Book review, movie criticism

Wednesday, January 16, 2019

Dominique Rocher, The night eats the world (Το βράδυ που έφαγε τον κόσμο, 2018)




  Από την Πέμπτη που μας πέρασε στους κινηματογράφους. 
  Μια ακόμη ταινία με ζόμπι που βλέπω. Η προηγούμενη, αν θυμάμαι καλά, ήταν μια   κορεάτικη.
  Ο σκηνοθέτης δεν καθυστερεί να μας μπάσει στο φανταστικό του horror.
  Ο ήρωάς μας πηγαίνει στο σπίτι της πρώην του για να πάρει κάποιες κασέτες. Πέφτει πάνω σε ένα πάρτι. Υπάρχει κάποια στιγμή μια ένταση με τον νυν της, αλλά λύνεται χάρη στην ψυχραιμία της κοπέλας. Του λέει ότι είναι στο δωμάτιο στο τέλος του διαδρόμου. Πηγαίνει, τις βρίσκει, κάθεται σε μια πολυθρόνα και αποκοιμιέται. Όταν ξυπνάει και βγαίνει από το δωμάτιο βλέπει ότι τα πάντα είναι γης μαδιάμ. Μετά βλέπει και δυο ζόμπι.
  Του επιτίθενται. Προλαβαίνει και κλείνεται στο δωμάτιο ενώ αυτά κτυπάνε επανειλημμένα την πόρτα να τη σπάσουν. Κοιτάζει από το παράθυρο. Τα βλέπει όλα να απομακρύνονται σιγά σιγά από το κτήριο. Ένας ζωντανός που προσπαθεί να ξεφύγει μπαίνοντας στο αμάξι του δεν προλαβαίνει.
  Κλείνει πόρτες και παράθυρα στο κτίριο. Βρίσκει και μια καραμπίνα και την οπλίζει. Θα του χρειαστεί. Είναι μόνος μέχρι που ανακαλύπτει ένα ζόμπι, που πριν ήταν γιατρός. Τον απομονώνει πίσω από μια καγκελόπορτα. Κουβεντιάζει μαζί του, η μοναξιά είναι αφόρητη. Κτυπάει σαν δαιμονισμένος κάποια κρουστά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να τα μαζέψει πάλι γύρω από το κτίριο.
  Δεν είμαι καθόλου φαν των horror, αλλά το είδα επειδή παίζει μια αγαπημένη ηθοποιός, η Golshifteh Farahani την οποία έχω δει σε πάρα πολλά έργα, κυρίως ιρανικά. Τώρα τελευταία κάνει καριέρα στη Δύση. Κάνει την εμφάνισή της μετά τα δυο τρίτα του έργου. Ο ήρωάς μας τη βρίσκει βαριά τραυματισμένη. Την περιθάλπει. Και πρέπει να αντιμετωπίσουν από κοινού την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Θα τα καταφέρουν;
  Η συνέχεια επί της οθόνης.  

Tuesday, January 15, 2019

Chang-dong Lee, Το παιχνίδι με τη φωτιά (Burning 2018)




