Book review, movie criticism

Tuesday, June 25, 2019

Ιβαν Τουργκένιεφ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου


Ιβαν Τουργκένιεφ, Το ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου (μετ. Βασίλης Ντινόπουλος), Ερατώ 2011, σελ. 152

  Διαβάσαμε και το τελευταίο έργο του Τουργκένιεφ που είχαμε, το «Ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου», αλλά θα διαβάσουμε και ό, τι άλλο μας πέσει στα χέρια μας. Το «Ημερολόγιο» του τίτλου μας ανακαλεί συνειρμικά το «Ημερολόγιο ενός τρελού» του Γκόγκολ, έργο στο οποίο γίνεται αναφορά μέσα στη νουβέλα, και το οποίο διδαχθήκαμε στο πανεπιστήμιο, στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, εννοείται από την αγγλική μετάφραση. Το «Ενός περιττού ανθρώπου» μας ανακαλεί επίσης συνειρμικά τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» του Robert Musil.
  Έχουμε γράψει για τη θεματική εμμονή του Τουργκένιεφ, κάτι εξάλλου που αναφέρει και η βικιπαίδεια, το θέμα της ανεκπλήρωτης αγάπης, που στη μη εκπλήρωσή της συμβάλει κάποιες φορές η παρουσία ενός τρίτου ατόμου. Εδώ βλέπουμε και μια άλλη εμμονή, την εμμονή της μονομαχίας. Στα τρία τελευταία έργα του που διαβάσαμε (Τα άλλα δυο είναι οι «Ανοιξιάτικοι χείμαρροι» και «Πατέρες και παιδιά») βλέπουμε τον ήρωά του να μονομαχεί.
  Ημερολογιακή νουβέλα λοιπόν στην οποία ήρωας του Τουργκένιεφ μας δηλώνει από την αρχή ότι σύντομα πρόκειται να πεθάνει, και θέλει να αφηγηθεί τη ζωή του. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που αφηγείται είναι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας της νιότης του.
  Ο περιφρονητικός τρόπος με τον οποίο μιλάει για τον εαυτό του μας ανακαλεί επίσης στη μνήμη τον αφηγητή στο «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Όχι, δεν επηρεάστηκε από αυτό ο Τουργκένιεφ, το επιβεβαίωσα ψάχνοντας στο διαδίκτυο, το έργο του Ντοστογιέφσκι εκδόθηκε το 1864 ενώ του Τουργκένιεφ δεκατέσσερα χρόνια νωρίτερα, το 1850.
  Υπάρχει και εδώ το τετράγωνο που είδαμε στο «Ανοιξιάτικοι χείμαρροι» και στο «Πατέρες και παιδιά», όμως με μια μεγάλη διαφορά. Εκεί είχαμε δυο γυναίκες και δυο άντρες, εδώ έχουμε μια κοπέλα, τη Λίζα και τρεις άνδρες, τον πρίγκιπα, τον Μπιζμιόνκωφ και τον αφηγητή, ο οποίος κατάλαβε τελικά ότι ήταν περιττός.
  Κι εδώ έχουμε τον ματαιωμένο έρωτα της Λίζας, όπως και της «Άσια» και της Τζέμμα στους «Ανοιξιάτικους χείμαρρους», καθώς ο πρίγκιπας έφυγε τελικά από την πόλη χωρίς να τη ζητήσει σε γάμο. Εξάλλου δεν της το υποσχέθηκε, αλλά ούτε και αυτή του το ζήτησε. Όμως, δηλώνει «…αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπώ και πάντοτε θα τον αγαπώ και καθόλου δεν τον θεωρώ ένοχο μπροστά μου, τουναντίον…» (σελ. 113-114). Αυτό δεν εμποδίζει τον Μπιζμιόνκωφ  που την αγαπάει να της κάνει πρόταση γάμου, και αυτή να δεχθεί.
  Και ο ήρωάς μας;
  Αγαπάει, αλλά χωρίς να παίρνει χαμπάρι ότι η κοπέλα δεν τρέφει απέναντί του κανένα ανάλογο αίσθημα, παρά μόνο το αίσθημα της φιλίας. Δυο ματαιωμένους έρωτες λοιπόν βλέπουμε στη νουβέλα, το δικό του και της κοπέλας.
