Book review, movie criticism

Friday, December 14, 2018

Kenji Mizoguchi 12. 1939 The Story of the Last Chrysanthemums (残菊物語 Zangiku monogatari)


Kenji Mizoguchi 12. 1939 The Story of the Last Chrysanthemums (残菊物語 Zangiku monogatari)


  Στην αρχή νόμισα ότι στην ταινία είχαμε το μοτίβο της σταχτοπούτας: η φτωχή παραμάνα που τα φτιάχνει με το θετό γιο του διάσημου ηθοποιού καμπούκι, που προορίζεται για διάδοχός του. Όμως όχι, το θέμα ήταν πάλι το εμμονικό του Μιτζογκούτσι, η αυτοθυσία της γυναίκας για τον άνδρα.
  Ο γιος δεν παίζει καλά, όμως όλοι τον κολακεύουν για το παίξιμό του. Αυτός διαισθάνεται ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα, και συγκινείται αφάνταστα όταν η παραμάνα του αδελφού του, που είναι μωρό, πραγματικός γιος της οικογένειας αυτός, του λέει την αλήθεια για το παίξιμό του. Του λέει την αλήθεια για να προσπαθήσει να γίνει καλύτερος, να μην επαναπαυθεί στις κολακείες.
  Την ερωτεύεται γιατί του είπε την αλήθεια, όπως υποπτευόμαστε ότι τον είχε ερωτευθεί κι αυτή. Η μητέρα του, πιστεύοντας ότι η παραμάνα πάει να τον τυλίξει, την απολύει. Ο γιος πηγαίνει και τη βρίσκει, της ζητάει να παντρευτούν και ανακοινώνει την πρόθεσή του στον πατέρα του. Αυτός εξοργίζεται και ο γιος φεύγει από το σπίτι. Θα εξασκήσει την τέχνη του μακριά από την οικογένεια.
  Μετά από ένα χρόνο τον βρίσκουμε στην Οσάκα στο θίασο ενός θείου του. Είναι απογοητευμένος από τις επιδόσεις του στο θέατρο και έχει σκοπό να φύγει με έναν περιοδεύοντα θίασο. Όμως έρχεται η παραμάνα, τον βρίσκει και τον ενθαρρύνει. Συγκατοικούν σαν ημινόμιμο-ημιπαράνομο ζευγάρι. Όταν ο θείος του πεθαίνει μετά από τέσσερα χρόνια παίρνει πια την απόφασή του να συμμετάσχει σε έναν περιοδεύοντα θίασο. Όμως οι καταστάσεις είναι άσχημες, υπάρχουν κόντρες ανάμεσα στα μέλη του θιάσου, τα οικονομικά δεν είναι και τόσο καλά, ο γιος είναι απογοητευμένος, τον βλέπουμε κάποια στιγμή να ξεσπάει σε τέτοιο βαθμό πάνω στην παραμάνα που φτάνει στο σημείο να την κτυπήσει. Αυτή όμως εξακολουθεί να τον αγαπάει. Αλλά και αυτός, όπως δείχνει η συνέχεια.
  Αρνείται να παρακαλέσει τον αδελφό του να τον πάρει σε ένα θίασο της οικογένειας στην Οσάκα. Πηγαίνει κρυφά και τον παρακαλεί η παραμάνα. Συμφωνεί, αλλά με τον όρο ότι θα παίξει καλά σε έναν ρόλο που θα του δώσουν και ότι θα χωρίσει απ’ αυτόν, γιατί αλλιώς δεν θα τον δεχτούν στην οικογένεια. Η παραμάνα, προκειμένου για το μέλλον του ανθρώπου που αγαπά, συναινεί.
  Εξαιρετική η ερμηνεία που δίνει σε ένα ρόλο onnagata (ηθοποιοί που εξειδικεύονταν στους γυναικείους ρόλους καθώς οι σογκούν είχαν απαγορεύσει να παίζουν γυναίκες ηθοποιοί, καθώς πολύ γρήγορα επιδίδονταν στην πορνεία). Η παραμάνα παρακολουθεί πίσω από τα παρασκήνια, λυπημένη αλλά και χαρούμενη ταυτόχρονα.
  Η οικογένεια, μετά από αυτό τον θρίαμβο, δέχεται να γυρίσει στο Τόκιο. Μάταια την αναζητά στο τραίνο της αναχώρησης. Το τραίνο ξεκινά, και ο αδελφός του του δίνει ένα γράμμα της στο οποίο του εξηγεί ότι πρέπει να χωρίσουν για το καλό της καριέρας του. Αυτός κατηγορεί τον αδελφό του ότι την πίεσε, αλλά αυτός του λέει δεν χρειάστηκε καθόλου να την πιέσει, καταλάβαινε κι αυτή ότι μαζί της δεν θα γινόταν δεκτός στην οικογένεια.
  Επιτυχημένος, μετά από χρόνια, επιστρέφει με τον οικογενειακό θίασο στην Οσάκα. Ο θείος της τον βρίσκει και του λέει ότι είναι σοβαρά άρρωστη, είναι δύσκολο να βγάλει την βραδιά, και τον παρακαλεί να έλθει να τη δει. Αυτός τρέχει πράγματι και τη βρίσκει. Τώρα που έσμιξαν θα γίνει καλύτερα. Ναι, του λέει, έχουν τόσες μέρες μπροστά τους, πρέπει να φύγει μια και θα είναι το τιμώμενο πρόσωπο σε μια διαδρομή θριάμβου με το πλοίο στον ποταμό που διασχίζει την πόλη.
  Ο γιος υποκλίνεται συνεχώς ευχαριστώντας τα πλήθη που τον επευφημούν ενθουσιωδώς από τις όχθες και τα μπαλκόνια. Η παραμάνα ακούει τις επευφημίες και παρακινεί το θείο της να πάει να δει και να έλθει μετά να της περιγράψει. Όμως είναι αργά. Η παραμάνα ξεψυχάει στα χέρια της αδελφής της την ίδια ώρα που ο κόσμος επευφημεί τον αγαπημένο της.
  Είναι ο πρώτος κινηματογραφικός ρόλος του Shotaro Hanayaqi, ο οποίος είναι ηθοποιός καμπούκι. Η ιαπωνική βικιπαίδεια έχει βιογραφικά του, όμως όχι της Horoyoshi Takada που έχει το ρόλο της παραμάνας. Μου άρεσαν οι ερμηνείες τους, ιδιαίτερα της Τακάντα με την θλιμμένη τρυφερότητα που είχε η φωνή της.
  Διαβάζω στη βικιπαίδεια ότι η ταινία αυτή θεωρείται η καλύτερη προπολεμική του Μιτζογκούτσι, με την άρτια σκηνοθεσία και τα μακρά πλάνα. Και συνειδητοποιώ τώρα ότι έχω υφολογικές προτιμήσεις. Μπορεί τα μακρά πλάνα να δίνουν μια μεγαλύτερη αίσθηση ρεαλισμού, ήταν ως γνωστό τα αγαπημένα του Αγγελόπουλου, όμως εγώ θα ήθελα περισσότερα γκρο πλαν, που σου επιτρέπουν να βλέπεις τις εκφράσεις στις οποίες αποτυπώνονται τα συναισθήματα των ηρώων. Όμως τεχνικά μου φαίνεται ότι λίγο πολύ αλληλοαποκλείονται.
  Και τώρα να κάνω την αποδόμηση που δεν τόλμησα να κάνω τόσο καιρό.
  Ένας από τους σκοπούς που υπηρετεί η αφήγηση στην τέχνη είναι και να προβάλει αξίες. Μια τέτοια αξία προβάλλεται με το μοτίβο της αυτοθυσίας της γυναίκας για τον άνδρα. Θα αναφέρω πάλι τα παραδείγματα της Άλκηστης και της Παλλακίδας («Αντίο παλλακίδα μου»). Θυμήθηκα τώρα και τη Μαργαρίτα Γκωτιέ, που κι αυτή παραιτήθηκε από τον άνδρα που αγαπούσε κατ’ απαίτηση του πατέρα του.
  Γιατί όμως να έχουμε μόνο το μοτίβο της αυτοθυσίας της γυναίκας και όχι και το μοτίβο της αυτοθυσίας του άντρα; Μα γιατί ζούμε σε ανδροκρατούμενη κοινωνία και ο άνδρας «επαινεί» την αυτοθυσία της γυναίκας προβάλλοντάς την ως αξία, για να την ενθαρρύνει.
  Και γιατί αυτή η εμμονή του Μιτζογκούτσι με το μοτίβο της αυτοθυσίας της γυναίκας, παρουσιάζοντας μάλιστα κάποιες φορές τους άνδρες ως περίπου αγνώμονες της θυσίας της; Μήπως υπήρξε ο ίδιος αγνώμων στην αδελφή του, την οποία είχε πουλήσει ο πατέρας του σαν γκέισα και η οποία τον στήριξε στα πρώτα βήματά του; Υπάρχει κάποια βιογραφία του που θα μπορούσαμε να διαβάσουμε, να δούμε αν όντως είναι έτσι; Η βικιπαίδεια παραθέτει μόνο βασικές βιογραφικές πληροφορίες.
  Υποθέσεις κάνουμε, ε, να μην τον θάψουμε τον καημένο το Μιτζογκούτσι, που τόσο πολύ μας αρέσει ως σκηνοθέτης.
  Η ταινία υπάρχει στο youtube αλλά χωρίς υπότιτλους.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Straits of love and hate».