  Από την περασμένη Πέμπτη στους κινηματογράφους.
  Εξαιρετικό θρίλερ από ένα Κορεάτη σκηνοθέτη. Θρίλερ, γιατί σε κρατάει σε συνεχή αγωνία, αλλά και drama ταυτόχρονα, καθώς ο Λι προσωπογραφεί με εξαιρετική ακρίβεια τους ήρωές του με τα δράματα που ζουν. Η κοπέλα, με κάποια ψυχική διαταραχή, αναζητάει το νόημα της ζωής. Πηγαίνει στους bushmen και εντυπωσιάζεται από την κουλτούρα τους. Υπάρχουν δυο τύποι πεινασμένων, αυτοί που πεινούν για φαγητό και αυτοί που πεινούν για ένα νόημα ζωής. Για αυτό το δεύτερο είναι και αυτή πεινασμένη. Οι Βουσμάνοι εκφράζουν τις δυο μορφές πείνας με ένα χορό τον οποίο περιγράφει στους φίλους της, και καθώς την παρακαλούνε τον επιδεικνύει κιόλας.  
  Ο νεαρός κουβαλάει τα προβλήματά του. Η μητέρα του τους εγκατέλειψε νωρίς. Μεγαλώνει με τον πατέρα του ο οποίος είναι να μη καθίσει μύγα στο σπαθί του. Αρνείται να ζητήσει συγνώμη σε ένα κυβερνητικό υπάλληλο τον οποίο κτύπησε, με αποτέλεσμα να καταδικασθεί σε ενάμισι χρόνο φυλακή. Ο γιος του θα αναλάβει να πουλήσει τη γελάδα τους αφού δεν μπορεί να τη φροντίζει καθώς μένει στη Σεούλ ενώ το χωριό τους βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα.
  Θα συναντηθεί τυχαία με την κοπέλα, η οποία θα του θυμίσει ότι υπήρξαν συμμαθητές. Θα τον παρακαλέσει να μείνει σπίτι της και να ταζει τη γάτα της μέχρι να γυρίσει από το ταξίδι της στους Βουσμάνους.
  Φυσικά θα κάνουν έρωτα. Όμως όταν επιστρέφει κουβαλάει μαζί της και ένα φίλο που γνώρισε στο αεροδρόμιο, όπου είχαν τρεις μέρες καθυστέρηση εξαιτίας της έκρηξης μιας βόμβας. Πολύ πλούσιος ο φίλος της αλλά περίεργος, νοιώθει την ανάγκη κατά διαστήματα να καίει παλιά εγκαταλειμμένα θερμοκήπια, τουλάχιστον έτσι λέει. Πάνω στη σχέση των τριών θα οικοδομηθεί το σασπένς. Το ποιος πραγματικά είναι και τί είδους είναι τα «θερμοκήπια» που καίει δεν θα αργήσουμε να το υποψιαστούμε, όπως, φανταζόμαστε, και ο ήρωάς μας. Και για μια ακόμη φορά η ποιητική δικαιοσύνη θα θριαμβεύσει, η αναμονή της οποίας δημιουργεί το καινούριο σασπένς. 
  Οποία διαφορά από το «Σπίτι του Τζακ». Δείτε την ταινία και θα καταλάβετε.
  Είναι εμπνευσμένη από ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι που έχει τον τίτλο «Barn burning». Ψάχνοντάς το στο διαδίκτυο έπεσα πάνω σε ένα ομώνυμο διήγημα του Φώκνερ. Ο Φώκνερ είναι ο αγαπημένος συγγραφέας του νεαρού που έχει σπουδάσει δημιουργική γραφή και ετοιμάζεται να γράψει ένα μυθιστόρημα. Δεν είχα αμφιβολία ότι το διήγημά του θα είχε σχέση με το διήγημα του Μουρακάμι. Καθώς είμαι συγκριτολόγος ιδιοσυγκρασιακά, όπως με χαρακτήρισε ένας ξένος φίλος που στο περιοδικό του είχα την πρώτη ξένη μου δημοσίευση, θα τα διαβάσω και τα δυο για να τα συγκρίνω, και μεταξύ τους και με την ταινία. Ο Φώκνερ είναι ένας συγγραφέας «που δεν μου πάει», όπως έγραψε ο συγχωρεμένος ο Κουμανταρέας για τον Φιτζέραλντ, ενώ για τον Φώκνερ έλεγε ότι του πήγαινε. Για την ακρίβεια, ο Φιτζέραλντ δεν του πήγαινε παλιά, γιατί αργότερα όχι μόνο του πήγαινε αλλά και μετάφρασε ένα βιβλίο του, «Το πλουσιόπαιδο». Να δούμε αν θα αρχίσει να μου πηγαίνει και εμένα ο Φώκνερ.
  Ο Λι ακολουθεί σε πολλές λεπτομέρειες το διήγημα του Μουρακάμι, όπως το φανταστικό καθάρισμα του πορτοκαλιού (στο διήγημα είναι μανταρίνι), στο νυσταλέο της κοπέλας που κοιμόταν όπου έβρισκε, στην παρομοίωση του φίλου της με τον Γκάτσμπι, και κάμποσες άλλες. Υπάρχουν όμως και μεγάλες διαφορές. Ο νεαρός δεν ήταν συμμαθητής της και ήταν τριανταενός ετών, έντεκα χρόνια μεγαλύτερός της. Δεν έμεινε ποτέ στο διαμέρισμά της για να προσέχει μια γάτα, και ποτέ δεν τα έφτιαξαν, απλά ήσαν καλοί φίλοι που βρισκόντουσαν μια δυο φορές το μήνα.
 Και η μεγάλη διαφορά: δεν υπάρχει η ποιητική δικαιοσύνη που βλέπουμε στην ταινία.
 Κολλάει κάπου ο Φώκνερ;
 Στο κάψιμο των στάβλων που στον Μουρακάμι γίνονται θερμοκήπια, και στον υπερόπτη πατέρα, που το επεισόδιο με τη δίκη του φαίνεται αφηγηματικά άσχετο με την κύρια πλοκή της ταινίας, και φυσικά δεν υπάρχει στο διήγημα. Την έμπασε σ’ αυτήν ο Λι έχοντας προφανώς υπόψη του το διήγημα του Φώκνερ.
  Ο πατέρας μπαίνει τσαμπουκαλίστικα στο σπίτι του γαιοκτήμονα από τον οποίο νοικιάζει τη γη που δουλεύει. Η νέγρα τον προειδοποιεί να καθαρίσει τα παπούτσια του για να μην λερώσει το χαλί. Αυτός την αγνοεί. Λερώνει το χαλί. Του το πάνε σπίτι του με την εντολή να το καθαρίσει. Το καθαρίζει η γυναίκα του. Όμως η ζημιά έχει γίνει, είναι ακριβό χαλί, ο δικαστής του επιδικάζει να πληρώσει ένα μέρος από τη σοδειά του, τίποτα σημαντικό, αρκετά λιγότερο από την αξία του χαλιού. Αυτός τα παίρνει στο κρανίο και πηγαίνει και βάζει φωτιά στον στάβλο του αφεντικού. Τον καταδιώκουν, τον πυροβολούν. Η γυναίκα του ακούει τους πυροβολισμούς, καταλαβαίνει ότι τον έχουν σκοτώσει.
  Διάβασα εντελώς άνετα την αγγλική μετάφραση του Μουρακάμι, ελαχιστότατες οι άγνωστες λέξεις (το πρώτο μου πτυχίο είναι αγγλικής φιλολογίας). Δεν μπορώ να πω το ίδιο και για το διήγημα του Φώκνερ, αν και μπορεί να μην ήταν τόσο οι άγνωστες λέξεις όσο το ύφος. Ναι, εξακολουθεί να μη μου πηγαίνει. Βέβαια αυτό δεν το έγραψα απερίφραστα στην ανάρτηση που έκανα για το μυθιστόρημά του «Η βουή και η μανία».
    
 

Monday, January 14, 2019

Yasujiro Ozu 21. The brothers and sisters of the Toda family (Todake no kyodai, 1941)


Yasujiro Ozu 21. The brothers and sisters of the Toda family (Todake no kyodai, 1941)

 

  Το θέμα του έργου έχει πολλές ομοιότητες με τον «Βασιλιά Ληρ».

  Ο πατέρας πεθαίνει, αφήνοντας όμως ένα σωρό χρέη. Θα πουλήσουν το σπίτι και ό,τι πολύτιμο έχει για να ξεχρεώσουν. Πού θα μείνει όμως η χήρα μητέρα και η ανύπαντρη κόρη; Σε ένα γιο και μια κόρη που πηγαίνουν διαδοχικά νοιώθουν ανεπιθύμητες. Αποφασίζουν να ζήσουν σε ένα παλιό εξοχικό, που ήταν ακατάλληλο για πούλημα. Ο περίπου άσωτος γιος που ζει στην Κίνα, όταν θα γυρίσει για το χρονιάτικο μνημόσυνο του πατέρα του και το μάθει θα γίνει έξω φρενών. Θα βάλει τις φωνές στα αδέλφια του. Και θα ζητήσει από τη μάνα του και την αδελφή του να τον ακολουθήσουν στην Κίνα. Εκεί η αδελφή του θα είναι ελεύθερη να κάνει ότι θέλει χωρίς να φοβάται το κουτσομπολιό των γύρω.

  Η αδελφή του θα του προξενέψει την φίλη της. Σε αντάλλαγμα αυτός την αναγκάζει να του υποσχεθεί ότι δεν θα αρνηθεί τον γαμπρό που θα της βρει, και να είναι σίγουρη ότι θα είναι ο καλύτερος.

  Τον Όζου δεν τον εγκαταλείπει ποτέ το χιούμορ του. Ο αδελφός είναι ντροπαλός. Ντρέπεται να αντιμετωπίσει την υποψήφια νύφη. Αυτή προσπαθεί να τον πείσει. Τη στιγμή που συζητάνε αυτή καταφθάνει κρατώντας δώρα. Κρατάει και γι’ αυτόν. Η αδελφή πάει να τον βρει να του το δώσει. Έχει φύγει. Τον βλέπουμε να χαζεύει τα κύματα στην αμμουδιά. Δεν αμφιβάλλουμε όμως καθόλου για την ευόδωση του προξενιού.

