Book review, movie criticism

Monday, March 12, 2012

Nuri Bilge Ceylan, Once upon a time in Anatolia και Cocoon

Nuri Bilge Ceylan, Once upon a time in Anatolia(2011)καιCocoon(1995)
http://en.wikipedia.org/wiki/Nuri_Bilge_Ceylan
http://en.wikipedia.org/wiki/Once_Upon_a_Time_in_Anatolia

Πριν τρία χρόνια ήταν που ανακάλυψα τον Nuri Bilge Ceylan. Δεν θυμάμαι ποια ήταν η ταινία που πρωτοείδα, αλλά θαύμασα τον μεγάλο σκηνοθέτη. Έψαξα και βρήκα και τις άλλες ταινίες του, και έγραψα γι’ αυτές. Νομίζω είναι ο πρώτος σκηνοθέτης-ή μήπως και ο μόνος;- του οποίου επεδίωξα να δω όλα τα έργα του. Όχι, τώρα θυμάμαι, είναι και ο συμπατριώτης του ο Φατίχ Ακίν. Έχω γράψει σχεδόν για το σύνολο του έργου τους. Πριν δυόμιση χρόνια περίπου. Μετά ακολούθησαν οι ιρανοί. Όλοι οι ιρανοί.
Έχω γράψει για το Casaba (μικρή πόλη) και τα «Μαγιάτικα σύννεφα» εδώ http://hdermi.blogspot.com/2009/11/nuri-bilge-ceylan-kasaba-clouds-of-may.html
Είναι η δεύτερη και οι τρίτη ταινία του (για την πρώτη θα γράψω σήμερα, μετά από το «Κάποτε στην Ανατολία»). Για τις τρεις επόμενες, τις «Μακριά», «Κλίματα αγάπης» και «Τρία μαϊμούνια» (προτίμησα να μεταφράσω έτσι το Üç Maymun) έχω γράψει εδώ. http://hdermi.blogspot.com/2009/10/nuri-bilge-ceylan-t.html
Ο Ceylan ακολουθεί μια πορεία ανάλογη με αυτήν που ακολούθησαν ο Λουίς Μπουνιουέλ και ο Ζαν Κοκτώ, όπως έγραψα στην προηγούμενη ανάρτησή μου, αντίθετη από αυτήν που ακολούθησε ο Σεργκέι Παρατζάνοφ: Από τον άκρατο λυρισμό των πρώτων του ταινιών όπου ο μύθος είναι υποτυπώδης, πηγαίνει σε ταινίες όπου ο μύθος κερδίζει την πρωτοκαθεδρία, περιβαλλόμενος όμως από την ποίηση με την οποία διακρίθηκε στις πρώτες του ταινίες.
Και ενώ σ’ αυτές η ποιητικότητα ήταν ένας ευτυχισμένος λυρισμός, στις επόμενες γίνεται μια θλιμμένη ελεγεία. Μια θλιμμένη ελεγεία που τον ακολουθεί και στο «Κάποτε στην Ανατολία».
Ο ποιητικός κινηματογράφος, το συζητήσαμε σε βιβλιοκριτικές μας για βιβλία, είναι μια ευρεία έννοια που καλύπτει τον σινεφίλ κινηματογράφο που ενδιαφέρεται για την εικαστικότητα του πλάνου. Από εκεί και ύστερα μια ταινία μπορεί να έχει και πιο ειδικά χαρακτηριστικά. Έτσι, για την ταινία αυτή θα λέγαμε ότι την χαρακτηρίζει ένας ακραίος νατουραλισμός, ανάλογος με εκείνον της λογοτεχνίας. Η μεγάλη αυτή ταινία των δυόμιση ωρών, στο πρώτο μέρος της γυρισμένη σε νυχτερινά τοπία με το πρασινωπό χρώμα που είδαμε και στην «Ελεγεία ενός ταξιδιού» του Σοκούροφ, εστιάζει σε λεπτομέρειες και προβαίνει σε τόσες επαναλήψεις που με πρώτη ματιά φαίνονται περιττές. Ακόμη είναι «σκληρή» ταινία. Βλέπουμε να ξεθάβουν ένα πτώμα από τον λάκκο όπου τον έθαψαν οι δολοφόνοι. Επίσης στο τέλος του έργου βλέπουμε μια παρατεταμένη νεκροψία.
Να σημειώσουμε κάτι ακόμη: ενώ στις κατεξοχήν ποιητικές ταινίες ο λόγος περιορίζεται στο ελάχιστο, εδώ οι κεντρικοί ήρωες, ένας ιατροδικαστής και ένας εισαγγελέας, είναι λαλίστατοι, όπως εξάλλου και τα άλλα πρόσωπα. Μιλάνε για διάφορα πράγματα, από το γιαούρτι μέχρι τον προστάτη και την ούρηση, έξω από την οικονομία του έργου.
