληλος της εθνικής τράπεζας, με τίτλο «Βαρβάρων Τρόπαια». Η ποίησή του είναι ποίηση ερωτική.
Όμως και η ερωτική ποίηση έχει τις διαβαθμίσεις της. Αν την παριστάναμε γραφικά με ένα οριζόντιο άξονα (και όχι κάθετο, για να μην υπάρξουν αξιολογικές υπόνοιες, μια και το πάνω έχει πάντοτε τις θετικές συνδηλώσεις ενώ το κάτω τις αρνητικές), στη μια μεριά θα βάζαμε την αισθησιακή ποίηση, όπως είναι η ποίηση του Καβάφη, καθώς και του Στάθη Κουτσούνη για του οποίου την ποιητική συλλογή «Η τρομοκρατία της ομορφιάς» γράψαμε πρόσφατα και η σύγκριση μαζί της μας δίνει την ευκαιρία να κάνουμε αυτές τις σκέψεις, και στην άλλη την ερωτική με τη φροϋδική σημασία, ως το εξυψωμένο αίσθημα που δημιουργείται κυρίως από την απώθηση της σεξουαλικής ορμής. Αν η πρώτη είναι «ακατάλληλη δι ανηλίκους» (το λέω και σαν εκπαιδευτικός, γιατί τα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη δεν ανθολογούνται στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) η δεύτερη είναι εκείνη που εκφράζει τα αγνά αισθήματα της εφηβείας, και όχι μόνο φυσικά.
Δύο είναι τα κύρια υφολογικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Κουρτεσιώτη: η επανάληψη και οι διακειμενικές αναφορές στην κλασική αρχαιότητα. Ανθολογούμε από το «Όταν η Αργώ ταξίδι έκανε στα αλώνια της καρδιάς μου».

Όρκος στα νερά της Στυγός
Όρκος τρομερός, μόνο για θεούς.
Έμειναν παράλυτοι για ένα χρόνο,
Για εννέα χρόνια δεν μπορούσαν
Να ζήσουν με τους άλλους θεούς.

Παρατηρούμε την επανάληψη των λέξεων όρκος, θεούς, χρόνος, λέξεις αρχετυπικές στον έρωτα, που επαναλαμβάνονται συχνά και σε άλλα ποιήματα. Άλλες λέξεις-κλειδιά που συναντιούνται με μεγάλη συχνότητα στα ποιήματά του είναι μάτια, καρδιά, όνειρα, αίμα, θυσία, αγάπη, έρωτας, βωμός. Όσο για τα διακείμενα στην κλασική αρχαιότητα, βλέπουμε να παρελαύνει στα ποιήματά του όλο το δωδεκάθεο, και όχι μόνο: Προμηθέας, Ήφαιστος, Ποσειδώνας, Ήρα, Δίας, Ερμής, και κάποιοι απ’ αυτούς όχι μια φορά. Θα παραθέσουμε άλλο ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το ίδιο ποίημα, που είναι πιστεύουμε από τα καλύτερα αυτής της συλλογής και δίνει το υφολογικό στίγμα της ποίησής του.

Ο Προμηθέας γνέφει την καρδιά της,
αλυσίδες στο βράχο του πόνου.
Ο Ήφαιστος, στον Άδη, κουτσαίνοντας
φτιάχνει χαλκάδες στο εργαστήρι του.
Η Αφροδίτη μπουρδέλο άνοιξε,
καθώς άκουσε για το φοβερό όρκο.

Στην ποίηση του Κουρτεσιώτη θα αναγνωρίσουμε όλοι αισθήματα που νιώσαμε, που μας πόνεσαν ή μας ανέβασαν στα ύψη. Πρόκειται για μια ποίηση γεμάτη ευαισθησία που κατακτά τον αναγνώστη.

Monday, July 13, 2009

Σωτήρης Δημητρίου, ο κοινωνικός ανθρωπολόγος

Συγκεντρωμένες εδώ βρίσκονται τρεις βιβλιοπαρουσιάσεις για βιβλία του Σωτήρη, του υπεύθυνου στην ομάδα μας κοινωνικής ανθρωπολογίας. Δημοσιεύτηκε στο Λέξημα, στην κατηγορία "Άρθρα".

Ο Σωτήρης Θ. Δημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925 και ακολούθησε σπουδές στον τεχνολογικό κλάδο. Παράλληλα ασχολήθηκε με τη μελέτη της κοινωνικής ανθρωπολογίας, την οποία και συνεχίσει. Δημοσίευσε άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά σχετικά με τα ζητήματα της ανθρωπολογίας, της τέχνης και του πολιτισμού, έλαβε μέρος σε συνέδρια της Σημειωτικής και του Κινηματογράφου και οργάνωσε ημερίδες με θέματα της Ανθρωπολογίας. Ανάμεσα στα έργα του είναι το πεντάτομο Λεξικό όρων, καθώς και το πολύτομο Η εξέλιξη του ανθρώπου. Εν είδει αφιερώματος παραθέτουμε τρεις βιβλιοκριτικές μας για τρεις από τους τόμους της σειράς, από τις οποίες οι δυο πρώτες έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Διαβάζω και Ουτοπία, και η τελευταία γράφηκε ειδικά για το Lexima..

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Σωτήρης Δημητρίοιυ, Η εξέλιξη του ανθρώπου, ΙV τόμος, Οι αρχές της κοινωνικής οργάνωσης. Καστανιώτης 1998.

Ο Σωτήρης Δημητρίου, θεωρητικός του κινηματογράφου και της κοινωνικής ανθρωπολογίας, μετά το μνημειώδες πεντάτομο λεξικό όρων, έχει καταπιαστεί τα τελευταία χρόνια με το επίσης μνημειώδες έργο του «Η εξέλιξης του ανθρώπου».
Το έργο αυτό αποτελεί μια εγκυκλοπαίδεια της ανθρώπινης εξέλιξης, γραμμένη από ένα μόνο άτομο, στα «λήμματα» της οποίας έχει καταγραφεί ό,τι έχει ειπωθεί από τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και από ερευνητές συναφών επιστημών (βιολογία, ηθολογία, κ.λπ.) πάνω σ’ αυτό το θέμα. Το επιστημολογικό πρόβλημα των διιστάμενων απόψεων είναι πιο οξύ στις επιστήμες του ανθρώπου, και φυσικά στην κοινωνική ανθρωπολογία. Ο Σωτήρης Δημητρίου, παρόλο που ο ίδιος προκρίνει κάποιες αντιλήψεις, δεν αποσιωπά τις άλλες, αλλά τις παραθέτει όλες με αρκετές λεπτομέρειες, δημιουργώντας ένα «write show», με τις θέσεις των επί μέρους επιστημόνων σε ένα ζωντανό διάλογο.
Πρόσφατα εκδόθηκε ο τέταρτος τόμος της σειράς με τίτλο «Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης». Έχουν προηγηθεί οι «Ανθρωπογένεση», «Τα πρώτα βήματα» και «Η παλαιολιθική εποχή».
Ο συγγραφέας ξεκινάει με το γενικότερο πρόβλημα της σχέσης ατόμου και κοινωνίας. Ήδη οι διαφορετικές μεθοδολογικές προσεγγίσεις, τις οποίες σκιαγραφεί στην αρχή, προοιωνίζουν τις διαφορετικές αντιλήψεις που θα προταθούν πάνω στα συγκεκριμένα ζητήματα, όπως π.χ. το πρόβλημα της συνέχειας/ ασυνέχειας (της ανθρώπινης κοινωνίας με τη φύση). Ο Ντεκάρτ, για παράδειγμα, ακολουθώντας τη χριστιανική παράδοση, υποστηρίζει την ασυνέχεια, σε αντίθεση με τους εκπροσώπους του Διαφωτισμού που υποστηρίζουν τη συνέχεια.
Ενδιαφέρουσα είναι η συζήτηση για το γόητρο, ΄που συχνά εμφανίζεται ως πρώτο σημείο κοινωνικής διαφοροποίησης και υπεροχής.
Αναπτύσσονται ακόμη οι διάφορες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του γεωγραφικού παράγοντα, η πολιτισμική οικολογία, οι βιολογικοί παράγοντες, οι ψυχαναλυτικές θεωρίες και ο φροϋδισμός, η ηθολογία, η συμπεριφορική οικολογία, τα μοντέλα βελτιστοποίησης της τροφοσυλλογής και η κοινωνιοβιολογία. Ο Δημητρίου θα τις κατηγορήσει α) για αναγωγισμό (κυρίως την ηθολογία και την κοινωνιοβιολογία). Δεν μπορούμε να ανάγουμε στοιχεία ενός ανώτερου επιπέδου όπως είναι η ανθρώπινη κοινωνία σε ένα κατώτερο, όπως είναι ο κόσμος των ζώων. Το ότι η επιθετικότητα χαρακτηρίζει τα ζώα δεν σημαίνει ότι είναι αναπόδραστη στις ανθρώπινες κοινωνίες, αφού έχουν παρατηρηθεί πρωτόγονες κοινότητες που δεν τις διακρίνει καθόλου η επιθετικότητα. β) για μονομέρεια. Για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα δεν χαρακτηρίζει γενικά την ανθρώπινη φύση, αλλά είναι προϊόν μόνο της δυτικής κοινωνίας. Ο Μαλινόφσκι διαπίστωσε την ανυπαρξία του στους Τρόμπριαντ.
Ο συγγραφέας καταγράφει τις επιτόπιες μαρτυρίες των ερευνητών συστηματοποιώντας τις κατά κατηγορίες: διαδικασίες εργασίας, βιότοπος και ιδιοκτησία, δίκτυα αμοιβαιότητας, συστήματα συγγένειας, κ.λπ. Και εδώ για τα παρατηρηθέντα φαινόμενα έχουν προταθεί διάφορες ερμηνείες, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά από τα κεφάλαια «Η διανομή και οι ερμηνείες της» και «Οι εξελικτικές θεωρίες για την κοινωνικής οργάνωση». Στη βάση αυτών των μαρτυριών συζητάει εκτενώς την πρώτη μορφή ανισότητας που παρατηρήθηκε, την ανισότητα των δύο φύλων. Πολέμιος του αναγωγισμού, όπως είπαμε, ο Δημηρίου απορρίπτει τις θεωρίες που επιζητούν να θεμελιώσουν βιολογικά την κατωτερότητα της γυναίκας και υποστηρίζει ότι η κατώτερη θέση που κατείχε ιστορικά οφείλεται στους κοινωνικούς όρους παραγωγής, αναπαραγωγής και διανομής. Επιπλέον παρουσιάζει άφθονες ανθρωπολογικές μαρτυρίες που υποστηρίζουν ότι το φύλο είναι κοινωνική κατασκευή, όπως υποδεικνύει η ύπαρξη τρίτου φίκου σε ορισμένες πρωτόγονες κοινότητες.
Από τα πιο σημαντικά ζητήματα που συζητούνται είναι τα εργαλεία, ο καταμερισμός, η συγκρότηση ομάδων, το ταμπού αιμομιξίας και η εξωγαμία. Και εδώ το ταμπού αιμομιξίας αποδίδεται σε κοινωνικούς όρους και όχι σε βιολογικούς (υποστηρίζεται ότι η αιμομιξία οδηγεί σε εκφυλισμένους απογόνους), αφού το ταμπού αυτό, εκτός του ότι διαφέρει από ομάδα σε ομάδα, αναπτύσσεται και για μη όμαιμους συγγενείς.
Η μόνη κριτική παρατήρηση που έχουνε να κάνουμε κλείνοντας την παρουσίαση αυτού του έργου είναι μήπως ο Δημητρίού υποστηρίζει υπέρ το δέον τις κοινωνικές παραμέτρους της εξέλιξης, υποβαθμίζοντας υπερβολικά τους βιολογικούς.
Όλοι παραδεχόμαστε την αλληλλεπίδραση nurture/ nature. Διαφωνούμε όμως ως προς τα ποσοστά.
Για παράδειγμα διαβάζουμε:
«Μετά από μακροχρόνια διεργασία αναστολής το ένστικτο τροποποιείται ώστε η κατοικίδια γάτα δεν επιτίθεται στην κότα» (σελ. 76).
Εδώ φοβούμαστε ότι παρεισδύει ένας ξεπερασμένος λαμαρκισμός, ο οποίος, ως γνωστόν, υποστηρίζει τη γενετική μεταβίβαση των επίκτητων χαρακτηριστικών, υποδηλώνοντας έτσι μια μεγαλύτερη και πιο άμεση επίδραση του περιβάλλοντος. Ο δαρβινισμός ερμηνεύει, θα έλεγα, στη συγκεκριμένη περίπτωση ολοκάθαρα, το γεγονός. Δεν πρόκειται για τροποποίηση του ενστίκτου μετά από μακροχρόνια διεργασία αναστολής, αλλά για καθαρή διαδικασία φυσικής επιλογής. Οι γάτες που τρώνε τις κότες εκδιώκονται από τη νοικοκυρά και έτσι έχουν μικρότερες πιθανότητες αναπαραγωγής από τις γάτες εκείνες που έχουν μειωμένη επιθετικότητα απέναντι στις κότες. Οι τελευταίες αποδεικνύονται πιο προσαρμοστικές, αφού δεν επισύρουν την μήνιν της νοικοκυράς.
Με την εμμονή του στην πρωτοκαθεδρία των κοινωνικών παραγόντων, φοβάμαι μήπως ο Σωτήρης Δημητρίου μπάζει τη θεωρία της ασυνέχειας από την πίσω πόρτα.