  Και μια προηγούμενη σκηνή, ενώ βρίσκονται ακόμη φιλοξενούμενες.

  Η ανύπαντρη κόρη θέλει να δουλέψει. Η νύφη ούτε να το ακούσει. Όσοι το μάθουν θα πουν ότι ξέπεσε η οικογένειά τους.

  Και μου θύμισε ανάλογη σκηνή στην «Τιμή και το χρήμα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη.  Οι ξεπεσμένοι πλούσιοι είναι όντως για κλάματα, γιατί δεν εννοούν ότι πρόκειται πια για περασμένα μεγαλεία.

  Την ταινία μπορείτε να τη βρείτε στο youtube.

  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «What did the lady forget


Τι κάνουμε σε περίπτωση που υποπτευόμαστε ότι έχουμε πάθει έμφραγμα.


Τι κάνουμε σε περίπτωση που υποπτευόμαστε ότι έχουμε πάθει έμφραγμα.

Ας πούμε ότι είναι 7:25 μ.μ. και πηγαίνετε στο σπίτι μετά από μια εξαιρετικά δύσκολη μέρα στη δουλειά. 2. Είστε πραγματικά κουρασμένοι, αναστατωμένοι και απογοητευμένοι. Ξαφνικά, αρχίζετε να βιώνετε έναν πόνο στο στήθος σας που αρχίζει να ακτινοβολεί στο χέρι και το σαγόνι σας επάνω και μέσα στην καρδιά. Είστε πέντε χιλιόμετρα από το πλησιέστερο νοσοκομείο στο σπίτι σας. 4. Δυστυχώς, δεν ξέρετε αν θα είστε σε θέση να πάτε τόσο μακριά. 5. Έχετε λάβει εκπαίδευση CPR, αλλά ο τύπος που δίδαξε το μάθημα δεν σας λέει πώς να το εκτελέσετε μόνοι σας. 6. Πώς να επιζήσετε μια καρδιακή προσβολή όταν είστε μόνος; Επειδή πολλοί άνθρωποι είναι μόνοι όταν έχουν καρδιακή προσβολή και βρίσκονται χωρίς βοήθεια, το πρόσωπο του οποίου η καρδιά χτυπά άσχημα και αρχίζει να αισθάνεται αδύναμη, έχει μόνο περίπου 10 δευτερόλεπτα πριν χάσει την συνείδησή του. 7. Ωστόσο, αυτά τα θύματα μπορούν να βοηθήσουν τον εαυτό τους με βήχα επανειλημμένα και πολύ δυνατά. Η βαθιά αναπνοή θα πρέπει να γίνεται πριν από κάθε βήχα και ο βήχας θα πρέπει να είναι βαθύς και παρατεταμένος, όπως όταν παράγεται πτύελα στο πίσω μέρος του στήθους. Η αναπνοή και ο βήχας πρέπει να επαναλαμβάνονται κάθε δύο δευτερόλεπτα και να κρατούνται μέχρι την άφιξή τους στο νοσοκομείο ή έως ότου η καρδιά ξεκινήσει κανονικά. 8. Οι βαθιές αναπνοές παρέχουν οξυγόνο στους πνεύμονες και οι κινήσεις βήχας επαναφέρουν την καρδιά και διατηρούν το αίμα που κυκλοφορεί. Η πίεση στην καρδιά βοηθά επίσης στην αποκατάσταση του φυσιολογικού καρδιακού ρυθμού. Με αυτό τον τρόπο, τα θύματα μιας καρδιακής προσβολής μπορούν να πάνε στο νοσοκομείο για να λάβουν την κατάλληλη φροντίδα. Σε περίπτωση πρόδρομων συμπτωμάτων εμφράγματος, (εμετός, αδιαθεσία, κ.ά) δηλαδή αν υποπτεύεστε ότι πιθανόν να έρχεται το έμφραγμα, μπορείτε να βάλετε μια ασπιρίνη κάτω από τη γλώσσα σας. Προωθείστε το αν το βρίσκετε ενδιαφέρον.




Sunday, January 13, 2019

Ακίρα Κουροσάβα, Όνειρα (1990)


Ακίρα Κουροσάβα, Όνειρα (1990)