Δυο ιστορίες παρακολουθούμε σ’ αυτή την ταινία. Η μια είναι η αναζήτηση ενός πτώματος που κάπου το έχουν θάψει οι δολοφόνοι αλλά δεν θυμούνται πού ακριβώς, και η ιστορία μιας εγκύου γυναίκας, που όταν μαθαίνει ότι ο σύζυγός της την απατάει, φαινομενικά τον συγχωρεί, ενώ στην πραγματικότητα περιμένει να γεννήσει το παιδί της για να αυτοκτονήσει. Την ιστορία αυτή τη μαθαίνουμε σταδιακά, από τον διάλογο του ιατροδικαστή με τον εισαγγελέα.
Και της άλλης ιστορίας τα νήματα μας αποκαλύπτονται σταδιακά. Έτσι μαθαίνουμε ότι το έγκλημα είναι ένα ερωτικό έγκλημα. Το παιδί του δολοφονημένου είναι στην πραγματικότητα παιδί του δολοφόνου. Ο δολοφονημένος το ξέρει; Πιθανόν. Το παιδί; Απίθανο. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές το βλέπουμε να πετάει μια πέτρα στον δολοφόνο, που σκότωσε τον «πατέρα» του. Και από τον διάλογο των προσώπων μαθαίνουμε ότι εξαιτίας αυτού του περιστατικού ο δολοφόνος έκλαιγε συνέχεια μέσα στο περιπολικό που τον μετέφερε στη φυλακή.
Ο ιατροδικαστής συμπονά. Όταν η νεκροψία δείχνει ότι μάλλον ο δολοφόνος με τον συνεργό του έθαψαν ζωντανό το θύμα, προτιμά να μην το συμπεριλάβει στην έκθεσή του. Θα επιβάρυνε τρομερά τη θέση του στο δικαστήριο. Η ταινία τελειώνει με τον ιατροδικαστή να παρακολουθεί από το παράθυρο τη γυναίκα που απομακρύνεται με το παιδί της. Μια μπάλα πετιέται από μια σχολική αυλή. Το παιδί τρέχει και την πιάνει, και την πετάει πίσω. Τελευταίο πλάνο: ο ιατροδικαστής που κοιτάζει από το παράθυρο, απομακρύνεται. Η ταινία τελειώνει με τον θεατή να βλέπει το κλειστό παράθυρο, με την κάμερα να εστιάζει στο πόμολο, ενώ απ’ έξω ακούγονται χαρούμενες οι φωνές των παιδιών, αγνοώντας την τραγωδία που έχει συντελεστεί δίπλα τους.
Και θυμάμαι το τέλος από τα «Κλίματα αγάπης». Πέφτει άφθονο χιόνι, ενώ η ηρωίδα στέκεται ακίνητη. Φαίνεται να κλαίει σιωπηλά. Η εικόνα της ξεθωριάζει, και βλέπουμε μόνο το τοπίο πάνω στο οποίο το χιόνι πέφτει πυκνό (ίσως αυτή την ταινία να είδα πρώτη, από την Κινηματογραφική Λέσχη, την εκπομπή του Μπακογιαννόπουλου). Εδώ το χιονισμένο τοπίο υποβάλλει συμβολικά την ψυχική κατάσταση της ηρωίδας, όταν ο χωρισμός έχει επέλθει οριστικά. Και στο τέλος του «Μακριά» βλέπουμε την κάμερα να εστιάζει επί ώρα στον ήρωα που κάθεται μοναχικός σε ένα παγκάκι. Στα «Τρία μαϊμούνια» βλέπουμε επίσης ένα τελευταίο πλάνο εικαστικής τελειότητας: ο ήρωας είναι πάνω στην ταράτσα ενός σπιτιού. Η κάμερα παρατηρεί από μακριά. Ο ουρανός είναι σκοτεινός. Αστράφτει και βροντά. Ξαφνικά αρχίζει να πέφτει βροχή. Ο ήχος της βροχής ακολουθεί και στα γράμματα, όπως και οι φωνές των παιδιών στο «Κάποτε στην Ανατολία».
Στο τέλος της ταινίας «Τα μαγιάτικα σύννεφα» βλέπουμε τον γέρο πατέρα να κοιμάται ακουμπισμένος σε ένα δέντρο σε ένα δασάκι. Είναι σκοτεινά. Όμως στο βάθος ξαφνικά ανατέλλει ο ήλιος και φωτίζει τα πάντα. Τα πουλιά κελαηδούνε. Το κελάηδημά τους ακούγεται ενώ πέφτουν τα γράμματα. Εδώ έχουμε το λυρισμό. Η ελεγεία ακολουθεί στις επόμενες ταινίες.
Η διαφορά του τέλους στο «Κάποτε στην Ανατολία» με το τέλος όλων αυτών των ταινιών βρίσκεται στο ότι το μακρύ πλάνο με τα παιδιά στέκεται αντιστικτικά στο κλίμα της ταινίας, ενώ στα άλλα έργα το υπογραμμίζει. Γι’ αυτό άλλωστε δεν είναι ακριβώς το τελευταίο πλάνο αλλά το προτελευταίο, με το τελευταίο, πιο σύντομο, να υποδηλώνει ότι έξω είναι ο κόσμος της ξεγνοιασιάς, ενώ μέσα ο κόσμος της τραγωδίας.

