Book review, movie criticism

Friday, September 20, 2019

Pawel Maslona, Κρίσεις πανικού (Atak paniki, 2017)


Pawel Maslona, Κρίσεις πανικού (Atak paniki, 2017)


  Από χθες στους κινηματογράφους.
  Comedy, drama, χαρακτηρίζει την ταινία το IMDb. Εγώ θα την χαρακτήριζα καλύτερα horror, πράγμα που εξηγεί και τη χαμηλή βαθμολογία της (6,1). Οι περισσότερες horror ταινίες έχουν πολύ χαμηλή βαθμολογία, υποθέτω γιατί πολλοί δεν αγαπούν ιδιαίτερα το είδος. Εγώ καθόλου.
  Μπα, κρίσεις πανικού δεν βλέπουμε, αλλά και στις επτά ιστορίες, τις οποίες παρακολουθούμε κομματιαστά, η κορύφωσή τους θα μπορούσε να είναι μια υστερική κρίση.
  Σε όλες;
  Όχι, στη μια απ’ αυτές βλέπουμε τον άντρα και τη γυναίκα, η οποία μόλις έχει υπογράψει την αίτησή του για διαζύγιο (τον είχε εγκαταλείψει), να κάνουν ένα αποχαιρετιστήριο σεξ. Όμως η αγωνία, από την πλευρά του άνδρα, ήταν εμφανής, μήπως δεν την έπειθε τελικά. Η φιλενάδα του με την οποία σκοπεύει να παντρευτεί είναι έγκυος, θα υπήρχε μεγάλο πρόβλημα.
  Ιστορίες αγωνίας θα μπορούσαμε να τις χαρακτηρίσουμε όλες, μιας αγωνίας που τύφλα να έχει η αγωνία των horror.
  Πρόκειται για μια οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα ταινία με εξαιρετικές ερμηνείες, παρόμοια δεν έχετε δει και ίσως να μην δείτε, γι’ αυτό ίσως θα άξιζε να τη δείτε. Όμως φροντίστε να είστε σε καλή διάθεση, γιατί μπορεί να σας ρίξει ψυχολογικά.

Jacques Demy, Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ (Les demoiselles de Rochefort, 1967)


Jacques Demy, Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ (Les demoiselles de Rochefort, 1967)



  Από χθες στους κινηματογράφους, σε επανέκδοση.
  Χαριτωμένο μιούζικαλ, σαν τα δικά μας του Δαλιανίδη της ίδιας εποχής, αν και χωρίς το ελληνικό χιούμορ. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο δυο αδελφές, η Κατρίν Ντενέβ και η Φρανσουάζ Ντορλεάκ, της οποίας ο τραγικός θάνατος σε τροχαίο τόσο συγκλόνισε, την ίδια χρονιά που γυρίστηκε η ταινία.
  Η πλοκή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με τις απιθανότητές της, σαν κωμωδία της Κρητικής Αναγέννησης. Ο ζωγράφος που υπηρετεί τη θητεία του στο ναυτικό θα ζωγραφίσει την ιδανική γυναίκα της ζωής του, όπως τη φαντάζεται. Όμως δεν είναι ολόφτυστη η Κατρίν Ντενέβ;
  Όχι, δεν σκοπεύει να φτιάξει δεσμό παρά μόνο με αυτή την ιδανική γυναίκα, όταν και αν κάποτε τη συναντήσει.
  Αυτό μου θύμισε το παρακάτω ανέκδοτο.
  -Αποφάσισα να μην παντρευτώ παρά μόνο αν έβρισκα την ιδανική γυναίκα της ζωής μου. Και κάποτε τη βρήκα.
  -Και την παντρεύτηκες;
  -Όχι. Δυστυχώς ζητούσε κι αυτή τον ιδανικό άνδρα.
  Το παρακάτω δεν είναι ανέκδοτο, είναι πραγματική ιστορία. Δεκαετία του ’80, δηλώνει ένας φοιτητής:
  -Δεν θα παντρευτώ παρά μόνο αν συναντήσω μια γυναίκα με την ομορφιά της Ούρσουλας Άντρες και το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ.
  Αν πω τώρα ότι έμεινε ανύπαντρος θα με κατηγορήσετε ότι ακολουθώ το στερεότυπο «όμορφη αλλά χωρίς μυαλό», όπως τα ανέκδοτα με τις ξανθιές (τα κυκλοφορούν από ζήλεια οι μελαχρινές). Όμως πραγματικά δεν ξέρω.