  Αλλά ας ψάξουμε για τις υπογραμμίσεις μας, να παραθέσουμε αποσπάσματα.
  «Στις ευτυχισμένες μέρες της νιότης μου οι δάσκαλοι μας έλεγαν και έφερναν ως παράδειγμα το χαρακτηριστικό της αρρενωπής υπομονής εκείνου του νεαρού Λακεδαιμόνιου, ο οποίος αφού είχε κλέψει μια μικρή αλεπουδίτσα την έκρυψε κάτω από τη χλαμύδα του και χωρίς να βγάλει άχνα την άφησε να φάει όλα τα σωθικά του, προτιμώντας με αυτό τον τρόπο τον ίδιο τον θάνατο απ’ την ντροπή» (σελ. 64-65).
  Δεν θυμάμαι οι δικοί μας δάσκαλοι να μας είχαν αφηγηθεί αυτή την ιστορία, είχα διαβάσει όμως ότι στους νεαρούς σπαρτιάτες η κλοπή ήταν συγγνωστή εφόσον δεν τους έπιαναν, διαφορετικά ήταν μεγάλο όνειδος για τον κλέφτη.
  «Μόνον τότε, μόνον μετά την εκδίωξή μου απ’ το σπίτι των Οζιόγκιν έμαθα τελικά πόση ικανοποίηση μπορεί ν’ αντλήσει ο άνθρωπος όταν βλέπει την ίδια του τη δυστυχία» (σελ. 103).
  Όχι κάθε άνθρωπος, αλλά σίγουρα ο αφηγητής στο «Υπόγειο».
  «Το ίδιο εκείνο βράδυ ήρθε τρέχοντας σ’ εμένα κάποιος Παντοπιπόπουλος, Έλληνας περαστικός, που όλως τυχαίως είχε ξεμείνει στην πόλη» (σελ. 108-109).
  Συνηθίζω να παραθέτω κάθε απόσπασμα που έχει να κάνει με την Ελλάδα. Για να δούμε όμως, είναι όντως Παντοπιπόπουλος το όνομά του στο πρωτότυπο ή μήπως αποτελεί μετάφραση στα ελληνικά από κάποιο ρώσικο συνθετικό; Ας το ψάξουμε βάζοντας τον πρωτότυπο τίτλο «Дневник лишнего человека». Τελικά έτσι είναι, Пандопипопуло.
  Πολύ ωραίος ο Τουργκένιεφ, θα διαβάσω, όπως είπα, και ό, τι άλλο έργο του πέσει στα χέρια μου.   

Monday, June 24, 2019

Ιβάν Τουργκένιεφ, Πατέρες και παιδιά

Ιβάν Τουργκένιεφ, Πατέρες και παιδιά (μετ. Ανδρέας Σαραντόπουλος), Ζαχαρόπουλος 2007, σελ. 374 

  Μετά το «Ένας κυνηγός θυμάται» συνεχίζουμε με το «Πατέρες και παιδιά». Отцы и дети ο ρώσικος τίτλος, αν και πιο σωστός μου φαίνεται ο αγγλικός, «Πατέρες και γιοι». «Πατέρες και γιοι, το σπουδαιότερο έργο του σύμφωνα με κάποιους λογοτεχνικούς κύκλους, όχι όμως και το πιο διάσημο», διαβάζω στο «Ημερολόγιο ενός περιττού ανθρώπου» που έχει σειρά, και είναι το τελευταίο του Τουργκένιεφ που έχω.
  Δυο γιους βλέπουμε στο μυθιστόρημα, τον Αρκάντι Κιρσάνοφ και τον φίλο του Ευγένιο Μπαζάροφ, έναν μηδενιστή. Επίσης δυο πατεράδες, τον Νικολάι Κιρσάνοφ, τον πατέρα του Αρκάντι, και τον Βασίλι, τον πατέρα του Μπαζάροφ.