Δημοσιεύτηκε στο Διαβάζω, Ιούνιος 1998, τ. 386

Σωτήρης Δημητρίου, Η Εξέλιξη του ανθρώπου, τόμος V, Γλώσσα - Σώμα, Καστανιώτης 2001.

Κυκλοφόρησε και ο πέμπτος (και τελευταίος) τόμος του μνημειώδους έργου του Σωτήρη Δημητρίου που έχει τον γενικό τίτλο «Η εξέλιξη του ανθρώπου», και αναφέρεται στη γλώσσα και το σώμα. Οι προηγούμενοι τόμοι είχαν σαν θέμα την βιολογική εξέλιξη (πρώτος τόμος), την υλικοτεχνική εξέλιξη (δεύτερος και τρίτος τόμος) και την ανάπτυξη της κοινωνικής οργάνωσης (τέταρτος τόμος).
Το πρώτο πράγμα που διαπιστώνει κανείς είναι η ευρυμάθεια του Σωτήρη Δημητρίου. Τα στοιχεία που παραθέτει, οι πλευρές από τις οποίες αντιμετωπίζει το θέμα του είναι τόσες, ώστε δεν το αφήνουν από πουθενά ακάλυπτο. Η πλούσια βιβλιογραφία, πάνω από τριάντα σελίδες για κάθε ένα από τα δύο μέρη, δείχνει ότι ο συγγραφέας κατέθεσε όλες τις απόψεις των πιο διακεκριμένων ερευνητών πάνω στο θέμα που πραγματεύεται. Και τις απόψεις αυτές δεν τις παραθέτει απλά για να τις αντιδιαστείλει, μια και αρκετές βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους, αλλά για να τις υποβάλλει σε κριτικό έλεγχο, κυρίως με τα δεδομένα της ανθρωπολογίας.
Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος που εξετάζεται τη γλώσσα. Με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται ότι η κοινωνική ανθρωπολογία αποτελεί τελικά το χώρο στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί μια διεπιστημονική προσέγγιση στα θέματα της κουλτούρας, έχοντας ένα διπλό πλεονέκτημα: Αφενός τα τέμνει κάθετα, ασχολούμενη με το σύνολό τους, διαθέτοντας βέβαια τη δική της οπτική και τα δικά της μεθοδολογικά εργαλεία, και αφετέρου τα εξετάζει οριζόντια, δηλαδή στις ποικίλες εκφάνσεις που παίρνουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, καταδεικνύοντας τη σχετικότητά τους.
Η μονομέρεια είναι μια μόνιμη επισήμανση του Δημητρίου. Για παράδειγμα, ο εξοβελισμός της ιστορικής διάστασης της γλώσσας ευθύνεται για τη μονομέρεια της δομικής γλωσσολογίας, και γενικά των στρουκτουραλιστικών προσεγγίσεων στα φαινόμενα της κουλτούρας.
Μιλώντας για το σώμα ο Δημητρίου γράφει χαρακτηριστικά: «Δεν είναι όμως ευρέως γνωστό ότι σε πολλούς πληθυσμούς η ψυχή αποτελεί προνόμιο μόνο των αρχηγών και των ευγενών». Αυτό το «δεν είναι ευρέως γνωστό» θα μπορούσε να λεχθεί για πάμπολλες πληροφορίες από το χώρο της κοινωνικής ανθρωπολογίας που προσφέρει στο έργο αυτό, πληροφορίες που ρίχνουν νέο φως στα υπό μελέτη ζητήματα, και οδηγούν σε νέα συμπεράσματα, όπως δείχνεται στη συνέχεια του παραπάνω αποσπάσματος. «Συνεπώς, εκφράζει πολιτική δύναμη. Ο κοινός λαός Δε διαθέτει ψυχή παρά μόνο σώμα, ανάξιο και υποτελές. Φαίνεται λοιπόν ότι ο δυϊσμός ψυχής/ σώματος είναι φαινόμενο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης σε προνομιούχους και μη. Διαμορφώθηκε ως κοινωνική κατηγορία, που αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκε κατόπιν η ταξινόμηση του ανθρώπινου οργανισμού» (σελ. 210). Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε άφθονα παραδείγματα ανάλογου σχολιασμού.
Από τον Δημητρίου πληροφορούμαστε ότι «Από τις 180 γλώσσες που είχε η Βραζιλία την εποχή της κατάκτησής της από τους Πορτογάλους (1500) έχουν εκλείψει το 75%... Με ανάλογες πιέσεις σβήνει μία γλώσσα κάθε εβδομάδα, ώστε 4.400 γλώσσες οδεύουν προς την εξαφάνιση» (σελ. 142). Με ανάλογο ρυθμό, πληροφορούμαστε από τους γλωσσολόγους, οδεύουν λέξεις και τοπωνύμια προς εξαφάνιση, καθώς εξαλείφονται, με την επιβολή μέσω των ΜΜΕ μιας κυρίαρχης «κοινής» γλώσσας, οι διαλεκτικές διαφορές. Λογοτέχνες και ηθογράφοι προσπαθούν να τις διασώσουν.
Από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα στο μέρος που πραγματεύεται το σώμα είναι εκείνα που αναφέρονται στη σωματοποίηση των ψυχικών εντάσεων, στην εκδήλωση ψυχοσωματικών συμπτωμάτων ως αποτέλεσμα καταπίεσης. Διαλύεται ο μύθος ότι οι ανώτερες τάξεις υποφέρουν περισσότερο από ψυχοσωματικά προβλήματα. Απλά αυτές διαθέτουν εισοδήματα τέτοια που τους επιτρέπουν να προσφεύγουν σε ιατρική βοήθεια. Οι ψυχικές ασθένειες ταλανίζουν περισσότερο τις κατώτερες τάξεις. Οι μισοί άστεγοι πάσχουν από κάποια μορφής ψύχωση.
Και οι γυναίκες επίσης, υφιστάμενες τις κοινωνικές πιέσεις από την ανισότητα των δύο φύλων, είναι επιρρεπείς στην υστερία και γενικά στην εκδήλωση ψυχοσωματικών ασθενειών. Η επιβολή του άντρα εκφράζεται μέσω του ελέγχου του σώματός της, όπως είναι η υποχρέωση του μαντηλιού στο κεφάλι, ή του φερετζέ στις μουσουλμανικές χώρες. Οι αιρέσεις και οι μυστικιστικές, εκστατικές λατρείες, στις οποίες πλειοψηφούν οι γυναίκες, δεν αποτελούν παρά έκφραση αντίστασης στην κοινωνική καταπίεση. Το ίδιο και οι διάφορες εκδηλώσεις μαγείας. Στο μεσαίωνα, όσο πιο πολλές μάγισσες καίγονταν στη φωτιά, τόσο πιο πολλές εμφανίζονταν.
Το σώμα υποφέρει, αλλά δεν συναινεί. Η αντίσταση του σώματος στη συναίνεση φαίνεται χαρακτηριστικά στα βασανιστήρια, που μετωνυμικά ονομάζονται και μαρτύρια, καθώς ο πιστός μαρτυρεί την πίστη του αρνούμενος, παρά τον αφόρητο σωματικό πόνο που υφίσταται, να την απαρνηθεί.
Η πλούσια ανθρωπολογική εμπειρία δείχνει και τα όρια της κυρίαρχης στο δυτικό κόσμο βιοϊατρικής. Παραδοσιακές ιατρικές, βοτανοθεραπείες, χειροπρακτική, βελονισμός κλπ. αποδεικνύονται συχνά εξίσου αποτελεσματικές, αν όχι περισσότερο. Τα ανθρωπολογικά δεδομένα τα οποία προσφέρει η κοινωνική ανθρωπολογία στον τομέα αυτό είναι άφθονα.
Δεν έχει νόημα να επεκταθούμε περισσότερο στα όσα σημαντικά πληροφορούμαστε απ’ αυτό το βιβλίο. Παρόλη την πυκνότητά του, διαθέτοντας ελάχιστη «περισσότητα» και απαιτώντας προσεκτικό διάβασμα, είναι ευχάριστο στην ανάγνωση. Πλούσιο σε πληροφορίες κρατά συνεχώς αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Μαζί με το εξάτομο λεξικό όρων, αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη προσφορά του Σωτήρη Δημητρίου στον επιστημονικό τομέα, χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε καθόλου την άλλη του μεγάλη προσφορά σε έναν άλλο τομέα, εκείνο του κινηματογράφου, του οποίου αποτελεί έναν από τους πιο επαρκείς έλληνες θεωρητικούς.