Wednesday, September 18, 2019

Γιάννης Ν. Ζουγλάκης, Ήτανε Θε μου μια φορά


Γιάννης Ν. Ζουγλάκης, Ήτανε Θε μου μια φορά… Βιβλιοεπιλογή-Γιώργος Αναστασάκης 2018, σελ. 305

  Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα, στο τρίτο τεύχος της «Βαϊνιάς» και στην «Ιεράπετρα 21ος αιώνας», 18-7-2019

  Σε τέταρτη έκδοση κυκλοφορεί το βιβλίο του Γιάννη Ζουγλάκη «Ήτανε Θε μου μια φορά». Οι δυο πρώτες εκδόσεις γίνανε από την «Ιεράπετρα 21ος αιών», το 2017, ενώ η τρίτη και η τέταρτη από τον εκδοτικό οίκο «Βιβλιοεπιλογή».
  Έχουμε ήδη παρουσιάσει το προηγούμενο βιβλίο του Γιάννη Ζουγλάκη που έχει τίτλο «Βαϊνιά, νοσταλγική διαδρομή στο χρόνο», στην Παγκρήτια Ένωση στις 21 Μαρτίου 2005. Το «Ήτανε Θε μου μια φορά» αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχειά του. 
  Ξεφυλλίζουμε το βιβλίο για να σημειώσουμε τα κύρια θέματά του και να παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα που υπογραμμίσαμε.
  Τον πρόλογο υπογράφει ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, όλοι τον ξέρετε. Ανάμεσα στα άλλα γράφει:
  «Ο Γιάννης Ζουγλάκης περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις που έζησε φέρνοντας στην επιφάνεια προσωπικά βιώματα, αρκετά από τα οποία ξεπερνούν το φράγμα της ατομικότητας καθώς αντικατοπτρίζουν την κρητική ζωή των τελευταίων ογδόντα χρόνων με τις μετακατοχικές στερήσεις και τις συμφορές που συσσώρευσε η ιταλογερμανική κατοχή και ο εμφύλιος» (σελ. 14).
  Τα αρχικά κεφάλαια είναι κεφάλαια αναμνήσεων, μέσα από τις οποίες ο Ζουγλάκης ανασυστήνει τη Βαϊνιά των παιδικών του χρόνων. Σε ένα οδοιπορικό-επιστροφή στην πατρίδα περιγράφει τη συγκίνησή του βλέποντας γνώριμα τοπία, αλλά και έργα που έκανε ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού.  
  Ποια είναι η «Αγία τετράδα της κατοχής»; Είναι η φυλλάδα, τα κουκιά και η κριθινοκουλούρα». Μ’ αυτά έζησαν τότε οι Βαϊνιώτες. Διαβάζω:
  «Είναι αλήθεια ότι τα κουκιά δεν είχαν πολλούς φίλους, κυρίως μεταξύ των παιδιών» (σελ. 36).
  Άκουσα τη μητέρα του φίλου μου του Αντώνη να λέει στις γειτόνισσες, ότι ο γιος της τρώει όλα τα όσπρια εκτός από τα κουκιά. Εμένα μου αρέσουν, αλλά είναι πανάκριβα. Προτιμώ τα φρέσκα, σκορδάτα. Ο πατέρας μου φύτευε κάθε χρόνο κουκιά στο περβόλι μας.
   Διαβάζω:
  «Άμα έχεις λάδι και ψωμί δεν φοβάσαι την πείνα» (σελ. 41).
  Το ξέρω σε καλύτερη εκδοχή από τον πατέρα μου: «Ο που ’χει λάδι και ψωμί έχει όλα τα καλά του Θεού».
  Τα επόμενα κεφάλαια είναι λεξιλογικός πλούτος. Ο Ζουγλάκης χρησιμοποιεί κρητικές λέξεις, πολλές από τις οποίες έχουν πέσει σήμερα σε αχρηστία, δίνοντας σε υποσημείωση τη σημασία τους. Τις δίνει με αρίθμηση, και στην τελευταία βλέπουμε τον αριθμό 714.
  Μια από τις λέξεις αυτές είναι και η «λούτα», που σε υποσημείωση μας λέει ότι είναι η γουρούνα. Και θυμάμαι στο γυμνάσιο που κάποιος καθηγητής μας είπε τη λέξη «γουρούνα» κι εμείς γελάσαμε. Έδειξε να εκπλήσσεται. -Γιατί γελάτε; Δηλαδή εσείς πώς τη λέτε; Και πετάγεται ένας συμμαθητής μου: «λούτα». Όλη η τάξη ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Αυτό το «λούτα» ηχούσε αρκετά κωμικά στα αυτιά μας, αφού την ατάκα μιας χωριανής μου, της Σπυριδολενιάς (γυναίκας του Σπυρίδου) τη λέγαμε για χρόνια και γελάγαμε: «Ωρή Αννιά, άμε ωρή τη λούτα στο νερό να σκατατολοήσει». Δεν έμαθα ποτέ τι σημαίνει αυτό το «σκατατολογώ», αλλά το διέσωσε αυτή η ατάκα.
  Ο Ζουγλάκης δεν ανακαλεί μόνο το παρελθόν, μιλάει και για το παρόν και τις επιπτώσεις του στην κοινωνία, τόσο την τοπική όσο και την ευρύτερη. Αξίζει να παραθέσω κι εγώ τις δυο πρώτες στροφές από ένα σατιρικό ποίημα του Σουρή που παραθέτει.

Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ’ όλη τη γη μοναδικό
εκατό να ξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς
να ’χει επτά πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;  

  Ο Ζουγλάκης αφηγείται και πολλές αστείες ιστορίες, σαν τις δικές μου εύθυμες κατωχωρίτικες. Παραθέτω τον παρακάτω διάλογο.
  «-Εγώ εθάρρου ότι αλλαξόσυρνες μιαολιά από τον κουζουλομανώλη, μα εσύ πετροβολάς.
  -στη μπάντα μη σε κουτουλήσει το βούι… του είπε με ειρωνικό βλέμμα…» (σελ. 145).
  Σε υποσημείωση ο Ζουγλάκης μας εξηγεί την πειρακτική σημασία αυτής της φράσης.
  Θα παραθέσω κι εγώ δικές μου αναμνήσεις, μια και δεν προβλέπεται να γράψω τη συνέχεια του βιβλίου μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».
  Όταν κάποιος στην παρέα μας έλεγε ότι είδε ένα όνειρο, εμείς σχολιάζαμε ειρωνικά: «Ντα θωρούνε τα βούγια όνειρο»;
  Και μια ακόμη.
 Όταν έκανε κάποιος ωτοστόπ σ’ ένα φορτηγατζή, αυτός του έλεγε: «Δεν παίρνω κοπρά». Φυσικά έπρεπε να είναι φίλος του για να μην παρεξηγήσει. Και βέβαια τον έπαιρνε. Εκείνη την εποχή δεν φόρτωναν κοπρά όλα τα φορτηγά, γιατί η καρότσα ήθελε μετά πολύ καθάρισμα.
  Το κεφάλαιο «Οι ξεπαπούτσωτοι» με συγκίνησε ιδιαίτερα γιατί με γέμισε αναμνήσεις. Συνειδητοποίησα ακόμη πόσο πλούσιο ήταν το χωριό μου, γνωστό άλλωστε σ’ όλη την περιφέρεια, διαβάζοντας ότι πολλά παιδιά στη Βαϊνιά περπατούσαν ξεπαπούτσωτα γιατί οι γονείς τους ήταν πολύ φτωχοί για να τους αγοράσουν παπούτσια. Θυμάμαι μόνο ένα συμμαθητή μου που περπατούσε χωρίς παπούτσια όλο το χρόνο. Οι υπόλοιποι ξεπαπουτσωνόμασταν από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, γιατί μας άρεσε να νοιώθουμε τα πόδια μας γυμνά πάνω στο χώμα. Βέβαια το κατακαλόκαιρο ήταν πρόβλημα να περπατάμε στο δρόμο, καθώς η άσφαλτος ζεμάταγε από τη μαύρη πίσσα. Ευτυχώς που στην άκρη υπήρχε χώμα, αν και όχι σε όλα τα σημεία.
  Διαβάζω:
  «Ο φίλος του αυτός, δεν μπόρεσε να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του και ο δανειστής εστράφη κατά του εγγυητού, με αποτέλεσμα να χάσει ό,τι είχε και δεν είχε» (σελ. 175).
  Ένας φίλος μου την πάτησε μ’ αυτό τον τρόπο. Και θυμάμαι τον πατέρα μου που συχνά μου παράγγελνε να μη μπω ποτέ εγγυητής.
  Διαβάζω: «Τολμούμε σήμερα να αφήσομε τις πόρτες των σπιτιών μας ή των αποθηκών μας ξεκλείδωτες και μάλιστα με τα κλειδιά στις κλειδαριές, όπως κάναμε τότε; (σελ. 190).
  Σήμερα τις έχουμε διπλοκλειδωμένες και πάλι οι κλέφτες τις παραβιάζουνε. Συμβουλή μου: βάλετε συναγερμό στα σπίτια σας.
  Κορυφαία, πράγμα που επισημαίνει και ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, είναι τα δυο κεφάλαια για τη Σοφία, μια γυναίκα που θα την χαρακτηρίζαμε σήμερα περιθωριακή. Στο πρώτο ο Ζουγλάκης δίνει το λόγο στην ίδια τη Σοφία.