  Ελάχιστα έργα του Κουροσάβα τα έχω δει μόνο μια φορά. Αγαπημένος μου, πήγαινα σινεμά μόνο όταν παίζονταν έργα του, καθώς και του Αγγελόπουλου και του Woody Allen. Το να βλέπω ταινίες στην τηλεόραση μου ήταν πιο βολικό, και φυσικά ήταν τζάμπα. Τώρα βέβαια έχω τις δημοσιογραφικές προβολές.
  Καθώς τα έχω δει από παλιά, δεν έχω γράψει παρά για ελάχιστα. Δεν νομίζω να έχω χρόνο να τα ξαναδώ παρά μόνο δοθείσης ευκαιρίας, όπως τα «Όνειρα» καληώρα, που προβλήθηκε χθες στο «Σχολείο του σινεμά». Πρέπει να είναι η πέμπτη φορά που τα είδα. Όμως, καθώς πιστεύω ότι το σενάριο είναι υποτιμημένο, έχω σαν στόχο να δω και ταινίες στις οποίες έχει γράψει το σενάριο, από τις οποίες νομίζω έχω δει μόνο δύο. Αυτό θα γίνει σιγά σιγά.
  Τα «Όνειρα» είναι η ταινία που μου άρεσε περισσότερο από όσες έχω δει, όπως ο «Πόλεμος και Ειρήνη» από τα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει και η «9η συμφωνία» του Μπετόβεν από τα κομμάτια κλασικής μουσικής που έχω ακούσει. Είναι μια ταινία εντελώς πρωτότυπη, που δεν έχει γυριστεί άλλη σαν αυτή. Αποτελείται από ανεξάρτητες ιστορίες, κάποιες διδακτικές, που όμως ο διδακτισμός τους βουλιάζει μέσα στην ποιητικότητα της εικόνας με τα υπέροχα εικαστικά πλάνα με το ονειρικό περιεχόμενο.
  Στην πρώτη ιστορία που είναι σαν παραμύθι το παιδί, μέσα στο δάσος, βλέπει τις αλεπούδες (άνθρωποι με μορφή αλεπούς, σαν μασκαρεμένοι στις Απόκριες), να προχωρούν τελετουργικά. Η μουσική Νο που ακούγεται καταλήγει σε δυτικό άκουσμα, σύνθεση του ShinIchiro Ikebe που έχει γράψει τη μουσική για πολλές ταινίες του Κουροσάβα. Μουσική Νο και Ikebe ακούμε και σε άλλες ιστορίες.
  Στη δεύτερη έχουμε το ίδιο παιδί, που θλίβεται για το κόψιμο των ροδακινιών. Οι κούκλες της αδελφής του, πνεύματα των ροδακινιών, μιλάνε για το κόψιμό τους στον πιτσιρικά.
  Στην τρίτη ιστορία βλέπουμε τέσσερις ορειβάτες που προσπαθούνε να επιστρέψουν στη βάση τους μέσα σε μια χιονοθύελλα. Οι τρεις είναι απελπισμένοι, δεν έχουν δυνάμεις να προχωρήσουν, ενώ ο τέταρτος τους ενθαρρύνει να μην πέσουν να κοιμηθούν γιατί δεν θα ξυπνήσουν. Όμως κι αυτός είναι έτοιμος να παραιτηθεί, η θαλπωρή από την κούραση και το χιόνι τού εμφανίζεται σαν μια ωραία γυναίκα που τον νανουρίζει. Όμως καταφέρνει να συνέλθει όταν σταματάει η χιονοθύελλα. Ξυπνάει τους συντρόφους τους. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο κάτω είναι η σκηνή τους.
  Στην τέταρτη ιστορία με το αντιπολεμικό μήνυμά της βλέπουμε τον διοικητή μιας μονάδας να συναντά το φάντασμα ενός στρατιώτη του, και μετά όλη τη μονάδα που είχε σκοτωθεί, σαν αποτέλεσμα μιας λαθεμένης διαταγής του. Νοιώθει τύψεις.
  Στην τέταρτη, ένας ύμνος για τη μαγεία της τέχνης, βλέπουμε τον ζωγράφο να αφαιρείται μπροστά στους πίνακες του Βαν Γκογκ. Φαντάζεται ότι ζει στην εποχή του, ότι τον συναντάει, και περπατάει μέσα στα «Σταροχώραφα με τα κοράκια», από τους πιο γνωστούς του πίνακες. Είναι ίσως η πιο πρωτότυπη ιστορία σαν σύλληψη, και θαυμαστή σαν κινηματογραφική εκτέλεση.
  Στη πέμπτη ιστορία έχουμε το αποτέλεσμα της έκρηξης έξι πυρηνικών αντιδραστήρων. Νησιώτικη χώρα η Ιαπωνία, οι κάτοικοι είναι παγιδευμένοι. Το να πέσουν στη θάλασσα και να αυτοκτονήσουν φαίνεται προτιμότερο από το να πεθάνουν με ένα αργό θάνατο από τη ραδιενέργεια.
  Στην έκτη έχουμε το αποτέλεσμα μιας ολικής καταστροφής εξαιτίας ενός πυρηνικού πολέμου. Μεταλλάξεις, τερατογενέσεις και προπαντός κανιβαλισμός είναι τα κυριότερα. Ο Κουροσάβα θα επανέλθει στο θέμα με την επόμενη ταινία του, την «Ραψωδία τον Αύγουστο», που αναφέρεται στην καταστροφή του Ναγκασάκι από τη δεύτερη ατομική βόμβα που έριξαν οι Αμερικάνοι.  
  Στην έβδομη και τελευταία ιστορία έχουμε ένα μήνυμα α λα Θορώ, επιστροφή στη φύση. Ο ήρωάς μας επισκέπτεται ένα χωριό και μαθαίνει τα της ζωής του. Οι κάτοικοί του δεν χρειάζονται τα αγαθά του πολιτισμού, ζουν απλά και πεθαίνουν σε μεγάλη ηλικία χάρη σ’ αυτό τον τρόπο ζωής. Ο θάνατος είναι μια θλιβερή υπόθεση μόνο όταν πεθαίνουν νέοι άνθρωποι και παιδιά. Τους γέρους τους συνοδεύουν στην τελευταία τους κατοικία σαν σε γιορτή. Παρακολουθούμε μια τέτοια κηδεία.
  Μεγάλος ο Κουροσάβα, μαζί με τον Όζου του οποίου έχω δει όλα τα σωζόμενα έργα και τον Μιτζογκούτσι του οποίου έχω δει πάρα πολλά έργα και συνεχίζω, αποτελούν, όπως διάβασα, την τριανδρία του ιαπωνικού κινηματογράφου. Τα «Όνειρα» που είναι η προ-προτελευταία του ταινία αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την κορυφαία του στιγμή.  

Saturday, January 12, 2019

Kimio Yabuki, Swan lake (1981)


Kimio Yabuki, Swan lake (1981)