Δημοσιεύτηκε στην Ουτοπία, τ. 51, Σεπ-Οκτ. 2002

Σωτήρης Δημητρίου, Μορφές βίας, Σαββάλας 2003

Ο Σωτήρης Δημητρίου είναι ένας σύγχρονος εγκυκλοπαιδιστής, με μια διπλή σημασία του όρου. Όπως και οι γάλλοι εγκυκλοπαιδιστές, στρατεύτηκε κι αυτός από νωρίς στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής. Όπως και αυτοί, διακρίνεται για μια πολυμέρεια και ευρυμάθεια. Αν και το κύριο ερευνητικό του αντικείμενο είναι η κοινωνική ανθρωπολογία, εν τούτοις έχει να επιδείξει και ένα αξιολογότατο θεωρητικό έργο σχετικά με τον κινηματογράφο. Έχει δημοσιεύσει επίσης αρκετά κείμενα σε σχέση με τον πολιτισμό. Είναι όμως εγκυκλοπαιδιστής και με την έννοια ότι μεγάλο τμήμα του έργου του έχει εγκυκλοπαιδικό χαρακτήρα. Το πεντάτομο «Λεξικό όρων» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη ταλαντεύεται ανάμεσα στη λεξικογραφία και την εγκυκλοπαίδεια, ενώ η πεντάτομη σειρά «Η εξέλιξη του ανθρώπου», επίσης από τις εκδόσεις Καστανιώτη, αποτελεί ένα εγκυκλοπαιδικό πανόραμα, ένα σημαντικό βιβλίο αναφοράς. Βαθύτατα κριτικός, παραθέτει εν τούτοις κάθε θεωρία και αντίληψη στα ζητήματα που μελετάει, θέτοντας έτσι την κρίση του στην κρίση του αναγνώστη, τον οποίο παραπέμπει, με την άφθονη βιβλιογραφία του, στις πηγής του.
Το τελευταίο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου, «Μορφές βίας», έχει επίσης τα ίδια χαρακτηριστικά. Εξαντλητικός στις βιβλιογραφικές αναφορές του, πλούσιος σε τεκμηρίωση, παραθέτει με διακριτικότητα τις ενστάσεις του και προβάλει τις δικές του αντιλήψεις, σε ένα θέμα που, βυθισμένο βαθιά μέσα στη διαχρονία, ταλανίζει όσο τίποτε άλλο την εποχή μας, απασχολώντας τόσο τους ερευνητές όσο και την επικαιρότητα των media.
Μετά από μια διεξοδική θεωρητική τοποθέτηση στο πρώτο κεφάλαιο «Μύθοι για τη βία», προχωρεί στην πραγμάτευση του θέματός του, ξεκινώντας ιστορικά, μελετώντας όμως όψεις της βίας στο κεφάλαιο που θεωρεί κάθε φορά πιο πρόσφορο. Έτσι, μελετώντας το φαινόμενο της βίας αρχικά στις κυνηγετικο-τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες, συζητάει για τη διαφορά μεταξύ επιθετικότητας και οργής. Στο κεφάλαιο για τις ακέφαλες κοινωνίες αναφέρεται στον κανιβαλισμό, στην αόρατη και στη συμβολική βία και στο ρόλο της αποικιοκρατίας. Μιλώντας για τις κοινωνίες με συγκεντρωτική εξουσία αναφέρεται στις ανθρωποθυσίες, στον πόλεμο, στη δουλεία και στη βεντέτα. Το ενδιαφέρον όμως του αναγνώστη το κλέβει το πέμπτο κεφάλαιο, «Το σύγχρονο κράτος». Εκεί μιλάει για τη σωφρονιστική και την αστυνομική βία, για τα βασανιστήρια και τις τελέσεις, τη βία στο παιδί, τη βία των MME, τη σεξουαλική βία, τη βία του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, κλπ, ενώ συζητάει και το ερώτημα: «Γεννιέται ή κατασκευάζεται ο εγκληματίας;» στο ομότιτλο υποκεφάλαιο. Στο τελευταίο κεφάλαιο με τίτλο «Έμμεση βία» μιλάει για τις αυτοτιμωρίες, τα δημογραφικά προβλήματα και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Θα ήθελα στη συνέχεια να συζητήσω κάποια προβλήματα, κυρίως επιστημολογικά.
Με το Σωτήρη Δημητρίου με συνδέει μια μακρόχρονη φιλία, ακριβώς 17 χρόνων. Ήταν το 1987 που μπήκα στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας την οποία καθοδηγούσε, στα πλαίσια του ΚΜΕ και στη συνέχεια του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης. Το λέω αυτό γιατί θέλω να εκφράσω το θαυμασμό και την αγάπη μου για το Σωτήρη Δημητρίου αφενός, και αφετέρου για να δικαιολογήσω πώς ένας φιλόλογος, με διδακτορικό εν μέρει στη λογοτεχνία και εν μέρει στο θέατρο, και με αντίστοιχα φυσικά ερευνητικά ενδιαφέροντα, τολμά να παρουσιάσει ένα βιβλίο ενός άλλου χώρου. Η μακρόχρονη ερασιτεχνική μου απασχόληση με το χώρο αυτό το δικαιολογεί. Επίσης δικαιολογεί και τις «κόντρες» που είχαμε καμιά φορά στην ομάδα το γεγονός ότι, μεταφράζοντας για τις εκδόσεις Θυμάρι δύο έργα δυο επιφανών ηθολόγων, του νομπελίστα Κόνραντ Λόρεντς και του μαθητή του Ειρηναίου Άιμπλ-Άιμπεσφελντ, παθιάστηκα με την ηθολογία. Έτσι αποτελούσα το ζωντανό οξύμωρο να είμαι αριστερός αλλά να υποστηρίζω αντιλήψεις και ιδέες που η σχετική φιλολογία τις χαρακτηρίζει ρατσιστικές.
Στα πλαίσια αυτής της βιβλιοπαρουσίασης θέλω να κοινοποιήσω τις θεωρητικές διαφορές μου με τον Σωτήρη (στην πραγματικότητα με την κοινωνική ανθρωπολογία) προσπαθώντας να εντοπίσω τις επιστημολογικές της προεκτάσεις.
Διαβάζω από το πρώτο κεφάλαιο: «Από τον 18ο αιώνα επικράτησε στη διανόηση, καθώς και στην κοινή γνώμη της Δύσης, ο μύθος του βιολογικού πεπρωμένου, κατά τον οποίο η βία εδράζεται στην ανθρώπινη φύση… Αρχικά, η ανθρωπολογία αντέταξε στην ιδέα της ανθρώπινης φύσης την ερμηνεία ότι οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από την πολιτισμική παράδοση, και αυτό επηρέασε την αντίληψή μας για τη βία…» (σελ. 37) για να καταλήξει ότι σήμερα έχει «γίνει φανερό ότι η βία προσδιορίζεται πολιτισμικά ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου και ότι πηγή της είναι το κράτος και η νόμοι του…» (σελ. 42).
Η πρώτη αντίρρησή μου είναι ότι η χρησιμοποίηση της επιστήμης από την ιδεολογία δεν συνιστά a priori ακύρωσή της. Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε την ηθολογία επειδή τη χρησιμοποίησαν οι ρατσιστές, όπως δεν ρίχνουμε στον καιάδα τον Νίτσε για τον ίδιο λόγο. Γιατί το επιχείρημα θα μπορούσε να αντιστραφεί, και να ειπωθεί ότι οι «περιβαλλοντιστές», αυτοί που προκρίνουν το nurture έναντι του nature, και ανήκουν στο σύνολο σχεδόν των επιστημών του ανθρώπου, το κάνουν ωθούμενοι από ιδεολογικές προκαταλήψεις, πότε αριστερές (η αλλαγή των κοινωνικών συνθηκών θα δημιουργήσει τον νέο άνθρωπο), πότε δεξιές, όταν, είτε απαξιώνονται ολόκληροι λαοί όχι πια ως φορείς γονιδίων αλλά ως φορείς μιας κατώτερης κουλτούρας, είτε ευλογείται η χειραγώγηση στρωμάτων πληθυσμού στη βάση μιας μπηχεβιοριστικής αντίληψης για τη διαμόρφωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Ποιος έχει λοιπόν δίκιο;
Ο θετικισμός, μια ανεφάρμοστη ουτοπία στις επιστήμες του ανθρώπου, μια και εκεί ποτέ δεν έχουμε τη βεβαιότητα του «δυο και δυο κάνουν τέσσερα» αλλά την πιθανότητα ότι, με βάση τα ευρήματά μας, πιθανόν τα πράγματα να έχουν έτσι, εδράζεται παρολαυτά στην ανθρώπινη ψυχολογία και κατ’ επέκταση στην ψυχολογία των ερευνητών. Κανείς ερευνητής δεν μπορεί να προχωρήσει στην έρευνά του αν δεν είναι ιδιαίτερα πεπεισμένος για την ορθότητα του δρόμου που ακολουθεί. Γι αυτό και έχουμε τόσες «σχολές», τόσο στην ανθρωπολογία και την κοινωνιολογία όσο και στην ψυχολογία. Αυτή η πεποίθηση είναι που του δίνει δύναμη να συνεχίσει τις έρευνές του στο μονοπάτι που χάραξε. Πιστεύει ότι βρήκε ολόκληρη την αλήθεια, πράγμα που συχνά είναι λάθος: βρήκε ένα κομμάτι μόνο της αλήθειας.
Κανένας ιστορικός δεν θα αμφισβητήσει ποτέ ότι η Κωνσταντινούπολη καταλήφθηκε από τους Τούρκους το 1453. Όμως η εικόνα που έχουν οι ιστορικοί για την καθημερινή ζωή των Ίνκας πιθανόν να μην είναι η ίδια για όλους.
Ο Σωτήρης πιστεύει ότι ο Νεάντερταλ είναι πρόγονος του ανθρώπου, θεωρώντας ανυπόστατη την αντίληψη ότι αποτελεί παράλληλο κλάδο στην εξέλιξη των πρωτευόντων, τον οποίο εξόντωσε ο homo sapiens. Εγώ, ως φιλόλογος, είμαι απ’ έξω, και αφού διακεκριμένοι επιστήμονες υποστηρίζουν και τη μια και την άλλη άποψη, δεν μπορώ να προκρίνω με βεβαιότητα καμιά. Όταν όμως μου πουν ότι ο Νεάντερταλ πλάστηκε την πέμπτη μέρα της δημιουργίας και ο homo sapiens την έκτη, ενώ την έβδομη ο Δημιουργός αναπαύτηκε, δεν μπορώ πια να θεωρήσω τον εαυτό μου απ’ έξω, έχω εμπλακεί σε μια ιδεολογική διαμάχη που με ενδιαφέρει, και έχω άποψη (δεν θα σας την πω).
Τις παραπάνω σκέψεις τις έκανα παλιά, μελετώντας πάρα πολύ ψυχολογία. Ανασύρθηκαν στο προσκήνιο της συνείδησής μου διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Σωτήρη. Συνεχώς κριτικάρει ή παραθέτει κριτικές άλλων για διάφορες απόψεις. Οι κριτικές αυτές στην συντριπτική τους πλειοψηφία θα τις χαρακτήριζα ως κριτικές μονομέρειας. Γιατί, για ένα τόσο ευρύ φαινόμενο όσο είναι η βία, δεν μπορεί να υπάρχει ενοποιητική θεωρία που να αντιμετωπίζει με επάρκεια όλες τις μορφές της.
Οι αιτίες της βίας είναι πάρα πολλές. Το έμφυτο της επιθετικότητας έχει τεκμηριωθεί επαρκώς νομίζω από τους ηθολόγους. Όμως πόσο μετράει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση; Η ταξικότητα της κοινωνίας, τα συγκρουόμενα συμφέροντα, είναι επίσης σημαντικά αίτια. Όμως πόσο μετράνε; Τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα της Αθήνας πόσο βάρυναν στην απόφαση να θανατώσουν όλους τους Μηλίους; Ο Ναζί που βασανίζει (τον αναφέρει ο Σωτήρης) ακούγοντας κλασική μουσική εμφορείται άραγε από «συμφέροντα» ή ωθείται από άγρια ένστικτα;
Όπως έλεγε ο Μαρξ, τα προβλήματα είναι πάντοτε συγκεκριμένα, και στο πλέγμα των δυνάμεων που οδηγούν στην έκλυση βίας κάποιες είναι πιο ισχυρές τη μια φορά και «σύρουν το χορό», και κάποιες άλλες την άλλη. Όπως αναφέρει ο Σωτήρης μιλώντας για τη δημογραφία, «Σε κάθε περίπτωση παρεμβαίνουν πολλοί κοινωικοί και ιστορικοί όροι και διαμορφώνονται συνδυασμοί των μέσων ελέγχου ανάλογα με τους όρους αυτούς» (σελ. 237). Αυτό βέβαια είναι απογοητευτικό για τον ερευνητή, γιατί θέλει να συμβάλει στην ανάπτυξη της θεωρίας για να πάρει τα μπόνους που χρειάζεται για την ακαδημαϊκή του καριέρα, και ο συγκρητισμός δεν προσφέρει ακαδημαϊκά πλεονεκτήματα, ακόμη και εκεί που είναι μεθοδολογικά επαρκής. Ο προκρούστης της θεωρίας είναι πιο αβανταδόρικος.
Τέλος, ένα ευρύτερο θεωρητικό πρόβλημα που έχει σχέση με το θέμα του παρόντος βιβλίου είναι και το θέμα της ορολογίας. Η βία είναι μια ευρεία ομπρέλα, όπως η έννοια της αρετής στην αρχαία Ελλάδα, που καλύπτει ένα σωρό φαινόμενα, τα οποία χρειάζονται διαφορετική μεθοδολογική αντιμετώπιση και από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους. Ο Σωτήρης σε ξεχωριστό υποκεφάλαιο ξεχωρίζει την βία από την οργή. Η επιθετικότητα όμως είναι μια μορφή βίας, ή η βία είναι μια μορφή επιθετικότητας; Το λέω αυτό γιατί η σχετική φιλολογία, τόσο η βιολογική όσο και η ψυχολογική, μελετάει την επιθετικότητα και όχι τη βία. Όμως, ως εγκυκλοπαιδιστής που είναι ο Σωτήρης, προτιμάει τον όρο βία, που είναι πιο καθημερινός, πιο ευρύς, που καλύπτει μια πιο μεγάλη γκάμα φαινομένων. Ακόμη για τον Σωτήρη η θεωρητική διένεξη δεν είναι σε πρώτο πλάνο, όπως συμβαίνει με πολλούς ερευνητές (μαρξιστές κυρίως), αλλά προέχει η παροχή πληροφορίας. Έτσι, κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, για να μειώσω λίγο την εντύπωση της κόντρας μου με τον Σωτήρη, θέλω να τονίσω ότι ο θεωρητικός, «ιδεολόγος» Δημητρίου υποχωρεί αρκετά στα βιβλία του μπροστά στον εγκυκλοπαιδιστή.

Η τρίτη αυτή βιβλιοπαρουσίαση με τις άλλες δύο δημοσιεύτηκε στο Λέξημα, στο οποίο παραπέμπουμε στην αρχή. Υπάρχει στην ιστοσελίδα μας, στην κατηγορία "βιβλιοκριτικά σημειώματα" αριθ. 162