Κουκούλι (koza) 1995.
Γράφω για την πρώτη ταινία του Nuri Bilge Ceylan αφού έγραψα για όλες τις επόμενες. Και επιβεβαιώνεται η καλλιτεχνική του διαδρομή, όπως τη σκιαγράφησα παραπάνω: από έναν ακραίο λυρισμό σχεδόν χωρίς πλοκή μεταβαίνει σε ένα ποιητικό κινηματογράφο όπου όμως η πλοκή έχει μια περίοπτη θέση. Η πρώτη του αυτή μικρού μήκους ταινία των 17 λεπτών είναι πολύ χαρακτηριστική. Βλέπουμε σκηνές στην ύπαιθρο και σκηνές μέσα στο σπίτι, σαν πανέμορφες φωτογραφίες-με φωτογραφίες εξάλλου ξεκινάει η ταινία. Οικογενειακές σκηνές, όπου πρωταγωνιστούν οι γονείς του. Ένα παιδάκι με μια σφεντόνα που κάνει διαολιές (αναποδογυρίζει μια κυψέλη), προφανώς είναι η περσόνα του ποιητή στην παιδική του ηλικία. Η ταινία είναι ασπρόμαυρη όπως και η «Μικρή πόλη», μόνο που εδώ ο λόγος απουσιάζει εντελώς. Όσοι είχαν διεισδυτική ματιά θα μπορούσαν, βλέποντάς την, να διαβλέψουν την λαμπρή πορεία που θα έκανε ο μεγάλος τούρκος σκηνοθέτης. Ξεχάσαμε να το γράψουμε, το «Κάποτε στην Ανατολία» κέρδισε το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ Καννών, έστω και εξ ημισείας.
Post a Comment