Σιδέρης Ντιούδης, Σχεδόν καθημερινές ιστορίες


Σιδέρης Ντιούδης, Σχεδόν καθημερινές ιστορίες, Αιώρα 2018, σελ. 55


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Μικρά κομψοτεχνήματα, διηγήματα bonzai

  Έσπασε τη σιωπή του ο Σιδέρης Ντιούδης μετά από επτά ολόκληρα χρόνια, από τότε που εξέδωσε την δεύτερη ποιητική του συλλογή «Η βραδυπορία της στιγμής», όμως όχι για να μας δώσει μια ακόμη ποιητική συλλογή όπως πιστεύαμε καταλήγοντας στη βιβλιοκριτική μας αλλά για να μας δώσει τις «Σχεδόν καθημερινές ιστορίες» του, μικρά διηγήματα bonzai, πολύ λίγα μεγαλύτερα της μιας σελίδας.
  Οι ιστορίες αυτές είναι «σχεδόν» καθημερινές, καθώς πολλές ακροβατούν στη no mans land του ρεαλιστικού και του φανταστικού, με ήρωες που επίσης ακροβατούν στην borderline, τη γραμμή που χωρίζει το φυσιολογικό από το παθολογικό των ψυχικών καταστάσεων.
  Ήδη στο πρώτο διήγημα βλέπουμε έναν ήρωα ιδεοψυχαναγκαστικό, που ο ιδεοψυχαναγκασμός του («περίεργη ιδιοτροπία» τη χαρακτηρίζει ο Ντιούδης) ήταν ότι «Επέλεγε τη κοντινότερη διάβαση, ακόμη και αν αυτή βρισκόταν χιλιόμετρα μακριά, και μόνο τότε διέσχιζε το δρόμο» (σελ. 11). Καθώς όμως οι γραμμές διάβασης των πεζών ήταν συχνά πολύ ξεθωριασμένες, «Κάθε βράδυ έπαιρνε μια βούρτσα κι έναν κουβά μπογιά και αναλάμβανε δράση. Έβαφε τα ίχνη των παραλληλόγραμμων και τους έδινε ένα έντονο λευκό χρώμα» (σελ. 11).
  Εντάξει, αυτό είναι περίπου παθολογικό, όμως το φανταστικό;
  Το διήγημα καταλήγει:
  «Ζούσε πλέον για το βράδυ. Δούλευε μόλις έπεφτε το σκοτάδι κι άναβαν τα φώτα του δρόμου. Την τελευταία φορά που τον είδαν, είχε γίνει ένα με τα λευκά παραλληλόγραμμα. Είχε γίνει μέρος μιας διάβασης» (σελ. 11-12).
  Στο επόμενο διήγημα, την «Έξοδο», το ήρωάς του πάσχει από το σύνδρομο του σωσία, αλλιώς το «Σύνδρομο fregoli», πάνω στο οποίο ο φίλος μου ο Μανόλης Πρατικάκης, ψυχίατρος και ποιητής και τελευταία και πεζογράφος, έγραψε ένα εκτενέστατο αφήγημα βασισμένο σε πραγματικό, κλινικό περιστατικό που αντιμετώπισε.
  Αντιγράφουμε από το τρίτο διήγημα, την «Αντανάκλαση του κακού».
  «Δεν ήταν κακός άνθρωπος. Είχε ροπή προς την κακία» (σελ. 15).
  Σαν ήρωας αρχαίας τραγωδίας. Έχω γράψει σχετικά στην ανακοίνωσή μου σε ένα συνέδριο που έχει τίτλο «Ο κακός χαρακτήρας ή το κακό στον χαρακτήρα;».
  Και το διήγημα συνεχίζει: «Πρώτα ήρθε ο φόβος. Είχε φωλιάσει μέσα του, απ’ τη στιγμή που κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ένιωσε να τον κοιτάζει κάποιος άλλος, ενώ το μόνο που αντίκρισε ήταν το είδωλό του στο γυαλί» (σελ. 15).
  Και καταλήγει: «Στο τέλος παραδόθηκε στο κακό, δίχως να προβάλει καμιά αντίσταση. Μια παράδοση χωρίς όρους, σχεδόν ολοκληρωτική. Την καθοδηγούσε ο άλλος που ένιωθε να ξεπροβάλλει απ’ τον καθρέφτη» (σελ. 15).
  Καταλαβαίνω, οι συνειρμοί που σας δημιουργούνται είναι με το «Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, όμως εμένα μου ήλθε στο μυαλό ο Λακάν και η αδυναμία του να καταλάβω γρι απ’ αυτά που λέει για τον καθρέφτη.
  «Τον βασάνιζαν οι σκέψεις», έτσι ξεκινάει το διήγημα «Επίμονες σκέψεις». Ιδεοληψίες χαρακτηρίζονται από την ψυχοπαθολογία. Πώς τις ξεφορτώθηκε;
  «Η ιδέα να κατευθυνθεί στη θάλασσα του ήρθε ξαφνικά. Εκεί, αφέθηκε στην απεραντοσύνη του υγρού στοιχείου και οι σκέψεις οδηγήθηκαν στον πνιγμό» (σελ. 18).
  Τη θάλασσα μπορούμε να τη δούμε σαν μεταφορά. Θα μπορούσε να είναι και μια γκόμενα, όμως στο μισής σελίδας διήγημα δεν χώραγε.
  Στο «Ευτυχισμένος» διαβάζουμε:
  «Αυτός ήταν ευτυχισμένος. Έπλαθε ανθρώπινες παρουσίες, στις οποίες έδινε σάρκα και οστά, και ήταν πάντα μαζί του. Η οικογένεια και η παρέα του.
  Τις φιλοξενούσε σπίτι του, αν και πάντα ήταν άδειο. Τις πήγαινε βόλτα με το αυτοκίνητό του, αν και πάντα ήταν ο μόνος επιβάτης» (σελ. 19).
  Ο Σενέκας δεν είχε ανάγκη να πλάθει τέτοιες παρουσίες. Η ρήση του «Satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus» (Μου αρκούν λίγοι, μου αρκεί ένας, μου αρκεί κανένας) είναι από τις πιο αγαπημένες μου.
