Book review, movie criticism

Showing posts with label Βοϊκλής. Show all posts
Showing posts with label Βοϊκλής. Show all posts

Saturday, March 29, 2025

Γιώργος Βοϊκλής: Τέμπη, ένα σήριαλ τρόμου με 58 νεκρούς

 

Τέμπη: Ένα σίριαλ τρόμου με πενήντα οκτώ νεκρούς

 

                                                         του Γιώργο Βοϊκλή*

 

Πριν από εξήντα περίπου χρόνια, ένας διεθνώς καταξιωμένος Έλληνας σκηνοθέτης, ο Κώστας Γαβράς, βασισμένος στο βιβλίο ενός νεαρού συγγραφέα με το όνομα Βασίλης Βασιλικός, γύρισε την ταινία με τίτλο «Ζ», που χαρακτηρίστηκε  πολιτικό θρίλερ. Θέμα της ήταν η δολοφονία στις 23 Μαϊου του 1963 στη Θεσσαλονίκη, από το παρακράτος της Δεξιάς, του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς Γρηγόρη Λαμπράκη, για τον οποίο λέγεται ότι η τότε βασίλισσα Φρειδερίκη είχε κάνει τη ρητορική ερώτηση: «-Ποιος θα με απαλλάξει από αυτόν τον άνθρωπο:»

Στην εξιχνίαση αυτής της δολοφονίας, που το κατεστημένο της εποχής προσπάθησε να το παρουσιάσει ως τροχαίο ατύχημα, συνέβαλαν δυο άνθρωποι:

-Ένας τολμηρός και ριψοκίνδυνος διαδηλωτής, από τους εκατοντάδες που πήγαν να ακούσουν τον Γρηγόρη Λαμπράκη να μιλάει για την Ειρήνη, ο οποίος πήδηξε στην καρότσα της τρίκυκλης μοτοσυκλέτας όπου επέβαιναν οι δυο φυσικοί αυτουργοί του εγκλήματος, αποκαλύπτοντάς τους και

-Ένας ιδιόρρυθμος, τυπολάτρης και σχολαστικός 34χρονος εισαγγελέας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο οποίος, αψηφώντας τις ισχυρές πολιτικές και δικαστικές πιέσεις, αλλά και τις απειλές που δέχονταν από το φασιστικό παρακράτος της εποχής, αποκάλυψε το δολοφονικό κύκλωμα και έστειλε στο εδώλιο του κατηγορουμένου τόσο τους φυσικούς, όσο και τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας.

Η ιστορία αυτή είχε Happy end, Η πάνδημη κηδεία του Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν η αρχή του τέλους της 20χρονης πολιτικής κυριαρχίας της Δεξιάς. Λίγες μέρες μετά, στις 11 Ιουνίου, με το ρητορικό επίσης ερώτημα: «-Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο;» παραιτείται ο επί οκταετία πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, που έξι μήνες μετά, όταν στις εκλογές του Νοεμβρίου έχει πλειοψηφήσει η Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, θα φύγει κρυφά για το Παρίσι, όπου θα παραμείνει αυτοεξόριστος μία 10ετία.

Στα χρόνια που ακολούθησαν είχαμε κι άλλες πολιτικές δολοφονίες, που δεν είχαν όμως την ίδια εξέλιξη. Ούτε αποκαλύφθηκαν, ούτε τιμωρήθηκαν οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί τους. Αναφέρω ενδεικτικά τις δολοφονίες:

-Του Σωτήρη Πέτρουλα στις 23 Ιουλίου του 1965.

-Του Παναγιώτη Ελή την 21 Απριλίου του 1967.

-Του Νικηφόρου Μανδηλαρά λίγες εβδομάδες αργότερα.

-Του άγνωστου αριθμού νεκρών τη νύχτα της 17ης Νοεμβρίου 1973 στο Πολυτεχνείο..

-Το «τροχαίο ατύχημα» του Αλέκου Παναγούλη την Πρωτομαγιά του 1976.

 

Το serial killer της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Ελλάδας φτάνει στο αποκορύφωμά του τη νύχτα της 28ης Φεβρουαρίου του 2023 με το έγκλημα των Τεμπών.

Στην περίπτωση αυτή δεν μιλάμε για θρίλερ αλλά για σίριαλ τρόμου, που αναπτύσσεται σε πέντε επίπεδα, σε πέντε «πίστες»,  όπως αυτές των «αιματηρών» ηλεκτρονικών παιχνιδιών:

-Πρώτο επίπεδο η σύγκρουση των δυο αμαξοστοιχιών, μιας επιβατικής και μιας εμπορικής, που κινούνταν επί 12 λεπτά στην ίδια γραμμή σε αντίθετη κατεύθυνση. Σ’ αυτήν οφείλεται ο θάνατος 37 επιβατών και άγνωστου αριθμού τραυματιών.

-Δεύτερο επίπεδο, το άγνωστο παράνομο φορτίο υδρογονανθράκων που μετέφερε η εμπορική αμαξοστοιχία, στην ανάφλεξη του οποίου, λόγω της σύγκρουσης, οφείλεται η απανθράκωση άλλων 20 επιβατών και ο τραυματισμός, με χημικά εγκαύματα, άγνωστου αριθμού επιβατών, αλλά και πυροσβεστών, καθώς και μελών των συνεργείων διάσωσης που έσπευσαν στον χώρο μετά τη σύγκρουση.

-Τρίτο επίπεδο η εξαφάνιση των τεκμηρίων του εγκλήματος, και κυρίως αυτών που συνδέονταν με την ανάφλεξη των λαθραίων «πτητικών ουσιών» που μετέφερε παράνομα η εμπορική αμαξοστοιχία.

-Τέταρτο επίπεδο, οι ενέργειες απόκρυψης – παραπλάνησής των πολιτών και γενικά η οργανωμένη συστηματική προσπάθεια συγκάλυψης των παραμέτρων του εγκλήματος και των αυτουργών του. Σ’ αυτό το επίπεδο προστίθεται ένας ακόμη νεκρός: Ο δολοφονημένος «με τους τρόπους της μαφίας» γιός της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας.

 

Όσα αναφέρονται μέχρι εδώ θα μπορούσαν να αποτελέσουν σενάριο σίριαλ τρόμου. Αποτελούν, όμως, πραγματικά γεγονότα, επιβεβαιώνοντας το ότι η πραγματικότητα μπορεί να υπερβεί και την πιο νοσηρή φαντασία.

Υπάρχει όμως και ένα πέμπτο επίπεδο, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Είναι ο αγώνας των οικογενειών των θυμάτων και η κινητοποίηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών, όλων των ηλικιών, όλων κοινωνικών στρωμάτων και όλων των πολιτικών αποχρώσεων, που κορυφώθηκε στις διαδηλώσεις της 26ης Ιανουαρίου και της 28ης Φεβρουαρίου του 2025, γκρεμίζοντας το σκηνικό της απάτης που έχτιζαν μεθοδικά επί δυο χρόνια οι δολοφόνοι και οι συνεργοί τους. Οι διαδηλώσεις αυτές και ο πολύμορφος αγώνας για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη που συνεχίζεται, αποτελούν το προμήνυμα της «κάθαρσης», που ακολουθεί τις «πράξεις» στις αρχαίες τραγωδίες.

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τα στοιχεία που συνθέτουν τα τέσσερα επίπεδα της ομαδικής δολοφονίας:

 

Για το πρώτο επίπεδο, το ίδιο βράδυ του ατυχήματος έσπευσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός να αποδώσει «το τραγικό δυστύχημα», σε «λάθος του σταθμάρχη της Λάρισας» σε μια προσπάθεια να καλύψει τις ευθύνες του υπουργού του, της κυβέρνησης και του κομματικού μηχανισμού του, για τα αίτια που προκάλεσαν τη σύγκρουση των δυο τρένων και τα οποία οφείλονται τόσο σε πράξεις όσο και σε παραλείψεις. Δεν μας είπε, όμως ότι:

-Ο διορισμός στη θέση του σταθμάρχη,  ενός πρώην αχθοφόρου σε σταθμό του ΟΣΕ, ήταν κομματικό ρουσφέτι, και έγινε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών ως προς την ηλικία, ο οποίος δεν διέθετε ούτε επαρκή εκπαίδευση ούτε εμπειρία.

-Δεν λειτουργούσε το σύστημα τηλεδιοίκησης του σιδηροδρομικού δικτύου, που είχε τεθεί εκτός λειτουργίας, λόγω πυρκαγιάς, από το 2019 και δεν είχε επισκευαστεί μετά από τέσσερα χρόνια.

-Δεν είχε ολοκληρωθεί μετά από 11 χρόνια η χρηματοδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση «Σύμβαση 717» για την ασφάλεια των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών, της οποίας η υλοποίηση είχε φτάσει στο 70% το 2019 και είχε επιστρέψει στο 40% με την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων μετά την κυβερνητική αλλαγή αυτής της χρονιάς.

Τέλος, ότι οι εργαζόμενοι στους σιδηροδρόμους είχαν επανειλημμένα γνωστοποιήσει στον υπουργό υποδομών και συγκοινωνιών τα προβλήματα του σιδηροδρομικού δικτύου και της λειτουργίας των σιδηροδρόμων που εγκυμονούσαν κινδύνους θανατηφόρων ατυχημάτων, και αυτός αγνόησε τις προειδοποιήσεις τους. Κι όταν βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης λίγες μέρες πριν τη σύγκρουση των αμαξοστοιχιών έφεραν τις προειδοποιήσεις τους στη  Βουλή, ο  υπουργός τους απάντησε οργισμένος: «Ντροπή σας να βάζετε θέμα ασφαλείας των σιδηροδρομικών μεταφορών. Ντροπή σας!»