  Πρόκειται για ένα φιλμ κινούμενων σχεδίων που όχι μόνο βασίζεται πάνω στο μπαλέτο «Η λίμνη των κύκνων», αλλά και είναι πλημμυρισμένο με τη μουσική του Τσαϊκόφσκι.
  Βασίζεται, γιατί θα έπρεπε να «γεμίσει» αφηγηματικά αυτό που στο μπαλέτο γεμίζει με χορό. Ακόμη έπρεπε να είναι εύπεπτο για τους μικρούς θεατές – ο γιος μου το είδε αρκετές φορές. Έτσι έχουμε δυο σκιουράκια, ένα αρσενικό και ένα θηλυκό, που από απλοί θεατές εμπλέκονται άμεσα στη δράση, ανοίγοντας την πόρτα στην Οντέτ να μπει στο παλάτι, τη βραδιά που ο πρίγκηπας Ζίγκφριντ θα διάλεγε τη γυναίκα του. Την είχε θερμοπαρακαλέσει στη λίμνη που τη συνάντησε να έλθει, έχοντάς της ορκισθεί αιώνια αγάπη, όμως ο μάγος την κλείδωσε για να μην μπορέσει να φύγει, έχοντας μάθει τα αισθήματα των δυο νέων από την κόρη του.
  Ο μάγος, που εδώ είναι άσχημος σαν βάτραχος και ερωτευμένος με την πριγκίπισσα Οντέτ, την έχει μεταμορφώσει σε κύκνο μαζί με τις κοπέλες της ακολουθίας της για να τη δεσμεύσει και να μην παντρευτεί άλλο. Μόνο το βράδυ μπορούν να πάρουν πάλι την ανθρώπινη μορφή τους. Την εκλιπαρεί να ανταποκριθεί στον έρωτά του, μάταια όμως.
  Και εδώ βλέπουμε τη διαφορά από το μπαλέτο. Ο μάγος δεν είναι κακός, είναι απλά φοβερά ερωτευμένος, και κάνει τα πάντα για να κατακτήσει την Οντέτ, χρησιμοποιώντας από υποσχέσεις μέχρι απειλές. Μάταια η κόρη του τον παρακαλεί να τη σκοτώσει, με τίποτα, την αγαπάει.
  Στο παλάτι το animation ακολουθεί το μπαλέτο: η κόρη του, δικό της το σχέδιο, παρουσιάζεται δίπλα στον πατέρα της με τη μορφή της Οντέτ. Λάθος κατάλαβε, δεν την λένε Οντέτ, τη λένε Οντίλ, και του ζητάει να της ορκισθεί αιώνια αγάπη. Αυτός, νομίζοντας ότι πρόκειται για την Οντέτ, επαναλαμβάνει τον όρκο του. Βέβαια όταν αυτή αποκαλύπτεται με την πραγματική της μορφή και του ζητάει να κρατήσει τον όρκο του, αυτός αρνείται. Ο πατέρας της μονομαχεί με τον Ζίγκφριντ, αλλά σαν μάγος είναι πιο δυνατός και τελικά τον ρίχνει χάμω. Ακουμπάει τη λεπίδα του ξίφους του στο λαιμό του, και λέει στην Οντέτ να δεχθεί να τον παντρευτεί αλλιώς θα τον σκοτώσει. -Όχι, της φωνάζει ο Ζίγκφριντ, μη δεχθείς.
  Αυτή δέχεται. Τότε ο Ζίγκφριντ αρπάζει το ξίφος του μάγου και το καρφώνει στο στήθος του.
  Τα μάγια λύνονται, το κάστρο του μάγου καταρρέει. Το τέλος είναι happy, όπως ταιριάζει σε animation που απευθύνεται και σε παιδιά. Βλέπουμε τον Ζίγκφριντ, ζωντανεμένο, μαζί με την Οντέτ.
  Στην κινηματογραφική μεταφορά με τα μπαλέτα Κίροφ, με την Γιελένα Γιεφτέγιεβα στο ρόλο της Οντέτ και τον Τζων Μαρκόφσκι στο ρόλο του Ζίγκφριντ, πνίγονται τόσο η Οντέτ και ο Ζίγκφριντ όσο και ο μάγος με την κόρη του, ριγμένοι στη λίμνη από τους κύκνους που έχουν πια πάρει την ανθρώπινη μορφή τους μια και τα μάγια έχουν λυθεί και τον έχουν καταστήσει αδύναμο. Στην κινηματογραφική μεταφορά με τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ και τη Μάργκοτ Φοντέιν πνίγεται ο Ζίγκφριντ καθώς ο μάγος σπάζει της όχθες της λίμνης κατακλύζοντας την περιοχή με τα νερά της, ενώ ο Οντέτ με τους άλλους κύκλους φεύγουν μακριά. Εδώ έχουμε πιο unhappy εκδοχή μια και ο μάγος μένει ατιμώρητος και αυτοί δεν μένουν ζευγαρωμένοι, έστω και σαν πνεύματα, όπως στην εκδοχή των μπαλέτων Κίροφ.  
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Ξέχασα να το γράψω, ο «Χορός των μικρών κύκνων», με τα μικρά κυκνάκια να βγαίνουν από το αυγό, ήταν ιδιαίτερα απολαυστικός. 
 

Friday, January 11, 2019

Yasujiro Ozu 20. What did the lady forget? (Shukujo wa nani o wasureta ka, 1937)


  Yasujiro Ozu 20. What did the lady forget? (Shukujo wa nani o wasureta ka, 1937)

 

  Μετά τις κωμωδίες έρχεται η κομεντί.

  Ο καθηγητής καταπιέζεται από τη σύζυγό του. Τον υποχρεώνει ντε και καλά να πηγαίνει να παίζει γκολφ. Αυτός κατά καιρούς της το σκάει, και βάζει ένα φίλο του να της στέλνει μια κάρτα από το μέρος που παίζουν γκολφ. Έτσι και αυτή τη φορά. Μόνο που βρέχει, αποκλείεται να έχει παίξει γκολφ, και ξεσκεπάζεται.

  Η ανιψιά του που τον επισκέπτεται καπνίζει, πίνει, εντελώς ατίθαση. Τον βρίσκει τυχαία στο μπαρ, τότε που υποτίθεται ότι είχε πάει για γκολφ, και πίνει μαζί του. Πώς επιτρέπει στη γυναίκα του και του φέρεται έτσι; Μετά τον παρακαλεί να την πάει στις γκέισες. Εκεί γίνεται στουπί. Θα παρακαλέσει το φοιτητή του, στο σπίτι του οποίου θα διανυκτερεύσει, να την πάει σπίτι.

  Η γυναίκα λέει στην ανιψιά να φύγει. Αυτή λέει ότι θα φύγει όταν της κάνει κέφι. Ο άντρας της τής λέει ότι είναι προσβλητική στην ανιψιά του και τη χαστουκίζει.

  Η στρίγγλα που έγινε αρνάκι. Βέβαια σ’ αυτό βοηθάει και το ότι διαπιστώνει πως η υποψία της, ότι ο άντρας της τα έχει με την ανιψιά του, είναι εντελώς ανυπόστατη.

  Μια κομεντί δεν γίνεται να μην τελειώσει με ειδύλλιο. Η ανιψιά τα φτιάχνει με τον φοιτητή, σε αφηγηματικό κενό. Τους βλέπουμε να συζητάνε για το τι θα κάνουν όταν θα παντρευτούν.

  Η στόφα του Όζου είναι η στόφα του κωμικού, αντίθετα με τον Κουροσάβα. Όπου μπορεί φτιάχνει και το χιουμοριστικό επεισόδιο.

  Ο καθηγητής διδάσκει. Ένας φοιτητής κοιμάται. Οι άλλοι τον παίρνουν χαμπάρι και κρυφογελούν. Αυτός πετάγεται πάνω και κάνει να φύγει, μη έχοντας συνειδητοποιήσει πού βρίσκεται. Όταν το αντιλαμβάνεται γυρίζει και κάθεται στο κάθισμά του σαν βρεγμένη γάτα, κάτω από τη γενική θυμηδία.  

  Και θυμήθηκα.