  Στη «Χοάνη» διαβάζουμε:
  «…Έως το πρωινό εκείνο που ξύπνησε και διαπίστωσε ότι δυο τεράστιες χοάνες είχαν πάρει τη θέση των αυτιών του. Ένα πραγματικό τούνελ διέσχιζε το κεφάλι του από άκρη σ’ άκρη» (σελ. 25).
  Υπάρχουν και χειρότερα, να ξυπνήσεις και να δεις ότι έχεις μεταμορφωθεί σε σκαθάρι.
  Μπα, γι’ αυτόν ήταν καλύτερα, όπως διαπιστώνουμε διαβάζοντας παρακάτω.
  «Αυτό που διαπίστωσε, ως εκ θαύματος ήταν ότι άκουγε κανονικά, αλλά όσα ήταν άκρως απαραίτητα ν’ ακούσει. Τα υπόλοιπα διέσχιζαν τη χοάνη κι έφευγαν έξω απ’ αυτόν. Έβλεπε ν’ ανοιγοκλείνουν τα στόματα των ανθρώπων. Ό,τι τον ενοχλούσε τον άφηνε ανέγγιχτο. Η χοάνη τον είχε σώσει κι ας μην έμοιαζε με κανονικό άνθρωπο. Είχε επιτέλους απαλλαγεί από τον περιττό θόρυβο» (σελ. 25).
  Στο «Φωταγωγό» διαβάζουμε:
  «Είχε μεταφέρει το κρεβάτι του δίπλα σε αυτό το άνοιγμα του τοίχου και περνούσε όλες τις ώρες του εκεί. Άκουγε τους ήχους, τις φωνές, τις ομιλίες κι ένιωθε μέλος μιας μεγάλης οικογένειας. Δεν φερόταν σαν κατάσκοπος, μήτε και κρυφάκουγε. Ήταν ένα αντίδοτο στη μοναξιά του. Ο φωταγωγός ήταν ο πιστός του σύντροφος. Θα ήθελε να ανήκει σ’ αυτόν. Θα ήθελε να είναι ένα μ’ αυτόν. Ένας δέκτης ήχων και διαθέσεων» (σελ. 26).
  Από τα πιο ωραία κείμενα που έχω διαβάσει πάνω στη μοναξιά.
  Στο «Η κοπέλα με το ποδήλατο» νόμιζα ότι επί τέλους θα έβλεπα και ένα άλλο πρόσωπο, καθώς το διήγημα ξεκινάει: «Ήταν εκεί. Την είδε με την άκρη του ματιού του να κάθεται, όπως συνήθως, στο γνώριμο παγκάκι, με το ποδήλατο για σύντροφο, παρέα με ένα βιβλίο» (σελ. 29).
  Όμως όχι. «Όταν πλησίασε, δεν υπήρχε κανείς. Μόνο ένας τεράστιος υάκινθος. Τον ακούμπησε και μύρισε το άρωμά του» (σελ. 30).
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.
  «Η βολική κούκλα», «Ήταν ένα βολικό υποκατάστατο. Δίχως μιλιά, αντιδράσεις και επιθυμίες» (σελ. 31).
  Το μικρότερο διήγημα της συλλογής, μου θύμισε την ταινία «Air doll» του Hirokazu Koreeda που είδα πρόσφατα.
  Την αίσθηση του φανταστικού που δίνουν εικόνες σε πεζογραφήματα, σε ποιήματα θα ήταν απλή μεταφορά. Στις «Ηλικίες» διαβάζουμε:
  «Σαν σιντριβάνι οι αναμνήσεις ξεπηδούσαν και πρόβαλαν πολυκαιρισμένες στιγμές. Τα μάτια του έβλεπαν πιο καθαρά στο σκοτάδι, όλα αυτά που ανέσυρε ο χρόνος. Το δέρμα γέμισε ρυτίδες, τα μαλλιά έγιναν άσπρα σαν το χιόνι, το κορμί έχασε το σφρίγος του· και οι ηλικίες να τον χαϊδεύουν στο προσκεφάλι, κλείνοντάς του τα μάτια και παραδίδοντάς τον στην αγκαλιά του Μορφέα» (σελ. 39). 
  Στην παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη «Κινητή γιορτή» ξεκινάω ως εξής»: «Υπάρχουν συγγραφείς που αρέσκονται στη μικρή φόρμα, όπως διηγηματογράφοι στη φόρμα bonzai. Ξέρω τρεις, τον Κώστα Μαυρουδή, την Παναγιώτα Μπλέτα και την Αρχοντούλα Διαβάτη. Ο Κώστας φωτογραφίζει σχολιάζοντας, η Παναγιώτα δοκιμιογραφεί, και η Αρχοντούλα θυμάται και σχολιάζει, και οι τρεις τους κείμενα της μιας περίπου σελίδας».
  Ο Ντιούδης είναι ένας διηγηματογράφος που αρέσκεται στη φόρμα bonzai με διηγήαματα της μιας περίπου σελίδας. Παρεμπιπτόντως τα διηγήματά του συγγενεύουν με τα διηγήματα του Ανδρέα Μήτσου, του οποίου πρόσφατα παρουσιάσαμε την τελευταία συλλογή που έχει τίτλο «Ο Ορφέας και ο Ανδρέας». Εκτενέστερα τα διηγήματα του Μήτσου, πρωταγωνιστούν σ’ αυτά αποκλίνοντες ήρωες ενώ το στόρι προσεγγίζει το φανταστικό. Οι αποκλίνοντες ήρωες και το φανταστικό έχουν μεγαλύτερο αφηγηματικό ενδιαφέρον. Να το ξαναγράψω επί τη ευκαιρία: ο ρεαλισμός είναι ένα σύντομο διάλλειμα στην παγκόσμια λογοτεχνία, όπως, φοβάμαι, και η δημοκρατία.
  Εξαιρετικά τα bonzai διηγήματα του Σιδέρη Ντιούδη, του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα και να μην αργήσει όπως τώρα μέχρι να βγάλει το επόμενο βιβλίο του.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Wednesday, December 12, 2018

Anup Singh, Song of scorpions (2017)


Anup Singh, Song of scorpions (2017)