 

Για το δεύτερο επίπεδο, αδιάψευστη απόδειξη του ότι η εμπορική αμαξοστοιχία μετέφερε εύφλεκτο υλικό αποτελεί η «πυρόσφαιρα» που δημιουργήθηκε τη στιγμή της σύγκρουσης, την οποία καταγράφουν τα σχετικά βίντεο. Παρ’ όλα αυτά, ο ίδιος ο πρωθυπουργός έσπευσε, με νέα δημόσια δήλωσή του και πριν μιλήσουν οι ειδικοί, να διαβεβαιώσει ότι η εμπορική αμαξοστοιχία δεν μετέφερε εύφλεκτο υλικό. Γιατί, άραγε, τόση σπουδή;

Σε κάποια φάση, η αρχηγός μικρού κόμματος της αντιπολίτευσης μίλησε δημόσια για φορτίο 4,5 τόνων απαγορευμένων ουσιών που χρησιμοποιούνται για τη νόθευση της βενζίνης, που σε μια προσπάθεια να μπουν λαθραία στη χώρα μας από τη Βουλγαρία, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν στο τελωνειακό φυλάκιο του Προμαχώνα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα μερικών μηνών, σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό, το λαθραίο φορτίο διατέθηκε σε πλειστηριασμό, πέρασε στην ιδιοκτησία εκείνου που το αγόρασε κι έτσι «ξεπλύθηκε» και μπήκε νόμιμα στην Ελλάδα. Το ερώτημα της πολιτικής αρχηγού ήταν: Ποιος αγόρασε το παράνομο φορτίο και ποια ήταν η συνέχεια της διαδρομής του;

Το ερώτημα δεν έχει απαντηθεί μέχρι σήμερα, πάνω από ένα χρόνο μετά την διατύπωσή του, αλλά τόσο η ίδια, όσο και κανένας άλλος δεν έχει επανέλθει σ’ αυτό. Γιατί άραγε;

Είναι προφανές ότι αυτή η ιστορία συνδέεται με το κύκλωμα νοθείας της βενζίνης, στην οποία χρησιμοποιούνται οι χημικές ουσίες αυτού του φορτίου.

 

Και περνάμε στο τρίτο επίπεδο, στην εξαφάνιση των τεκμηρίων του μαζικού εγκλήματος, που αφορούν κυρίως το δεύτερο επίπεδο.

Είκοσι πέντε μήνες μετά, στις 20 Μαρτίου 2025, συντηρητική εφημερίδα αποκαλύπτει ότι αμέσως μετά το τραγικό συμβάν, ακούστηκε «γηραιός υπουργός» να «ωρίεται» από τηλέφωνο του Μεγάρου Μαξίμου:

«-Τελειώστε με το μπάζωμα γιατί θα σας γαμ…σω όλους!».

Στο μεταξύ έχει φτάσει επί τόπου, «με εντολή του πρωθυπουργού», όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου, ο έμπιστός του «υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ», για «να συντονίσει τις ενέργειες» των υπηρεσιών που έχουν σπεύσει να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της σύγκρουσης των αμαξοστοιχιών.  Όταν δυο χρόνια μετά θα κληθεί να απολογηθεί για τις αποφάσεις της σύσκεψης των τοπικών αρχών τις οποίες «συντόνιζε με εντολή του πρωθυπουργού»,  ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ήταν «απλώς παρατηρητής» και τις αποφάσεις τις πήραν οι υφιστάμενοί του στην ιεραρχία. Προφανώς, απλώς με την ανοχή του, παρά την οργισμένη εντολή του «γηραιού υπουργού» από το τηλέφωνο του Μεγάρου Μαξίμου!

Το γεγονός είναι ότι δυο μόλις ώρες μετά το τραγικό γεγονός, μέσα στη νύχτα, δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα,  ο Περιφερειάρχης Θεσσαλίας τηλεφωνεί στον εργολάβο εκσκαφών και του δίνει εντολή να σπεύσει στον τόπο της σύγκρουσης των δυο τρένων και να απομακρύνει το έδαφος γύρω από το σημείο της σύγκρουσης. Μετά από μία ώρα, στις τρείς μετά τα μεσάνυχτα, τρείς ώρες μετά τη σύγκρουση, έφτασαν στο χώρο  οι μπουλντόζες και τα φορτηγά, για να μεταφέρουν τα «μπάζα», μαζί με τμήματα από τις σορούς των θυμάτων, αλλά και προσωπικά τους αντικείμενα, σε άγνωστες κατευθύνσεις, τις οποίες δεν αποκάλυπταν επί μήνες, μέχρι που τα δυο οικόπεδα απόθεσής τους ανακάλυψαν, μετά από σχετικές έρευνες, οι συγγενείς των θυμάτων.

Η επέμβαση στο χώρο αυτό συνεχίστηκε την επόμενη ημέρα με το μπάζωμα και την επίστρωσή του με τσιμέντο.

Ο λόγος ήταν, προφανώς, ότι το έδαφος που απομακρύνθηκε ήταν εμποτισμένο με το υλικό του παράνομου φορτίου που προκάλεσε την «πυρόσφαιρα» και την απανθράκωση των 20 επιβατών.

Αποκαλυπτικό της ανάμειξης του «υπουργού παρά τω πρωθυπουργό» είναι το email που έστειλε στις 9 Μαρτίου 2023 στον Περιφερειάρχη Θεσσαλίας και στους «συναρμόδιους υπουργούς», για την κάλυψη της δαπάνης «στήριξης και αποκατάστασης (του χώρου) του δυστυχήματος των Τεμπών», ύψους εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ.

 

Για τα γεγονότα εκείνης της βραδιάς υπάρχουν ακόμη δυο μαρτυρίες:

-Του Διοικητή της Πυροσβεστικής Θεσσαλίας, που διαφώνησε με την απόφαση απομάκρυνσης του εδάφους γύρω από τη σύγκρουση των τρένων και αποχώρησε από τη σύσκεψη και

-Της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας που δήλωσε ότι δεν δόθηκε σχετική εντολή από δικαστική αρχή, όπως απαιτεί ο σχετικός νόμος.

Σ’ αυτά πρέπει να προσθέσουμε ότι δεν συντάχθηκαν πραγματογνωμοσύνες της Πυροσβεστικής, ούτε νεκροψίες στα πτώματα των θυμάτων για να εντοπιστούν τα αίτια του θανάτου τους. Αλλά ούτε χημική εξέταση στα ρούχα και τα προσωπικά τους αντικείμενα των θυμάτων, στα εγκαύματα των τραυματιών, στις στολές των πυροσβεστών και των συνεργείων διάσωσης, αλλά και στο τροχαίο υλικό των τρένων που συγκρούστηκαν. Έφτασαν μάλιστα μέχρι τις επανειλημμένες εντολές εισαγγελέα να καταστραφεί αμέσως από την υπηρεσία στην οποία είχε αποσταλεί το βιολογικό υλικό από δεκάδες θύματα, πριν να εξεταστεί. Αν και ο κανόνας είναι η διατήρησή του για αρκετούς μήνες, για περίπτωση που θα χρειαστούν νέες αναλύσεις

Δυο ακόμη παρεμβάσεις της ίδιας νύχτας ήταν:

-Η αλλοίωση του υλικού της ενδοσυνεννόησης μεταξύ σταθμαρχών και μηχανοδηγών των δυο αμαξοστοιχιών και

-Η εξαφάνιση των βίντεο από τις κάμερες των σιδηροδρομικών σταθμών που είχαν καταγράψει  τη φόρτωση και τη διαδρομή της εμπορικής αμαξοστοιχίας.

Τέλος, πέρασε στα ψιλά και δεν επαναλήφθηκε -η προερχόμενη από την οικογένεια του μηχανοδηγού της εμπορικής αμαξοστοιχίας που σκοτώθηκε στη σύγκρουση- πληροφορία ότι υπηρετούσε ως εθελοντής στο πρωθυπουργικό γραφείο.

Το ότι την εμπορική αμαξοστοιχία κλήθηκε να οδηγήσει ένας έμπιστος συνεργάτης του πρωθυπουργού, μαζί με την σπουδή και την ταχύτητα της κινητοποίησης όλου του κυβερνητικού και κομματικού μηχανισμού, των ελεγχόμενων από τον ίδιο δημόσιων υπηρεσιών και δικαστικών λειτουργών, μαρτυρούν το προσωπικό ενδιαφέρον του για το φορτίο που μετέφερε. Γιατί άραγε;

Πάντως είναι απορίας άξιο το πώς υπηρετούν με αξιοθαύμαστη συνέπεια εδώ και δύο χρόνια αυτό το εγκληματικό σενάριο, με τις ενέργειες, τις δηλώσεις και τη σιωπή τους, τόσοι άνθρωποι από το χώρο της πολιτικής, της δημόσιας διοίκησης, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας, των ΜΜΕ και της δημοσιογραφίας, ακόμη και επιστήμονες, εμπειρογνώμονες σε διάφορους τομείς, τους οποίους έχει επιστρατεύσει το «αόρατο» αλλά «εμφανές» κέντρο που διευθύνει την εκστρατεία συγκάλυψης αυτού του μαζικού εγκλήματος.

 

Για το τέταρτο επίπεδο θα περιοριστούμε στη δολοφονία του 39χρονου γιού της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Λάρισας.

Η «απαγωγή» του, όπως τη χαρακτήρισε η μητέρα του, έγινε στις 30 Δεκεμβρίου του 2024. Η δολοφονία του έγινε, σύμφωνα με τη νεκροψία, τέσσερις ή πέντε ημέρες μετά, δηλαδή 4 με 5 Ιανουαρίου του 2025. Η ανεύρεση του πτώματός του σε κακοτράχαλη περιοχή του Τυρνάβου έγινε στις 23 Φεβρουαρίου 2025, πενήντα ημέρες μετά την απαγωγή του, Στον δύσβατο τόπο ανεύρεσής του, δεκαοκτώ χιλιόμετρα από το σημείο «εξαφάνισής του», είχε μεταφερθεί η σορός του στις 11 Φεβρουαρίου, με βάση δορυφορική καταγραφή που μεταδόθηκε από τηλεοπτικό σταθμό. Ο δορυφόρος εντόπισε στις 7:15 το απόγευμα δυο άτομα να φτάνουν με αυτοκίνητο στην περιοχή και να διασχίζουν πεζοί την απόσταση μέχρι το σημείο που βρέθηκε λίγες μέρες μετά η σορός, λόγω της ανησυχίας των σκυλιών της παρακείμενη στάνης.