  Το μυθιστόρημα έχει θεατρική δομή, με άφθονους διαλόγους. Δεν είναι τυχαίο που ανεβάστηκε σαν θεατρικό έργο (υπάρχει στο youtube, όμως χωρίς υπότιτλους). Οι διάλογοι ανάμεσα στον γιο Μπαζάροφ και στον Πάβελ Κιρσάνοφ, αδελφό του Νικολάι και θείο του Αρκάντι, μας λένε, σε μας τους μεταγενέστερους και μη ρώσους, για το τι περίπου πίστευαν οι ρώσοι μηδενιστές. Κάτω οι αυθεντίες (σ’ αυτό δηλώνω σύμφωνος, είμαι εικονοκλάστης), κάτω η τέχνη («…ο Μπαζάροφ δεν παραδέχεται την Τέχνη» σελ. 116) και ζήτω η επιστήμη (δεν κατάλαβα γιατί το ένα πρέπει να αποκλείει το άλλο), και προπαντός κάτω ο Πούσκιν και όλος ο ρομαντισμός (εγώ είμαι ρομαντικός, μου αρέσουν τα ρομάντζα. Μου άρεσαν ιδιαίτερα οι σελίδες με τα φλέρτ των ηρώων, με την Κάτια ο Αρκάντι και με την Άννα ο Μπαζάροφ), όπως και το πρώτο μέρος από τους «Ανοιξιάτικους χείμαρρους», και φυσικά όλη η «Άσια».
  Το χάσμα των γενεών δείχνεται στο μυθιστόρημα αυτό πολύ πιο έντονα, καθώς τις δυο γενιές τις χωρίζουν και ιδεολογικές διαφορές: οι παλιοί, πιο συντηρητικοί, οι νέοι, εντελώς ριζοσπάστες, με πιο χαρακτηριστικό εκπρόσωπό τους τον Μπαζάροφ.
  Μου άρεσαν επίσης πολύ οι σελίδες όπου περιγράφεται η χαρά των γονιών του Μπαζάροφ που βλέπουν τον κανακάρη τους μετά από τρία ολόκληρα χρόνια, καθώς και η αγωνία τους με την αρρώστια του.
  Όμως να δώσουμε κάποια αποσπάσματα.
  Το πρώτο είναι μια υποσημείωση του μεταφραστή.
  «Οι Ρώσοι λένε τους γερμανούς “νιέμετς” (πληθ. “νιέμτσοι”) από τη ρ. λέξη “νιεμόι”, άφωνος, άλαλος, μουγκός. Οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να μάθουν ρωσικά και οι Ρώσοι τους βάφτισαν νιεμόι-μουγκός, που έμεινε σαν πιο επίσημη ονομασία» (σελ. 39). 
  Σε κάποια από τα ρώσικα βιβλία που διάβασα και που είχαν σχέση με τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είδα να τους λένε και «Φρίτσι», προφανώς από το Φριτς, Φρίντριχ, ίσως το πιο συνηθισμένο γερμανικό όνομα.
  «Αυτός [ο Πάβελ] παραιτήθηκε από το στρατό αδιαφορώντας για τις παρακλήσεις των φίλων, για τις νουθεσίες των ανωτέρων του, κι έτρεξε πίσω από την πριγκίπισσα· τέσσερα χρόνια έκανε στην ξενιτιά, πότε καταπόδι της και πότε προσπαθώντας να τη χάσει σκόπιμα από τα μάτια του· ντρεπόταν τον ίδιο τον εαυτό του, αγανακτούσε για τη μικροψυχία του… αλλά μηδέν αποτέλεσμα. Η μορφή της, αυτή η ακατάληπτη, σχεδόν χωρίς νόημα, μα γοητευτική μορφή, είχε πάρα πολύ βαθιά καρφωθεί στην ψυχή του. Στο Βάδεν το ζευγάρι ξαναβρέθηκε κάποτε, και ίσως ποτέ ως τότε δεν τον είχε αγαπήσει με τόσο πάθος… μα ύστερα από ένα μήνα όλα θα τελειώσουν: η φωτιά λαμπάδιασε για τελευταία φορά κι έσβησε για πάντα. Ο θείος προέβλεψε τον αναπόφευκτο χωρισμό και θέλησε τουλάχιστον να παραμείνει φίλος της, λες και η φιλία για μια τέτοια γυναίκα μπορούσε να κρατηθεί…» (σελ. 48).