  Στη σχολή αξιωματικών του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Εφοδιασμού Μεταφορών στη Σπάρτη είχαμε καθημερινά μαθήματα, σαν φοιτητές. Όμως μετά τη νυχτερινή σκοπιά (ήμασταν ακόμα αλφάδες) μας έλλειπε ύπνος. Πολλοί αποκοιμιόμασταν πάνω στα θρανία. Ο αξιωματικός που μας έκανε μάθημα φώναζε ξαφνικά «προσοχή» και εμείς πεταγόμασταν πάνω σαν ελατήρια. Όποιοι έμεναν καθισμένοι ήταν αυτοί που κοιμόντουσαν. Η ποινή ήταν ανάλογη με τα κέφια του διδάσκοντος: στέρηση εξόδου και/ή τόσες μέρες κράτηση.

  Επίσης συχνά αντιλαμβανόταν τον κοιμισμένο από τα κλειστά του μάτια. Εγώ είχα γυαλιά φωτογκρέι και δεν φαινόταν τα μάτια μου. Σε κάποιο μάθημα κοιμόμουν. Τελικά ήταν διαίσθηση; ανοίγω τα μάτια μου. Ο διδάσκων ερχόταν προς το μέρος μου για να δει αν τα είχα ανοικτά ή κλειστά. Φτηνά τη γλίτωσα.

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με διάφορους υπότιτλους.  

  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The only son»


Thursday, January 10, 2019

Robert Schwentke, Der Hauptmann (Η στολή του λοχαγού 2017)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  «Αρχή άνδρα δείκνυσι» λέει ο Πιττακός ο Μυτιληναίος, όταν αναλάβεις εξουσία φαίνεται ο χαρακτήρας σου, το ποιος πραγματικά είσαι. Το παραπάνω απόφθεγμα εικονογραφείται πολύ χαρακτηριστικά στην ταινία «Η στολή του λοχαγού» του Ρόμπερτ Σβέντκε.  
  Βιογραφική ταινία (ο δεύτερος σύνδεσμος από τη γερμανική βικιπαίδεια δίνει και την πραγματική ιστορία) αναφέρεται σε ένα Γερμανό λιποτάκτη τις τελευταίες μέρες του πολέμου ο οποίος, αφού κατάφερε να ξεφύγει από τους στρατιώτες που τον κυνηγούσαν φόρεσε τη στολή ενός νεκρού λοχαγού που βρήκε στο δρόμο του. Μάζεψε γύρω του κάμποσους άλλους λιποτάκτες που συνάντησε τυχαία, οι οποίοι βέβαια του δήλωσαν ότι είχαν αποκοπεί από τη μονάδα τους και του ζήτησαν να τους πάρει μαζί του. Τους είπε ότι είχε εντολή να πάνε στα μετόπισθεν του εχθρού για να μαζέψουν πληροφορίες. Φυσικά δυο από αυτούς το πήραν χαμπάρι ότι ήταν κι αυτός λιποτάκτης, αλλά έκαναν πως δεν κατάλαβαν. Όμως έπεσαν πάνω σε ένα στρατόπεδο Γερμανών κρατουμένων, λιποτακτών κυρίως, που επρόκειτο να δικαστούν. Ένας αξιωματικός του στρατοπέδου είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να εκτελεσθούν αντί να περιμένουν τη δίκη τους παρά την αντίθετη γνώμη του διοικητή. Πείθει τον ψευτολοχαγό, που έχει παρουσιασθεί ως εκτελεστής εντολής από τον ίδιο τον Χίτλερ, να αναλάβει την εκτέλεσή τους. Πράγματι την αναλαμβάνει.
  Μέχρι εδώ όλα καλά. Νόμιζα ότι το έκανε για να μην προδοθεί. Στην πραγματικότητα, όπως εξελίσσεται η ιστορία, φαίνεται ότι άρχισε πραγματικά να χαίρεται με την ψευτοεξουσία του και να απολαμβάνει τις εκτελέσεις, τις οποίες συνεχίζει και όταν πια έχει φύγει από το στρατόπεδο το οποίο έχει βομβαρδιστεί, «προβιβάζοντας» τους συντρόφους του που γλίτωσαν σε άνδρες της στρατιωτικής αστυνομίας.
  Να μην μαρτυρήσω τι έγινε παρακάτω.
  Πρέπει να είναι καλή ταινία αφού βλέπω ότι οι κριτικοί τους οποίους παραθέτει το Αθηνόραμα του βάζουν τρία αστεράκια εκτός από έναν που βάζει δύο. Εμένα όμως δεν μου άρεσε γιατί ήταν οιονεί horror, είδος που δεν αντέχω να βλέπω (στη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας «Το σπίτι του Τζακ» έφυγα στη μέση), δείχνοντας στο μεγαλύτερό της μέρος τη φρίκη της εκτέλεσης ενενήντα κρατουμένων, και μάλιστα κατά ομάδες.  


Halûk Ünal, Η ιστορία της Jiyan (2018)


Halûk Ünal, Η ιστορία της Jiyan (2018)