Η μητέρα του, σε ανάρτησή της μετά την αναγνώριση του πτώματός του, έγραψε μαντεύοντας τα τελευταία λόγια του γιού της:

«Εσείς, που με πετάξατε στα βουνά με τα άγρια ζώα, καθώς και τα κακόψυχα αφεντικά σας, άραγε τί τέλος θα έχετε;»

 

Αυτό περιμένουμε όλοι μετά τις μεγαλειώδεις διαδηλώσεις της δεύτερης επετείου σε όλη την Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Την κάθαρση της μεγαλύτερης τραγωδίας των τελευταίων πενήντα δεκαετιών της Μεταπολίτευσης. Ελπίζουμε ότι δεν θα αργήσει και δεν θα είναι τόσο οδυνηρή όσο η κατάρρευση της χούντας τον Ιούλιο του 1974.

 

Εδώ τελειώνει το σενάριο του «σίριαλ τρόμου», που απλώς βάζει σε σειρά και συσχετίζει τα πραγματικά γεγονότα. Τελευταίο πλάνο του, η πανοραμική εικόνα των συγκεντρώσεων της 28ης Φεβρουαρίου 2025.

 

*Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

Γιώργος Βοϊκλής (βιβλιοκριτική) Παναγιώτης Μανωλίτσης, Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι

 

Στίχοι - αστέρια

στον νυχτερινό ουρανό

 

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Μανωλίτση

«Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι»

 

                                                                               γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής*

 

“Κανένας δεν μπορεί να μπει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι”  έγραψε πριν από αιώνες ο Ηράκλειτος. Γιατί το ποτάμι είναι διαφορετικό σε κάθε μέτρο της ροής του.

Το ίδια συμβαίνει  και με την πρώτη ποιητική σύνθεση του Παναγιώτη Μανωλίτση με τίτλο «Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι» (Εκδόσεις Οσελότος 2025). Καθένα από τα ποιήματα που τη συνθέτουν είναι διαφορετικό, ενταγμένο, ωστόσο, σε μια ροή που ξεκινάει από την πηγή της ζωής, τη Γένεση, και φτάνει ως την απεραντοσύνη της θάλασσας, ως το βάθος του ορίζοντα, ως εκεί που “συναντιούνται οι άνεμοι”.

Η ροή τους, βέβαια, δεν είναι πάντα ήρεμη. Στη διαδρομή τους συναντάμε συχνά δίνες, αναταράξεις και καταρράκτες. Κάθε μια από αυτές τις δίνες, τις αναταράξεις και τις κατακρημνίσεις που συναντάμε  στους στίχους  του, φέρνουν στην επιφάνεια, στα αφρισμένα κύματα του ποταμού, τα κρυμμένα στο σκοτεινό βυθό του μυστικά, τα κρυμμένα στο υποσυνείδητο του ποιητή, αλλά και του καθενός μας, μυστήρια.

Έχω γράψει κι άλλοτε πως η ποίηση, και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία, είναι αποτέλεσμα μιας ανεξέλεγκτης διαδικασίας. Αντίστοιχη είναι, όμως, και η διαδικασία “ανάγνωσής” της από τους αποδέκτες της.

Έχω γράψει επίσης πως ο ποιητής, και ο καλλιτέχνης γενικά, πριν βάλλει την υπογραφή του στο έργο του καλό θα είναι να γράφει, όπως οι αγιογράφοι, “δια χειρός”. Γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά το μέσο για να αποτυπωθεί στο χαρτί του ποιητή, στο μουσαμά του ζωγράφου ή στο πεντάγραμμο του συνθέτη, κάτι που έρχεται από αλλού, από έναν άλλο κόσμο. (Προφανώς όχι από τον άλλο κόσμο).

Αυτό, που ισχύει για κάθε γνήσιο καλλιτέχνη δημιουργό, πρέπει να ισχύει και για τον Π.Μ. Γιατί είναι φανερό ότι γράφοντας αυτούς τους στίχους βρίσκονταν σε μια κατάσταση που έχει αποδοθεί με τον όρο “μέθεξη”. Σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς με συμβατικούς όρους. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας, που την ονομάζουμε έμπνευση, δεν είναι μια κατασκευή, αλλά κάτι διαφορετικό απ’ όσα γνωρίζαμε, κάτι καινούριο και απρόσμενο. Αν και στην ποίηση του Π.Μ.  θα έλεγα ότι μερικοί στίχοι της αποπνέουν «άρωμα Ελύτη». Στην τέχνη, άλλωστε, μετά από τόσους αιώνες δημιουργίας, δεν υπάρχει παρθενογέννηση.

Τον ίδιο δρόμο με αυτόν του ποιητή καλό θα είναι να ακολουθήσει και ο αποδέκτης της ποίησής του. Καλό θα είναι ο αναγνώστης να αφεθεί στην πρώτη εντύπωση, στα αισθήματα που ζωντάνεψαν μέσα του οι, φαινομενικά ασύνδετες ίσως, εικόνες των στίχων του. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά που κρύβονται μέσα τους, ακόμη και εν αγνοία του ποιητή.

Γι’ αυτό και κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για ένα ποίημα. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήσει, να το ερμηνεύσει. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να καταθέσει τη δική του εξήγηση, τη δική του ερμηνεία, που είναι όμως  διαφορετική για κάθε αποδέκτη της.

Γι’ αυτό και το μόνο που μπορώ να κάνω κι εγώ εδώ είναι να ανθολογήσω κάποιους στίχους που άναψαν καινούρια αστέρια στο νυχτερινό ουρανό μου. Που μου έδωσαν το κλειδί για να ξεκλειδώσω κάποια κλειστά συρτάρια στο νου και στην καρδιά μου.

“Μη  ρωτάς τι είναι αγάπη / να σου το πω δεν ξέρω πως / δυο πουλιά μαζί πετάνε / μέσα στο αμάραντο το φως” (Αμάραντο φως).

“Χτυπάνε καμπάνες / και τώρα και χθες / μουχλιάζουν τα όνειρα / στις προσευχές / κι η φύση δακρύζει / και στέλνει κραυγές” (Χτυπάνε καμπάνες).

“Το όνειρο κλεισμένο / στου νου τη φυλακή / χίλιες εικόνες βλέπεις / τη μία νοσταλγείς / χίλιες φορές σταυρώνεσαι / μία θ’ αναστηθείς” (Το βάσανο).

“Τώρα και πάντα / ο κόσμος ο μεγάλος, ο μικρός / ο ψεύτικος μαζί κι αληθινός.  

 Τώρα και πάντα / η σιδερένια γροθιά της αλήθειας.

 Τώρα και πάντα / οι λεγεώνες της φθοράς.

 Τώρα και πάντα / της Ανάστασης η Πασχαλιά.

 Τώρα και πάντα / το ασυνάρτητο χάος.

 Τώρα και πάντα / το αόρατο πλέγμα που ενώνει το σύμπαν.

 Τώρα και πάντα / οι άνεμοι θα συναντιούνται

 Τώρα και πάντα / οι παπαρούνες οι λευκές, μέσα στις καρδιές θ’ ανθούνε”.                 

                                                                                       (Τώρα και πάντα).

 

Είμαι βέβαιος πως μέσα στις σελίδες αυτής της συλλογής θα βρείτε κι εσείς τα δικά σας καινούργια αστέρια που θα φωτίσουν τον νυχτερινό ουρανό σας.

 

* Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Monday, March 17, 2025

Γιώργος Βοϊκλής: Παναγιώτη Μανωλίτση, Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι

 Στίχοι - αστέρια

στον νυχτερινό ουρανό

 

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Μανωλίτση

«Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι»

 

                                                                               γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής*

 

“Κανένας δεν μπορεί να μπει δυο φορές στο ίδιο ποτάμι”  έγραψε πριν από αιώνες ο Ηράκλειτος. Γιατί το ποτάμι είναι διαφορετικό σε κάθε μέτρο της ροής του.

Το ίδια συμβαίνει  και με την πρώτη ποιητική σύνθεση του Παναγιώτη Μανωλίτση με τίτλο «Εκεί που συναντιούνται οι άνεμοι» (Εκδόσεις Οσελότος 2025). Καθένα από τα ποιήματα που τη συνθέτουν είναι διαφορετικό, ενταγμένο, ωστόσο, σε μια ροή που ξεκινάει από την πηγή της ζωής, τη Γένεση, και φτάνει ως την απεραντοσύνη της θάλασσας, ως το βάθος του ορίζοντα, ως εκεί που “συναντιούνται οι άνεμοι”.

Η ροή τους, βέβαια, δεν είναι πάντα ήρεμη. Στη διαδρομή τους συναντάμε συχνά δίνες, αναταράξεις και καταρράκτες. Κάθε μια από αυτές τις δίνες, τις αναταράξεις και τις κατακρημνίσεις που συναντάμε  στους στίχους  του, φέρνουν στην επιφάνεια, στα αφρισμένα κύματα του ποταμού, τα κρυμμένα στο σκοτεινό βυθό του μυστικά, τα κρυμμένα στο υποσυνείδητο του ποιητή, αλλά και του καθενός μας, μυστήρια.

Έχω γράψει κι άλλοτε πως η ποίηση, και γενικά η καλλιτεχνική δημιουργία, είναι αποτέλεσμα μιας ανεξέλεγκτης διαδικασίας. Αντίστοιχη είναι, όμως, και η διαδικασία “ανάγνωσής” της από τους αποδέκτες της.