Sunday, July 12, 2009

Παναγιώτης Γούτας

Παναγιώτης Γούτας, Η ρεβάνς, Μεταίχμιο 2004

Δημοσιεύτηκη στο Λέξημα

Η Ρεβάνς είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα (γεν. 1962). Προηγήθηκαν δυο συλλογές αφηγημάτων, καθώς και άλλα κείμενα και ποιήματα που δημοσιεύθηκαν σε διάφορα περιοδικά.
Η βασική αρετή αυτή του μυθιστορήματος είναι η συναρπαστική του πλοκή, με διαδοχικά σασπένς που κρατούν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το καινούριο που φέρνει είναι μια πρωτότυπη αφηγηματική τεχνική, που από κάποια άποψη θα μπορούσε όμως να θεωρηθεί προβληματική.
Ο Γούτας νιώθει άβολα με την τριτοπρόσωπη αφήγηση, την αφήγηση από τη σκοπιά ενός παντεπόπτη θεού. Έτσι την ιστορία την αφηγούνται εναλλάξ όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν σ’ αυτή, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση έχει όμως τα όριά της, και αυτό το ξέρει καλά ο Γούτας. Κάποια πράγματα σε μια ιστορία είναι δύσκολο να τα διηγηθούν τα πρόσωπα, και οι συγγραφείς βρίσκονται συχνά μπροστά σε σκοπέλους, όπως ο Αντρέας Μήτσου στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο σκύλος της Μιμής».
Τι κάνει λοιπόν ο Γούτας; Στη θέση του παντεπόπτη θεού βάζει την ψυχή μιας πεθαμένης, αυτής που δίδαξε τον κεντρικό ήρωα το πινάκλ. Ψηλά από τον ουρανό όπου βρίσκεται – μάλλον στον παράδεισο, μια και η κόλαση βρίσκεται στα χαμηλά- έχει μια πλήρη εποπτεία αυτών που συμβαίνουν στη γη, και μάλιστα αυτών που συμβαίνουν στον κανακάρη των φίλων της και μαθητή της στο πινάκλ, τον Ορέστη Ακριβό, πετυχημένο δικηγόρο στη Θεσσαλονίκη. Έτσι αφηγείται συγχρονικά αυτά που του συμβαίνουν, σαν να τα βλέπει με το «μάτι μιας κάμερας», για να θυμηθούμε τον Ντον Πάσος.
Είναι πρωτότυπη η επινόηση, και μας άρεσε. Αυτό που δεν μας άρεσε είναι που ο συγγραφέας χαλάει την ομοιομορφία του πρωτοπρόσωπου αφηγητή, βάζοντας σε τρεισήμισι μόλις σελίδες (164-167, από σύνολο 255) έναν ατόφιο τριτοπρόσωπο αφηγητή.
Η ρεβάνς ως τίτλος έχει ένα εφέ δισημίας. Από την κυριολεκτική σημασία της ρεβάνς σε παιχνίδι, εδώ πινάκλ, μεταβαίνουμε στη μεταφορική της σημασία ως εκδίκηση με το ίδιο νόμισμα. Ο Ορέστης Ακριβός εκδικείται τον φίλο του το Φάνη που του πήδηξε την γκόμενα κάνοντας έρωτα με τη γυναίκα του, χρόνια μετά. Συνειδητοποιεί και αυτός ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο.
Οι «συμπτώσεις», ενώ συμβαίνουν στη ζωή, στην αφήγηση θεωρούνται ως κάτι αντιρρεαλιστικό. Όταν δεν εξυπηρετούν μάλιστα ιδιαίτερα την οικονομία της αφήγησης, ξενίζουν. Μια τέτοια «σύμπτωση» βλέπουμε σε αυτό το μυθιστόρημα: ο γιατρός που διέγνωσε την εγκυμοσύνη της Ανέτας είναι φίλος από το στρατό του Ορέστη, του άντρα που την άφησε έγκυο. Μετά από χρόνια τον παίρνει τηλέφωνο και «συμπτωματικά» τον πληροφορεί γι αυτήν. Μετά εξαφανίζεται. Ο συγγραφέας θα μπορούσε να βρει ένα πιο ευλογοφανή τρόπο να το μάθει αυτό ο ήρωάς του.
Υπάρχει τέλος και μια παραβίαση αφηγηματικών κωδίκων, που όμως εδώ προσθέτει στη ρεαλιστικότητα της αφήγησης, κάνοντάς τη πιο πειστική. Η παραβίαση αυτή είναι η μη γνωστοποίηση κάποιων μυστικών στα πρόσωπα που τα αφορούν. Το πρώτο είναι ότι ο Φάνης δεν έμαθε ποτέ την πραγματική αιτία που ο Ορέστης τσακώθηκε μαζί του, ότι δηλαδή τον είδε να κάνει έρωτα με τη φίλη του. Ο Ορέστης με τη σειρά του δεν έμαθε ποτέ ότι αυτή ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά, και ότι μάλιστα ενέδωσε όταν αυτή του υποσχέθηκε ότι μετά θα τα ξανάφτιαχνε με τον Ορέστη, με τον οποίο βρισκόταν σε μια φάση ψυχρότητας. Και τέλος, ο Φάνης δεν έμαθε ποτέ ότι το παιδί της Ανέτας δεν ήταν δικό τους παιδί αλλά παιδί του Ορέστη, παιδί της εκδίκησης. Οι αφηγηματικές συμβάσεις θέλουν τα σοβαρά μυστικά να γνωστοποιούνται στους ενδιαφερόμενους με το τέλος του έργου, γιατί αυτό οδηγεί σε πιο δραματικές τροπές στην εξέλιξη της ιστορίας. Όμως αυτό δεν συμβαίνει συχνά στην πραγματική ζωή.
Ένας βιβλιοκριτικός μπορεί να είναι ψείρας, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν απολαμβάνει ένα έργο. Εμείς το έργο του Γούτα, παρά τις κριτικές επισημάνσεις που κάναμε, το απολαύσαμε.

Friday, July 10, 2009

To each his cinema (2007)

Στο σινεμά, όπως όλοι φαντάζομαι, προτιμώ τις ταινίες μεγάλου μήκους. Για μένα ήταν μια έκπληξη το μικρό βιντεάκι που αναρτήθηκε στο youtube και μου στάλθηκε με email και είχε τον τίτλο «Τι είναι αυτό», που αναφερόταν στις σχέσεις του ηλικιωμένου πατέρα με τα γιο του. Είχε τόση επιτυχία που κάποιος άλλος αργότερα μου το έστειλε με αραβικούς υπότιτλους, ενώ τη μουσική του τέλους είχε αντικαταστήσει απόσπασμα από το Κοράνι που αναφερόταν στις υποχρεώσεις των παιδιών απέναντι στους γέρους γονείς.
Η δεύτερη έκπληξη ήταν η ταινία «To each his cinema». Αποτελείται από 33 τρίλεπτα ταινιάκια 33 κορυφαίων σκηνοθετών, παραγγελία του φεστιβάλ Κανών για τα 60 χρόνια του. Και τα 33 ήταν μικρά αριστουργήματα. Θα αναφερθώ σ’ αυτά που μου άρεσαν περισσότερο. Και πρώτα πρώτα το σπαρταριστό φιλμάκι του Elia Souleiman, που μας έδωσε την καταπληκτική «Θεϊκή παρέμβαση», μια απίθανη κωμωδία, κάτι μεταξύ βωβού κινηματογράφου και Ζακ Τατί. Εξαιρετικό ήταν και του Πολάνσκι, με ένα εκπληκτικό εφέ του απροσδόκητου. Ο φουκαράς στο πίσω κάθισμα δεν βογκούσε αυνανιζόμενος βλέποντας την τσόντα όπως νόμισε το ζευγάρι μπροστά, αλλά βογκούσε γιατί είχε τραυματιστεί σοβαρά πέφτοντας από τον εξώστη.
Πολύ μου άρεσε επίσης και το ταινιάκι του αγαπημένου μου σκηνοθέτη, του Τζανγκ Γιμόου. Μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια. Τα παιδιά είναι κατενθουσιασμένα με την έλευση του περιοδεύοντος κινηματογράφου. Περιμένουν πως και πώς να πέσει ο ήλιος για να μπορέσει να ξεκινήσει η παράσταση. Στην τελευταία σκηνή βλέπουμε τον πιο ενθουσιώδη πιτσιρικά να έχει αποκοιμηθεί, ενώ οι μεγάλοι πίσω του παρακολουθούν την ταινία.
Και θυμήθηκα πάλι ένα επεισόδιο από τα παιδικά μου χρόνια. Ήταν στο «σινε-Αστέρια», το θερινό σινεμά του χωριού μου που τότε ήταν στις δόξες του. Πήγαινα τότε στην πρώτη γυμνασίου. Ο Νικολής ήταν τρία χρόνια πιο μικρός από μας. Στη διάρκεια της προβολής τον πήρε ο ύπνος. Δεν θυμάμαι ποιος από την παρέα του ψυθίρισε στ’ αυτί: -Νικολή, κατούρησε για να πας για ύπνο. Και ο Νικολής, κοιμισμένος, ξεκουμπώνεται, βγάζει έξω το πουλί του και αρχίζει να κατουράει.
Απίστευτα επινοητικό ήταν το εργάκι του έτερου κινέζου, του Τσεν Κάιγκε, όπου τα παιδιά, κρυφά από τον ιδιοκτήτη, βάζουν μπροστά την κάμερα για να δουν το έργο. Υπάρχει όμως διακοπή ρεύματος. Τι κάνουν τότε; Τροφοδοτούν με ρεύμα τη μηχανή προβολής με τα δυναμό από τα ποδήλατά τους.
Του Αμπάς Κιαροστάμι είχε πολύ πλάκα. Στην αίθουσα του κινηματογράφου παίζεται το «Ρωμαίος και Ιουλιέττα». Η κάμερα ζουμάρει διαδοχικά σε γυναικεία πρόσωπα βουτηγμένα στα δάκρυα. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι δεν υπήρχε κανένα ανδρικό.
Τα περισσότερα έργα, θεματοποιώντας τον κινηματογράφο, είχαν σαν αφηγηματική τεχνική τον «μετα-κινηματογράφο», κατά το μεταθέατρο, δηλαδή αποσπάσματα από κινηματογραφικές ταινίες. Το ταινιάκι του Αγγελόπουλου, αφιερωμένο στην μνήμη του Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, τον παρουσιάζει σε μια σκηνή από τον «Μελισοκόμο». Η Ζαν Μορώ, μπροστά του, του πλέκει το εγκώμιο λέγοντας πόσο τον αγαπά. Τα λόγια που λέει έχουν την ίδια περίπου έκταση με τα λόγια σε οποιαδήποτε ταινία μεγάλου μήκους του Αγγελόπουλου.
Τελικά μπορεί να είναι αλήθεια, size doesn’t matter.

Wednesday, July 8, 2009

Το θέατρο στην Ιαπωνία και στην Κίνα




Και φτάσαμε στο τέλος!!!!!. Το βιβλίο αυτό ψάχνει για εκδότη,(τελικά βρήκε, εκδόσεις ΑΛΔΕ, 2010, σελ. 173) αλλά ο φίλος μου ο Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου το ανάρτησε στην ιστοσελίδα του που έχει τον τίτλο "Περιγραφής". Εδώ βρίσκεται το μέρος που αφορά το γιαπωνέζικο θέατρο και εδώ το μέρος που αφορά το κινέζικο θέατρο
Δεν θα παραθέσω απόσπασμα, απλά θα πω δυο κουβέντες, αφοριστικές.
Σε μια συνέντευξη με το κοινό που παρακολούθησε Όπερα του Πεκίνου σε μια εκπομπή του CCTV-4, του κινέζικου καναλιού που το φιλοξενούσε επί χρόνια ο ΝΟVA ελεύθερο για να κάνει τις ρυθμίσεις του, ένας άγγλος δήλωσε αυτό που είχε αρχίσει να μου γίνεται πεποίθηση: Βλέποντας την Όπερα του Πεκίνου κατάλαβα πώς παιζόταν η αρχαία τραγωδία.
Πιστεύω ότι οι ασιάτες έχουν θέατρο, με τη σημασία του Gesamtkunstwerk, όπως το εννοούσε ο Βάγκνερ και που τελικά δεν τα κατάφερε να φτιάξει κάτι ανάλογο κι ας ήταν η φιλοδοξία του. Αυτό που στη Δύση εννοούμε με τη λέξη θέατρο δεν είναι στην πραγματικότητα παρά λογοτεχνικό έργο που παίζεται πάνω στη σκηνή, ένα έργο λόγου, χουά τζου, όπως ονόμασαν οι κινέζοι τα δικά τους έργα που άρχισαν να γράφουν τα τελευταία χρόνια μιμούμενοι τη Δύση. Σαν κοινά χαρακτηριστικά ανάμεσα στην αρχαία τραγωδία και στο ασιατικό θέατρο ας αναφέρουμε τη μουσική, την όρχηση, τον έμμετρο λόγο, τη μάσκα, και το γεγονός ότι τους γυναικείους ρόλους τους υποδύονται άνδρες ηθοποιοί. Όποιος πάντως θέλει να πάρει μια γεύση για το τι είναι η Όπερα του Πεκίνου, ας δει την ταινία "Αντίο Παλλακίδα μου" του Τσεν Κάιγκε.
Αυτά.

Tuesday, July 7, 2009

Αφηγηματικές Τεχνικές



Είναι το διδακτορικό μου. Όπως και όλα τα άλλα βιβλία μου βρίσκεται στην ιστοσελίδα μου, στην κατηγορία "βιβλία" αριθμός 10, και όπως όλα τα βιβλία μου, είναι downloadable. Παραθέτουμε τον πρόλογο. (Το αριθμός 9, για όσους παρακολουθούν, είναι το εγχειρίδιο θεατρολογίας που διδάσκεται στην Α΄Λυκείου, στη συγγραφή του οποίου συμμετείχα μαζί με τους Θόδωρο Γραμματά, Σάββα Πατσαλίδη και Τάκη Τζαμαριά).