  «Γιατί η σκουπιδολαγνεία μου, που αποτελεί το ηρεμιστικό της ψυχής μου, γίνεται αιτία κοινωνικού πολέμου εναντίον μου. Τον θεωρώ δικαιολογημένο, αλλά αναποτελεσματικό και πάνω από τις δυνάμεις μου, αφού, από τα σκουπίδια προμηθεύομαι και τις τροφές για τα απροστάτευτα γατάκια που είναι οι πιο πιστοί μου σύντροφοι» (σελ. 196).
  Στο επόμενο κεφάλαιο ο Ζουγλάκης απευθύνεται σ’ αυτήν σ’ ένα εφέ αποστροφής, μια και ήδη είχε αποδημήσει εις Κύριον.
  «Νομίζω επίσης, ότι δεν θα απομακρυνθώ πάρα πολύ από την πραγματικότητα, εάν ισχυρισθώ ότι είχες κληρονομήσει την ψυχική απάθεια και την αταραξία των Στωικών και τον τρόπο ζωής από τον κυνικό Διογένη, που όταν ρωτήθηκε “τίνες των ανθρώπων ευγενέστατοι;” έδωσε την παρακάτω απάντηση: “εκείνοι που καταφρονούν τον πλούτο, τη δόξα, την απόλαυση, τη ζωή και δεν πτοούνται από τη φτώχεια, την αδοξία, τον πόνο και τον θάνατο”» (σελ. 199).
  Ο σατιρικός Γιουβενάλης, τον οποίο παραθέτει ο Ζουγλάκης, γράφει. «…οι Έλληνες δεν φέρονται σαν απατεώνες, αλλά οι απατεώνες φέρονται σαν Έλληνες» (σελ. 217).
  Μήπως απ’ αυτόν το έκλεψε ο Τσώρτσιλ, που είπε παραφράζοντάς το, «Άλλοτε λέγαμε ότι οι Έλληνες μάχονται σαν ήρωες, τώρα λέμε ότι οι ήρωες μάχονται σαν Έλληνες».
  Και θυμήθηκα πάλι τον πατέρα μου που έλεγε συχνά ότι οι ρωμιοί είναι μπαταξήδες.
  Δυστυχώς δεν μπορώ να παραθέσω άλλα σχετικά αποσπάσματα, γιατί η βιβλιοκριτική αυτή ήδη έχει φτάσει σε μάκρος.
  Ενδιαφέρων τέλος είναι ο «Κατάλογος με τα ονόματα και τις δημευμένες περιουσίες των επαναστατών που πέθαναν χωρίς κληρονόμους και των φυγάδων». Από τους επτά που αναφέρει για το χωριό μου οι περισσότεροι είναι φυγάδες. Στο επόμενο κεφάλαιο παραθέτει τα ονόματα αυτών που σκοτώθηκαν στην επανάσταση του ’21. Από το χωριό μου ήσαν εννιά.
 Για την Επισκοπή αναφέρει και ένα Νικολή Τιμουρτζή, που σε σημείωση ο Σταυρινίδης, ο μεταφραστής των τουρκικών αρχείων από τον οποίο παίρνει τα στοιχεία ο Ζουγλάκης, γράφει: Δερμιτζάκης, υφίσταται, έφυγε. Σπίτι 1 κ.λπ.
  Μήπως εμείς οι Δερμιτζάκηδες παλιά λεγόμασταν Τιμουρτζήδες; Τιμούρ, υπόψη, είναι ο Ταμερλάνος. Σε ένα ρώσικο σήριαλ που έβλεπα παλιά, ένα πρόσωπο λεγόταν Τιμούρ.
  Διαβάζω: «… όλα τα μουσουλμανικά επίθετα έχουν κατάληξη σε -άκης» (σελ. 256), και λίγο πιο κάτω ο Ζουγλάκης παραθέτει ένα σωρό τούρκικα ονόματα που τελειώνουν σε -άκης. Είχα διαβάσει ότι οι τούρκοι πρόσθεσαν στα επίθετά μας το -άκης σαν υποτιμητικό, πράγμα που ο κατάλογος αυτός διαψεύδει, όπως και ο κατάλογος με τα ονόματα των χριστιανών από τα οποία λίγα τελειώνουν σε -άκης. Δεν αποκλείεται όμως οι τούρκοι αυτοί να ήταν απόγονοι εκμουσουλμανισμένων χριστιανών.
  Εξαιρετικό το βιβλίο αυτό του Ζουγλάκη, η τέταρτη έκδοσή του μαρτυρεί ότι είναι ένα μίνι μπεστ σέλερ για τα τοπικά δεδομένα. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο.  
 