  Είναι η δεύτερη φορά που μου συμβαίνει, να ξεχάσω ότι έχω γράψει για μια ταινία για τον απλούστατο λόγο ότι αναβλήθηκε η προβολή της. Είδα την ταινία στη δημοσιογραφική προβολή στο «Άστυ», αλλά τελικά δεν προβλήθηκε την ημερομηνία που έγραφε το ενημερωτικό e-mail. Ψάχνοντας στο IMDb βλέπω ότι δεν προβλέπεται η προβολή της στην Ελλάδα. Μήπως μετάνιωσαν; Εμένα η ταινία μου άρεσε πάρα πολύ. Για να μην την ξεχάσω οριστικά αυτή τη φορά, αποφάσισα να κάνω την ανάρτηση. Αν τελικά προβληθεί, θα ξανακάνω ενημέρωση από το blog μου.
  Στην ανάρτηση που κάνω για την ταινία της Nicole Garcia «Όλα όσα αγαπήσαμε» γράφω πριν το τέλος: «Πόσα πράγματα μπορεί να κάνει ένας άντρας για τη γυναίκα που αγαπά;».
  Ο άνδρας της ταινίας της Garcia έκανε πολλά πράγματα, όμως ο άνδρας της ταινίας του Anup Singh ξεπέρασε τα όρια.
  Αγαπάει τη Golshifteh Farahani αλλά αυτή δεν του δίνει σημασία. Θα προσπαθήσει να την ξεχάσει, πράγμα που θα τον κάνει να προβεί σε μια αποτρόπαια πράξη μήπως και τα καταφέρει. Μπα, με τίποτα. Αυτή η πράξη θα κάνει την Golshifteh να τον μισήσει, όμως βλέποντας το βάθος της αγάπης του θα συγκινηθεί.
  Και οι σκορπιοί πού κολλάνε;
  Πρωταγωνιστούν και αυτοί στην ταινία, σε πολλά πυρηνικά επεισόδια. Η Golshifteh με κάτι βότανα αλλά κυρίως με το τραγούδι της θεραπεύει αυτούς που τους έχει δαγκάσει σκορπιός.
  Σας έχει δαγκώσει σκορπιός;
  Εμένα όχι. Τη μητέρα μου όμως μια φορά που την δάγκωσε τυφλώθηκε για κάμποσες ώρες. Εγώ είδα μια φορά δυο στην μπανιέρα στο χωριό. Μπορεί και να ήταν ζευγάρι, δεν ξέρω. Και αποτελούν μόνιμο φόβο γι’ αυτούς που έχουν μαγατζέδες (σπιτάκια) στη Θριπτή, στο χωριό μου. Είχα δει κάποιες φορές στο δικό μου. Ευτυχώς τον πούλησα και ησύχασα.
  Πολύ με συγκίνησε αυτή η ταινία, όπως με συγκινούν και όλες οι «αφηγήσεις», κινηματογραφικές ή μυθιστορηματικές, που δείχνουν το βάθος, δηλαδή το μεγαλείο, του έρωτα. Μην τη χάσετε.


Tuesday, December 11, 2018

Yasujiro Ozu 15.A mother should be loved (Haha wo kowazuya, 1934)


 Yasujiro Ozu 15.A mother should be loved (Haha wo kowazuya, 1934)


  Ναι, δεν είναι όλες οι step mothers μητριές. Η Chieko, φοβούμενη μην πληγώσει τα αισθήματα του Sadao, ο οποίος μόνο όταν πήγε στο κολέγιο ανακάλυψε ότι είναι γιος από την πρώτη γυναίκα του πατέρα του η οποία πέθανε, του φέρεται με μεγάλη ανοχή, μια ανοχή που δεν δείχνει για τον δικό της γιο, τον Kosaku. Αυτό κάνει τον Sadao να αγανακτήσει. Τσακώνεται μαζί της και φεύγει από το σπίτι. Ίσως, ακούμε, το κάνει για να μην τους είναι βάρος, μαθαίνοντας ότι έχουν οικονομικά προβλήματα. O Kosaku τον αναζητά. Τον βρίσκει και τσακώνονται. O Kosaku τον κτυπάει. Τον χαστουκίζει επανειλημμένα. Ο Sadao δέχεται τα χαστούκια χωρίς να αντιδρά. Αυτή τη σκηνή την είδαμε και σε άλλες ταινίες του Ozu: ο ένας να χαστουκίζει και ο άλλος να δέχεται αδιαμαρτύρητα τα κτυπήματα.
  Είπαμε, ο Χριστός είπε όταν σε κτυπάνε στο ένα μάγουλο να γυρνάς και το άλλο, αλλά δεν διευκρίνισε πόσες φορές. Να είναι άραγε χριστιανός ο Sadao και όχι βουδιστής;
  Όταν ο Kosaku πληροφορείται από τη μητέρα του ότι ο Sadao στην πραγματικότητα είναι ετεροθαλής αδελφός του και ότι αυτή η συμπεριφορά του ξεκινάει απ’ αυτό το γεγονός, νοιώθει συντριμμένος. Όμως τέλος καλό όλα καλά. Ο Sadao θα μεταπεισθεί και θα επιστρέψει σπίτι. Αλλά αυτό το μαθαίνουμε με τα γράμματα τέλους. Η πρώτη και η τελευταία μπομπίνα της ταινίας έχουν χαθεί. Στα γράμματα της αρχής μαθαίνουμε επίσης για τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα.
  Ο Ozu εγκαταλείπει την κωμωδία για να μας δώσει μια συγκινητική ιστορία με το θέμα του θετού γονιού, ένα θέμα που είδαμε και στη ιρανική ταινία «Pedar», πατέρας, του Majid Majidi.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Passing fancy».  

Monday, December 10, 2018

Νίκος Δανέζης, Θέατρο σκιών


Νίκος Δανέζης, Θέατρο σκιών, Anima 2018, σελ. 87


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Μια συλλογή με εξαιρετικά ποιήματα, πολύ πρωτότυπα.

  Όχι, δεν πρόκειται για έργα του Σπαθάρη (Ένα ποίημα επιγράφεται «Ε. Σπαθάρης»), ούτε του συγχωρεμένου του Γιώργου Σκούρτη, του οποίου μελέτησα τα έργα στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής, δυο από τα οποία ήταν «Ο Καραγκιόζης Καραγκιόζης» και «Ο Καραγκιόζης παραλίγο βεζύρης». Το «Θέατρο σκιών»  είναι μια ποιητική συλλογή, η πρώτη του Νίκου Δανέζη. Όπως και το γνωστό «Teatrum mundi», ο κόσμος είναι ένα θέατρο, μια αλληγορία που έλκει πιθανότατα την καταγωγή της από την αλληγορία του Πλάτωνα για τη σπηλιά, έτσι και το «Θέατρο σκιών» πιστεύω ότι παραπέμπει στην ίδια αλληγορία: βρισκόμαστε στον κόσμο σαν σκιές, όπως οι σκιές στην πλατωνική σπηλιά. Ακόμη η λέξη «σκιά» παραπέμπει συνειρμικά  στις σκιές των πεθαμένων που συναντάει ο Οδυσσέας στον κάτω κόσμο. Το ποίημα «Όσοι σ’ αγαπάνε» παραπέμπει άμεσα στον τίτλο της συλλογής.

Νυστάζεις
μα διστάζεις να κοιμηθείς.
Δε χωνεύεις
το ότι κάτι σε καταπίνει.

Κρεμιέσαι από κλωστή
και σε κουνάνε,
όσοι «σ’ αγαπάνε»
μέχρι κάτι να γίνει (σελ. 81).

  Εξαιρετικός θιασάρχης ο Δανέζης, διευθύνει τις «σκιές» του με εξαιρετική μαεστρία. Παίζει και ο ίδιος μιλώντας εξομολογητικά για τον εαυτό του, τα υπαρξιακά του άγχη, τα προβλήματά του και τα προβλήματα που εντοπίζει γύρω του, αλλά και επεισόδια τα οποία συνήθως επινοεί σε μικρά αφηγηματικά ποιήματα όπως το «Τυχαία».