  Από σήμερα στο Studio.
  Πριν δω την «Ιστορία της Jiyan» είχα δει ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Συμπτωματικά αναρχικός». Αναφερόταν στην περιπέτεια του Carne William Ross, υπαλλήλου του foreign office που, απηυδισμένος από τα ψέματα της κυβέρνησής του σχετικά με το υποτιθέμενο οπλοστάσιο του Σαντάμ για να μην υπάρξουν αντιδράσεις από τον κόσμο για την εισβολή στο Ιράκ, παραιτήθηκε. Διαβάζοντας τον Νόαμ Τσόμσκι, που στο ντοκιμαντέρ είδα ότι τον διάβασε και ο Οτσαλάν με αποτέλεσμα να αναπροσαρμόσει τις στρατηγικές του ΠΚΚ, έγινε αναρχικός. Βασική αρχή του αναρχισμού είναι η αυτοδιαχείριση που συνεπάγεται την κατάργηση των αυστηρών ιεραρχικών δομών εξουσίας. Έτσι οδηγήθηκε στη Ροζάνα, την αυτοδιοικούμενη περιοχή της βόρειας Συρίας όπου πλειοψηφούν οι Κούρδοι. Θαύμασε την αυτοδιοίκησή τους και την αποτελεσματική άμυνά τους στο ISIS.
  Ξαναείδα στο ντοκιμαντέρ αυτό τις μαχήτριες των YPJ, των Μονάδων Προστασίας Γυναικών, τις οποίας είδα και στην «Ιστορία της Jiyan» και οι οποίες πρωτοστάτησαν στην απώθηση του ISIS από το Κομπάνι. Η διαφορά ανάμεσα στα δυο ντοκιμαντέρ είναι ότι ενώ ο Ross αναφέρεται στην αυτοδιαχείριση και τα επιτεύγματά της, ο Χαλούκ Ουνάλ μιλάει για τον διμέτωπο αγώνα των μαχητριών των YPJ, ενάντια στο ISIS και ενάντια στις πατριαρχικές δομές της κοινωνίας τους που έχουν την γυναίκα περίπου ως σκλάβα, εστιάζοντας κυρίως στον δεύτερο. Άκουσα πράγματα που με ξενέρωσαν. Δυο κοπέλες αυτοπυρπολήθηκαν για να γλιτώσουν από ένα γάμο με άντρες μεγαλύτερούς τους τους οποίους δεν ήθελαν. Η μια πέθανε ενώ η άλλη σώθηκε με σοβαρά εγκαύματα. Μια άλλη δεν την άφησαν να σπουδάσει, οι σπουδές λέει είναι για τους άντρες, για τις γυναίκες είναι ο γάμος. Άκουσα για κάποιες που παντρεύτηκαν μικρές, ακόμη και δώδεκα χρονών, για να χωρίσουν λίγο αργότερα. Τα παιδιά φυσικά τα κρατάει ο άντρας, νόμος του Ισλάμ. Ακόμη άκουσα ότι η οικογένεια μπορεί να κυνηγήσει και να σκοτώσει μια κοπέλα που πηγαίνει ενάντια στη θέλησή της. Τη γυναίκα του Παρατζάνοφ τη σκότωσαν οι δικοί της γιατί ασπάστηκε τον χριστιανισμό, για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα. Τέλος ότι κορίτσια βιάζονται από γονείς και αδελφούς, υποθέτω με σχετική ατιμωρησία όταν αποκαλύπτονται, αντίθετα από ότι συμβαίνει στη Δύση. Αυτά για μένα ήταν γνωστά.
  Πολλές γυναίκες για να γλιτώσουν από την οικογενειακή καταπίεση το έσκασαν και κατατάγηκαν στις YPJ. Η Jiyan, που τώρα είναι επικεφαλής τάγματος γυναικών, το έσκασε κρυφά από το σπίτι της και πήγε στα βουνά, στο αντάρτικο. Αυτή μιλάει κυρίως στον Χαλούκ Ουνάλ, αλλά και άλλες μαχήτριες του YPJ από τις οποίες άκουσα τα παραπάνω.
  Γίνεται διαφώτιση στους άνδρες οι οποίοι αρχίζουν να αλλάζουν σιγά σιγά νοοτροπία, αν και πολλοί αντιστέκονται. Όπως και να έχει, αυτά που συμβαίνουν στη Ροζάνα είναι ελπιδοφόρα, τόσο για το πολιτικό όσο και για το γυναικείο ζήτημα. Στα συμβούλια των αυτοδιοικούμενων περιοχών επικεφαλής είναι ένας άντρας και μια γυναίκα, και στα γυναικεία ζητήματα η γυναίκα έχει τον αποφασιστικό λόγο.
  Θα έχει η Ροζάνα την τύχη της κομμούνας των Παρισίων; Ας ελπίσουμε πως όχι.   
  Κλείνοντας να πω ότι ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την ταινία και τον σκηνοθέτη μπορείτε να βρείτε στον «Ημεροδρόμο».

Wednesday, January 9, 2019

Yasujiro Ozu 19.The only son (Hitori musuko, 1936)


  Yasujiro Ozu 19.The only son (Hitori musuko, 1936)

 

  Μια ακόμη συγκινητική ταινία του Όζου.

  Η μητέρα είναι χήρα και φτωχή, δεν έχει τη δυνατότητα να στείλει το γιο της στο γυμνάσιο. Όμως μετά την επίσκεψη του δασκάλου του που της λέει τι καλός μαθητής είναι ο γιος της και θα ήταν κρίμα να μη συνεχίσει, αποφασίζει να τον στείλει. Θα πουλήσει το σπίτι και το χωραφάκι που έχει για να τον σπουδάσει. Θα μένει στους κοιτώνες του εργοστασίου όπου εργάζεται.

  Μετά από δεκατρία χρόνια επισκέπτεται το γιο της στο Τόκιο. Τελικά δεν έγινε ο μεγάλος άνθρωπος που ονειρευόταν. Δουλεύει σε νυχτερινό σχολείο με χαμηλό μισθό και μόλις που τα φέρνει βόλτα. Στο μεταξύ έχει παντρευτεί και έχει ένα μωρό.

  Και ένας άλλος χωριανός του που πήγε με όνειρα στο Τόκιο δεν είχε καλύτερη τύχη. Έγινε σουβλατζής.

  Δανείζεται για να μπορέσει να υποδεχθεί τη μητέρα του. Όμως και πάλι τα χρήματα δεν φτάνουν. Η γυναίκα του τού δίνει κάποια χρήματα να ξεναγήσει τη μητέρα του. Δεν είναι σωστό να έλθει η γυναίκα και να κάνει την baby sitter. Πού τα βρήκε; Πούλησε το κιμονό της. Έτσι κι αλλιώς δεν το φορούσε.

  Όμως τα χρήματα ο άνδρας της θα τα δώσει για τη νοσηλεία ενός γειτονόπουλου που τον κλώτσησε ένα άλογο. Η μητέρα του είναι πολύ φτωχή. Και ακολουθεί αυτός ο διάλογος μεταξύ γιου και μάνας.

   -Λυπάμαι γι’ αυτό που έγινε. Χάλασε την επίσκεψή σου.

  -Κανένα πρόβλημα. Αντίθετα είμαι χαρούμενη που έχω τέτοιο γιο. Αυτό δεν θα συνέβαινε όπου και να με πήγαινες. Όταν είσαι φτωχός ξέρεις να εκτιμήσεις τέτοια πράγματα. Το ξέρω, γιατί κι εγώ φτωχή ήμουν.

  Και μετά από κάποιες στιγμές σιωπής:

  -Καλύτερα που δεν έγινες πλούσιος. Είμαι υπερήφανη για σένα. Είναι η καλύτερη ανάμνηση που θα πάρω μαζί μου.

  Ε, ναι, είναι κοινή πεποίθηση ότι οι πλούσιοι είναι σπάγκοι. Χθες ακόμη μου έλεγε την εμπειρία της μια φίλη μου.

  Σιγά σιγά αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί το «Five-Dedicated to Ozu» του Κιαροστάμι.  

  Μπορείτε να δείτε την ταινία στο youtube με διάφορους υπότιτλους.

  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για τον «Χορό του λιονταριού».