Ως αναγνώστης/ θεατής συχνά έθετα στον εαυτό μου το ερώτημα γιατί μου άρεσε ένα θεατρικό έργο ή γιατί εύρισκα καλό ένα μυθιστόρημα. Η γενική εντύπωση έπρεπε να αναλυθεί. Αργότερα, όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη λογοτεχνική κριτική, το ερώτημα γινόταν πιο πρωταρχικό. Ένα έργο που δεν μας αρέσει, συνήθως είναι κακό, και αντίθετα ένα έργο που μας έχει συγκινήσει, μάλλον έχει μια ποιότητα γραφής. Σε μια βιβλιοκριτική βέβαια το μου άρεσε, δεν μου άρεσε, δεν είναι επιχείρημα, και το είναι καλό, είναι κακό, θα πρέπει να τεκμηριώνεται.
Έτσι οδηγήθηκα σιγά σιγά στη μελέτη των αφηγηματικών τεχνικών. Αντιμετωπίζοντάς τις από τη μεριά του αναγνώστη και όχι από τη μεριά του συγγραφέα, τις χαρακτήρισα με τον περιεκτικό όρε εφέ, όρο που έχουν χρησιμοποιήσει και άλλοι πριν από μένα.
Τις διέκρινα σε δύο βασικές κατηγορίες: τις υφολογικές τεχνικές και τις τεχνικές σύνθεσης. Οι υφολογικές τεχνικές εντοπίζονται στο επίπεδο του κειμένου, και περιλαμβάνουν χοντρικά τα σχήματα που μελετούσε η αρχαία ρητορική και σήμερα η υφολογία, όπως μεταφορά, μετωνυμία, συνεκδοχή, κλπ. Είναι υφολογικές νησίδες μέσα στο κείμενο, και τραβούν αμέσως την προσοχή κατά την ανάγνωση. Για παράδειγμα, ένα εφέ τέλους είναι ένα υφολογικό σχήμα με το οποίο κλείνει ένα αφήγημα, και γι αυτό το λόγο εντυπώνεται βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη. Ποτέ δεν ξέχασα το οξύμωρο σχήμα με το οποίο τελειώνει ο Τελευταίος Πειρασμός του Νίκου Καζαντζάκη: Τετέλεσται. Κι ήταν σαν να ’λεγε: όλα αρχίζουν.
Στο επίπεδο της ιστορίας έχουμε επίσης τεχνικές σύνθεσης. Όταν ο συγγραφέας πει από την αρχή το τέλος του έργου, δημιουργείται σασπένς του πώς οι ήρωες έφτασαν εκεί που έφτασαν. Διαφορετικά έχουμε σασπένς του τι θα γίνει στο τέλος. Τα τραγικά έργα δομούνται συνήθως πάνω στο σασπένς του πώς. Στο επίπεδο της ιστορίας ανήκει

12

και η αντικατοπτρική ιστορία (mise en abyme), μια μίνι ιστορία που μοιάζει με την κύρια, μέσα στην οποία βρίσκεται εγκιβωτισμένη, υπογραμμίζοντάς τη.
Η περιπέτεια της έρευνας ήταν μεθυστική. Επιλέγοντας ως ερευνητικό corpus το πεζογραφικό και δραματουργικό έργο πέντε κορυφαίων νεοελλήνων συγγραφέων, των Κώστα Μουρσελά, Παύλου Μάτεσι, Γιώργου Σκούρτη, Γιάννη Ξανθούλη και Γιώργου Μανιώτη, από τους οποίους ο πρώτος απέχει ηλικιακά από τον δεύτερο μόλις μια γενιά, σχημάτισα παράλληλα και μια εικόνα της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας και πεζογραφίας, την οποία ένιωσα ότι όφειλα να καταθέσω. Την προέταξα μάλιστα στην τελική σύνθεση της έρευνάς μου, πιστεύοντας ότι έτσι θα έδειχνα καλύτερα τη λειτουργία των εφέ η παρουσίαση των οποίων ακολουθούσε, πώς δηλαδή υπηρετούν, στο βαθμό που υπηρετούν, τους στόχους των συγγραφέων.
Ως υποκείμενο άξονα στη μυθοπλασία τους εντόπισα το θεματικό δίπολο συμβιβασμός/ μη συμβιβασμός, το οποίο προσπάθησα να ερμηνεύσω με βάση την κοινωνικο-πολιτική κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας.
Η καθοδήγηση που έλαβα από τον Θόδωρο Γραμματά, τον εποπτεύοντα αυτής της μελέτης, η οποία υποστηρίχθηκε ως διδακτορική διατριβή τον Οκτώβρη του 1996, ποτέ δεν θα μπορούσε να υπερτιμηθεί. Τον ευχαριστώ και από αυτές τις γραμμές, όπως επίσης και όλους όσους με βοήθησαν στην ερευνητική μου αυτή προσπάθεια και στη σύνθεση του τελικού κειμένου. Ιδιαίτερα οφείλω να ευχαριστήσω τον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη, που ως μέλος της τριμελούς επιτροπής μου έκανε πολύτιμες υποδείξεις και επισημάνσεις, και τον Φώτη Δημητρακόπουλο, επίσης μέλος της τριμελούς, που μου διέλυσε αμφιβολίες ως προς τη σκοπιμότητα παράθεσης κάποιων τμημάτων της εργασίας μου. Επίσης τα υπόλοιπα παρόντα μέλη της επταμελούς επιτροπής, για τις επισημάνσεις τους κατά τη διάρκεια της υποστήριξης, αλλά και στο περιθώριό της, κκ. Σάββα Πατσαλίδη, Θανάση Νάκα και Χαρά Μπακονικόλα - Γεωργοπούλου.
Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, ευχαριστώ τον Γιώργο Δαρδανό που περιέβαλε με εμπιστοσύνη αυτή την εργασία μου, αναλαμβάνοντας το κόστος της έκδοσης.

Monday, July 6, 2009

Ο χορός της βροχής: οικολογικά παραμύθια και διηγήματα




Ο χορός της βροχής-οικολογικά παραμύθια και διηγήματα, ΚΕΠΚΑ 1998, σελ. 96

1.Ο τελευταίος περίπατος στο δάσος (πυρκαγιές)
2.Το ορφανό κοτσύφι (κυνήγι)
3.Το Ποντικοβασίλειο (οικολογική ισορροπία)
4.Τα δόντια της φάλαινας (ρύπανση των θαλασσών)
5. Η γάτα της Έλλης (υπερπληθυσμός)
6.Το τελευταίο μάθημα (φυτοφάρμακα)
7. Το παραμύθι του αύριο (φαινόμενο του θερμοκηπίου)
8. Ο Φρίξος και η Μαρίνα (ευτροφισμός)
9. Ο χορός της βροχής (όξινη βροχή)
10. Η κακιά νεράϊδα (Η τρύπα του όζοντος)
11. Αρνάκι άσπρο και παχύ, ποιάς μάνας του καμάρι; (γενετικά πειράματα-κλωνοποίηση)
12. Το παραμύθι της γιαγιάς (πυρηνικός όλεθρος)
13. Οι σκουπιδοτροφές (διατροφή)
14. Ο δολοφόνος (κάπνισμα)
15. Αυτοκινητοσυζήτηση (κυκλοφοριακό χάος-ατμοσφαιρική ρύπανση)
16. Φύσα αεράκι, φύσαγε... (Ήπιες μορφές ενέργειας)
17. Μες στου Μαγιού τις μυρωδιές (λαϊκή παράδοση)
18. Ο ξενητεμένος (μετανάστες)

(Το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ στο εμπόριο, αλλά μοιράστηκε δωρεάν από το Δήμο Ηλιούπολης σε όλους τους μαθητές δημοτικού στην Ηλιούπολη, με πρωτοβουλία του φίλου μου Γιώργου Βοϊκλή και την υποστήριξη του δημάρχου Ηλιούπολης Θεόδωρου Γεωργάκη, και στη συνέχεια σε δυο δήμους της Θεσσαλονίκης. Τυχαία ανακάλυψα στο διαδίκτυο ότι σε μια πανηγυρική εκδήλωση στη νομαρχία Κοζάνης διανεμήθηκε δωρεάν στους μαθητές της έκτης δημοτικού όλων των σχολείων του νομού)
Η συνέχεια στο βιβλίο

Sunday, July 5, 2009

Σοσιαλιστικό και οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα: συγκρίσεις και προοπτικές

Το παρακάτω κείμενο φιλοξενείται στον συλλογικό τόμο Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα, επιμ. Χριστ. Ορφανίδης, Αθήνα 1987, εκδόσεις «Μετά τη βροχή», σελίδες 12. Όλο το κείμενο βρίσκεται στην ιστοσελίδα μου, στην κατηγορία "βιβλία", αριθμός 7(καταχρηστικά, μια και δεν είναι δικό μου βιβλίο, αλλά δεν ήξερα πού αλλού να το βάλω).
Διαβάζοντάς το σήμερα από το βάθος των 22 χρόνων, το χαρακτηρίζω προφητικό. Παραθέτω την τελευταία παράγραφο του κειμένου.
"Κι αν δεν κάνουμε την «επανάσταση»; Πάλι κέρδος θα έχουμε. Όπως λέει και ο Ντάνυ (Κον Μπεντίτ) σε μια συζήτηση με τον Καστοριάδη «το οικολογικό κίνημα μετασχηματίζει την κοινωνία, όπως το εργατικό κίνημα μετασχημάτισε την αστική κοινωνία, όταν κίνησε πόλεμο ενάντιά της». Έτσι κι αλλιώς θα βοηθήσει τη ζωή μας να γίνει καλύτερη".
Προφητικό ως προς τι:
Το 90, όταν μετά τις βουλευτικές εκλογές βγήκε βουλευτίνα των Οικολόγων-Εναλλακτικών η Μαρίνα η Δίζη, γίνηκαν ένα σωρό οικολογικές ομάδες στις διάφορες γειτονιές. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η "Οικολογική-Εναλλακτική ομάδα Γαλατσίου". Ξεκινήσαμε με 28 άτομα. Πιάσαμε ένα στέκι. Στις δημοτικές εκλογές κατεβήκαμε μαζί με τον ενιαίο τότε Συνασπισμό, πριν αποχωρήσει δηλαδή το ΚΚΕ. Γυρνάγαμε τότε από σπίτι σε σπίτι και ζητάγαμε από τους κατοίκους να μην πετάνε τις εφημερίδες, αλλά να τις φυλάνε, και εμείς θα τις παίρναμε να τις πηγαίνουμε για ανακύκλωση. Σήμερα σε κάθε γειτονιά βλέπουμε κάδους ανακύκλωσης.
Βγάλαμε και ένα βραχύβιο περιοδικό, την "Όμορφη Πόλη". Ήταν η εποχή που ξεκίνησα να γράφω βιβλιοπαρουσιάσεις, και δυο απ' αυτές δημοσιεύτηκαν σε δυο από τα τέσσερα τεύχη που κυκλοφόρησαν συνολικά.
Η ιστορία τέλειωσε (ας μην αναφέρουμε τους λόγους)κάποια στιγμή. Όταν φυλλορροήσαμε αρκετά και δεν μπορούσαμε να συντηρήσουμε το στέκι δεχθήκαμε για συγκατοίκηση τον Συνασπισμό, και όταν μείναμε τέσσερις μόνο, ο Αρίστος, ο Μάκης, η Νίκη και εγώ, εγκαταλείψαμε το στέκι χαρίζοντας στον Συνασπισμό την επίπλωση που την είχαμε αγοράσει εμείς, και πήγαμε στο σπιτάκι μας. Από τότε "έπαψα να θέλω να σώσω τον κόσμο". Με απορρόφησε η μελέτη της λογοτεχνίας, και μετά από τρία χρόνια ξεκίνησα το διδακτορικό μου.
Οι οικολογικές ιδέες έχουν μπει πια στο πετσί του νεοέλληνα, δυστυχώς όμως στους περισσότερους μόνο σαν "ιδέες" και όχι σαν πρακτική. Δεν γίναμε κυβέρνηση, αλλά η απήχησή μας ήταν τέτοια που όλα τα κόμματα αναγκάστηκαν να ενσωματώσουν και οικολογικές ιδέες στα προγράμματά τους, έστω και μόνο σαν "μαϊντανό". Μετά από 22 χρόνια οι Οικολόγοι, σαν Οικολόγοι-Πράσινοι, βγάζουν τον Μιχάλη Τρεμόπουλο, παλιό σύντροφο από τη Νέα Αριστερά, ευρωβουλευτή. Εύχομαι αυτό το δεύτερο ξεκίνημα να έχει καλύτερη κατάληξη από το προηγούμενο. Μιχάλη, να μη σε δω μετά από λίγο καιρό σε άλλο κόμμα, όπως έγινε με κάποια στελέχη των Οικολόγων-Εναλλακτικών. Να μη γίνει και στον προοδευτικό χώρο η πολιτική σαν το ποδόσφαιρο, παίρνουμε δηλαδή μεταγραφή όπου μας συμφέρει, όπου μας εξασφαλίζεται η συνέχεια της πολιτικής μας καρριέρας.

Ξανακοίταξα το κείμενο στην προοπτική μιας έκδοσης άρθρων, ανακοινώσεων, μελετών κ.λπ. και είπα να το επισυνάψω. 



Μπάμπης Δερμιτζάκης, «Οικολογικό και σοσιαλιστικό κίνημα: συγκρίσεις και προοπτικές»

Στο: Χριστόφορος Ορφανίδης (επιμ.), Το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα, Αθήνα 1987, εκδόσεις Μετά τη βροχή.

Γιατί τόσα κείμενα

 Το να γράψει κανείς για το παρόν και το μέλλον ενός κινήματος, μη εξαιρουμένου και του οικολογικού, είναι τρομερά δύσκολο κι επικίνδυνο εγχείρημα. Η συμμετοχή στο παρόν, παρά την ένταση των εμπειριών που συνεπάγεται, ίσως μάλιστα και εξαιτίας τους, δεν εξασφαλίζει την αντικειμενικότητα των εκτιμήσεων. Η ιστορία που γράφεται μετά από χρόνια, τοποθετώντας τα γεγονότα σε μια πιο σωστή προοπτική, είναι πιο έγκυρη και συχνά αφίσταται από τις ιστοριογραφίες των συγχρόνων.
  Ακόμη πιο δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς για το μέλλον. Κάθε απόπειρα μελλοντολογίας ριψοκινδυνεύει τον χλευασμό της μελλο­ντικής   διάψευσης.
  Εμείς ευτυχώς, δεν διατρέχουμε τέτοιο κίνδυνο. Το ότι είμαστε πολλοί οι συγγραφείς αυτών των κειμένων, δείχνει την παραδοχή μας (και πρώτα απ’ όλα του εκδότη), ότι οι αντιλήψεις μας θα αφί­στανται, ότι θεωρούμε δεδομένο ότι δεν κατέχουμε την «αντικειμενική» εικόνα, η εικόνα όμως που κατέχει ο καθένας μας ξεχωριστά, και που είναι προϊόν της δικής του επαφής με τον οικολογικό χώρο, θα βοηθήσει σε μια μεγαλύτερη κατανόηση του χώρου, των προ­βλημάτων του και της προοπτικής του. Οι συγγραφείς αυτών των κειμένων δεν περιμένουν με λιγότερη ανυπομονησία από όσους έχουν ήδη ενημερωθεί και ενδιαφερθεί γι’ αυτή την έκδοση, να διαβάσουν   τα   κείμενα   των   υπόλοιπων.