Ένα βράδυ κάποιος χόρευε
σε μια ερημική παραλία
κι όλοι οι περαστικοί
με τυπικό χαμόγελο κριτή,
έκριναν τον χορό του,
πως ήταν λάθος.

Τελικά, μάλλον τυχαία,
είδανε πως με το χορό,
είχε χαράξει στην άμμο
Σ ΑΓΑΠΩ
για κάποια νέα.

  Πολλές φορές απευθύνεται και σε εφέ αποστροφής σε κάποιον άλλο, αλλά πιο συχνά σε κάποιαν άλλη, όπως στο «Φάντασμα του Γιασεμιού».
 
Περπατούσες αμέριμνη τα βράδια,
τ’ άρωμά σου προσκυνούσαν οι σκιές,
το φάντασμα του γιασεμιού σ’ αποκαλούσαν
κι ήταν για όλους τα βήματά σου απειλές.
Τα λουλούδια ερωτευμένα σε καλούσαν
και οι κήποι σου υπόσχονταν πολλά,
μα όλοι μάλλον αγνοούσαν
πως τα φαντάσματα λουλούδια

δε ριζώνουνε ποτέ
και πουθενά (σελ. 5).

  Ένας απόηχος Καββαδία είναι εδώ, αλλά και σε άλλα ποιήματα, εμφανής. Και η πλεχτή ομοιοκαταληξία διατρέχει όλο το ποίημα, το πιο «παραδοσιακό» ίσως όλης της συλλογής.  
  Υφολογικά τα ποιήματα έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Ένας ράπερ θα μπορούσε να τα μελοποιήσει καθώς έχουν αρκετή επιρροή από τη ραπ.
  Οι στίχοι είναι σχεδόν πάντα ανισοσύλλαβοι, και οι στροφές επίσης έχουν άνισο αριθμό στίχων. Ακόμη, ο Δανέζης επιμένει σε ομοιοκαταληξίες που όμως δεν έχουν την κανονικότητα της παραδοσιακής ποίησης καθώς δεν ομοιοκαταληκτούν όλοι οι στίχοι, κυρίως επειδή οι στροφές, όπως είπαμε, έχουν άνισο αριθμό στίχων. Έτσι σε μια στροφή μπορεί να δούμε μόλις μία ομοιοκαταληξία, συνήθως πλεχτή αλλά καμιά φορά και ζευγαρωτή. Στο ποίημα «Τυχαία» που παραθέσαμε είναι σταυρωτή (τυχαία-νέα).
  Ένα κύριο υφολογικό χαρακτηριστικό είναι τα εφέ παρωνυμίας τα οποία ο Δανέζης χρησιμοποιεί πολύ συχνά, όπως π.χ.
  «Ντροπή! Για την τροπή/ που πήραν οι στίχοι μου».
 Επίσης τα εφέ ομωνυμίας, με πιο συχνή περίπτωση αυτή της ομοφωνίας και λιγότερο της ομογραφίας. Παράδειγμα η συνέχεια των παραπάνω δυο στίχων. «τείχη χωρίς τύχη/γίνηκαν τα στήθη μου/κι η πάλη πάλι…» (σελ. 17). Τα εφέ αυτά δημιουργούν αναπόφευκτα και παρηχήσεις, όπως εδώ τις παρηχήσεις του π και του τ, και συχνά μια εσωτερική ομοιοκαταληξία όπως: «Απουσίας αυγή, μοναξιά και κραυγή», «Λέξεων ήχοι δίχως τύχη», «βρέφος, με νέφος», «δυο τροχοί, στη βροχή» κ.ά.  
  Έχω ξεπεράσει τον ιδεοψυχαναγκασμό να παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίζω σε πεζά, αλλά και ποιήματα που είναι γραμμένα στον ελεύθερο στίχο της σύγχρονης ποίησης. Εδώ θα κάνω μια εξαίρεση, παραθέτοντας τους δυο μοναδικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, συνεχόμενους μάλιστα, που συνάντησα μέσα σε ένα ποίημα, με σπασμένα όμως τα ημιστίχιά τους σε δυο διαφορετικούς στίχους. «Τ’ αθώο βλέμμα του φιδιού/μέσα στην κόλασή του», το φυσικό φαινόμενο/που ονομάσαν θαύμα» (σελ. 24).
  Θα κλείσουμε με μια αποφθεγματική φράση, το τέλος του προλόγου.
  «Απόδραση λοιπόν ο λόγος και η λογοτεχνία μια απόδραση».
  Απόδραση από τον κόσμο των σκιών η λογοτεχνία, είτε τη γράφεις είτε τη διαβάζεις. Και επίσης όταν γράφεις γι’ αυτήν, όπως τώρα καληώρα, για να κάνω κι εγώ ένα εφέ παρωνυμίας.
  Και ένα τελευταίο: τον Νίκο τον ξέραμε σαν Νίκο Απόμακρο. Είναι η τεχνική υποστήριξη του Λέξημα. Φως φανάρι ότι το «Απόμακρος» είναι ψευδώνυμο. Φαντάστηκα λοιπόν ότι το Δανέζης είναι το πραγματικό του όνομα.
  Όμως όχι. Το όνομά του είναι Νίκος Ρούσσος, διαβάζω στο βιογραφικό του στο αυτί του βιβλίου. Από πού σκέφτηκε λοιπόν το ψευδώνυμο Δανέζης; Την μόνη υπόθεση που μπορώ να κάνω είναι από τη Mara Danesi, που το τραγούδι της Il cembalo (1966) μου άρεσε πολύ.  
  Εξαιρετικά τα ποιήματα αυτά του Νίκου, ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης

Marcelo Martinessi, Las herederas (Οι κληρονόμοι, 2018)


Marcelo Martinessi, Las herederas (Οι κληρονόμοι, 2018)