Wim Wenders, Lisbon story (1994)


Wim Wenders, Lisbon story (1994)


  Επέλεξα να μη γράψω για την επόμενη ταινία του Βέντερς αλλά για την «Λισαβονέζικη ιστορία» μια και, όπως διαβάζω στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας, αποτελεί εν μέρει συνέχεια της «Κατάστασης των πραγμάτων». Και εδώ έχουμε την αναζήτηση, όμως όχι του παραγωγού αλλά του σκηνοθέτη. Το ίδιο πρόσωπο και στους δυο ρόλους, ο Patrick Bauchau, που και στις δυο ταινίες έχει το όνομα Φρίντριχ. Τον αναζητεί ο μηχανικός ήχου.
  Και οι δυο ταινίες εκφράζουν τις αισθητικές αντιλήψεις του Βέντερς εκείνης της εποχής. Η εικόνα είναι το παν, το στόρι είναι η πρόφαση. Βλέπουμε εικόνες από τη Λισαβώνα καθώς την περιδιαβαίνει σε αναζήτηση του Φρίντριχ, καταγράφοντας όμως ταυτόχρονα ήχους από διάφορες πηγές. Συχνή παρέα του τέσσερα παιδιά, τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Το αγόρι και το ένα κορίτσι (μπορεί και δυο, δεν θυμάμαι) φιλμάρουν συνεχώς με τις βιντεοκάμερές τους. Θα δούμε και σε μια σύντομη εμφάνιση τον μεγάλο πορτογάλο σκηνοθέτη Μανουέλ ντε Ολιβέιρα, καθώς και ένα λαϊκό συγκρότημα, τους Madredeus. Εξαιρετική η τραγουδίστριά τους, και πανέμορφη, το λέει και ο μηχανικός ήχου. Κάποια στιγμή όμως σκέφτηκα ότι τώρα θα είναι πενηντάρα και μελαγχόλησα. Δεν εποίησε τα πάντα εν σοφία. Θα μπορούσε να μας καθηλώνει εμφανισιακά στην ηλικία των τριάντα, και μετά ας μας έπαιρνε οπότε ήθελε.
  Τον Φρίντριχ θα τον συναντήσει μόλις δεκαπέντε λεπτά πριν τελειώσει η ταινία, και θα τον πείσει να συνεχίσει την ταινία του, που είχε αποφασίσει να την παρατήσει.
  Νόμιζα ότι θα τη βαριόμουνα την ταινία, όμως όχι. Ένας λόγος είναι ότι υπάρχουν άφθονες πινελιές χιούμορ, κυρίως στην αρχή.
  Συμφωνώ με τον Syd Field, πλοκή με το απαραίτητο σασπένς είναι η σίγουρη συνταγή για την επιτυχία. Εδώ η πλοκή είναι υποτυπώδης και το σασπένς του να βρεθεί ο Φρίντριχ πολύ αδύναμο. Όμως ο Βέντερς κάνει εδώ ένα μεγάλο συμβιβασμό: εγκαταλείπει το ασπρόμαυρο του οποίου είναι λάτρης για το έγχρωμο. Αλλά είχε ήδη κάνει το συμβιβασμό και σε σχέση με την πλοκή, με την ταινία του «Παρίσι-Τέξας», η οποία γυρίστηκε μετά την «Κατάσταση των πραγμάτων» και γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Η κατάσταση των πραγμάτων».
 

Tuesday, September 17, 2019

Monday, September 16, 2019

Aleksandr Buravskiy (Александр Буравский), Leningrad (Ленинград, 2009)


Aleksandr Buravskiy (Александр Буравский), Leningrad (Ленинград, 2009)

 

  Ο χωροχρόνος είναι το πολιορκημένο Λένινγκραντ. Όμως οι πολεμικές σκηνές είναι ελάχιστες, τις περισσότερες τις βλέπουμε στην αρχή. Η ταινία παρουσιάζει κυρίως το δράμα των κατοίκων που υπέφεραν από την πείνα. Ο ανεφοδιασμός δύσκολος, οι μερίδες που δίνονταν με κουπόνια συνεχώς μειώνονταν, η ζωοφαγία (εξαντλημένα άλογα) και η ανθρωποφαγία άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Ευτυχώς κάποια στιγμή η λίμνη πάγωσε οπότε μπορούσαν να τη διασχίσουν φορτηγά εφοδιάζοντας έτσι την πόλη με τρόφιμα. Όμως στο μεταξύ πάνω από ένα εκατομμύριο κάτοικοι είχαν πεθάνει.

  Το φόντο αυτό μας δίνεται μέσα από την ιστορία μιας αγγλίδας δημοσιογράφου που παγιδεύτηκε στο Λένινγκραντ. Μια στρατιωτικίνα θα της προσφέρει καταφύγιο. Και αρχίζει μια περιπέτεια, αρχικά γιατί καταγράφηκε ως νεκρή και στη συνέχεια γιατί οι αρχές έμαθαν ότι είναι κόρη ενός λευκοφρουρού στρατηγού, βγάζοντας αμέσως το συμπέρασμα ότι είναι κατάσκοπος.

  Είδαμε και το δίλλημα μιας μάνας, ποιο από τα δυο παιδιά της να σώσει, δίλημμα πάνω στο οποίο στηρίζεται η ταινία του Φενγκ Σιαογκάνγκ «Aftershock».

  Και η δημοσιογράφος είχε δίλημμα, να φύγει ή να μείνει για να φροντίσει τον μικρό, μεγαλοφυία στο σκάκι, αυτόν που είχε αποφασίσει να «θυσιάσει» η μητέρα του για χάρη της αδελφής του.

  Ακούσαμε για κάποια δευτερόλεπτα μια συμφωνία του Μπετόβεν, όμως εγώ περίμενα να ακούσω την 7η συμφωνία του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, την επονομαζόμενη «Του Λένινγκραντ», που η δεύτερη εκτέλεσή της έγινε στο πολιορκημένο Λένινγκραντ στις 9 Αυγούστου 1942 και μεταδόθηκε παγκόσμια ραδιοφωνικά, με «υπόκρουση» βόμβες που έσκαγαν.  

  Αξίζει να το σημειώσω αυτό: Ψάχνοντας το αγγλικό λήμμα της βικιπαίδειας διαβάζω ότι, όταν ρωτήθηκε αν πιστεύει στο Θεό, απάντησε: Όχι, και λυπάμαι πολύ γι’ αυτό.

  Ας γράψω και αυτό εδώ:

 Όσοι με διαβάζουν ξέρουν ότι κάποιες φορές αυτοβιογραφούμαι.