  Όσοι ξέρουν τη βιογραφία του Τουργκένιεφ και τη σχέση του με την Πωλίν Βιαρντό θα καταλάβουν ότι πρόκειται για ένα περίπου αυτοβιογραφικό απόσπασμα, που με μια συγκινητική ειλικρίνεια είναι και αυτοκριτικό. Πιο κάτω, με το στόμα του Μπαζάροφ, εκφράζεται ακόμη πιο σκληρά για τον εαυτό του:
  «Ο άνθρωπος που όλη του τη ζωή την έβαλε στο χαρτί της αγάπης για τη γυναίκα και, όταν το χαρτί αυτό έχασε, ξίνισε και κατάντησε ανίκανος για οτιδήποτε, ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άντρας, δεν είναι αρσενικός» (σελ. 51).
  Τη λογοτεχνία ενδιαφέρουν οι αιώνιοι αυτοί έρωτες που παραμένουν συνήθως χωρίς ανταπόκριση, γι’ αυτό και είναι βαθιά τραγικοί.
  «Υπάρχει άραγε, στον κόσμο κάτι πιο θελκτικό από μια νεαρή όμορφη μητέρα μ’ ένα γερό μωρό στην αγκαλιά της;» (σελ. 57).
  Αυτή είναι η Φένιετσκα, μια νεαρή υπηρέτρια με την οποία θα σχετισθεί ο Νικολάι αφού έχει πεθάνει η γυναίκα του και θα του γεννήσει το μωρό αυτό. Την έχει ερωτευθεί και ο αδελφός του ο οποίος, όταν δει τον Μπαζάροφ να τη φιλάει, πιάνοντάς την εξ απήνης είναι αλήθεια, θα ζηλέψει τόσο που θα τον καλέσει σε μονομαχία. Στο τέλος ο Νικολάι, κατά προτροπή του, θα την παντρευτεί ενώ ο ίδιος θα εξαφανιστεί από τη ζωή τους.
  Και πάλι μια υποσημείωση του μεταφραστή.
  «Λ(ούντβιχ) Μπίχνερ, Γερμανός υλιστής φιλόσοφος (1824-1899). Ένα από τα έργα του είναι το “Stof und kraft” (Ύλη και δύναμη)» (σελ. 71).
  Με τον τίτλο «Δύναμη και ύλη» κυκλοφόρησε τη δεκαετία του ’50 από τις εκδόσεις Δαρεμά. Είναι ένα από τα βιβλία που αγόρασα μαθητής, αλλά δεν θυμάμαι αν το διάβασα όλο, γιατί σίγουρα δεν με εντυπωσίασε. Τώρα με έπιασε η περιέργεια, αν το ανακαλύψω ανάμεσα στα βιβλία μου στην Κρήτη λέω να το διαβάσω.  
  «Ο Μπαζάροφ ήταν μεγάλος λάτρης της γυναίκας και της γυναικείας ομορφιάς, αλλά τον έρωτα με την έννοια την ιδανική ή, όπως έλεγε ο ίδιος, τη ρομαντική, την ονόμαζε κουραφέξαλα, ασυγχώρητη βλακεία, θεωρούσε τα ιπποτικά αισθήματα σαν κάτι τερατώδες ή σαν αρρώστια κι όχι μια φορά και δυο είχε εκφράσει την απορία του γιατί δεν είχαν κλείσει στο φρενοκομείο τον Τόγγενμπουργκ και όλους τους τροβαδούρους. “Αν σου αρέσει μια γυναίκα”, έλεγε, “προσπάθησε να πετύχεις το ποθούμενο· αν δεις πως είναι αδύνατον, παράτα την – η θάλασσα έχει ένα σωρό καλύτερα ψάρια”» (σελ. 136).
  Παρόλα αυτά θα νιώσει ερωτευμένος με την Οντιτσόβα, και θα της το εξομολογηθεί. Δεν θα ευοδωθεί ο έρωτάς του, αλλά αυτή θα τρέξει κοντά του στις τελευταίες του στιγμές.