Τα   κινήματα

  Τα κινήματα πρωτοεκδηλώνονται εκεί όπου εμφανίζονται πιο έντονα τα προβλήματα. Κι εκεί που εμφανίζονται πιο έντονα είναι οι ανεπτυγμένες χώρες. Ακόμη και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου αντλούν το ιδεολογικό τους οπλοστάσιο από κινήματα που πρωτοεμφανίστηκαν σε ανεπτυγμένες χώρες (εθνικισμός, σοσιαλισμός). Τέτοια κινήματα είναι το σοσιαλιστικό, το συνδικαλιστικό, το φεμινιστικό, το κίνημα ειρήνης, το κίνημα προστασίας του καταναλωτή, το αντιπυρηνικό κίνημα, το οικολογικό κίνημα  και  αρκετά άλλα.  Από αυτά τα  κινήματα μόνο το σοσιαλι
160) στικό και το οικολογικό κίνημα έχουν σαν στόχο μια συνολική παρέμβαση στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή ενός τόπου. Οι κατά τόπους εκδοχές τους κατεβαίνουν (ή έχουν σαν στόχο να κατέβουν) στις εκλογές, ή εν πάση περιπτώσει προσπαθούν να αναλάβουν ευθύνες διακυβέρνησης σε εθνικό ή σε περιφερειακό επίπεδο. Τα υπόλοιπα κινήματα που εστιάζονται σε επιμέρους προβλήματα, δέχονται την υποστήριξή τους, διατηρούν όμως την αυτονομία τους και την ανεξαρτησία τους. Εξαίρεση αποτελεί το συνδικαλιστικό κίνημα, που αποτελεί πάντα χώρο πάλης των πολιτικών παρατάξεων.
  Στην Ελλάδα τα κόμματα φτιάχνουν κατ’ απομίμηση μετωπικούς φορείς (οργανώσεις ειρήνης, γυναικών κ.λπ.) που στερούνται μαζικότητας, και ο λόγος είναι βέβαια ότι δεν  φτιάχτηκαν με λαϊκή πρωτοβουλία, αλλά σε κομματικά γραφεία.

Το   σοσιαλιστικό   κίνημα

  Το σοσιαλιστικό κίνημα της Β' Διεθνούς, στον αιώνα που ακολούθησε άνοιξε σαν βεντάλια προς τα αριστερά και τα δεξιά. Ήδη στις αρχές του αιώνα η ρώσικη σοσιαλδημοκρατία διασπά­στηκε σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Με την Οκτωβριανή επανά­σταση η ρήξη επισημοποιήθηκε και διεθνώς. Στο εξής τα συμφέροντα της εργατικής τάξης εκπροσωπούνται από τους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές. Όμως, κατά τους τροτσκιστές, και οι δύο πρόδωσαν την εργατική τάξη, ενώ αργότερα τη λύση από το αδιέξοδο του σοσιαλιστικού κινήματος την πρόσφερε ο Μάο Τσε Τουγκ, για να αναφέρουμε μόνο τις τέσσερις σημαντικότερες απολήξεις του, και που κάθε μια τους διατηρεί για τον εαυτό της το αλάθητο της θεωρίας και της πρακτικής. Το σοσιαλιστικό παρακλάδι (μαζί με τη δεξιότερη εκδοχή του, τη σοσιαλδημοκρατία) προσφέρει το άλλοθι σ’ ένα νεοκαπιταλισμό που είναι μεν εκμεταλλευτικός, αλλά που σε ανεπτυγμένες χώρες (π.χ. Σουηδία) μπορεί να ικανοποιεί βιοτικές ανάγκες που ήταν πάντα στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος Το κομμουνιστικό κίνημα, περισσότερο ή λιγότερο ορθόδοξο, χάνει σε δύναμη για διάφορους λόγους, ένας από τους οποίους είναι το ότι το σταλινικό προηγούμενο δημιουργεί καχυποψία απέναντι στα κομμου­νιστικά κόμματα, κι ένας άλλος το ότι η σύγχρονη ρώσικη πραγμα­τικότητα, της γραφειοκρατίας, της ανελευθερίας και της οικονομικής δυσπραγίας δεν πείθει σαν μεταβατικό στάδιο για την πραγμάτωση της κοινωνικής εκείνης ευημερίας και δικαιοσύνης που επαγγέλλεται ο κομμουνισμός.
  Οι τροτσκιστές και οι μαοϊκοί δικαιώνουν την ύπαρξη τους από την αποτυχία των δύο πρώτων, κι ενώ οι μαοϊκοί αντλούν την ύπαρξη τους από την προστάτιδα και εμπνέουσα δύναμη, την Κίνα, οι τροτσκιστές φαίνεται να αποτελούν απλώς ένα αδρανειακό (σελ. 161)
φαινόμενο επιβίωσης που είναι ζήτημα χρόνου να εκλείψει.

Γιατί αυτή η αναφορά στο σοσιαλιστικό κίνημα

  Αναφερθήκαμε στο σοσιαλιστικό κίνημα για τους εξής λόγους: πρώτον, αποτελεί τον μεγάλο ανταγωνιστή του οικολογικού κινήματος. Και τα δυο επαγγέλλονται μια κοινωνία διαφορετική από αυτή που ζούμε, έστω κι αν σε σημαντικά σημεία την εννοούν διαφορετικά. Δεύτερο, ένας μεγάλος αριθμός οικολόγων προέρχεται από την αριστερά. Τρίτον, γιατί θα πρέπει να επωφεληθεί το οικολογικό κίνημα από τις εμπειρίες του και να διδαχθεί από τα λάθη του, μια και αποτελεί τη φυσική του συνέχεια. Ένας τέταρτος λόγος είναι ότι η ιστορία της εξάπλωσής του μοιάζει αρκετά με την εξάπλωση του οικολογικού κινήματος, και αποτελεί μια πλευρά του που εμάς τους Έλληνες μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα (ένας πέμπτος λόγος είναι το ότι ο ίδιος προέρχομαι από την αριστερά, και πιο συγκεκριμένα τη Νέα Αριστερά, και αυτός είναι ο λόγος που χρησιμοποιώ, υπερβολικά ίσως, ένα  αριστερό  λεξιλόγιο).
  Ο σοσιαλισμός υπήρξε εξαγόμενος, και κυρίως η μαρξιστική εκδοχή του με τις αιρέσεις της. Βέβαια, η εξαγωγή αυτή έγινε πιο επιτυχημένα σε χώρες όπου υπήρχε πρόσφορο έδαφος. Κατά παρόμοιο τρόπο και το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα είναι εισα­γόμενο, και το αν θα αναπτυχθεί και πόσο, εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από το πόσο είναι πρόσφορο το έδαφος και κατάλληλες οι συνθήκες.
  Το πρόσφορο του εδάφους θα το ανιχνεύσουμε στους εξής παράγοντες: α) οικολογικούς, β) οικονομικούς, γ) κοινωνικούς δ)  πολιτικούς, και ε)  οργανωτικούς.

Οικολογικά

  Είναι άραγε τα οικολογικά προβλήματα στην Ελλάδα τόσο οξυμένα ώστε να διευκολύνουν την οικολογική συνειδητοποίηση;
  Υπάρχουν περιβαλλοντικά προβλήματα που ασκούν πράγματι μια πίεση, όπως είναι στην Αθήνα η μόλυνση της ατμόσφαιρας και το κυκλοφοριακό. Βέβαια η φύση των σημαντικότερων οικολογικών προβλημάτων είναι διεθνής, όπως είναι η εξάντληση των πρώτων υλών και των ενεργειακών πηγών, η υποβάθμιση της διατροφής λόγω της μηχανοποίησης της γεωργίας και της βιομηχανικής επεξεργασίας των τροφίμων, η ρύπανση των υδάτων και της ατμόσφαιρας (όξινη βροχή) κ.λπ., που ασκούν όμως μόνο μια έμμεση πίεση πάνω μας. Κάποιες φορές βέβαια η πίεση γίνεται δραματικά άμεση, μόνο όμως όταν  πάρει τις διαστάσεις ενός Τσερνομπίλ.

Οικονομικά

  Μιλήσαμε για άμεση και έμμεση πίεση, γιατί η φύση των (σελ. 162) οικολογικών προβλημάτων σε σχέση με τα προβλήματα με τα οποία ασχολείται κατά παράδοση η αριστερά είναι κυρίως έμμεσα. Τα προβλήματα που πάντα απασχολούσαν την αριστερά ήταν η πείνα, οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία, που πράγματι είναι προβλήματα που μας πλήττουν πιο άμεσα όταν μας πλήττουν. Όμως ένας από τους λόγους που η Αριστερά έχασε τη δύναμή της στις ανεπτυγμένες χώρες είναι ότι η πείνα έχει εξαλειφθεί, οι μισθοί δεν είναι και τόσο χαμηλοί, οι συνθήκες εργασίας βελτιώνονται (είναι χαρακτηριστικό το πόσο έχουν διαφοροποιηθεί σήμερα τα συνδικαλιστικά αιτήματα σε σχέση με τριάντα μόλις χρόνια πριν) και αν και το πρόβλημα της ανεργίας παραμένει οξύ, τα διάφορα επιδόματα κ.λπ. κάνουν την κατάσταση πιο υποφερτή για τους άνεργους σήμερα από ό,τι παλιά.
  Η Ελλάδα όμως δεν είναι ανεπτυγμένη χώρα, και αν και δεν μπορούμε να πούμε ότι πεινάμε, το βιοτικό μας επίπεδο είναι αρκετά χαμηλό, και μετά τα τελευταία μέτρα της κυβέρνησης, θα χαμηλώσει ακόμη περισσότερο. Έτσι το πρόβλημα του νέφους (μετά μάλιστα από κάποια μέτρα που πάρθηκαν) έχασε την επικαιρότητα του, ενώ έγινε πιο οξυμένο το πρόβλημα της ΑΤΑ.

Κοινωνικά

  Όμως δεν είναι τα άμεσα προβλήματα εκείνα που κινητοποιούν και επαναστατικοποιούν το λαό, αλλά τα πιο οξυμένα. Και τα πιο οξυμένα τείνουν σήμερα να είναι τα έμμεσα και όχι τα άμεσα, όχι εκείνα που αφορούν την επιβίωση αλλά τη δια­βίωση μας, όχι εκείνα που αφορούν το στομάχι μας αλλά τη συνεί­δηση μας, όχι εκείνα που αναφέρονται στην ποσότητα της κατανά­λωσης αλλά στην ποιότητα της ζωής μας. Η εκμετάλλευση σήμερα τείνει να ξεχαστεί, όταν ο εκμεταλλευτής μπορεί και καλοταΐζει. Όμως ο εκμεταλλευτής που δίνει το υψηλό μεροκάματο και που μας επιτρέπει να αγοράζουμε το IX και το βίντεο, εκμεταλλεύεται το περιβάλλον που ζούμε μολύνοντας τον αέρα που αναπνέουμε και το νερό που πίνουμε. Αυξάνονται τα αντικείμενα κατανάλωσης, όμως αυξάνονται και οι καρκίνοι. Τα κρούσματα έχουν τριακονταπλασιαστεί από τις αρχές του αιώνα, και σήμερα ένας στους τέσσερις πεθαίνει από αυτόν. Όμως φαίνεται να αντιμετωπίζουμε την κατάσταση με την ίδια μοιρολατρία που αντιμετώπιζε παλιά ο εργάτης την εκμετάλλευση   της  δουλειάς  του.
  Παρόλο που η εκμετάλλευση της εργασίας είναι τόσο φανερή, οι σοσιαλιστές χρειάστηκε να κάνουν τεράστια προπαγαν­διστική δουλειά για να αφυπνίσουν τους εργαζόμενους και να τους οργανώσουν στο κίνημα. Αν λοιπόν η προπαγάνδιση των ιδεών ήταν τόσο αναγκαία για το σοσιαλιστικό κίνημα, πολύ περισσότερο είναι για (σελ. 163) το οικολογικό. Ίσως αυτό να είναι το πρώτο καθήκον του οικολογικού κινήματος στη χώρα μας σήμερα (βέβαια, αν η προπαγάνδα είναι η μια πλευρά του κινήματος, η άλλη είναι η δράση. Δεν μαθαίνουμε ακούγοντας ή διαβάζοντας αλλά ενεργώντας. Χωρίς δράση η προπαγάνδα κινδυνεύει να πέσει στο κενό, αυτό το θεωρούμε αυτονόητο).