  Τέλη δεκαετίας του ’70. Σαν μέλος ενός αριστερού γκρουπούσκουλου έκανα μια εκδήλωση στο «Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού» που είχαμε στη Δάφνη, μαζικός φορέας, υποτίθεται αχρωμάτιστος πολιτικά. Στην εκδήλωση αυτή χρησιμοποίησα την 7η συμφωνία του Σοστακόβιτς. Τιμωρήθηκα με επίπληξη γιατί, λέει, χρωμάτισα πολιτικά το κέντρο.

Ήταν μια εποχή που φοβόμασταν και τη σκιά μας. Αδρανειακό φαινόμενο, πριν λίγο είχε πέσει η δικτατορία.


Pat Proft, Κινούμενος στόκος (Wrongfully accused, 1998)


Pat Proft, Κινούμενος στόκος (Wrongfully accused, 1998)


  Κωμωδία για χαλάρωση με τον Leslie Nielsen. Είπαμε, η κωμωδία είναι αγαπημένο είδος και συχνά βλέπω κωμωδίες για χαλάρωση. Την είδα με το γιο μου που μου επεσήμαινε τις παρωδιακές σκηνές. Μου είπε από την αρχή ότι η ταινία σαν πλοκή παρωδεί τον «Φυγάδα» στον οποίο πρωταγωνιστεί ο Χάρισον Φορντ, του οποίου το όνομα δανείζεται ο σκηνοθέτης για τον ήρωά του.
  Κατηγορείται άδικα για ένα φόνο, καταδικάζεται, και το σκάει για να γλιτώσει. Και, όπως και ο Χάρισον Φορντ, είναι αυτός που θα ανακαλύψει στο τέλος τον δολοφόνο, για να εισπράξει τα ευχαριστήρια και τη συγνώμη της αστυνομίας.
  Αρκετά καλές κωμικές σκηνές, και με τις εκ των ων ουκ άνευ ανατροπές. Η κοπέλα που τον ερωτεύεται αλλά κάποια στιγμή την υποπτεύεται, τελικά θα σταθεί στο πλευρό του και θα του σώσει τη ζωή από τους κακούς.
 

Wim Wenders, Der Stand der Dinge (1982)


  Wim Wenders, Der Stand der Dinge (1982)

  Ένα κινηματογραφικό συνεργείο γυρίζει μια ταινία στην Πορτογαλία, στις ακτές του Ατλαντικού. Ο παραγωγός που έχει τα λεφτά έχει πάει στη Λισαβώνα. Τους τελειώνει το φιλμ, σταματάνε τα γυρίσματα και τον περιμένουν να γυρίσει.
  Αφού είχαμε δει κάποιες σκηνές από την ταινία που γύριζαν (επιστημονικής φαντασίας), βλέπουμε τώρα πώς περνάνε τον καιρό τους περιμένοντας τον Γκοντό, τον παραγωγό. Ένα ζευγάρι, δυο φίλοι, δυο μικρά κορίτσια βρίσκονται ανάμεσα στο συνεργείο.  
  Τελικά ο Φρίντριχ, ο σκηνοθέτης, θα πάει στη Λισαβώνα να τον αναζητήσει. Θα τον βρει, αλλά χρήματα γιοκ.
  Η ταινία μου θύμισε το «8,1/2» του Φελίνι. Το σασπένς για το πότε θα έλθει ο σκηνοθέτης είναι υποτυπώδες, οι σκηνές που βλέπουμε ανάμεσα στα μέλη του συνεργείου δεν προωθούν τη δράση, είναι απλά δεικτικές χαρακτήρων και καταστάσεων, ενώ κάποιες συζητήσεις, όπως για την πλοκή σε ένα έργο και για το ασπρόμαυρο (η ταινία είναι ασπρόμαυρη) έχουν ενδιαφέρον.
  Στο τέλος του έργου βλέπουμε τον παραγωγό που είναι αγκαλιασμένος σε αποχαιρετισμό με τον Φρίντριχ να δέχεται ένα πυροβολισμό στην πλάτη. Σωριάζονται και οι δυο κάτω. Στην επόμενη σκηνή βλέπουμε τον Φρίντριχ να φιλμάρει, κρατώντας την κάμερα σαν να κρατάει όπλο. Μετά βλέπουμε να δέχεται κι αυτός μια σφαίρα στο στήθος. Σωριάζεται χάμω. Η κάμερα, λυγισμένη στο χέρι του, εξακολουθεί να γράφει, το τελευταίο πλάνο της ταινίας.
  Νομίζω πως αυτό που θέλει να πει ο ποιητής, δηλαδή ο Βέντερς, είναι ότι πραγματικότητα και μυθοπλασία μπορεί να είναι συχνά αξεδιάλυτα. Πάντως, συγκρίνοντάς την με τις άλλες ταινίες του, δεν θα πω ότι μου άρεσε. Θέλω σε μια ταινία να υπάρχει πλοκή, ένα θέμα που σχολιάζεται και στην ταινία, της οποίας η πλοκή είναι εντελώς υποτυπώδης. Να πω επίσης ότι δεν είμαι καθόλου φαν του ασπρόμαυρου. Σαν εμένα είναι κι άλλοι, και σ’ αυτούς απαντάει με αυτή την ταινία ο Βέντερς. 
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Hammet»
 