  Και ο Αρκάντι νοιώθει ερωτευμένος με την Οντιτσόβα, όμως δεν θα της το εξομολογηθεί. Απεναντίας, μη πιστεύοντας ότι μια τέτοια γοητευτική γυναίκα θα μπορούσε να ανταποκριθεί στον έρωτά του, θα στρέψει γρήγορα τα αισθήματά του στην αδελφή της. Και το μυθιστόρημα τελειώνει κινηματογραφικά, με τον διπλό γάμο, και με τον Τουργκένιεφ να μας λέει τι έγιναν οι ήρωές του μετά, κάτι που στις ταινίες διαβάζουμε στα γράμματα τέλους.
  «Στις συζητήσεις με την Άννα Σεργκέγιεβνα [Οντιτσόβα] έδειχνε ακόμη πιο πολύ την αδιαφορία και την περιφρόνησή του προς καθετί το ρομαντικό· μα στη μοναξιά του παραδεχόταν αγανακτισμένος πως έχει ρομαντισμό μέσα του. Τραβούσε τότε για το δάσος και περπατούσε εκεί με μεγάλα βήματα σπάζοντας στο δρόμο του κλωνάρια και βρίζοντας χαμηλόφωνα κι αυτήν και τον εαυτό του…» (σελ. 136).
  Ποιος να είναι αυτός; Μα ο Μπαζάροφ.
  «-Αν έχω, λέει γυναίκα; Έχω. Γίνεται άντρας χωρίς γυναίκα;
-Τη δέρνεις;
-Ε, πότε πότε. Χωρίς λόγο όχι». (σελ. 161).
  Ο χωριανός μου ο Τζανής, συγχωρεμένος εδώ και δεκαετίες, έδερνε τη γυναίκα του χωρίς λόγο. Έμεινε σαν ανέκδοτο αυτός ο διάλογος ανάμεσά τους.
  -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα ότι θα τις φας; -Όχι, δεν βάνω. –Ε, βάνεις δε βάνεις θα τις φας.
  Όμως ο διάλογος στον Τουργκένιεφ έχει και συνέχεια.
«-Θαυμάσια. Αυτή, δε μου λες, σε δέρνει εσένα;».
  Τη συνέχεια την πρόσθεσα για να παραθέσω ένα απόσπασμα από το «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» του Καζαντζάκη.
    «-Πρέπει να γίνεις, από σήμερα και πέρα, Κωνσταντή, καινούριος άνθρωπος· καλός είσαι, μα να γίνεις καλύτερος. Πιο τίμιος, πιο γλυκομίλητος, πιο ταχτικός στην εκκλησιά. Να βάνεις πια λιγότερο κριθάρι στον καφέ, να μην ανακατεύεις τ’ αποπιοτίδια με το κρασί που πουλάς, να μην κόβεις το λουκούμι στη μέση, να το πουλάς για αλάκαιρο. Κι έχε το νου σου να μην ξαναδείρεις τη γυναίκα σου, γιατί από σήμερα και πέρα δεν είσαι μονάχα ο Κωνσταντής, παρά κι ο Ιάκωβος, κατάλαβες; Κατάλαβα να λες.
  -Κατάλαβα, αποκρίθηκε ο Κωνσταντής καταντροπιασμένος κι αποτραβήχτηκε στον τοίχο. Έκανε να πει “Δε δέρνω εγώ τη γυναίκα μου, αυτή με δέρνει”, μα ντράπηκε» (σελ. 22).
  «Καληνύχτισε τη μητέρα του [ο Μπαζάροφ], τη φίλησε στο μέτωπο, αυτή τον αγκάλιασε και πίσω του, κρυφά, τον σταύρωσε στον αέρα τρεις φορές» (σελ. 173).
  Σίγουρα μου το έκανε και η δική μου μητέρα, μπορώ να υποθέσω τώρα, όμως μια φορά την τσάκωσα να ρίχνει πίσω μου καθώς έφευγα, έχοντας μόλις κάνει μπάνιο, αλάτι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την έκφραση του προσώπου της, όλο πονηριά, μην την πάρω χαμπάρι και την αρχίσω στο δούλεμα.