Έχω γράψει επίσης πως ο ποιητής, και ο καλλιτέχνης γενικά, πριν βάλλει την υπογραφή του στο έργο του καλό θα είναι να γράφει, όπως οι αγιογράφοι, “δια χειρός”. Γιατί ο ίδιος δεν είναι παρά το μέσο για να αποτυπωθεί στο χαρτί του ποιητή, στο μουσαμά του ζωγράφου ή στο πεντάγραμμο του συνθέτη, κάτι που έρχεται από αλλού, από έναν άλλο κόσμο. (Προφανώς όχι από τον άλλο κόσμο).

Αυτό, που ισχύει για κάθε γνήσιο καλλιτέχνη δημιουργό, πρέπει να ισχύει και για τον Π.Μ. Γιατί είναι φανερό ότι γράφοντας αυτούς τους στίχους βρίσκονταν σε μια κατάσταση που έχει αποδοθεί με τον όρο “μέθεξη”. Σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να την περιγράψει κανείς με συμβατικούς όρους. Γι’ αυτό και το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας, που την ονομάζουμε έμπνευση, δεν είναι μια κατασκευή, αλλά κάτι διαφορετικό απ’ όσα γνωρίζαμε, κάτι καινούριο και απρόσμενο. Αν και στην ποίηση του Π.Μ.  θα έλεγα ότι μερικοί στίχοι της αποπνέουν «άρωμα Ελύτη».

Τον ίδιο δρόμο με αυτόν του ποιητή καλό θα είναι να ακολουθήσει και ο αποδέκτης της ποίησής του. Καλό θα είναι ο αναγνώστης να αφεθεί στην πρώτη εντύπωση, στα αισθήματα που ζωντάνεψαν μέσα του οι, φαινομενικά ασύνδετες ίσως, εικόνες των στίχων του. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά που κρύβονται μέσα τους, ακόμη και εν αγνοία του ποιητή.

Γι’ αυτό και κανένας δεν μπορεί να μιλήσει για ένα ποίημα. Κανένας δεν μπορεί να το εξηγήσει, να το ερμηνεύσει. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει, στην καλύτερη περίπτωση, είναι να καταθέσει τη δική του εξήγηση, τη δική του ερμηνεία, που είναι όμως  διαφορετική για κάθε αποδέκτη της.

Γι’ αυτό και το μόνο που μπορώ να κάνω κι εγώ εδώ είναι να ανθολογήσω κάποιους στίχους που άναψαν καινούρια αστέρια στο νυχτερινό ουρανό μου. Που μου έδωσαν το κλειδί για να ξεκλειδώσω κάποια κλειστά συρτάρια στο νου και στην καρδιά μου.

“Μη  ρωτάς τι είναι αγάπη / να σου το πω δεν ξέρω πως / δυο πουλιά μαζί πετάνε / μέσα στο αμάραντο το φως” (Αμάραντο φως).

“Χτυπάνε καμπάνες / και τώρα και χθες / μουχλιάζουν τα όνειρα / στις προσευχές / κι η φύση δακρύζει / και στέλνει κραυγές” (Χτυπάνε καμπάνες).

“Το όνειρο κλεισμένο / στου νου τη φυλακή / χίλιες εικόνες βλέπεις / τη μία νοσταλγείς / χίλιες φορές σταυρώνεσαι / μία θ’ αναστηθείς” (Το βάσανο).

“Τώρα και πάντα / ο κόσμος ο μεγάλος, ο μικρός / ο ψεύτικος μαζί κι αληθινός.  

 Τώρα και πάντα / η σιδερένια γροθιά της αλήθειας.

 Τώρα και πάντα / οι λεγεώνες της φθοράς.

 Τώρα και πάντα / της Ανάστασης η Πασχαλιά.

 Τώρα και πάντα / το ασυνάρτητο χάος.

 Τώρα και πάντα / το αόρατο πλέγμα που ενώνει το σύμπαν.

 Τώρα και πάντα / οι άνεμοι θα συναντιούνται

 Τώρα και πάντα / οι παπαρούνες οι λευκές, μέσα στις καρδιές θ’ ανθούνε”.                 

                                                                                       (Τώρα και πάντα).

 

Είμαι βέβαιος πως μέσα στις σελίδες αυτής της συλλογής θα βρείτε κι εσείς τα δικά σας καινούργια αστέρια που θα φωτίσουν τον νυχτερινό ουρανό σας.

 

* Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας

 

Friday, March 14, 2025

Μιλτιάδης Ζέρβας (βιβλιοκριτική) Γιώργος Βοϊκλής, Αναλαμπές στο σκοτάδι

 Ένα ποιητικό χρονικό της στρατιωτικής θητείας

Διαβάζοντας το «Αναλαμπές στο σκοτάδι» του Γιώργου Βοϊκλή

 

                                                                 Γράφει ο Μιλτιάδης Ζέρβας*

 

                                               «Στη μέση του κάθε χειμώνα ανακάλυψα                

                             ότι μέσα μου κρύβεται πάντα ένα αόρατο καλοκαίρι»         

                                                                                         Αλμπέρ  Καμί

 

Συλλογίζομαι κάποιες φορές ότι η ζωή σε ορισμένους καλοπροαίρετους χαρακτήρες, μετά από ακραίες καταστάσεις που τους αναγκάζει να  βιώσουν, καταλήγει να είναι γενναιόδωρη μαζί τους. Αυτό συνέβη και με τον Γιώργο Βοϊκλή. Μετά τα εξοντωτικά βασανιστήρια που υπέστη στα κρατητήρια της οδού Μπουμπουλίνας, η ζωή τα κανόνισε έτσι ώστε η στρατιωτική του θητεία, κατά την διάρκεια της χούντας, να κυλήσει κατά το δυνατόν χωρίς μεγάλες αναταράξεις. Βέβαια, χρησιμοποιώντας κι αυτός την ευστροφία του, αξιοποίησε με τον καλλίτερο τρόπο τις ευκαιρίες που τού παρουσιάστηκαν. Αυτό συνέβη όταν ο συγγραφέας συνάντησε μέσα στο πυκνό σκοτάδι της δικτατορίας ανθρώπους - συνήθως παιδιά του λαού που βρέθηκαν σε καίριες θέσεις- που προσφέρθηκαν  με ανιδιοτέλεια, να τον βοηθήσουν για να βγει από κάποια αδιέξοδα.

Αυτές οι περιπτώσεις είναι ακριβώς  εκείνο που μαρτυρά και ο τίτλος  του νέου βιβλίου του, του λογοτεχνικού χρονικού με τίτλο «Αναλαμπές στο σκοτάδι - Φαντάρος τον καιρό της χούντας» (εκδόσεις ΟΤΑΝ 2025).

Όπως ομολογεί κι ο ίδιος  ο συγγραφέας, τόσες «αναλαμπές ανθρωπιάς» μέσα στο σκοτεινό τοπίο της χούντας, για έναν αριστερό φαντάρο όπως αυτός, κατά τη διάρκεια της θητείας του, ήταν κάτι εντελώς απρόσμενο,  που ξεπερνάει ακόμα και τη πιο τολμηρή  φαντασία. Η αλληλουχία  αυτών των γεγονότων, αυτού του χρονικού, για να ξεπεράσει ο συγγραφέας τις κακοτοπιές και για να ξεφύγει από τις παγίδες που έστησαν στο δρόμο του, ώστε να ολοκληρώσει αλώβητος την θητεία του, αυτό ακριβώς είναι τα φωτεινά του σημάδια μέσα στο σκοτάδι της νύχτας του.

 

«Να ζεις μονάχα δεν είναι αρκετό, συλλογίστηκε η πεταλούδα, χρειάζεται να έχεις μία λιακάδα, ένα λουλούδι αλλά και την ελευθερία να τα απολαμβάνεις» γράφει ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.

Είναι αλήθεια πώς τα χρόνια εκείνα της δικτατορίας, είχε επιβληθεί μία ατμόσφαιρα βαριάς ανελευθερίας που σήμερα ίσως φαίνεται αδιανόητη στα νέα παιδιά. Όμως τότε  απαγορεύονταν «η συνάθροιση πέραν των τριών ατόμων», απαγορεύονταν «η  ανάγνωση και κατοχή συγκεκριμένων προοδευτικών βιβλίων», απαγορεύονταν «η ακρόαση και κατοχή δίσκων  συγκεκριμένων τραγουδιών και μουσικοσυνθετών». Ήταν, δηλαδή, μια ζωή γεμάτη απαγορεύσεις που έκανε την ατμόσφαιρα αβίωτη και ανυπόφορη. Καταστάσεις που γίνονταν ακόμα χειρότερες με τις φυλακίσεις σε κρατητήρια και τα επακόλουθα βασανιστήρια για όσους ήθελαν να αγωνιστούν οργανωμένα κατά της δικτατορίας, όπως ο Γιώργος Βοικλής.

Έτσι λοιπόν, εκείνη την δύσκολη περίοδο για τον συγγραφέα μας, έρχεται να λειτουργήσει λυτρωτικά  η ποίηση και να του δώσει διέξοδο και δυνατότητα για έκφραση και ανάσα. Γιατί κατά πως φαίνεται, η στρατιωτική θητεία του στα τρία πρώτα ανελεύθερα χρόνια της επταετούς δικτατορίας (1967-1969), ήταν γι’ αυτόν μια περίοδος διπλά ανελεύθερη, ανελεύθερη, δηλαδή, στο τετράγωνο, αφού  το βαρύ κλίμα της στρατιωτικής θητείας ερχόταν να επικαλύψει τη βαριά ατμόσφαιρα της χούντας.