  Εξακολουθεί να παίζεται στους κινηματογράφους.
  Ο Syd Field στο βιβλίο του «The foundations of screenwriting» χωρίζει τις ταινίες που εστιάζουν στους ήρωες από τις ταινίες που εστιάζουν στην πλοκή. Ο Αριστοτέλης στην «Ποιητική» του προκρίνει την πλοκή. «Η γαρ τραγωδία μίμησις εστίν ουκ ανθρώπων αλλά πράξεως και βίου». Ακόμη «ούκουν όπως τα ήθη μιμήσωνται πράττουσιν, αλλά τα ήθη συμπεριλαμβάνουσι δια τας πράξεις» και τέλος, «άνευ μεν πράξεως ουκ αν γένοιτο τραγωδία, άνευ δε ηθών γένοιτ’ αν». (1450 α).
  Και εγώ το ίδιο. Τα σασπένς και τα απροσδόκητα σε μια συναρπαστική πλοκή αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον του θεατή. Όμως μπορούν να υπάρξουν και πολύ καλές ταινίες που να εστιάζουν στους ήρωες, με υποτυπώδη πλοκή και χωρίς ιδιαίτερα σασπένς και ανατροπές.
  Στις πρώτες τα επεισόδια είναι κυρίως πυρηνικά, καθώς το ένα πυροδοτεί το άλλο, ενώ στις δεύτερες τα επεισόδια είναι κυρίως δεικτικά, «φωτογραφίζοντας» και προσωπογραφώντας τους ήρωες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι «Κλέφτες καταστημάτων», μην τη χάσετε.  
  Δυο ηλικιωμένες γυναίκες είναι τα πρόσωπα των «Κληρονόμων» του παραγουανού Μαρτσέλο Μαρινέσι, αλλά ο φακός εστιάζει κυρίως στην Chela. Κατάγονται από αρχοντικές οικογένειες, και εδώ και τριάντα χρόνια ζουν μαζί. Όμως τα οικονομικά τους είναι πολύ άσχημα, και αρχίζουν να εκποιούν σιγά σιγά τα αντικείμενα στο πλούσιο αρχοντικό τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, η Chiquita μπαίνει φυλακή για «απάτη». Στην πραγματικότητα δεν είχε διαβάσει τα ψιλά γράμματα σε μια δανειακή σύμβαση, υπέγραψε συναλλαγματικές που δεν μπόρεσε αργότερα να πληρώσει, και κατέληξε στη φυλακή.
  Τυχαία η Chiquita οδήγησε το αυτοκίνητο της Chela, χωρίς να έχει δίπλωμα, και κατέληξε να κάνει τον ταξιτζή στην περιοχή. Το καινούριο εισόδημα ήταν καλοδεχούμενο.
  Η γνωριμία της με άλλες γυναίκες, αλλά κυρίως με μια νεαρή γυναίκα, την Angy, θα είναι καταλυτική. Θα της ανοίξει καινούριους ορίζοντες, αλλά και θα συνειδητοποιήσει τις ματαιώσεις που υπέστη στη ζωή της.
  Συγκινητική ταινία, μην τη χάσετε όσοι δεν την έχετε δει.
  Και θυμήθηκα.
  Chiquita είναι μια ποικιλία μπανανών, δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμη. Στη σχολή αξιωματικών του ΚΕΕΜ στη Σπάρτη μας έλεγαν για ένα καψόνι που έκαναν στη ΣΕΑΠ. Έβαζαν οι βητάδες τον νέο να κρεμαστεί από ένα μονόζυγο, και στη συνέχεια να τους εκλιπαρεί για να κατέβει: «Είμαι μπανάνα, είμαι τσικίτα, να ωριμάσω κύριε Βήτα;» για να εισπράξει τη στερεότυπη απάντηση: «Κάτσε λίγο ακόμη, να μην ωριμάσεις πρώιμα». Εμείς αυτό το καψόνι το γλιτώσαμε γιατί απλούστατα δεν υπήρχαν μονόζυγα εκεί κοντά. Μικρό το κέντρο, αν θυμάμαι καλά τριάντα ΔΕΑ όλοι κι όλοι αποφοιτούσαμε κάθε φορά, σε σχέση με τη ΣΕΑΠ όπου ήσαν πολυάριθμοι καθώς στελέχωναν το πεζικό. Εμείς, Εφοδιασμού-Μεταφορών, βγάζαμε και δίπλωμα οδήγησης που στη συνέχεια το μετατρέπαμε σε πολιτικό, Β΄επαγγελματικό. Αυτό, μέχρι που η συντεχνία των δασκάλων οδήγησης κατάφερε να μην ισχύει πια.    

Kenji Mizoguchi 1938 Song of the Camp (Roei no Uta露営の歌)


Kenji Mizoguchi 1938 Song of the Camp (Roei no Uta露営の歌)


  Η ταινία αυτή χάθηκε. Γιατί κάνω λοιπόν ανάρτηση; Μα για να τα λέμε όλα. Το «Τραγούδι του στρατοπέδου» πρέπει να είναι μια ταινία προπαγανδιστική 82 λεπτών, για τον σινοϊαπωνικό πόλεμο. Στοιχεία για την ταινία μπορείτε να βρείτε στο γιαπωνέζικο λήμμα της βικιπαίδειας, στη φιλμογραφία του Μιτζογκούτσι, ψάχνοντας στη χρονολογία.
  Το «προπαγανδιστική» το υποθέτω, γι’ αυτό και χάθηκε. Στο youtube βρήκα ένα βίντεο με το τραγούδι, και με αγγλικούς υπότιτλους. Δεν ξέρω όμως αν το βίντεο έχει παρθεί από την ταινία. Μπορείτε να το δείτε εδώ, αξίζει τον κόπο.
  Βάζοντας τον γιαπωνέζικο τίτλο στο translate.google.com όμως μου βγάζει σαν μετάφραση «Το τραγούδι του ήλιου». Εννοεί προφανώς του ανατέλλοντος ηλίου, μια μετωνυμία της Ιαπωνίας.  

Kenji Mizoguchi 11. 1937 Straits of Love and Hate (愛怨峡 Aien kyō)


Kenji Mizoguchi 11. 1937 Straits of Love and Hate (愛怨峡 Aien kyō)


  Και πάλι ένα έργο στο οποίο ο Μιτζογκούτσι διεκτραγωδεί τη μοίρα της γυναίκας, που αφήνεται στις υποσχέσεις και στους χειρισμούς του άνδρα. Μόνο που εδώ στο τέλος υψώνει το ανάστημά της.
  Ο γιος, παρά τις αντιρρήσεις του πατέρα, θα φύγει μαζί της για το Τόκιο. Όμως εκεί θα την παρατήσει και θα γυρίσει στο πατρικό του, να αναλάβει τη διεύθυνση του ξενοδοχείου του πατέρα του. Η κοπέλα θα γεννήσει την κόρη τους, αλλά θα την αναθέσει σε κάποια γυναίκα. Έχει βρει προστάτη, σαν γκέισα. Ένας νεαρός την ερωτεύεται. Ένας θείος της θα εμφανισθεί, θιασάρχης, και θα ταξιδεύουν δίνοντας παραστάσεις. Θα πάρει μαζί της και την κόρη της, που είναι ακόμη μωρό.
  Θα φτάσουν και στην πατρίδα της. Θα παίξουν ένα Kyogen (κωμικός διάλογος ανάμεσα στις δυο πράξεις του Νο) που έχει σαν θέμα την περίπτωσή της, μια κοπέλα την οποία παρατάει ο φίλος της και κάνει ένα μωρό.
  Αυτός είναι ανάμεσα στους θεατές. Θα τη βρει και θα της ζητήσει να παντρευτούνε. Αυτή αρνείται, του λέει ότι είναι πόρνη. Αυτός λέει να πάρει τουλάχιστον το μωρό. Αυτή αρχικά αρνείται. Όμως τι τύχη μπορεί να έχει μαζί της; Θα καταντήσει ή γκέισα ή πόρνη. Έτσι υποχωρεί. Μάλιστα έχουν κάνει και την εγγραφή στο δημοτολόγιο.
  Ο πατέρας του νέου ούτε να το ακούσει. Δεν συγκινείται καθόλου που θα έχει μια εγγονή. Η κοπέλα, βλέποντας την αναποφασιστικότητά του, παίρνει το μωρό και φεύγει. Δεν είναι αυτό το κατάλληλο περιβάλλον για να μεγαλώσει η κόρη της, του λέει.
  Δεν μπόρεσα να βρω για την ταινία λήμμα στη βικιπαίδεια, και το IMDb δίνει μια ελλιπή περίληψη. Δίνει ως διάρκεια μια ώρα και 48 λεπτά, όμως στο youtube η διάρκεια είναι μια ώρα και 28 λεπτά. Ίσως είναι λάθος, ίσως όμως όχι, μπορεί να χάθηκαν κάποια μέτρα φιλμ, γι’ αυτό ένιωσα κάποιο αφηγηματικό κενό, πώς την εγκατέλειψε ο φίλος της. Επίσης υπάρχει πρόβλημα με τους υπότιτλους. Κρίνοντας από την κινέζικη απόδοση των ιδεογραμμάτων των προσώπων, θα έλεγα ότι τη μετάφραση την έκανε κινέζος που ξέρει γιαπωνέζικα, αλλά τα αγγλικά του είναι εντελώς χάλια. Όπως και να έχει, ήταν μια ταινία τυπική του Mizoguchi που μου άρεσε πολύ. 
  Πριν αναρτήσω έψαξα και πάλι, και στο δεύτερο σύνδεσμο βρήκα ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από την «Ανάσταση» του Τολστόι, έργο που διάβασα πριν χρόνια, δεν το θυμάμαι, θέλω να το ξαναδιαβάσω και όλο το αναβάλω γιατί μπαίνουν άλλα στη μέση.
    Περιέργως στη μετάφραση των ιδεογραμμάτων στο translate.google.com μου βγάζει μόνο προφορά, aikunori, ενώ επιλέγοντας γλώσσα τα κινέζικα μου βγάζει «ερωτική θλίψη».
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Sisters of the Gion».