Πολιτικά

  Γιατί αναπτύχθηκε το οικολογικό κίνημα περισσότερο στη Γερμανία παρά στη Γαλλία, παρόλο που εκεί εμφανίστηκε με περισσότερες υποσχέσεις;
  Θα ριψοκινδυνεύσουμε μια απάντηση και ας είμαστε υπεραπλουστευτικοί: γιατί στη Γαλλία την «οικολογική φωλεά» την είχαν καταλάβει οι κομμουνιστές και οι σοσιαλιστές (που όντας αντι­πολίτευση τη δεκαετία του ’70 ήταν αρκετά ριζοσπαστικοί) ενώ στη Γερμανία μετά την αποτυχία του ένοπλου αγώνα της ΡΑΦ να ξε­σηκώσει τις μάζες, και με τη σοσιαλδημοκρατία στην εξουσία, δηλαδή συντηρητικοποιημένη, ο χώρος έμεινε κενός και ήρθαν και τον κατέλαβαν φυσιολογικά οι πράσινοι.
  Το 70% του στελεχικού τους δυναμικού είναι νέοι κάτω των τριάντα χρόνων. Όλα τα κινήματα στην ιστορία ξεκίνησαν και στελεχώθηκαν από νέους ανθρώπους. Η κοινωνική πρωτοπορία στα μεταπολεμικά χρόνια είναι οι φοιτητές. Αποτελούν την εμπροσθο­φυλακή σ’ ένα πολιτικό αγώνα, όπου όμως το κύριο σώμα δεν ακολουθεί. Είναι αδύνατο να κάνουν μόνοι τους την επανάσταση, είναι όμως ανεκτίμητοι σαν καταλύτες. Στη Γερμανία αυτός ο κατα­λύτης φάνηκε ότι μπόρεσε να λειτουργήσει.
  Τα κινήματα, όπως και τόσα φαινόμενα στη φύση, έχουν μια περιοδικότητα. Την έξαρση ακολουθεί η καθίζηση, την ουτοπική αισιοδοξία η απογοήτευση. Την απογοήτευση αυτή τη νιώσαμε όλοι οι νεολαίοι της αντιδικτατορικής γενιάς. Τα σοσιαλιστικά επανα­στατικά οράματα προδόθηκαν την επομένη της πτώσης της δικτα­τορίας. Οι καινούργιοι νεολαίοι, ξαναμμένοι, δοκίμασαν να διατηρή­σουν τη φλόγα του ενθουσιασμού τους εμπνεόμενοι από όλο και πιο αριστερά, από τον αναρχισμό και την αυτονομία. Έφυγαν από τα πανεπιστήμια και πήγαν στα Εξάρχεια, έγιναν η μειοψηφία της μειοψηφίας, για να σβήσουν όχι από τα ΜΑΤ και τις κλούβες, αλλά από τη συνειδητοποίηση του αδιέξοδου   του αγώνα  τους.
  Το φοιτητικό και γενικά το νεολαιίστικο κίνημα βρίσκεται σε ύφεση τα τελευταία χρόνια. Όμως οι σπίθες μιας νέας έξαρσης είναι ορατές.
  Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ανώτατες σχολές υπήρχαν μόνο σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Γιάννενα. Τώρα σχεδόν κάθε μικρόπολη έχει μιαν ανώτατη σχολή. Υπάρχουν  νεολαίοι με (σελ. 164) ενδιαφέροντα και δυναμισμό που δεν παγιδεύτηκαν από τις φιέστες και τα φεστιβάλ των κομμάτων (που η συγκεντρωτική φύση τους κάνει αδύνατο τον απόηχό τους πέρα από την πρωτεύουσα, ή το πολύ στην συμπρωτεύουσα) και που αρχίζουν να προσανατολίζονται στις νέες ιδέες, γιατί μόνο μέσω αυτών νιώθουν ότι μπορούν να διοχετεύσουν τον δυναμισμό που διαθέτουν σε μια δημιουργική κοινωνική πράξη. Στο Κέντρο Οικολογικής Πληροφόρησης παίρναμε γράμματα από τις πιο απίθανες γωνιές της Ελλάδας.
  Έτσι ξεκίνησε και το σοσιαλιστικό κίνημα. Οι σοσιαλιστές προϋπήρχαν των σοσιαλιστικών κομμάτων. Στην αυταρχική τσαρική Ρωσία η περίπτωση ήταν πιο χαρακτηριστική.
  Σοσιαλιστικές ομάδες υπήρχαν σε διάφορες πόλεις, και το κόμμα ήρθε απλώς να τις οργανώσει. Δεν ήρθαν οι κομματικοί ιεροκήρυκες να προσηλυτίσουν τους πιστούς, όπως κάνουν τα κόμματα σήμερα.
  Το ίδιο έγινε και με τους Πράσινους στη Γερμανία. Το κόμμα των Πράσινων ξεφύτρωσε σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας πληθώρας οικολογικών πρωτοβουλιών.
  Το ίδιο γίνεται και στην Ελλάδα. Παρόλα τα προβλήματα που (σελ. 165) υπάρχουν, οι προοπτικές είναι αισιόδοξες. Τα οικολογικά προβλήματα οξύνονται και περνάνε πια καθημερινά στον τύπο, με αποτέλεσμα να ευαισθητοποιείται όλο και περισσότερος κόσμος, οι πρωτοβουλίες πληθαίνουν, και αργά ή γρήγορα θα βρεθούν τα αναγκαία οργανωτικά σχήματα που θα τις συντονίσουν, για τα οποία όμως θεωρούμε πρόωρο να κάνουμε εικασίες.
  Μένει τώρα το πρόβλημα της «οικολογικής φωλεάς», αν δηλαδή θα υπάρξει κενός πολιτικός χώρος όπως υπήρξε στη Γερμανία.
  Με το ΠΑΣΟΚ τα πράγματα είναι ξεκαθαρισμένα. Το ορθόδοξο και ετερόφωτο ΚΚΕ προβάλλει μόνο τα προβλήματα που «αντανακλά»- όχι από την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά από τη Μόσχα. Για το νέο φορέα της Αριστεράς θεωρούμε πρόωρο να κάνουμε εικασίες, ίσως αυτός να είναι πιο συμπιεσμένος από ό,τι οι οικολόγοι, εξ ου και τα οικολογικά του ανοίγματα. Έτσι κι από αυτή τη μεριά τα πράγματα είναι αισιόδοξα.

Μια   σύγκριση

  Η κομμουνιστική επανάσταση δεν έγινε στην Αγγλία ή τη Γερμανία, με την πολυάριθμη εργατική τάξη και την ανεπτυγμένη βιομηχανία, όπως πρόβλεπε η μαρξιστική θεωρία, αλλά στη Ρωσία, όπου η ολιγάριθμη εργατική της τάξη συνειδητοποιήθηκε πιο ριζο­σπαστικά, καθώς αντιμετώπιζε διπλά προβλήματα, τα τυπικά μιας βιομηχανικής κοινωνίας, αλλά και προβλήματα εξαιτίας της φεου­δαρχικής καθυστέρησης της χώρας· υφίστατο δηλαδή διπλή κατα­πίεση.
  Κατά παρόμοιο τρόπο, βλέπουμε μελλοντικά στην Ελλάδα να οξύνονται τα οικολογικά προβλήματα, ενώ τα κλασικά προβλήματα μιας καθυστερημένης βιομηχανικά χώρας (π.χ. ύψος αποδοχών) δεν διαβλέπεται να λυθούν. Έτσι οι έλληνες θα συνειδητοποιηθούν οικολογικά περισσότερο από τους ευρωπαίους εταίρους μας, και η συνειδητοποίηση αυτή θα πάρει πιο ριζοσπαστικό χαρακτήρα, γιατί θα υφίστανται διπλή πίεση, όπως οι ρώσοι στις αρχές του αιώνα μας, αρκεί ο υποκειμενικός παράγοντας, δηλαδή το οικολογικό κίνημα, να μην κάνει σοβαρά λάθη και να εκμεταλλευτεί σωστά τις καταστάσεις και τις  ευκαιρίες που θα του παρουσιαστούν.

  Η  προπαγάνδιση  των  οικολογικών  ιδεών
                                                                                                                                                                            
  Μιλήσαμε και πριν για τη σημασία που έχει η προπαγάνδιση των οικολογικών ιδεών σ’ αυτή την πρώτη φάση ανάπτυξης του οικο­λογικού κινήματος στη χώρα μας. Υπάρχουν και ειδικοί λόγοι γι αυτό. Ενώ ο σοσιαλισμός ήταν πάντα ανταγωνιστικός προς τον καπιταλισμό (παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος αξιοποίησε κάποιες ιδέες του, με τον προγραμματισμό στην παραγωγή και τις εθνικο­ποιήσεις), δεν συμβαίνει το ίδιο και με την οικολογία. Βασικές αρχές (σελ. 166) της οικολογίας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο το βιομηχανικό κατεστημένο (π.χ. Λέσχη της Ρώμης). Η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η κατασπατάληση των πρώτων υλών και η εξάντληση των ενεργειακών πηγών βαίνουν μακροπρόθεσμα σε βάρος του συστήματος. Έτσι το κράτος για παράδειγμα, σαν εκφραστής των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του καπιταλιστικού συστήματος, συνιστά οικονομία στην ενέργεια, προωθεί την ανακύκλωση και επιβάλλει μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος, έστω κι αν έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες βιομηχανίες. Γι αυτό προπαγανδίζει σχετικές αντιλήψεις, απαλείφοντας όμως τη ριζοσπαστική τους αιχμή.
  Από τότε που η οικολογία από επιστημονική πήρε και πολιτική σημασία, οι σχετικές αντιλήψεις συγκεντρώθηκαν κάτω από την πιο ανώδυνη προμετωπίδα του περιβαλλοντισμού. Έτος περιβάλλοντος έχουμε φέτος στην Ευρώπη, στα δημοτικά και στα γυμνάσια υ­πάρχουν προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, ενώ το σχετι­κό εγχειρίδιο που διδάσκεται στα πολυκλαδικά λύκεια ονομάζεται οικολογία και περιβάλλον. Ίσως να μετάνιωσαν κιόλας που δεν το ονόμασαν περιβάλλον και οικολογία, ή περιβάλλον σκέτο. Έτσι κι αλλιώς η λέξη «περιβάλλον» παραπέμπει στον επιστημονικό και όχι στον  πολιτικό  ορισμό  της  οικολογίας.
  Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη το οικολογικό κίνημα στην Ελλάδα να δώσει τη ριζοσπαστική προοπτική στην επίσημη περι­βαλλοντική διαπαιδαγώγηση. Την ανώδυνη περιβαλλοντική συνείδη­ση που προσπαθεί να διαμορφώσει το κράτος στον πολίτη να την προωθήσει σε ριζοσπαστική οικολογική, και να αποκαλύπτει συνεχώς την εγγενή αντίφαση του συστήματος, που από τη μια είναι υπο­χρεωμένο να προστατεύει το περιβάλλον και από την άλλη δεν μπορεί να διατηρηθεί παρά μόνο παραβιάζοντάς  το.