Wim Wenders, Hammet (1982)


Wim Wenders, Hammet (1982)


  Και πάλι ο Βέντερς κάνει αστυνομική ταινία (neo-noir, mystery film τη χαρακτηρίζει η βικιπαίδεια, αλλά αυτά για μένα είναι ψιλές αποχρώσεις), χωρίς όμως τις υπαρξιακές διαστάσεις του «Αμερικάνου φίλου», και γι’ αυτό θα πω ότι δεν μου άρεσε· για την ακρίβεια, μου άρεσε όπως και οι ταινίες αντίστοιχες της παραλογοτεχνίας που βλέπω κάποιες φορές αργά το βράδυ, για χαλάρωση (όχι, παραλογοτεχνία δεν διαβάζω, τρώει πολύ χρόνο). Πολεμικές ταινίες με αεροπλάνα είναι οι αγαπημένες μου, και μάλιστα οι παλιές, όχι οι καινούριες που τα αεροπλάνα είναι ψηφιακά κατασκευασμένα.
  Η ταινία μου θύμισε μια άλλη ταινία που είδα πρόσφατα, την «Αγκάθα, η εξιχνίαση ενός φόνου». Σ’ αυτήν κεντρικός χαρακτήρας είναι η Αγκάθα Κρίστι. Στην ταινία του Βέντερς, μεταφορά από μυθιστόρημα, το σενάριο της οποίας, δυστυχώς, δεν συνυπογράφει, γι’ αυτό ίσως μου άρεσε λιγότερο από το «Ένας αμερικάνος φίλος», κεντρικός χαρακτήρας είναι ο επίσης συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Ντάσιελ Χάμετ («Το γεράκι της Μάλτας»). Εμπλέκεται σε μια ιστορία με πάρα πολλές περιπλοκές που συχνά με μπερδεύουν στα τέτοια έργα, ένας από τους λόγους που δεν μου αρέσουν, και γι’ αυτό δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτήν. Όσοι θέλετε μπορείτε να τη διαβάσετε στη βικιπαίδεια. Να πω μόνο ότι χώρος της πλοκής είναι η Chinatown, με μια κινέζα πόρνη που ο πατέρας της την πούλησε όταν ήταν εννέα χρονών για 5.000 δολάρια αν θυμάμαι καλά. Αυτό βέβαια στην προ-κομμουνιστική περίοδο, ο Μάο δεν θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο. 
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για τα ντοκιμαντέρ «Lightning over water» και «Room 666».


Wim Wenders, Lightning over water (1980) και «Room 666» (1982).


Wim Wenders, Lightning over water (1980) και «Room 666» (1982).


  Η «Αστραπή πάνω από το νερό» είναι ντοκιμαντέρ και αναφέρεται στις τελευταίες βδομάδες της ζωής του Νίκολας Ρέι («Επαναστάτης χωρίς αιτία»), που έφυγε από καρκίνο του πνεύμονα. Ο Βέντερς είχε συνεργαστεί με τον Ρέι, αλλά επί πλέον φαίνεται να τον απασχολούσε εκείνη την εποχή το πρόβλημα ενός αναπόφευκτου θανάτου, όπως φαίνεται από την προηγούμενη ταινία του «Ένας αμερικάνος φίλος». Χρησιμοποίησε βέβαια και αρχειακό υλικό, καθώς και σκηνές που είχαν παρθεί με βιντεοκάμερα, φυσικά αναλογική της εποχής, που δεν είχαν την ευκρίνεια των σκηνών που είχαν παρθεί με κινηματογραφική κάμερα.
  Και το «Δωμάτιο 666» είναι ντοκιμαντέρ. Σ’ αυτό το δωμάτιο μάζεψε ο Βέντερς κάμποσους σκηνοθέτες που είχαν έλθει στο φεστιβάλ Κανών το 1982, υποβάλλοντάς τους κάποιες γραπτές ερωτήσεις τις οποίες θα έπρεπε να απαντήσουν μπροστά στην κάμερα. Κάποιοι μίλησαν εκτενώς, όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ με τον οποίο ξεκινάει το ντοκιμαντέρ, κάποιοι πολύ λίγο. Ο Γιλμάζ Γκιουνέι απουσίαζε, τις απαντήσεις του τις έστειλε ηχογραφημένες. Κούρδος και αριστερός, δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στο φεστιβάλ. Πριν δυο χρόνια ο Κενάν Εβρέν είχε επιβάλει δικτατορικό καθεστώς στην Τουρκία.
  Πάντως διαβολική η επινόησή του να τους φέρει στο δωμάτιο 666· αν και το πιο πιθανόν είναι το δωμάτιο αυτό να είναι εντελώς φανταστικό.  
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Ένας αμερικάνος φίλος».   