Sunday, December 9, 2018

Kenji Mizoguchi 10. 1936 Sisters of the Gion (祇園の姉妹 Gion no kyōdai)


Kenji Mizoguchi 10. 1936 Sisters of the Gion (祇園の姉妹 Gion no kyōdai)


  Σ’ αυτό το έργο υπάρχει επίσης το θέμα της αυτοθυσίας της γυναίκας για τον άνδρα, όμως το κυρίαρχο θέμα είναι η θλιβερή κατάσταση της γκέισας.
  Δυο αδελφές γκέισες, δυο διαφορετικές στάσεις απέναντι στα πράγματα. Η μεγάλη αδελφή φιλοξενεί τον πάτρονά της στο σπίτι τους, τώρα που χρεοκόπησε. Τον αγαπάει. Η μικρή όμως μισεί τους άνδρες που τις εκμεταλλεύονται, και προσπαθεί να τους χειριστεί. Καταφέρνει έναν φτωχό υπάλληλο να της αγοράσει ένα κιμονό για την αδελφή της για να μπορέσει να γίνει δεκτή σε ένα χορό και πείθει το αφεντικό του να της δώσει χρήματα τα οποία χρησιμοποιεί για να διώξει τον πάτρονα της αδελφής της από το σπίτι. Του λέει ψέματα ότι η αδελφή της δεν τον θέλει, απλά τον ανέχεται. Επίσης καταφέρνει με μαλαγανιές να κάνει πάτρονά της αυτό το αφεντικό. Αυτός, μαθαίνοντας ότι ο υπάλληλός του έκλεψε από το μαγαζί του (μαγαζί με υφάσματα) για το κιμονό της γκέισας, του απαγορεύει να ξαναπατήσει στη συνοικία Γκιόν, τη συνοικία με τις γκέισες. Όμως αυτός πηγαίνει να την ξαναδεί, και τη βρίσκει με το αφεντικό του. Αυτός τον διώχνει λέγοντάς του ότι απολύεται. Αυτός με τη σειρά του το καρφώνει στη γυναίκα του. Όμως δεν του φτάνει αυτό, παρασύρει ύπουλα την γκέισα που τον κορόιδεψε με το κιμονό πουλώντας του αγάπη και, δεν κατάλαβα, από το αμάξι που την μετέφερε την έριξε αυτός ή αυτή έπεσε στο δρόμο φοβούμενη τα χειρότερα. Δεν σκοτώθηκε, και ελπίζουν ότι δεν θα μείνει ανάπηρη.
  Η αδελφή της στο μεταξύ είχε ανακαλύψει τον πάτρονά της, μαθαίνει για τα ψέματα που του είπε, και πηγαίνει να μείνει κοντά του. Όμως αυτός σε λίγο την εγκαταλείπει, πηγαίνει στη γυναίκα του καθώς στην επαρχία όπου ζει του προσφέρθηκε μια διευθυντική θέση σε μια επιχείρηση. Και η ταινία τελειώνει με την τραυματισμένη αδελφή να παραπονιέται κλαίγοντας για τη μοίρα της γκέισας:
  «Αν κάνουμε καλά τη δουλειά μας μάς κατηγορούν ότι είμαστε ανήθικες. Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Τι θέλουν από μας; Γιατί πρέπει να υποφέρουμε τόσο; Γιατί να υπάρχουν οι γκέισες σ’ αυτό τον κόσμο; Γιατί να υπάρχουμε; Δεν είναι σωστό, δεν είναι καθόλου σωστό. Μακάρι να μην υπήρχαν ποτέ».
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «Osaka elegy».


Saturday, December 8, 2018

Kenji Mizoguchi 9. 1936 Naniwa Elegy a.k.a. Osaka Elegy (浪華悲歌 Naniwa hika or Naniwa erejī)


Kenji Mizoguchi 9. 1936 Naniwa Elegy a.k.a. Osaka Elegy (浪華悲歌 Naniwa hika or Naniwa erejī)


  Ο Μιτζογκούτσι έχει εμμονή με το θέμα της αυτοθυσίας της γυναίκας για τον άντρα, εμμονή που, όπως είπαμε, οφείλεται στο ότι ο πατέρας του «πούλησε» τη μεγάλη του αδελφή σαν γκέισα, δηλαδή σαν υποψήφια πόρνη, και η αδελφή αυτή τον στήριξε στα πρώτα του βήματα.
  Εδώ η κόρη ενδίδει στις πιέσεις του αφεντικού της προκειμένου να εξασφαλίσει τα 300 ευρώ που χρειάζεται ο πατέρας της για να καλύψει το έλλειμα από τα χρήματα που καταχράστηκε στη δουλειά του. Στη συνέχεια θα τα φτιάξει με ένα φίλο του αφεντικού της, για να πάρει τα 200 ευρώ που χρειάζεται ο αδελφός της προκειμένου να καταφέρει να τελειώσει τις σπουδές του. Μόλις τις τελειώσει τον περιμένει έτοιμη δουλειά. Τα παίρνει και τον διώχνει. Θέλει να παντρευτεί το φίλο της που της έκανε πρόταση γάμου. Όμως δεν θέλει να στηρίξει το γάμο της σε ένα ψέμα, θα του πει όλη την αλήθεια.
  Φαίνεται να δείχνει κατανόηση. Όταν όμως τους συλλαμβάνει η αστυνομία, μάλλον μετά από καταγγελία εκείνου που ένα πήδημα του στοίχισε τα 200 yen (από την εποχή εκείνη το yen έχει υποτιμηθεί απίστευτα, αφού ο άνδρας στο «After the storm» πληρώνει διατροφή στη γυναίκα του για το γιο τους 50.000 yen το μήνα) θα κάνει πίσω. Η πορνεία είναι παράνομη, τον πιστεύουν ότι δεν την έσπρωξε αυτός και αυτή τη συγχωρούν μια και είναι η πρώτη της φορά.
  Και η διαφορά από τις προηγούμενες ταινίες.
  Ενώ σ’ εκείνες αυτοί που επωφελήθηκαν από την αυτοθυσία της γυναίκας δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους, συνειδητοποιούν την οφειλή τους (ο νεαρός στο «The downfall of Osen καθυστερημένα»), εδώ, αντίθετα, τη διώχνουν από το σπίτι.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The poppy».