  Η καημένη η Αρίνα Βλάσιεβνα! [η μητέρα του]. «…ήταν μια πραγματική Ρωσίδα νοικοκυρά του παλιού καιρού· θα έπρεπε να έχει ζήσει διακόσια χρόνια νωρίτερα, στα παλαιομοσχοβίτικα χρόνια. Ήταν πολύ θεοφοβούμενη και ευαίσθητη, πίστευε στα κάθε λογής σημάδια, στις μαντείες, στα ξόρκια, στα όνειρα· πίστευε στους φαντασιοκόπους, στα στοιχειά του σπιτιού και του δάσους, στις άσχημες συναντήσεις, στα βότανα, στο αλάτι της Τετάρτης, στο γρήγορο τέλος του κόσμου· πίστευε πως αν τη νύχτα της Λαμπρής δε σβήσουν τα κεριά, τότε το σιτάρι το μαυραγάνι θα θεριέψει και πως τα μανιτάρια δε θα μεγαλώσουν αν τα δει ανθρώπινο μάτι· πίστευε πως στον διάβολο αρέσει αν βρίσκεται εκεί όπου υπάρχει νερό και πως κάθε Εβραίος έχει μια μικρή κηλίδα αίμα στο στήθος· φοβόταν… δεν έτρωγε… ούτε καρπούζι, γιατί το κομμένο καρπούζι θυμίζει το κεφάλι του Ιωάννη του Προδρόμου» (σελ. 174).
  Οι δικές μας νοικοκυρές της επαρχίας ίσως να μην υπολείπονται και πολύ της Αρίνας Βλάσιεβνας, η μητέρα μου σίγουρα όχι.
  «Ένας γιος είναι μια κομμένη φέτα, ένα ανεξάρτητο πρόσωπο. Είναι σαν το γεράκι: θέλησε-πέταξε κοντά μας, θέλησε-πέταξε μακριά μας» (σελ. 197).
  Αυτά τα λέει η καημένη η Αρίνα στον άντρα της όταν, μετά από τρεις μέρες παραμονή στο πατρικό του, έφυγε ο γιος τους. Ήλπιζαν ότι θα καθόταν τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες. Βέβαια γρήγορα επέστρεψε, όμως αυτή η επιστροφή ήταν μοιραία γι’ αυτόν, μολύνθηκε από τύφο.
  «Πραγματικά, όλη η περιουσία ανήκει στην αδελφή της!».
  Ανθρωπολογικό στοιχείο. Φαίνεται ότι και εκεί η πρωτότοκη κόρη κληρονομούσε όλη την περιουσία, σαν τις δικές μας κανακαρές, τις πρωτότοκες κόρες σε κάποια νησιά του Αιγαίου που κληρονομούν όλη την περιουσία.
  «-Ας είμαστε φίλοι όπως πριν. Ας πούμε πως εκείνο ήταν όνειρο, έτσι; Και ποιος θυμάται τα όνειρα;
  -Ποιος τα θυμάται; Μαζί και την αγάπη… είναι ένα αίσθημα φανταστικό.
  -Λέτε; Σε μένα αρέσει πολύ να το ακούω.
  Έτσι μίλησε η Άννα Σεργκέγιεβνα κι έτσι μίλησε ο Μπαζάροφ· και οι δυο νόμιζαν πως λένε την αλήθεια. Βρισκόταν, άραγε, η αλήθεια, όλη η αλήθεια, στα λόγια τους; Αυτοί οι ίδιοι δεν το ήξεραν αυτό και ακόμη λιγότερο ο συγγραφέας. Μα η κουβέντα τους γινόταν έτσι που λες και πίστευαν απόλυτα ο ένας τον άλλον» (σελ. 250).
  Φοβερό εφέ υπερβολής.
  «Ενδιαφέρομαι πάντα να γίνω χρήσιμος, θέλω ν’ αφιερώσω τις δυνάμεις μου στην αλήθεια» (σελ. 255).