Saturday, September 14, 2019

Wim Wenders, Ένας αμερικάνος φίλος (Der Amerikanische Freund 1977)


Wim Wenders, Ένας αμερικάνος φίλος (Der Amerikanische Freund 1977)


  Ο Wim Wenders δεν κάνει cinema dauteur, που το κύριο χαρακτηριστικό του, αν και όχι πάντα, είναι ότι ο σκηνοθέτης υπογράφει και το σενάριο. Μόνο στην πρώτη του ταινία το υπογράφει, στις επόμενες, όπως συμβαίνει και με όλους σχεδόν τους σκηνοθέτες, το συνυπογράφει. Στην πλοκή της φαίνεται η αγάπη του για το αστυνομικό, παρόλο που δεν είναι αστυνομικό με την κλασική έννοια.
  Στο αστυνομικό επιστρέφει με το «Ένας αμερικάνος φίλος», όμως το σενάριο, αν και πάλι το υπογράφει ο ίδιος, στηρίζεται σε μυθιστόρημα. Μάλλον δεν είναι επινοητικός στη σύνθεση ιστοριών και γι’ αυτό καταφεύγει σε άλλους, και κυρίως στον Πέτερ Χάντκε.
  Δεν είναι αγαπημένο μου είδος το αστυνομικό. Μαθητής, θυμάμαι, αγόραζα από τη Μάσκα το Γερόλυκο και το Γεράκι, καουμπόικες ιστορίες, και όχι τον Ντετέκτιβ Χ. που οι ιστορίες του ήταν αστυνομικές. Όμως το έργο αυτό είναι κάτι παραπάνω από αστυνομικό, καθώς παρουσιάζει τα ψυχολογικά και υπαρξιακά προβλήματα των δύο κεντρικών χαρακτήρων του.
  Και εδώ έχουμε ένα αντρικό δίδυμο, όπως στην αμέσως προηγούμενη ταινία του «Στο πέρασμα του χρόνου». Ο ένας είναι ένας κορνιζοποιός που περιμένει το μοιραίο από τον καρκίνο. Ο άλλος είναι εγκληματίας που όμως αρχίζει να έχει συνειδησιακά προβλήματα. Δεν θέλει να διαπράξει ο ίδιος το έγκλημα που του έχουν αναθέσει (ξεκαθάρισμα λογαριασμών), θέλει να το αναθέσει σε άλλο. Και το αναθέτει στον κορνιζοποιό, με το επιχείρημα ότι δεν είναι γνωστός στους κύκλους του, δηλαδή στους κακοποιούς και στην αστυνομία, και έτσι μπορεί να το διαπράξει με μεγάλη ασφάλεια. Αν τον πιάσουν δεν έχει να χάσει τίποτα, αφού έτσι κι αλλιώς είναι καταδικασμένος από την αρρώστια του. Αλλά είτε τον πιάσουν είτε όχι θα κερδίσει την αμοιβή που θα ανακουφίσει οικονομικά τη γυναίκα του, η οποία μετά το θάνατό του θα μεγαλώνει μόνη της την κόρη τους.
  Μετά από αμφιταλαντεύσεις και επιδέξιους χειρισμούς του εγκληματία θα δεχθεί. Πράγματι θα διαπράξει το φόνο με επιτυχία. Όμως του δίνει τη μισή αμοιβή, λέγοντάς του ότι τελικά, έτσι όπως ήλθαν τα πράγματα, πρέπει να διαπράξει και έναν δεύτερο φόνο. Πάλι απρόθυμος θα δεχθεί. Ο φόνος θα γίνει μέσα σε ένα τραίνο. Όμως ο εγκληματίας θα μπει και αυτός στο τραίνο για να τον προστατεύσει σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά (η συνειδησιακή μεταστροφή στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω). Η σχέση που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μου θύμισε του σχέση του Αλέν Ντελόν και του Τσαρλς Μπρόνσον στο «Αντίο φίλε», που προβλήθηκε πριν τρεις μήνες σε επανέκδοση.
  Και πράγματι κάτι δεν πήγε καλά, παρά λίγο να αποτύχουν. Αυτό όμως είχε σαν συνέπεια να ανακαλυφθεί από τη συμμορία του εκτελεσμένου ο εντολοδόχος και να του κάψουν το σπίτι. Με άλλα λόγια, ο εγκληματίας αυτός την έχει βάψει.
  Να πω και παρά κάτω;
  Ένας από τους δυο τη γλιτώνει, όμως ποιος;
  Ο αχάριστος κορνιζοποιός θα τον παρατήσει και θα φύγει με το αυτοκίνητο που οδηγεί η γυναίκα του. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, πρέπει να υπάρχει μια κάποια ποιητική δικαιοσύνη στο τέλος του έργου.  
  Και ένα σχόλιο:
  Αμερικάνος ή αμερικανός; Και άλλοι είχαν το ίδιο ερώτημα, βλέπω ψάχνοντας στο google. Εγώ προτίμησα το αμερικάνος.
  Για ποιο λόγο;
  Σε περίπτωση που συμμετέχετε σε μια αντιαμερικάνικη διαδήλωση, τι θα φωνάζετε έξω από την αμερικάνικη πρεσβεία, «Κάτω οι αμερικανοί» ή «Κάτω οι αμερικάνοι»; Σίγουρα το δεύτερο, που είναι κανονικός τροχαίος (τονισμένη-άτονη συλλαβή).