Αυτή, όμως, ήταν η εποχή που εκφράστηκε ο συγγραφέας λυρικά με στίχους, και που ίσως να μην επιχείρησε ποτέ ξανά να εκφραστεί με τον ίδιο τρόπο. Και είναι αλήθεια πως εάν βάλεις στη σειρά τα ποιήματα  αυτής της περιόδου του συγγραφέα, θα σχηματιστεί πράγματι ένα ποιητικό χρονικό της στρατιωτικής του θητείας αφού, όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας, τα ποιήματα και τα μικρά ποιητικά πεζά που έγραψε στη διάρκεια της θητείας του είναι μία πιστή καταγραφή των ψυχικών του διακυμάνσεων και των συναισθημάτων που τον κατείχαν εκείνη την περίοδο.

Ένα μικρό δείγμα από τα ποιήματα του, παραθέτουμε ευθύς αμέσως:

«Μαύρες ημέρες και οι νύχτες σκοτεινές χωρίς φεγγάρι.

Σαν φύλλα του φθινοπώρου πέφτουν οι μέρες μας στη γη.

Σαν δέντρο του χειμώνα γυμνό από φύλλα  και άνθη,

έτσι γυμνή από χαρές και αγάπη είναι η ζωή μου.

Σαν νύχτα του χειμώνα άδεια από αστέρια και πουλιά,

έτσι άδεια από χαρές και αγάπη είναι η ζωή μου.

Μα όχι, έκανα λάθος, πρέπει να σβήσω το «ζωή»,

                                                          να γράψω  «θάνατος»

γιατί είναι θάνατος τέτοια ζωή.»

Η προσφυγή του συγγραφέα στην ανομοιοκατάληκτη ποίηση του δίνει έναν ελεύθερο τρόπο να εκφραστεί, με άλματα κάποιες φορές και σε μία αφαιρετική μορφή, αλλά παράλληλα και με μια πυκνή μορφή του λόγου. Αφού μπορεί κανείς έτσι με την ποίηση  να κρύψει άνετα κάποια φιλελεύθερα νοήματα από τους λογοκριτές του στρατού.

Επιβεβαιώνεται έτσι η ρήση του Γιάννη Ρίτσου που έγραψε πως:

«Εάν η ποίηση δεν παρέχει στον άνθρωπο άφεση,

τότε από πουθενά αλλού να μην περιμένει η ψυχή μας το έλεος»

Τέλος, τη λαογραφική διάσταση του βιβλίου αναδεικνύει στο Επίμετρό του ο καθηγητής Μανόλης Βαρβούνης.

Καλοτάξιδο να είναι το νέο βιβλίο του Γιώργου Βοικλή και να αγαπηθεί από τους αναγνώστες του.

 

*Ο Μιλτιάδης Ζέρβας είναι Ποιητής και Πεζογράφος. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί τρείς ποιητικές συλλογές του («Το ελλείπον θραύσμα», «Αφανή ορύγματα», «Η ηγεμονία των βράχων»,), ένα βιβλίο με δοκίμια («Οι ποιητές μας… όπως μου μίλησαν») και μια συλλογή διηγημάτων («Ένα καράβι φορτωμένο παιχνίδια»). Σημειώνουμε ότι η πρώτη ποιητική συλλογή του ήταν ανάμεσα στις πέντε της «μικρής λίστας»                                                        για το κρατικό βραβείο

Μανόλης Βαρβούνης: Γιώργος Βοϊκλής, Αναλαμπές στο σκοτάδι

 

Ένα τερπνό και διδακτικό αφήγημα

Το λογοτεχνικό χρονικό του Γιώργου Βοϊκλή               «Αναλαμπές στο σκοτάδι»

                                                            γράφει ο Μανόλης Γ. Βαρβούνης*

(Αποσπάσματα από το Επίμετρο του βιβλίου)

Στο λογοτεχνικό χρονικό της στρατιωτικής του θητείας με τίτλο «Αναλαμπές στο σκοτάδι – Φαντάρος τον καιρό της χούντας» (εκδόσεις ΟΤΑΝ 2025), ο δόκιμος και ευφήμως γνωστός στα γράμματα παλαίμαχος δημοσιογράφος, λόγιος εκδότης και γλαφυρός συγγραφέας Γιώργος Βοϊκλής, πέρα από ένα τερπνό και διδακτικό μαζί αφήγημα, μας προσφέρει και μια ιστορική μαρτυρία για μια εποχή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας σκοτεινή αλλά και ερευνητικά ενδιαφέρουσα. Ταυτοχρόνως δε συνιστά και προσωπική κατάθεση για τις επικρατούσες συνθήκες από τα τέλη του 1967 ως και τα τέλη του 1969, όπως ο συγγραφέας τις βίωσε και τις καταθέτει.

          Αρχικά πρέπει να τονιστεί η τιμιότητα της αφήγησης, όπως αυτή συσχετίζεται με τον υποκειμενισμό της μαρτυρίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας μας ειδοποιεί ότι δεν πρέπει να θεωρήσουμε τα γραφόμενα ως κανόνα, διότι αυτά που του συνέβησαν κατά τη διάρκεια της θητείας του δεν αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα όσων βίωσαν άλλοι αριστεροί στρατευμένοι την ίδια περίοδο, που υπέστησαν χειρότερες δοκιμασίες. Μας υποψιάζει έτσι για το γεγονός πως αυτά που θα διαβάσουμε δεν είναι παρά η ατομική του περίπτωση, μια μόνο μαρτυρία από τις πολλές –και σαφώς σκληρότερες– που αναφέρονται στην περίοδο της διδακτορίας και στις επικρατούσες στον στρατό συνθήκες.

         Αυτή η παρατήρηση δείχνει από την αρχή στον αναγνώστη ότι εδώ δεν έχουμε ένα ιστορικό έργο, αλλά μια προσωπική μαρτυρία, μία αφήγηση ζωής. Πρόκειται για ένα αφηγηματικό είδος που καλλιεργείται συστηματικά τις τελευταίες δεκαετίες στον χώρο της Λαογραφίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, και μάλιστα σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς μέσα από τις αφηγήσεις ζωής, παρά τον αυτονόητο υποκειμενισμό τους, μπορούμε να διακρίνουμε πληροφορίες για πολλούς και σημαντικούς τομείς της κοινωνικής και καλλιτεχνικής ζωής. Έτσι, η εξέταση των αφηγήσεων ζωής αποτελεί τομέα βασικό των λαογραφικών σπουδών, καθώς σε αυτές αποτυπώνονται, παράλληλα με τα γεγονότα και τα πράγματα, και τα συναισθήματα, τα οποία η Λαογραφία μελετά και εξετάζει, στο πλαίσιο μιας μικροκοινωνιολογικής θεώρησης των παραδοσιακών και των σύγχρονων λαϊκών κοινωνιών. […]      

Ο συγγραφέας πέρα από την γλαφυρή αφήγηση, ακολουθεί και πάλι την αφηγηματική τεχνική του εγκιβωτισμού, ενσωματώνοντας στην διήγησή του δικά του ποιήματα και πεζά κείμενα, αλλά και αναφορές σε λογοτεχνικά δημιουργήματα άλλων, δίνοντάς μας και μια  εικόνα των λογοτεχνικών αναζητήσεων της εποχής στην οποία αναφέρεται. Παραλλήλως δε ξεχειλίζει από τις γραμμές του κειμένου του ένας λαμπερός ανθρωπισμός, καθώς οι προσωπικές του αρχές και ορισμένες περιπτώσεις τίμιων και υποστηρικτικών ανθρώπων τους οποίους συνάντησε στη διάρκεια της θητείας του, τον κάνουν αισιόδοξο για την τελική πορεία της κοινωνίας, παρά τις αντιξοότητες και της αντιθέσεις της, αντιφατικής κατά βάση, εποχής εκείνης.

          Όπως σημείωσα και προηγουμένως, η αφήγηση είναι λαγαρή και τίμια, δεδομένου ότι ο συγγραφέας στιγμή δεν κρύβει το ιδεολογικό πρίσμα υπό το οποίο γράφει και θεωρεί τα περιγραφόμενα. Ωστόσο είναι ειλικρινής και δίκαιος απέναντι σε πρόσωπα και γεγονότα, αναγνωρίζοντας το καλό και στηλιτεύοντας το κακό. Αποτυπώνει πολλές και σημαντικές πτυχές της καθημερινής ζωής στον ελληνικό στρατό, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, τις υπηρεσίες, την ιεραρχία, τις ασχολίες του ελεύθερου χρόνου των στρατιωτών, τις μεταξύ τους σχέσεις, τις τιμωρίες και τις συνθήκες διαβίωσης στο στρατόπεδο, αλλά και τη ζωή των αξιωματικών και των οικογενειών τους. Με λίγα λόγια περιγράφει τόσο την κανονικότητα όσο και την ιδιαιτερότητα, τόσο την ταυτότητα όσο και την ετερότητα, κυρίως την πολιτική και την ιδεολογική, αλλά και την αντιμετώπισή τους από τους αξιωματικούς. […]          

         Από όσα παραπάνω εκτέθηκαν, προκύπτει νομίζω αυτονόητα η αξία του έργου του Γιώργου Βοϊκλή που περιλαμβάνεται σε αυτόν τον τόμο, όχι μόνο ως μαρτυρία μιας τίμιας αγωνιστικής συνείδησης, όχι απλώς ως μιας ιστορικής μαρτυρίας για μια κρίσιμη και οριακή ιστορική περίοδο της πατρίδας μας, αλλά και ως πηγής για την μελέτη της «στρατιωτικής Λαογραφίας». Και είναι αυτός ο τριπλός χαρακτήρας του έργου, που φανερώνει τη σπουδαιότητά του και υπογραμμίζει την αξία του, καταδεικνύοντας ταυτοχρόνως την οφειλή μας απέναντι στον συγγραφέα του, που χρόνια τώρα καταθέτει τον συγγραφικό του μόχθο στα νεοελληνικά γράμματα, αλλά και ειδικότερα στην αναπτυσσόμενη και ανθούσα σαμιακή βιβλιογραφία.