Kenji Mizoguchi 8. 1935 The Poppy (Gubijin-so)


Kenji Mizoguchi 8. 1935 The Poppy (Gubijin-so)

  Η «Παπαρούνα» είναι ένα μια «μπερδεμένη» (έτσι τη χαρακτηρίζει το ΙMDb, complicated) ερωτική ιστορία ανάμεσα σε δυο γυναίκες και δυο άνδρες.
  Τον Ono τον περιμάζεψε έφηβο ο πατέρας της Sayoko που είναι καθηγητής. Περιφερόταν ορφανός και άστεγος στους δρόμους του Κιότο. Του φέρθηκε σαν να ήταν παιδί του. Ταλαντούχος ο νεαρός, τον έστειλε να σπουδάσει στο Τόκιο. Ήταν δεδομένο ότι θα παντρευόταν την κόρη του την Sayoko, η οποία τον αγαπούσε και την αγαπούσε. Στο Τόκιο όμως ξελογιάστηκε με την Fujio, μια μοντέρνα κοπέλα και πολύ όμορφη, η οποία όμως ήταν να παντρευτεί τον Munechika. Σαν πρόταση γάμου θα του έδινε ένα ρολόι-κειμήλιο. Αντίθετα προτίθεται να το δώσει στον Ono, τον ταλαντούχο υποψήφιο διδάκτορα, ενώ ο Munechika είχε κοπεί ήδη δυο φορές στις εξετάσεις του για το διπλωματικό σώμα.
  Ο Ono στέλνει έναν συμφοιτητή του στον πατέρα της Sayoko για να του πει ότι δεν θέλει πια αυτό το γάμο. H Sayoko που κρυφακούει τη συζήτηση με τον πατέρα της σωριάζεται κάτω συντριμμένη. Ούτε να ακούσουν την προσφορά του να τους ενισχύσει οικονομικά. Παίρνουν το τραίνο της επιστροφής.
  Ο Munechika του τα ψέλνει, και του λέει ότι πρέπει να δει τελικά τι θέλει και να φερθεί σαν άντρας. Παίρνει την απόφασή του, τρέχουν και οι δυο να τους βρούνε. Έχουν ξενοικιάσει τους λέει ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που έμεναν, άκουσα ότι πάνε στο σταθμό του τραίνου για το Κιότο. Τρέχει με το φίλο του. Μόλις που προλαβαίνει.
  Η Fujio, βλέποντας ότι έχασε τον Ono, προσφέρει το ρολόι στον Munechika, στον οποίο ήταν να το δώσει από την αρχή. Αυτός όμως το αρπάζει και το πετάει στη θάλασσα, ξέροντας ότι δεν τρέφει αισθήματα γι’ αυτόν.
  Σε κάποια σκηνή η Sayoko, κλαίγοντας, λέει στον πατέρα της ότι θα μείνει για πάντα κοντά του. Και θυμήθηκα ότι αυτό το μοτίβο, που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως το μοτίβο του συμπλέγματος της Ηλέκτρας, το συνάντησα κάμποσες φορές στις ταινίες του Yasujiro Ozu, σαν κεντρικό μοτίβο.
  Ανέβασα την ταινία στο youtube αλλά χωρίς υπότιτλους, δεν τα κατάφερα να τους βάλω, όμως με καλύτερη ανάλυση. Αν την κατεβάσετε μπορείτε να βρείτε στο διαδίκτυο.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «The downfall of Osen».



Friday, December 7, 2018

Yasujiro Ozu, 14.Passing fancy (Dekikogoro, 1933)


Yasujiro Ozu, 14.Passing fancy (Dekikogoro, 1933)


  Η κωμωδία είναι τελικά το στοιχείο του Όζου, και αυτή η ταινία είναι μια απολαυστική κωμωδία. Και συνειδητοποιώ για πρώτη φορά ότι ενώ στις άλλες μυθοπλασίες σημασία έχουν περισσότερο τα πυρηνικά γεγονότα που πυροδοτούν τη δράση, στην κωμωδία πιο σημαντικά είναι τα μη πυρηνικά, αυτά που συνδέονται χαλαρότατα με την πλοκή και ο σεναριογράφος και/ή ο σκηνοθέτης τα έχει επινοήσει για τον κωμικό τους χαρακτήρα και μόνο. Η σκηνή στον κινηματογράφο στην αρχή της ταινίας, με το άδειο πορτοφόλι που περνάει από χέρι σε χέρι, ήταν ιδιαίτερα απολαυστική.
  Τα πρόσωπα της ταινίας είναι ο ανεπρόκοπος μπαμπάς που τον έχει παρατήσει η γυναίκα του, ο μικρός του γιος, ένας μπόμπιρας πανέξυπνος και ώριμος για την ηλικία του, σίγουρα πιο ώριμος από τον μπαμπά (παρακολουθούμε σπαρταριστά, αλλά και συγκινητικά επεισόδια στη μεταξύ τους σχέση), ο νεαρός φίλος του μπαμπά, η μεσόκοπη ιδιοκτήτρια της ταβέρνας και η νέα κοπέλα που της πρόσφεραν στέγη καθώς δεν είχε πού να μείνει όταν την απέλυσαν από τη δουλειά της. Υπάρχει βέβαια και το ειδύλλιο ανάμεσα σ’ αυτήν και στον νεαρό, που στην αρχή δεν θέλει να ακούσει για καινούρια σχέση. Είχε καεί από την προηγούμενη, και η παροιμία λέει ότι «όποιος καεί στο χυλό φυσά και το γιαούρτι». Όμως η αφηγηματική προσμονή σε μια κωμωδία είναι ότι τελικά θα τα φτιάξουν, και όντως τα φτιάχνουν.
  Αυτό που παρατηρώ στις ταινίες του Όζου, όπως και του Κουροσάβα, είναι η ανθρωπιά και η καλοσύνη που χαρακτηρίζει τους ήρωες.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube.
  Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για το «Σαγηνευτικό κορίτσι».

Jean-Stephane Sauvaire, A prayer before dawn (Προσευχήσου πριν πεθάνεις, 2017)




  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Πραγματική ιστορία, και μάλιστα μεταφορά από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του κεντρικού ήρωα, του Μπίλι Μουρ, που έχει τον αγγλικό τίτλο, άσχετος με τον ελληνικό.
  Ο Μπίλι Μουρ ζει στην Ταϊλάνδη. Είναι πυγμάχος, μπλεγμένος όμως και με τα ναρκωτικά, όχι μόνο σαν χρήστης αλλά και σαν έμπορος. Θα συλληφθεί και θα καταλήξει στη φυλακή. Αυτά που διεκτραγωδεί είναι φρικτότατα, και δεν έχουν καμιά σχέση με όσα συμβαίνουν στις φυλακές της Δύσης, πολύ πιο ανθρώπινες. Σώζεται εξαιτίας του ότι είναι πυγμάχος. Θα διαγωνισθεί σε ένα τουρνουά και θα νικήσει. Με τη νίκη του τελειώνει και η ταινία. Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε ότι μεταφέρθηκε σε καλύτερες φυλακές στην Ταϊλάνδη, πήρε χάρη το 2010 από τον βασιλιά, και από τότε αφιερώνει το χρόνο του στον αγώνα για την απεξάρτηση τη δική του και των άλλων τοξικομανών.
  Όσοι είναι εθισμένοι πρέπει να δουν την ταινία αυτή οπωσδήποτε, για να πάρουν μια ιδέα του τι μπορεί να τους ξημερώσει.