  Αυτή η «αλήθεια» ήταν σαν καραμέλα στα χείλη των ιδεαλιστών νέων στα τέλη του  19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αιώνα.
  «Ο Μπαζάροφ που ζάρωνε περιφρονητικά τους ώμους κι έκανε τον πολύξερο μπροστά στους μουζίκους… αυτός ο εγωιστής Μπαζάροφ ούτε καν το υποψιαζόταν πως στα μάτια τους, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένας καραγκιόζης» (σελ. 268).
  Καραγκιόζης!!! Πολύ σκληρός ο χαρακτηρισμός, να κοιτάξω το πρωτότυπο: что он в их глазах был все-таки чем-то вроде шута горохового. шут гороховый, fool, δηλαδή βλάκας, ανόητος, μου μεταφράζει το translate.google.com. Ορθώς λοιπόν. Αλλά φαντάζομαι πόσο θα αγανάκτησαν οι αριστοκράτες αναγνώστες του διαβάζοντας το απόσπασμα αυτό.
  Υπάρχει στο youtube ένα σίριαλ, σε δύο αρχεία, 1ο και 2ο επεισόδιο και 3ο και 4ο επεισόδιο, με ισπανικούς υπότιτλους, για τους ισπανομαθείς. Επίσης μια ταινία του 1958. Τόσο το σήριαλ όσο και η ταινία ακολουθούν αρκετά πιστά το μυθιστόρημα.


Sunday, June 23, 2019

Idrissa Ouedraogo, La colère des dieux (2003)


Idrissa Ouedraogo, La colère des dieux (2003)


  Μετά το «Samba Traoré» είδαμε μια ακόμη ταινία του Idrissa Ouedraogo, την «Οργή των θεών».
  Πώς ξέσπασε ο οργή των θεών; Με την έλευση των λευκών, ενάντια στους οποίους ήταν αδύνατο να αμυνθούν με τον πρωτόγονο εξοπλισμό τους, παλιά τουφέκια και λόγχες.
  Γιατί αυτή η οργή; Διότι ο βασιλιάς, με το έτσι θέλω, πήρε από τα χέρια του αρραβωνιαστικού της την αγαπημένη του (μου θύμισε το «Samurai rebellion» του Μασάκι Κομπαγιάσι). Όμως αυτή κυοφορούσε ήδη το γιο τους. Επί πλέον κυβερνούσε αυταρχικά, με αποτέλεσμα να γίνει μισητός στους υπηκόους του.
  Ο «γιος» ήταν ήδη δωδεκάχρονος όταν ο βασιλιάς αποφάσισε, δεχόμενος τους οιωνούς του μάγου, να τον σκοτώσει (ήξερε ότι δεν ήταν γιος του, αλλά δεν το μαρτύρησε, προφανώς χρειαζόταν διάδοχο) καθώς και τους γονείς του. Όμως ο θείος του τους προειδοποίησε, για να βρει στη συνέχεια το θάνατο από τον ανιψιό του.
  Ο βασιλιάς τους αναζητεί. Θα βρει τους γονείς του, οι οποίοι παραδίδονται σε αντιπερισπασμό για να σωθεί ο γιος τους. Θα τους εκτελέσει. Ο γιος θα τους θάψει.
  Ο γιος μεγαλώνει, και ονειρεύεται την εκδίκησή του. Και κάποτε θα την πάρει σκοτώνοντας το βασιλιά. Τότε εμφανίζονται οι λευκοί. Συνειδητοποιώντας το μάταιο της αντίστασης, και μη θέλοντας να γίνει σκλάβος τους, αυτοκτονεί.
  Η πίστη στις μαντείες, αλλά και ένας μαγικός ρεαλισμός, κυριαρχούν στην ταινία. Η μεταμφίεση είναι μια ικανότητα που κληρονομεί τόσο ο βασιλιάς όσο και ο νεαρός. Μεταμφιέζεται σε λαγό για να ξεφύγει, όμως ο νεαρός το αντιλαμβάνεται και τον πυροβολεί.
  Πολύ μου άρεσε η ταινία, όπως εξάλλου και όλες οι ταινίες του Idrissa Ouedraogo.