 

*Ο Μανόλης  Γ. Βαρβούνης είναι Κοσμήτορας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης – Μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Προστασίας της Άϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

 

 

Monday, March 10, 2025

Γιώργος Βοϊκλής: "Το καφέ της οδού Σκουφά" της Σοφίας Παράσχου

 


Περίπατος σε ολάνθιστο περιβόλι

 «Το καφέ της οδού Σκουφά» της Σοφίας Παράσχου

Και… ένα μυθιστόρημα μέσα σε μυθιστόρημα

 

                                                    γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής*

 

Σε τέσσερα επίπεδα αναπτύσσεται το μυθιστόρημα της Σοφίας Παράσχου με τίτλο «Το καφέ της οδού Σκουφά», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις ΟΤΑΝ.

Στο πρώτο επίπεδο, απ’ όπου πήρε και τον τίτλο του, αναφέρεται στις  συναντήσεις, κάθε Σάββατο μεσημέρι σε ένα καφέ του Κολωνακίου, τριών φιλενάδων, που έχουν ξεκινήσει απ’ τον καιρό που ήταν συμμαθήτριες στο Λύκειο και συνεχίζονται τις δυο επόμενες δεκαετίες.

Στο δεύτερο επίπεδο η συγγραφέας επικεντρώνεται στη μία από τις τρείς φίλες, την Άρτεμη, στους δυο δεσμούς της και στην οικογένειά της.

Αν περιορίζονταν σε αυτά τα δυο επίπεδα θα μπορούσαμε να κατατάξουμε το βιβλίο στην κατηγορία των καλογραμμένων αισθηματικών μυθιστορημάτων με σοβαρές αναφορές στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.

Το «καλογραμμένο» δεν αφορά μόνο τις ζωντανές εικόνες και τις διεισδυτικές παρατηρήσεις της, αλλά και την ποιητική γλώσσα με την οποία περιγράφει το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η δράση των ηρώων της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εικόνα για ένα δειλινό στην Σαντορίνη: Καθώς αγναντεύουν τη δύση του ήλιου, πίσω τους ανατέλλει η πανσέληνος.

Οι ξεναγήσεις στην «άγρια ομορφιά της Σαντορίνης»- που το τελευταίο διάστημα δοκιμάζεται από τους σεισμούς- καθώς και στο Πήλιο, στις Σπέτσες, ακόμη και στο Λονδίνο, σε αντίστοιχα ταξίδια της Άρτεμης, είναι μια ακόμη προσφορά του βιβλίου στον αναγνώστη, όπως και οι παρομοιώσεις των συναισθημάτων με εικόνες της φύσης. Από μια φράση που διάβασα στη σελίδα 248, μάλιστα, «δανείστηκα» τον τίτλο αυτής της παρουσίασης: «Ο ερχομός της έφερνε την άνοιξη στο εργαστήριό μου, μού φαινόταν σαν να γέμιζε με ανεμώνες, κυκλάμινα, μαργαρίτες και κρινάκια».

Ανάμεσα σε αυτά τα πολύχρωμα κι ευωδιαστά λουλούδια υπάρχουν, βέβαια, και κάποιες τσουκνίδες. Αναφερόμενη στο τέλος του πρώτου δεσμού της Άρτεμης, γράφει: «Ο χωρισμός είναι μια άγρια χειμωνιάτικη νύχτα. Είναι σαν να περπατάς μέσα σε ένα μεγάλο σκοτεινό δάσος».

Πέρα από τις λογοτεχνικές «μεταφορές», ωστόσο, το τέλος του πρώτου νεανικού δεσμού της οδηγεί την Άρτεμη στο συμπέρασμα:

«Τελικά, ο αμοιβαίος σεβασμός, είναι πιο σημαντικός σε μια σχέση από τον ίδιο τον έρωτα».

 

Το μυθιστόρημα της Σοφίας Παράσχου, όμως, αναπτύσσεται και σε ένα τρίτο επίπεδο: Καταγράφει τις συνθήκες που επικρατούν στην «ακαδημαϊκή κοινότητα» και ιδιαίτερα στο χώρο της εκπόνησης των διδακτορικών διατριβών.

Στο επίπεδο αυτό, που δίνει άλλη διάσταση στο μυθιστόρημά της, η συγγραφέας, προφανώς, μεταπλάθει λογοτεχνικά προσωπικά της βιώματα -καθώς είναι διδάκτωρ Φιλολογίας, με διδακτορικό που απέκτησε με υποτροφία του ΙΚΥ- εμπλουτισμένα, βέβαια, από τη γενικότερη εποπτεία της σ’ αυτόν τον, εν πολλοίς άγνωστο στους «κοινούς θνητούς», χώρο.

Σ’ αυτό το επίπεδο, ωστόσο, προχωράει ένα ακόμη βήμα, και μάλιστα πιο τολμηρό και καινοτόμο: Καταγράφει τη διαδικασία εκπόνησης της διδακτορικής διατριβής της με θέμα τα περιοδικά που απευθύνονται σε νέους, και ειδικά το περιοδικό «Νεανικός  Κόσμος» που εκδίδονταν στη διάρκεια της πολυτάραχης δεκαετίας του 1940.

Ενταγμένα με αριστοτεχνικό τρόπο στη ροή του μυθιστορήματος, καταγράφει τα στάδια και τις πλευρές της έρευνάς της, κάνοντας ταυτόχρονα κοινωνό τον αναγνώστη στα αποτελέσματά της.

Ως προς το περιεχόμενο της διατριβής της διαβάζουμε στο απόσπασμα της εισαγωγής της που παραθέτει στη σελ. 360:

«Στο διάστημα αυτών των χρόνων (τη 10ετία του 1940) η χώρα θα ζήσει υποσιτισμούς, καταστροφές, δολοφονίες, προδοσίες, βίαιους εκπατρισμούς παιδιών και ταπεινωτικές συμφωνίες, πριν υποκύψει τελικά στις αποφάσεις των ξένων δυνάμεων. Μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κλίμα γεννιέται και διαγράφει την εκδοτική του πορεία το περιοδικό Νεανικός Κόσμος».

Κι ενώ όλα αυτά τα χρόνια προβάλλει ως κεντρικό του αίτημα την «Εθνική συμφιλίωση», άρθρο που δημοσιεύει σε ένα από τα τελευταία του τεύχη γράφει για «εκδικητική μανία των νικητών». γεγονός που οδηγεί στη σύλληψη και εξορία του συντάκτη του άρθρου και διευθυντή του περιοδικού και στην απαγόρευση της έκδοσής του.

Πρόκειται, δηλαδή, για ένα μυθιστόρημα που περιέχει μια διδακτορική διατριβή ή για μια διδακτορική διατριβή που έχει γίνει μυθιστόρημα.

Μια «παράπλευρη προσφορά», θα λέγαμε, της έρευνάς της, είναι οι συνεντεύξεις της με τους υπερήλικες πλέον συντελεστές της έκδοσης του περιοδικού, αλλά και με αναγνώστες και  αναγνώστριές του εκείνης της εποχής, που μας δίνουν την εικόνα της σημερινής τους κατάστασης.

 

Και από εδώ ξεκινάει το τέταρτο επίπεδο ανάγνωσης του βιβλίου, το «μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα» που γράφω στην υπότιτλο.

Στη σελίδα 225 διαβάζουμε: «Το περιοδικό στα μάτια της δεν ήταν πια μόνο ο χώρος όπου αποτυπώθηκε η πνευματική κίνηση μιας εποχής, αλλά ίσως να ήταν ο χώρος που γράφτηκε μια ανθρώπινη ιστορία».

Συνθέτοντας με ευρηματικό και αριστοτεχνικό τρόπο τα «πραγματολογικά» με τα «μυθοπλαστικά» στοιχεία, περιγράφει μια ερωτική ιστορία, που ξεκινάει από τις «επιστολές αναγνωστών» στο περιοδικό και καταλήγει, μετά από σκληρές δοκιμασίες τεσσάρων δεκαετιών, μέσα από την έρευνα για τη διδακτορική διατριβή της Άρτεμης, σε ευτυχισμένο τέλος.

Γράφει γι’ αυτό στη σελίδα 391 απευθυνόμενη στους δυο εραστές που ξανασμίγουν μετά από σαράντα χρόνια:

«Είχα θεωρητικά την άποψη ότι η μελέτη των παλιών περιοδικών μπορεί να ζωντανέψει μια ολόκληρη εποχή, αλλά τώρα αυτό επιβεβαιώθηκε μπροστά στα μάτια μου. Δυο άνθρωποι, δηλαδή εσείς, γνωρίστηκαν, αγαπήθηκαν, χώρισαν και ξανάσμιξαν με αφορμή ένα περιοδικό. Η ζωή σε όλο της το μεγαλείο».

Μια ερωτική ιστορία, μάλιστα, η οποία αφορά και την ίδια, καθώς συνδέεται με αυτήν ο δεύτερος δεσμός της.

Πέρα από τις δυο καινοτομίες του -τον «εγκιβωτισμό»  μιας διδακτορικής διατριβής και την ενσωμάτωση σ’ αυτό ενός μυθιστορήματος- «Το καφέ της οδού Σκουφά» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο με γνώση, με μαστοριά, με έμπνευση και με προσοχή στη λεπτομέρεια, σαν μια δαντέλα πλεγμένη με υπομονή.

Γιώργος Βοϊκλής: Τα σκοτεινά παρασκήνια της ιστορίας-Σάμος Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1943

 

Τα σκοτεινά παρασκήνια της Ιστορίας.