Μια ευχάριστη έκπληξη


Μια ευχάριστη έκπληξη ήταν για μένα το παρακάτω κείμενο του φίλου μου του Γιώργη Λαμπράκη, που διάβασα μόλις τώρα στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας "Ιεράπετρα 21ος αιώνας" και το οποίο αντέγραψα από το pdf σε word. Γιώργη, σε ευχαριστώ θερμότατα, αλλά έχεις μια ανακρίβεια. Γράφεις ότι είμαι "χωρίς το σύνδρομο του νεοπλουτισμού". Μακάρι να ήμουν πλούσιος και ας το είχα, όμως είμαι ένας φτωχός συνταξιούχος εκπαιδευτικός, και χαίρομαι πολύ που δεν μου μείωσαν τη σύνταξή μου. 

ΜΠΑΜΠΗΣ ΔΕΡΜΙΤΖΑΚΗΣ
Τον πρωτογνώρισα από τις στήλες των «Κρητικών επι-
καίρων» του φίλου Γιώργου Βαρβέρη, για τις βιβλιοκρι-
τικές του. Τον συνάντησα στην Ένωση Ιεραπετριτών.
Διάβασα τα βιβλία του και εντυπωσιάστηκα από το «Από την
αυτοκατανάλωση στη βιομηχανική παραγωγή», που αναφέ-
ρεται στο Κάτω Χωριό. Καταπληκτικά και τα άλλα πολλά του
βιβλία. Θυμούμαι κι εκείνη την καταπληκτική εκπομπή που
κάναμε για την «Κριτσωτοπούλα», από τα άπαντα του Διαλ-
λυνομιχάλη. Παίζει και λύρα, όχι επαγγελματικά, μα ακούγεται
περίφημα.
Άπειρα τα δημοσιεύματά του σε εφημερίδες και περιοδικά. Είναι
μάγκας, εδώ και χρόνια στα πολυμέσα και στο INTERNET. Ξέρει πολλές
γλώσσες, μέχρι και κινέζικα. Κριτικός της λογοτεχνίας, της ποίησης
και τώρα τελευταία του κινηματογράφου. Μελετά μέχρι τις παραγωγές
του σινεμά του Ιράν. Δόκτωρ της Φιλολογίας, συγγραφέας, τακτικός
επισκέπτης - κάτοικος Κάτω Χωριού, ευκαιριακός κηπουρός και
καλλιεργητής. Γνήσιος, ατόφιος Γεραπετρίτης, απλός, χωρίς το
σύνδρομο του νεοπλουτισμού των συμπατριωτών μας.
«Δερμιτζής» πάει να πει σιδεράς και εκτός από τον Μπάμπη έχομε
τον Πρύτανη Μιχ. Δερμιτζάκη και τον πρώην βουλευτή Κωστή
Δερμιτζάκη, Φαρμακοποιό. Όνομα γνωστό και διαδεδομένο, λένε από
ένα γεννήτορα που άφησε πολλούς απογόνους. «Όποιος τσι κοντυλιές
γροικά του Δερμιτζή του Γιάννη, τα ενενήντα τα περνά τα εκατό τα
πιάνει», λέει ο μεγάλος, κι αυτός Δερμιτζάκης, ο Δερμιτζογιάννης.
Είναι άπειρες, όμως, οι ιδιότητες και δραστηριότητες του Μπάμπη
Δερμιτζάκη, που θα χρειαζόντουσαν πολλές σελίδες να αναφέρω.
Εκείνο που εκτιμώ ιδιαίτερα είναι ότι, είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος
που δεν επιζητεί τη φιγούρα, την προβολή, τη διαφήμιση, περνάει
σχεδόν απαρατήρητος, όμως πολλοί ξέρομε την αξία και την
προσφορά του, που εξακολουθεί και συνεχίζεται.
Θα μπορούσα, γράφοντας για τον Μπάμπη, να συμβουλευτώ
άπειρα βιογραφικά του, γράφω ό,τι αισθάνομαι γι’ αυτόν, ελπίζω να
μη μανίσει. Είναι της δικής μου παλιάς γενιάς, που ακόμη δεν τάχει
ξεπουλήσει όλα στη σκοπιμότητα και στην πονηριά.
Θέλω να επισημάνω και να τονίσω ότι, εκτός από κάποιους
αυθάδεις και αλαζονικούς ‘‘βορέδες’’, κάποιους ρακοφονιάδες και
φραπεδιάρηδες, υπάρχει μια Ιεράπετρα πνευματική, διακεκριμένη,
κυρίως απόδημη που καρδιοχτυπά και λατρεύει τον τόπο μας. Μια
Ιεράπετρα με ανθρώπους, στην πόλη, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό
που ζει, εργάζεται και διακρίνεται σε όλους τους κλάδους της
οικονομικής και πνευματικής ζωής, με εξαιρετικές διακρίσεις στις
τέχνες και τον πολιτισμό. Μια Ιεράπετρα που δεν ‘‘πλαντάζει’’ από τον
αέρα των φυτοφαρμάκων των θερμοκηπίων, αλλά εμπνέεται από τις
καταγάλανες ακτές, τις ατέλειωτες φυσικές ομορφιές, τις αξίες και το
ήθος, τους αγώνες και θυσίες για λευτεριά, την πλούσια και ένδοξη
ιστορία του τόπου μας. Σαν το φίλο μου, τον Μπάμπη Δερμιτζάκη,
υπάρχουν άπειροι, σπουδαίοι και διακεκριμένοι, παλιοί και νέοι, δεν
αναφέρεται κανείς σε αυτούς, συνήθως απασχολεί την τοπική
επικαιρότητα τι θα πει η κάθε ‘‘κυρά-Κατίνα’’ ή τι ψευθιές θα αραδιάσει
ο κάθε πολιτικάντης.
Να κλείσω το σημείωμά μου με δυο μαντινιάδες του μεγάλου
Δερμιτζογιάννη:
«Ξανθές Γεραπετρίτισσες, μελαχρινές, σταράτες,
ολημερίς κι ολονυχτίς πρεπίζουμε τσι στράτες».
«Γεράπετρος, οι πειρατές πάντα σε πυρπολούσαν,
μα οι αθοί τση λευτεριάς από τη στάχτη ανθούσαν».
Λέει και ο Καμινοκωστής απού το Σταυροχώρι:
«Στον κάμπο τση Γεράπετρος ο έρωτας φωλιάζει,
μέσα στα θερμοκήπια τ’ αυγά ντου ξεπουλιάζει».
Καλή Χρονιά…
Γράφει ο Γιώργος
Λαμπράκης- Λεβέντης
Aθιβολές