Το  οργανωτικό

  Ένα σοβαρό πρόβλημα του οικολογικού κινήματος, όπως και κάθε κινήματος, είναι το οργανωτικό του. Η αντιιεραρχική, απο­κεντρωτική μορφή του φάνηκε να πηγάζει από τη μια σαν αντίθεση στον συγκεντρωτισμό των αριστερών κομμάτων, και από την άλλη από μια νέα αίσθηση αξιοπρέπειας του μέλους που αρνείται να θεωρήσει τον εαυτό του απλό εντολοδόχο και εκτελεστικό όργανο. Τη δημοκρατία που ζητάμε στην κοινωνία πρέπει να την εφαρμό­σουμε και μέσα στην οργάνωση. Εξάλλου, είτε σαν αιτία είτε σαν αποτέλεσμα, η διαπίδυση ανάμεσα σε αυτόνομους-αναρχικούς και στους  οικολόγους  είναι  γεγονός.
  Το οργανωτικό πρόβλημα δεν το αντιμετωπίζουμε προς το παρόν σε δευτεροβάθμιο, συντονιστικό επίπεδο, αλλά σε πρωτο­βάθμιο, σε επίπεδο ομάδων και πρωτοβουλιών, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικό. Οι εμπειρίες οι δικές μου είναι (σελ. 167) από οργάνωση με συγκεντρωτική δομή, και από οργάνωση από όπου απουσιάζει μια οποιαδήποτε δομή.
  Τα αρνητικά του συγκεντρωτισμού είναι γνωστά στην ιστορία, και τα έχουν υποστεί κυρίως τα ΚΚ. Ίσως όμως από αντίδραση οδηγηθήκαμε στο άλλο άκρο, που κι αυτό έχει τα αρνητικά του. Ο Μάρσαλ Κόλμαν τιτλοφορεί ένα κεφάλαιο του βιβλίου του «Πολιτική και προσωπική ζωή», «Η τυραννία της έλλειψης δομής», που είναι και τίτλος βιβλίου της Τζο Φρήμαν, στην οποία αναφέρεται. Μιλάει για τη ζεστασιά που υπάρχει σε ορισμένες ομάδες, κυρίως φεμινιστικές, από όπου απουσιάζει οποιαδήποτε δομή, επισημαίνοντας όμως ότι «Η ζεστασιά από μόνη της χωρίς κάποια δόμηση της κοινωνικότητας δεν αρκεί κι έχει τους δικούς της κινδύνους». Πιο κάτω λέει ότι «Η τυραννία της απουσίας δομής υποδεικνύει ότι μια κάποια δομή είναι αναγκαία στις δημοκρατικές οργανώσεις. Περισσότερη ανεπισημότητα από ό,τι πρέπει οδηγεί σε μη δημοκρατικές πρακτικές και στην εμφάνιση των ελίτ. Δυσκολεύει τη συμμετοχή νέων ανθρώπων».
  Ο γερμανός ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς μιλάει για το νόμο του εκκρεμούς. Η αντίδραση σε μια κατάσταση οδηγεί στο άλλο άκρο. Αργότερα βέβαια αποκρυσταλλώνεται ένας μέσος όρος. Εμείς βρι­σκόμαστε  σήμερα σ’ αυτό το άλλο άκρο.
  Η έλλειψη δομής στις οικολογικές ομάδες και πρωτοβουλίες εκφράζεται με το παρεΐστικο στιλ, που εν μέρει οφείλεται και στο ότι είναι ολιγάριθμες. Αυτό μπορεί να βοηθήσει την οργάνωση σε μια πρώτη φάση ενισχύοντας τους συνεκτικούς δεσμούς των μελών, αργότερα όμως μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά και να απο­τελέσει εμπόδιο στη δράση. Γι’ αυτό πιστεύω ότι οι ομάδες αυτές, στο βαθμό που αναπτύσσεται η δράση τους, πρέπει να αποκρυ­σταλλώνουν και κάποιες οργανωτικές αρχές, που δεν θα συνεπάγονται βέβαια ιεραρχικές δομές, αλλά οπωσδήποτε όμως κάποιους κανόνες λειτουργίας. Κι αυτό για να αντιμετωπίζονται οι τυχόν διαφωνίες που αναπόφευκτα θα προκύπτουν, γιατί αυτές οι δια­φωνίες, αν δεν αντιμετωπιστούν οργανωτικά, μπορεί να αποτελέσουν μεγάλο παράγοντα τριβής. Η τάση για συναίνεση μπορεί να κατα­λήξει μέχρι και σε βέτο των διαφωνούντων, ενώ αν η διαφωνία τους δεν εκφραστεί οργανωτικά αλλά αγνοηθεί από την πλειοψηφία μπορεί να δημιουργήσει δυσαρέσκειες, μεμψιμοιρίες, και βέβαια αποχωρήσεις. Δεν υποστηρίζουμε εκτενή καταστατικά και εξονυχι­στικούς κανόνες λειτουργίας, όμως κάποιες βασικές λειτουργικές αρχές θα πρέπει να διατυπώνονται.
  Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι οικολογικές ορ­γανώσεις είναι μια ορισμένη δυσπιστία που επικρατεί μεταξύ τους. Όσοι κινούνται στο χώρο το ξέρουν. Αυτό όμως δυσκολεύει την ανάληψη συλλογικών πρωτοβουλιών. Νομίζω ότι θα πρέπει να γίνεται   μια   συνειδητή ανοχή από όλες τις πλευρές. Αλλιώς θα (σελ. 168) οδηγηθούμε στο ναρκισσισμό της αυτοϊκανοποίησης ότι εμείς κάνουμε τη δουλειά μας, όμως το οικολογικό κίνημα δεν διευκολύνεται έτσι να προχωρήσει.

Τα χαρακτηριστικά του οικολόγου

  Ένα ακόμη ζήτημα είναι η προσωπικότητα του οικολόγου. Πώς πρέπει να είναι ο οικολόγος για να τον δεχτεί η μέση συνείδηση στην οποία φιλοδοξεί να επιδράσει;
  Θέτουμε αυτό το ερώτημα γιατί η Αριστερά έχει κατά καιρούς υποφέρει από το γεγονός ότι την εκπροσωπούσαν άτομα που ενέπνεαν μια δυσπιστία στον μέσο άνθρωπο. Για τη μέση συνείδηση, για παράδειγμα, δεν συμβιβάζεται να είναι κανείς πλούσιος και αριστερός, και μάλιστα εργοδότης.
  Η δεξιά δεν έχει τέτοια προβλήματα. Αρκεί τα στελέχη της να πληρούνε κάποιους στοιχειώδεις ηθικούς κανόνες, κι αυτό είναι αρκετό (κυρίως να μην κλέβουν το δημόσιο χρήμα και να μη ρουσφετολογούν). Ο αριστερός όμως ήταν ύποπτος και μόνο από το γεγονός ότι είχε κάποια οικονομική άνεση. (Του Μίκη Θεοδωράκη, για παράδειγμα, πολλοί δεν του συγχωρούν το γεγονός ότι είναι πλούσιος).
  Για τον οικολόγο τι θα βρίσκανε τάχα να πούνε; Περισσότερα ίσως από ό,τι για τον αριστερό. Ο οικολόγος που μιλάει για τη ρύπανση της ατμόσφαιρας κι όμως καπνίζει. Ο οικολόγος που μιλάει για το ενεργειακό πρόβλημα και τις αφόρητες κυκλοφοριακές συνθήκες της πόλης, κι όμως έχει το δικό του IX, κ.λπ., κ.λπ.
  Σε όλες τις κατηγορίες αυτές θα μπορούσε ίσως να βρεθεί ένας αντίλογος. Το τσιγάρο για παράδειγμα προσφέρει και μια ευχαρί­στηση, το νέφος καμιά. Το IX το έχουμε γιατί οι αστικές συγκοι­νωνίες δεν μας εξυπηρετούν, αλλά αν βελτιωθούν θα το εγκατα­λείψουμε  κ.ά.
  Πέρα όμως από αυτές τις κατηγορίες που μπορεί να προσάψουν στους οικολόγους και που λειτουργούν σε ένα λαϊκίστικο και δημαγωγικό επίπεδο, υπάρχει κι ένα ζήτημα ουσίας. Η συνέπεια με τις αρχές δείχνει ότι πιστεύεις στους στόχους για τους οποίους παλεύεις. Γιατί αλλιώς ο οικολογικός χώρος, όπως και κάθε πολιτικός χώρος άλλωστε, δεν θα φαίνεται παρά σαν ο στίβος προβολής κάποιων ατόμων που επιδιώκουν την κοινωνική καταξίωση και προβολή, τα χειροκροτήματα, τα πόστα και τους θώκους, που κατά περίπτωση μπορούν να τα εξαργυρώσουν με χρηματικές αμοιβές ή άλλες υλικές απολαβές.
  Φυσικά μπορεί να μην είναι μόνο αυτά (ή κυρίως αυτά) τα κίνητρα. Μπορεί να είναι η αγάπη της δράσης, ή ακόμη, στην πιο αγνή περίπτωση, η διάθεση μιας ιεραποστολικής αυταπάρνησης και αυτοθυσίας, να προσφέρεις τον εαυτό σου και τις δυνάμεις σου για (σελ. 169) το γενικό καλό. Όμως και πάλι, είναι αυτό αρκετό;
  Προσωπικά, θα μπορούσα να διατυπώσω την προκλητική αντίληψη ότι εμένα δεν με ενδιαφέρει το οικολογικό κίνημα σαν τέτοιο, με ενδιαφέρει να ζήσει ο κόσμος οικολογικά. Συμπληρώνω όμως: για να ζήσει κάποτε ο κόσμος οικολογικά, υπάρχει μια προϋπόθεση, η ανάπτυξη του οικολογικού κινήματος. Και για να αναπτυχθεί αυτό το κίνημα, μια από τις προϋποθέσεις είναι να έχουν τα μέλη του κάποια χαρακτηριστικά. Χωρίς να πιστεύω ότι ανήκω στο «νέο ιερατείο των πραγματικών οικολόγων» και χωρίς να θεωρώ τον εαυτό μου «αυτοεπιφορτισμένο με τη θεραπεία μιας νέας θρησκείας», διεκδικώντας απλώς το δικαίωμα να πω τη γνώμη μου, θα διατυπώσω την αντίληψή μου για το πώς θεωρώ ότι πρέπει να είναι ο οικολόγος.
  Για μένα, σωστός οικολόγος είναι αυτός που δεν καπνίζει, που πίνει μέτρια, που προσέχει γενικά τη δίαιτά του, που ενδιαφέρεται για την υγεία του, όχι σαν υποχονδριακός, δοκιμάζοντας ό,τι φάρμακο βρει, αλλά περισσότερο ασκώντας προληπτική υγιεινή, στα πλαίσια της οποίας είναι και η ενασχόληση με τον αθλητισμό. Φροντίζει ακόμη για την καλή ψυχολογική του κατάσταση, τον ενδιαφέρει η τέχνη και ο πολιτισμός, τον ενδιαφέρει η μάθηση, και γενικά προσπαθεί να ολοκληρώσει την προσωπικότητά του. Και επειδή δεν είναι ατομι­στής, θέλει και οι άλλοι άνθρωποι να γίνουν σαν κι αυτόν, και γι’ αυτό αγωνίζεται στο οικολογικό κίνημα, για την προστασία του περιβάλλοντος, για την ειρήνη, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη, την άρση της εκμετάλλευσης και την εξάλειψη της δυστυχίας στον κόσμο.
  Θα μπορούσαν να προστεθούν κι άλλα, όμως εδώ απλώς θέλω να θίξω ότι το ποια χαρακτηριστικά θα πρέπει να έχει ο οικολόγος δεν είναι κάτι που πρέπει να αφήσει αδιάφορο το οικολογικό κίνημα. Όχι για να διατυπώσει τις κατηγορικές προσταγές του, αλλά για να δοθούν κάποιες κατευθύνσεις στα μέλη (με κανένα τρόπο δεσμευτικές για τη συμμετοχή τους), για να έχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα η δράση τους.
  Αν ασχολείται κανείς με την πολιτική επειδή τη βλέπει σαν τον πιο πρόσφορο χώρο για πολιτική καριέρα, αύριο θα κάνει την απο­στασία του σ’ έναν άλλο χώρο που πιθανώς υπόσχεται περισσότερα. Είναι η κλασική περίπτωση με τους αστούς πολιτικούς. Αν ασχολεί­ται με την πολιτική γιατί του αρέσει η δράση και η καταξίωση στο στενό έστω περιβάλλον του, όταν το κόμμα του υφίσταται τις πρώτες ήττες και χάνει την αίγλη του, και ο ίδιος περνάει την πρώτη του νεότητα και όχι μόνο η διάθεση για δράση αλλά και οι δυνάμεις του αρχίζουν να τον εγκαταλείπουν, και επιπλέον έχει μια οικογένεια που τον απορροφά, τότε γυρνάει στο σπιτάκι του και στο εξής περιορί­ζεται να μιλάει με αυταρέσκεια για την περίοδο της επαναστατη­μένης του νιότης. Είναι η κλασική περίπτωση των αριστερών. Αν πάλι (σελ. 170) είναι δοσμένος στον αγώνα απλώς και μόνο από μια ιεραποστολική διάθεση προσφοράς για το κοινό καλό... δεν θα πω αυτή τη φορά ότι θα βρει καταφύγιο σε μια θρησκεία και θα γίνει.. .ιεραπόστολος, αν αποθαρρυνθεί η διάθεσή του και φρακαριστεί η δράση του. Απλώς θα ρωτήσω: ξέρετε πολλούς τέτοιους να μου δείξετε;
  Στην πραγματικότητα τα κίνητρα που οδηγούν κάποιο άτομο στην πολιτική δράση είναι ένα κράμα από όλα τα παραπάνω. Όμως το πρόβλημα της μόνιμης στράτευσης στο κίνημα παραμένει, και καμιά ιδανική αναλογία των παραπάνω παραγόντων δεν πρόκειται να το λύσει, αν λείπει η βάση που αναφέραμε πιο πριν, η οικολογική συνείδηση στην καθημερινή μας ζωή, τα σωστά χαρακτηριστικά του οικολόγου. Αν είμαστε οικολόγοι στη ζωή μας, τότε θα είμαστε και στο οικολογικό κίνημα, με περισσότερη ή λιγότερη προσφορά, σε όλη μας τη ζωή. Και όσο μικρή και αν είναι η δράση του καθενός ατομικά, σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, συνολικά θα είναι περισσότερη από εκείνου που δίνεται ολοκληρωτικά στο κίνημα ένα φεγγάρι και μετά πάει σπιτάκι του, όπως γίνεται συνήθως στην παραδοσιακή Αριστερά.  Ακόμη, αν υπάρχει μόνο είσοδος στο κίνημα και καθόλου έξοδος (όσο σχηματικό και αν είναι αυτό), τότε το κίνημα όλο και θα δυναμώνει, και θα πετυχαίνει τους στόχους του όλο  και  περισσότερο.
  Κι αν δεν κάνουμε την «επανάσταση»; Πάλι κέρδος θα έχουμε. Όπως λέει και ο Ντάνυ (Κον Μπεντίτ) σε μια συζήτηση με τον Καστοριάδη «Το οικολογικό κίνημα μετασχηματίζει την κοινωνία, όπως το εργατικό κίνημα μετασχημάτισε την αστική κοινωνία, όταν κίνησε πόλεμο ενάντιά της». Έτσι κι αλλιώς θα βοηθήσει τη ζωή μας να  γίνει   καλύτερη.