Σάμος. Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1943                      Δέκα αναπάντητα ερωτήματα

                                                                     γράφει ο Γιώργος Βοϊκλής 

                                   «Πόσα πολλά ιστορήματα, πόσο πολλά ερωτήματα»     

                                  Μ. Μπρέχτ,  Ένας εργάτης αναρωτιέται διαβάζοντας

Τον Ιταλό αντισυνταγματάρχη Μάριο Ούγγαρο τον συναντάμε για πρώτη φορά στη Σάμο στις 28 Αυγούστου του 1943. Ήταν ένας από τους αξιωματικούς των 1.500 Ιταλών μελανοχιτώνων φασιστών που έφτασαν λίγες μέρες πριν από τη Ρόδο, με αποστολή την εκκαθάριση του νησιού από τους αντάρτες, επικεφαλής των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων στη Δυτική Σάμο.                                                                                             Το πρώτο ερώτημα είναι:                                                                                             -Ποιός ήταν ο λόγος αυτής της αποστολής, όταν η κυβέρνηση Μπαντόλιο, που στις 15 Ιουνίου είχε ανατρέψει τον Μουσολίνι και  βρίσκονταν από τις 15 Αυγούστου σε μυστικές διαπραγματεύσεις με την Αγγλία για την ανακωχή και την προσχώρηση της Ιταλίας στο συμμαχικό στρατόπεδο;                                                                                                  -Και γιατί ένας από τους όρους της συμφωνίας, που ανακοινώθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου, ήταν να παραμείνει μυστική για όσο διάστημα κρίνει το συμμαχικό στρατηγείο, ενώ στο χρονικό διάστημα από την υπογραφή της συμφωνίας μέχρι την ανακοίνωσή της ο ιταλικός στρατός θα βρίσκεται κάτω από τις διαταγές του συμμαχικού στρατηγείου;                                                  Όπως αποδείχθηκε από σχετική ιστορική έρευνα,* στόχος αυτής της αποστολής που,  προφανώς, αποφασίστηκε από τους Άγγλους,  ήταν να μη σταθεί εμπόδιο το ισχυρό αντιστασιακό κίνημα της Σάμου στο σχέδιό τους να την παραχωρήσουν στους Τούρκους, ως αντάλλαγμα της εισόδου της –ουδέτερης μέχρι τότε- Τουρκίας στο πόλεμο στο πλευρό των            -------------------------------------------------                                                 *Η σχετική με το θέμα αυτό ιστορική έρευνα της Ντούνιας Κουσίδου με τίτλο «Η μεγάλη προδοσία» δημοσιεύτηκε στο τεύχος 43 (Ιανουάριος 2012) του περιοδικού «Μεθόριος του Αιγαίου». Περιλαμβάνεται επίσης στα κείμενα του βιβλίου μου «Το υπόγειο ποτάμι» (εκδόσεις Οσελότος 2023) στο κεφάλαιο με τίτλο «Ένα δύσβατο μονοπάτι».                                                                                                

Συμμάχων, διαπραγμάτευση που επιβεβαιώνεται από επίσημα ντοκουμέντα.                                                                                                                       Την αποστολή αυτή δεν μπορούσε να αναλάβει η μεραρχία Κούνεο, που είχε καταλάβει τη Σάμο το 1941, στην οποία η πλειοψηφία  των 12.000 στρατιωτών και αξιωματικών της ήταν αντιφασίστες.                                  Για αυτά τα σχέδια των Άγγλων, μάλιστα, είχε ενημερώσει λίγες μέρες πριν την ηγεσία των ανταρτών της Σάμου  ο Σαμιώτης υπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης  της Μέσης Ανατολής Μανόλης Σοφούλης, ταξιδεύοντας  κρυφά από το Κάιρο στη Σμύρνη.                                                                                                    Για τον ρόλο του αντισυνταγματάρχη Μάριο Ούγγαρο στο μπλόκο του χωριού Καστανιά και την ομαδική εκτέλεση δεκαεπτά κατοίκων του αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης και άλλους δώδεκα που βρέθηκαν έξω απ’ το μπλόκο, διαβάζουμε στην «Έκθεση» που υπέβαλε λίγες μέρες μετά στην Κυβερνητική Επιτροπή ο προϊστάμενος του Ταχυδρομείου Καρλοβάσου Δημήτρης Τριανταφύλλου, στέλεχος του ΕΑΜ και συνεργάτης του μητροπολίτη Ειρηναίου:                                                                    «Μόλις εξημέρωσε (η 29η Αυγούστου) ήκουσαν τον κήρυκα του χωρίου να καλεί, κατά διαταγήν των Ιταλών, όλων των κατοίκων της Κοινότητος, μηδέ των νηπίων εξαιρουμένων να μεταβώσι εις την πλατείαν της Κοινότητος αφήνοντες τα οικίας των ανοικτάς. Πας μη συμμορφούμενος και ανευρισκόμενος εις οικίαν τινά θα ετουφεκίζετο αμέσως. Πάντες συνεμορφώθησαν αμέσως, διαταγή του επικεφαλής των στρατευμάτων αντισυνταγματάρχου Μάριου Ούγγαρο».                                                  Και λίγο μετά: «Οι δεκαεπτά διαχωρισθέντες παρελήφθησαν εκ του μέρους όπου ήσαν τοποθετημένοι, ετάχθησαν ανά δυο και υπό την απειλήν προτεταμένων όπλων και πυροβόλων, οδηγήθηκαν δια στενής παρόδου κάτωθι της κοινότητος, ουχί μακράν των 100 μέτρων απ’ αυτής. Αφού δε ετοποθετήθησαν εντός ενός κήπου, ετάχθησαν με το πρόσωπον εστραμμένον αντιθέτων, όπου εδολοφονήθησαν δια πυροβόλων και άλλων όπλων».                                                                                               Αναπάντητο μέχρι σήμερα μένει το ερώτημα:                                             -Ποιος ήταν ο καταδότης που έδωσε στους Ιταλούς τα ονόματα των 17 αντιστασιακών της Καστανιάς που εκτελέστηκαν ομαδικά;                   Αν, όμως, ισχύει η εκδοχή ότι οι Ιταλοί φασίστες εκτελούσαν εντολές των Άγγλων, δεν χρειάζονταν καταδότης, γιατί ήταν γνωστά στις μυστικές υπηρεσίες τους, που συνεργάζονταν με το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ  της Σάμου τα δυο προηγούμενα χρόνια.

Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις  στις πλαγιές του Κέρκη, με μπλόκα και εκτελέσεις στα γειτονικά  χωριά Λάκκα, Κοσμαδαίοι και Μαραθόκαμπος, συνεχίζονται μέχρι τις 8 Σεπτεμβρίου, που ανακοινώνεται η «ανακωχή» η αποχώρηση, δηλαδή της Ιταλίας από τον φασιστικό «Άξονα» και η προσχώρησή της  στο στρατόπεδο των «Συμμάχων».                                                                                    Τέσσερα ρωτήματα προκύπτουν και  από τους όρους της ανακωχής που στέλνει  στη Σάμο το Συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής:                -Γιατί απαγορεύει στους αντάρτες να κατέβουν οπλισμένοι στις πόλεις;   -Γιατί απαγορεύει την απελευθέρωση των κρατούμενων στις φυλακές αντιστασιακών και των οικογενειών των ανταρτών;                                   -Γιατί δίνει εντολή τη διοίκηση του νησιού να συνεχίσει να την ασκεί ο ιταλικός στρατός κατοχής; Και τέλος                                                          –Γιατί δεν επιτρέπει στην ελληνική κυβέρνησης της Μέσης Ανατολής να στείλει εκπροσώπους της στην πρώτη περιοχή της χώρας που απελευθερώθηκε από τον κατακτητή;                                                 Ευτυχώς οι αντάρτες της Σάμου, καθώς είχαν ενημερωθεί μάλιστα από τον Μανόλη Σοφούλη, αγνόησαν αυτές τις εντολές, όπως θα δούμε στη συνέχεια.                                                                                                  Στη διδακτορική διατριβή που εκπόνησε ο Φίλιππος Κάραμποτ στο Kings College University of Lonton, η οποία αναφέρεται στο διάστημα της προσωρινής απελευθέρωσης της Σάμου από τις 8 Σεπτεμβρίου μέχρι την κατάληψή της από τους Γερμανούς στις 17 Οκτωβρίου του 1943 -που η μετάφρασή της στα ελληνικά  δημοσιεύτηκε το 1994 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Σαμιακές Μελέτες»- χαρακτηρίζει τη Σάμο «Λυδία λίθο» της αγγλικής πολιτικής. Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται, κατά τον ερευνητή, στο ότι αυτή η προσωρινή απελευθέρωση της Σάμου χρησιμοποιήθηκε από τους Άγγλους ως πείραμα για να δοκιμαστούν οι τρόποι  καταστολής του πανίσχυρου αντιστασιακό κινήματος της Ελλάδας μετά την απελευθέρωση. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτό, όπως ήδη αναφέραμε.                                                                                               Δύο νέα ερωτήματα προκύπτουν από τα όσα έγιναν  αυτές τις 72 ημέρες της προσωρινής απελευθέρωσης, τα οποία συνδέονται με τον φασίστα Ιταλό  αντισυνταγματάρχη Μάριο Ούγγαρο:                                                                                  Στις 8 Σεπτεμβρίου, όταν οι αντάρτες έχουν κατέβει στις πόλεις, τον συναντάμε διοικητή της ιταλικής  φρουράς στο Πυθαγόρειο, (τότε  Τηγάνι), να υποδέχεται την αποστολή των Τούρκων αξιωματούχων και του πρόξενου των Άγγλων Λουί Μάρκ. Στη γραπτή μαρτυρία του Ιπποκράτη  Ζαϊμη για τα γεγονότα εκείνης της μέρας, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Θάλειας Ζαϊμη  «Ο Ιπποκράτης Ζαϊμης και η εποχή του», διαβάζουμε:                                                                  «Στις 8 το βράδυ (της 8ης/9ου) ο Ειρηναίος, εγώ, ο Δημήτρης Παριανός και ο Γιάννης Σοφούλης, πήγαμε στην έπαυλη του Παπαδάμ στο Μαλαγάρι, όπου ήταν η κατοικία του Σολνταρέλι. […] Όταν είπα για την  κατάπληξή μου που εξακολουθούσαν να κρατούνται στις φυλακές Έλληνες πατριώτες, ο Σολνταρέλι, με έκφραση πόνου, τόνισε την αδυναμία να πραγματοποιήσει το αίτημα αυτό, λόγω των αυστηρών διαταγών που είχε απ’ τον αρχιστράτηγο Ουίλσον και που διαβιβάστηκαν από την κυβέρνηση Μπαντόλιο. Και δεν είχε δικαίωμα –μ’ όλο που πλήρως κατανοούσε το αίτημά μας- να ανοίξει τις φυλακές. «-Είναι αδιανόητο, επέμεινα στο στρατηγό, να παραμένουν οι οικογένειές μια και οι πατριώτες κλειδωμένοι στις φυλακές. Αν δεν τους βγάλετε, με λύπη μου θα αναγκαστώ να ανοίξω εγώ τις φυλακές και να απελευθερώσω τους φυλακισμένους, ανεξάρτητα απ’ το τι θα στοιχίσει αυτό.                                                                          Ο Σολνταρέλι ταράχτηκε, το χρώμα του άλλαξε. Σηκώθηκε τρέμοντας και σε έξαλλη κατάσταση άρπαξε τις επωμίδες του τις αργυρές, τις ξήλωσε με μανία και τις πέταξε στο πάτωμα φωνάζοντας:                                             -Non posso! Non posso! […]                                                              Εκείνη την κρίσιμη ώρα, προτού ακόμη ηρεμήσει η αίθουσα, χτύπησε την πόρτα ένας νεαρός ανθυπολοχαγός και ζήτησε τον αντισυνταγματάρχη Γκαουντιόζο. Όταν σε λίγο επέστρεψε ο Γκαουντιόζο, ανήγγειλε ότι τηλεφώνησε ο ταγματάρχης Ούγγαρο –ο υπεύθυνος των εκτελέσεων της Καστανιάς- που ήταν διοικητής της φρουράς του Πυθαγορείου και ανέφερε ότι έφτασε από το Κουσάντασι ένα καϊκι με 15 ανώτερους Τούρκους αξιωματικούς και πολιτικούς υπαλλήλους, τον καϊμακάμη, τον νομάρχη του Κουσάντασι και τον πρόξενο της Αγγλίας στη Σάμο Δημήτρη Λουί Μάρκ. Ο Ούγγαρο ζητούσε οδηγίες. […]                                                                               Είπα στον Σολνταρέλι να συλληφθούν και να απομονωθούν οι αφιχθέντες. Δεν έφερε αντίρρηση. Πραγματικά, έτσι έγινε».                                         Το ερώτημα είναι:                                                                                         -Πώς την ίδια ημέρα που σταμάτησαν οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στη Δυτική Σάμο, που ο Ούγγαρο ήταν επικεφαλής τους, βρέθηκε επικεφαλής της ιταλικής φρουράς του Πυθαγορείου;                                                                                             Είναι, πραγματικά, απορίας άξιο το γεγονός της αυθημερόν μετάθεσής του και της ανάθεσης σ’ αυτόν –από ποιους άραγε;- κεντρικού ρόλου σε δυο κρίσιμα σημεία των εξελίξεων που συνδέονταν με τη μυστική συμφωνία των Άγγλων με τους Τούρκους για την είσοδο της Τουρκίας στον πόλεμο με αντάλλαγμα την παραχώρηση σ’ αυτούς της Σάμου και άλλων νησιών του Αιγαίου.                                                                  Αυτό είναι ένα ακόμη αναπάντητο ερώτημα.                                   Υπάρχει, όμως ένα ακόμα, στο οποίο η απάντηση είναι ακόμη πιο δύσκολη: Στη διδακτορική διατριβή που εκπόνησε ο Φίλιππος Κάραμποτ, την οποία προαναφέραμε, διαβάζουμε ότι  στις 9 Σεπτεμβρίου φτάνει στη Σάμο η πρώτη συμμαχική αποστολή αποτελούμενη από τον αρχηγό της ΣΟΕ (Υπηρεσία Ειδικών Αποστολών) Σμύρνης ταγματάρχη Pawson και τον βοηθό του Parish. Μαζί τους είναι ο πλοίαρχος Λεβίδης, στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία της Άγκυρας, με τον συνοδό του λοχαγό Χάρη. Καθώς η ΣΟΕ διάκειται φιλικά απέναντι στο ΕΑΜ και το αντάρτικο της Σάμου, με τα οποία έχει συνεργαστεί στον αντιστασιακό αγώνα στη διάρκεια της ιταλικής Κατοχής, κάνει αποδεκτή την Κυβερνητική Επιτροπή που έχει συγκροτηθεί από στελέχη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ Σάμου, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Ειρηναίο.                                                                                              Πέντε ημέρες αργότερα, στις 14 Σεπτεμβρίου, φτάνει στη Σάμο η επίσημη συμμαχική αποστολή αποτελούμενη από τον Βρετανό Στρατιωτικό Ακόλουθο στην Άγκυρα υποστράτηγο Arnold, ως αντιπροσώπου του αρχιστρατήγου των συμμαχικών δυνάμεων Μέσης Ανατολής Wilson, με εντολή να αναλάβει την ανώτατη διοίκηση του νησιού.                                                                                                     Τον Μάριο Ούγγαρο τον συναντάμε τρεις μέρες αργότερα, στις 17 Σεπτεμβρίου, επικεφαλής του πληρώματος της τορπιλακάτου που μεταφέρει τους Pawson, Parish και Λεβίδη στην Ικαρία, προκειμένου να διευθετήσουν ένα πρόβλημα που είχε προκύψει ανάμεσα στους ντόπιους αντάρτες και την ιταλική φρουρά του νησιού.                                      Μετά την αναχώρησή τους από την Ικαρία ο Ούγγαρο και το πλήρωμα της τορπιλακάτου, αντί να τους επιστρέψουν στη Σάμο, τους οδήγησαν, ένα αγνοία τους, βέβαια, στην υπό γερμανική κατοχή Σύρο και τους παρέδωσαν στη γερμανική φρουρά, για να βρεθούν μετά τον πόλεμο σε στρατόπεδο αιχμαλώτων της Γερμανίας.

Εδώ τελειώνει η ιστορία του Μάριου Ούγγαρο.                                       Τα σχετικά με το τρίτο επεισόδιο ερωτήματα είναι:                                 - -Πώς λίγες μέρες μετά την υποδοχή της τουρκικής αντιπροσωπείας στο Πυθαγόρειο ως  διοικητής της ιταλικής φρουράς του, βρέθηκε επικεφαλής του πληρώματος της τορπιλακάτου που μετέφερε τα στελέχη της ΣΟΕ στην Ικαρία, για να τους μεταφέρει τελικά στη Σύρο και να τους παραδώσει στους Γερμανούς;                                                                 Και το τελευταίο ερώτημα:                                                                          - Μήπως, λέω μήπως, αυτή η προδοσία του δεν προέκυψε μόνο από τις φασιστικές αντιλήψεις του, αλλά ήταν ενταγμένη στην ίδια αποστολή με τις δυο προηγούμενες;                                                                       Μήπως, δηλαδή, οι Άγγλοι θέλησαν με αυτόν τον τρόπο να εξουδετερώσουν την δική τους ομάδα της ΣΟΕ, της οποίας την φιλική προς το ΕΑΜ πολιτική ήθελε να ανατρέψει ο Wilson;                         Είναι γνωστό, άλλωστε, το ότι σε αρκετές περιπτώσεις ήταν αλληλοσυγκρουόμενες οι πολιτικές των δυο μυστικών υπηρεσιών της Αγγλίας που δρούσαν στην Ελλάδα στην περίοδο της Κατοχής. Της αρχαιότερης  και  πιο επίσημης Μυστικής Υπηρεσίας Πληροφοριών SIS, γνωστής ως Μ16 (Millitary Intelligense, Secon 6) και της νεοσύστατης  Υπηρεσίας Ειδικών Αποστολών  SOE (Spesial Operations Executive).  Και, όπως είναι επίσης γνωστό, ότι οι Άγγλοι ήταν αδίστακτοι ακόμη και στον μεταξύ των μυστικών υπηρεσιών τους «εμφύλιο».                                                               

Αυτά είναι ερωτήματα που δεν είναι εύκολο να απαντηθούν με αποκάλυψη ντοκουμέντων από την ιστορική έρευνα. Όχι μόνο γιατί αυτά τα ντοκουμέντα χαρακτηρίζονται αυστηρώς απόρρητα, και δεν ανοίγουν ποτέ, αλλά και γιατί πολλές αποφάσεις εκτελούνται με προφορικές διαταγές σε όλη την κλίμακα της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας. Οπότε, τα μοναδικά όπλα για την αποκάλυψη της αλήθειας είναι οι προσωπικές μαρτυρίες ή η απλή λογική.                                                                                             Θα μπορούσε, βέβαια, να θεωρήσει κάποιος σύμπτωση το γεγονός ότι ο Μάριο Ούγγαρο βρέθηκε  στις 28 Αυγούστου, στις 8 και στις 17 Σεπτεμβρίου σε τρείς καίριες θέσεις ως προς τις κρίσιμες εξελίξεις εκείνων των ημερών. Η σύμπτωση, όμως, που επαναλαμβάνεται τρεις φορές δεν είναι σύμπτωση. Το πιο πιθανό είναι ότι πρόκειται για έμπιστο  πράκτορα των Άγγλων.                                                                                        Από την πλευρά μου, πάντως, τουλάχιστο σε αυτό το κείμενο, θα περιοριστώ στις αναπάντητες ερωτήσεις, αρκούμενος σε αυτό που έγραψε ο ιστορικός  Eric Hobsbawm στο βιβλίο του με τίτλο                                                   «Για την Ιστορία»: «Είναι πιο εύκολο να διατυπώνει κανείς ερωτήσεις, παρά να δίνει απαντήσεις. Ίσως, όμως, και η διατύπωση ερωτημάτων να μην είναι άσκοπη».

* Ο Γιώργος Βοϊκλής είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας