Book review, movie criticism

Saturday, March 10, 2012

Τόμας Μαν, Ρίχαρντ Βάγκνερ

Τόμας Μαν, Ρίχαρντ Βάγκνερ (μετ. Μαρία Αγγελίδου), Αιγόκερως 1993, σελ. 125

Όταν ένας τόοοοσο μεγάλος συγγραφέας γράφει για ένα τόοοοσο μεγάλο συνθέτη, δεν μπορεί παρά να μας προκαλεί το ενδιαφέρον. Ή μάλλον πρέπει, αφού το βιβλίο, στη μοναδική του έκδοση του 1993, το βρήκα στις ευκαιρίες της Πρωτοπορίας (παρεμπιπτόντως, ανακάλυψα ότι το είχα αγοράσει δυο φορές, και όταν πήγα να το επιστρέψω μου είπαν ότι δεν επιστρέφονται οι προσφορές. 2 ευρώ και 2.95 για το βιβλίο του Ραφαηλίδη για τον Αγγελόπουλο, που κι αυτό το είχα αγοράσει δυο φορές, δεν είναι πολλά λεφτά, αλλά είναι πεταμένα, κι έτσι αποφάσισα να σταματήσω το book-shopping therapy στην Πρωτοπορία. Έτσι κι αλλιώς έχω ένα σωρό άλλα αδιάβαστα).
Το βιβλίο αποτελείται από ένα σύντομο κείμενο, μόλις τεσσάρων σελίδων, που έγραψε ο Τόμας Μαν το 1911, και ένα πολύ πιο εκτενές που γράφηκε το 1933, τη χρονιά που οι ναζί κατέλαβαν την εξουσία (μέσα στις 125 σελίδες είναι και μερικές ολοσέλιδες φωτογραφίες).
Υπάρχει μια τρομακτική διαφορά ανάμεσα στα δυο κείμενα, που δεν έχει να κάνει με την έκταση. Στο πρώτο ο Τόμας Μαν στέκεται ολότελα κριτικά στον Βάγκνερ. Του αρέσει ο Βάγκνερ, γι’ αυτό άλλωστε γράφει το κείμενο, αλλά δεν πιστεύει στο μεγαλείο του. Είναι πολύ συνηθισμένο να προφητεύουμε για τους αστέρες της εποχής μας ότι η δόξα τους δεν θα διαρκέσει, ότι είναι εφήμερη, πράγμα που όντως συμβαίνει πολλές φορές. Έτσι ο Τόμας Μαν Γράφει: «Νομίζω μάλιστα ότι στο στερέωμα του γερμανικού πνεύματος το άστρο του Βάγκνερ οδεύει προς τη δύση του» (σελ. 8), ενώ καταλήγει: «Αν πάλι σκεφτώ τα αριστουργήματα του 20ου αιώνα, διακρίνω κάτι που διαφοροποιείται ουσιαστικά και, όπως νομίζω, με προνομιακό τρόπο, από το βαγκνερικό έργο… κάτι που δεν αναζητεί το μεγαλείο του στο κολοσσιαίο του μπαρόκ, ούτε την ομορφιά στην έκσταση-έναν νέο κλασικισμό που μου φαίνεται ότι πρόκειται σύντομα να γεννηθεί. Παρ’ όλα αυτά, κάθε φορά που απροσδόκητα κάποιος τόνος, κάποια χαρακτηριστική μελωδία από το έργο του Βάγκνερ φτάνει στ’ αυτιά μου, ριγώ από χαρά, ένα είδος νοσταλγίας για την πατρίδα μου και για τη νιότη μου πλημμυρίζει την καρδιά μου, κι όπως άλλοτε, υποκύπτω στην έξυπνη, αισθησιακή, νοσταλγική και λεπταίσθητη σαγήνη του» (σελ. 9-10).
Το δεύτερο κείμενο, γραμμένο 22 χρόνια αργότερα, είναι ένας διθύραμβος για την βαγκνερική μουσική. Αλλά για τη μουσική μόνο. Τα θεωρητικά κείμενα που έγραψε ο Βάγκνερ για να στηρίξει τη μουσική του τα θεωρεί κατώτερης ποιότητας. Επίσης στέκεται κριτικά στην αντίληψη του Βάγκνερ για το Gesamtkunstwerk, το συνολικό έργο τέχνης που παντρεύει τις διάφορες τέχνες. Γράφει ο Μαν: «Τι να την κάνω αυτήν την άθροιση μουσικής, λόγου, ζωγραφικής και μιμικής, που διατείνεται ότι αποτελεί την μόνη αλήθεια, την μόνη εκπλήρωση του καλλιτεχνικού ιδεώδους;… Η τέχνη είναι ολοκληρωμένη και τέλεια σε καθεμιά από τις μορφές της. Δεν είναι απαραίτητο να αθροίσουμε τα είδη της, για να την ανυψώσουμε και να τη θεωρήσουμε τέλεια» (σελ. 31-32). Θα συμφωνήσουμε με το «δεν είναι απαραίτητο». Ο Μαν όμως ξεχνάει ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία ήταν ακριβώς αυτό, ένα Gesamtkunstwerk, και μάλλον θα αγνοεί ότι τέτοιο είδος είναι και η όπερα του Πεκίνου. Βέβαια ο Βάγκνερ απέτυχε στη φιλοδοξία του, η μουσική έχει πάλι τον κυρίαρχο ρόλο όπως και σε κάθε άλλη όπερα, όμως ήλθε μια μορφή τέχνης αργότερα που πραγματοποίησε το ιδανικό του, η έβδομη τέχνη, που είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα Gesamtkunstwerk (αν δεν είχα κάνει τα πρόσφατα διαβάσματα για τον κινηματογράφο αυτό θα μου είχε ξεφύγει). Λόγος, μουσική, ζωγραφική (ποίηση της εικόνας) όρχηση, βρίσκονται σε πολύ καλύτερες αναλογίες από ότι στο θέατρο.
Ο Τόμας Μαν γράφει για τη μουσική του Βάγκνερ ανάμεσα στα άλλα και αυτό: «Ο γενικός ψυχικός χαρακτήρας της μουσικής του Βάγκνερ είναι βαρύς από την απαισιοδοξία, αργόσυρτος από τον έντονο πόθο, λαχανιασμένος από το κομμάτιασμα του ρυθμού. Παλεύει μέσα στο σκοτάδι και στο χάος για να φτάσει στη σωτηρία μέσω της ομορφιάς. Είναι η μουσική μιας ψυχής φορτωμένης που λυγίζει κάτω από το βάρος που κουβαλάει…» (σελ. 48).
Ο Τόμας Μαν όμως, πέρα από τις εύστοχες παρατηρήσεις του πάνω στη μουσική του Βάγκνερ, μας δίνει και το πορτραίτο ενός βασανισμένου ανθρώπου που συγκινεί. Διαβάζουμε: «Είναι ένας άνθρωπος που βρίσκεται συχνά-πυκνά στα έσχατα όρια της εξάντλησης και της κατάρρευσης. Ένας άνθρωπος που δεν είναι παρά σπάνιες φορές καλά. Μελαγχολικός και δύσθυμος, υποφέρει από χρόνια αϋπνία και δυσκοιλιότητα, πονάει διαρκώς. Στα τριάντα του έχει τέτοια χάλια, που πολλές φορές κάθεται και κλαίει για ένα τέταρτο της ώρας» (σελ. 55)
Η καλλιτεχνική δημιουργία είναι ένα αντίβαρο στην κατάθλιψή του. «…ένα πρωινό χωρίς δουλειά είναι ένα πρωινό στην κόλαση», γράφει σε μια επιστολή (σελ. 98).
Κάτι που μου άρεσε στο κείμενο του Τόμας Μαν, γιατί το κάνω κι εγώ συχνά στις βιβλιοκριτικές μου και στα κείμενα που γράφω για ταινίες, είναι η συγκριτολογική προσέγγιση την οποία κάνει στην αρχή του δοκιμίου του, συγκρίνοντας τον Βάγκνερ με τον Τολστόι και τον Ίψεν. Στη συνέχεια ο Μαν μιλάει πολύ για την ψυχολογική διάσταση του έργου του.
Μιλάει όμως και για τις μικρότητές του: «Όταν ο Βάγκνερ άφηνε τον εαυτό του να φερθεί σαν παιδί και πετούσε θυμωμένος από το πιάνο κάποια παρτιτούρα του Μπραμς, από ζήλια και εγωισμό, ο Νίτσε υπέφερε πληγωμένος κι έλεγε: -Τη στιγμή εκείνη ο Βάγκνερ είχε χάσει όλο του το μεγαλείο» (σελ. 70).
Το ίδιο και ο Τερέντιος, ο λατίνος κωμωδιογράφος, που είπε τη φράση «pereant qui ante nos nostra dixerunt», ας χαθούν αυτοί που είπαν τα δικά μας πριν από μας, φράση που, λέγει ο Μαν, δεν ισχύει για τον Βάγκνερ.
Διαβάζουμε: «Η μουσική του Βάγκνερ είναι περισσότερο εθνική παρά λαϊκή» (σελ. 116). Ίσως είναι εθνική γιατί πατάει στην παράδοση του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Μπετόβεν. Λαοί που δεν είχαν τέτοια παράδοση, έφτιαξαν τις δικές τους «εθνικές» μουσικές σχολές πατώντας πάνω στη λαϊκή παράδοση της πατρίδας τους. Η ομάδα των πέντε στη Ρωσία, Ντόβρζακ, Σμέτανα και Γιάνατσεκ στην Τσεχοσλοβακία, Γκρηγκ στη Νορβηγία, Σιμπέλιους στη Φινλανδία, Ενέσκου στη Ρουμανία, Κοντάλι και Μπάρτοκ (η επόμενη βιβλιοκριτική μας θα είναι για μια βιογραφία του) στην Ουγγαρία, Μανώλης Καλομοίρης σε μας, κ.λπ.
Το πρώτο κείμενο του Μαν ξεκινάει ως εξής: «Όσο κι αν απομακρυνθώ από τη σκέψη του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ποτέ δεν θα μπορέσω να ξεχάσω τι του χρωστάω στον τομέα της καλλιτεχνικής αντίληψης και ευτυχίας».
Ούτε κι εγώ. Στον Βάγκνερ χρωστώ τη μύησή μου στην κλασική μουσική.
Αλλά ας αυτοβιογραφηθώ ακόμη μια φορά, όπως συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου.
Μαθητής δευτέρας γυμνασίου αγόρασα το βιβλίο του Νίτσε «Η γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής», από το βιβλιοπωλείο της κας Αεράκη, στην Ιεράπετρα. Με μάγεψε. Από τότε έγινα φαν του Νίτσε, και ό,τι βιβλίο του έπεφτε στα χέρια μου το αγόραζα. Έκανα μια μαζική αγορά όταν ένας γυρολόγος πωλητής βιβλίων είχε έλθει στην Ιεράπετρα και είχε απλώσει τα βιβλία του στα πεζούλια της παλιάς εφορίας, εκεί που βρίσκεται τώρα η καφετέρια του Βετεράνου, στην κεντρική πλατεία της Ιεράπετρας.
Διαβάζοντας Νίτσε διάβασα και αρκετά για τον Βάγκνερ, ιδιαίτερα σε μια βιογραφία του γραμμένη από τον Σαρλ Άντλερ, και μια άλλη, λίγο αργότερα, από τον Ντανιέλ Αλεβύ. Τι σόι πράγμα είναι αυτή η κλασική μουσική, και ειδικότερα η μουσική του Βάγκνερ; Αναρωτιόμουν. Ζώντας σε ένα χωριό, όνομα και πράγμα, Κάτω Χωριό, επτά χιλιόμετρα πριν την Ιεράπετρα, χωρίς να έχουμε ραδιόφωνο στο σπίτι, δεν μπορούσα να ξέρω. Η παρέα ακούγαμε συνήθως τραγούδια στο σπίτι του συγχωρεμένου του Νικολή του Ζυγάκη, που είχε ένα ογκώδες τρανζίστορ που μεταφερόταν όμως εύκολα. Το παίρναμε συχνά μαζί μας στις βόλτες μας στην Επισκοπή και το Πάνω Χωριό.
Πήγαινα πρώτη λυκείου, που τότε ήταν ακόμη τετάρτη γυμνασίου, όταν από ένα γυρολόγο που ξέπεσε στο χωριό αγόρασα ένα τρανζίστορ. Τα λεφτά μου τα έδωσε η μητέρα μου. Έπρεπε όμως να την ξεγελάσω. Το χρειαζόμουν, είπα, για να παρακολουθώ τα μαθήματα αγγλικής από το ραδιόφωνο. Ο κος Σταυρακάκης με είχε αποβάλει δια παντός από το φροντιστήριό του την προηγούμενη χρονιά (μάλλον θα ήμουν άταχτος, αλλά αυτή την ιστορία θα τη διηγηθώ αλλού). Έτσι την κατάφερα.
Το πρώτο κομμάτι που άκουσα ήταν το «Ισπανική υποχώρηση», ένα σύντομο ορχηστρικό έργο που τότε ακουγόταν συχνά.

Και το πρώτο κομμάτι κλασικής μουσικής, που ήταν για μένα αποκάλυψη, ήταν η «Μαγεία της Μεγάλης Παρασκευής» από τον Πάρσιφαλ.

Το τρίτο πρόγραμμα, όπως και τώρα, δεν το πιάνουμε στην Ιεράπετρα. Έπρεπε λοιπόν να καραδοκώ για τις εκπομπές κλασικής μουσικής του εθνικού προγράμματος. Τη μεγαλοβδομάδα όμως χόρταινα κλασική μουσική, αφού λόγω πένθους δεν έβαζαν τραγούδια.
Ο σταθμός του Καῒρου επίσης, που τον πιάναμε καλύτερα και από το εθνικό πρόγραμμα, και που είχε και ελληνική εκπομπή, πολύ συχνά έβαζε κλασική μουσική. Στις εξετάσεις του Ιουνίου του 1967 πάτωσα για τον εξής λόγο: μόλις είχε γίνει ο πόλεμος των έξι ημερών στον οποίο νικήθηκαν οι άραβες, και ο σταθμός του Καῒρου έβαζε κλασική μουσική. Δεν διάβαζα καθόλου, καθόμουν όλη μέρα και άκουγα κλασική μουσική. Και δεν μετάνιωσα για τους κακούς βαθμούς που πήρα.
Θυμάμαι και μια κοπάνα που έκανα. Ετοιμαζόμουν να πάω στο σχολείο, αλλά μόλις είχε αρχίσει, δεν θυμάμαι σε ποιο σταθμό, η 9η συμφωνία, του Νέου Κόσμου (τότε ήταν 5η) του Ντβόρζακ. Ήταν η αγαπημένη μου, δεν θα την έχανα με τίποτα.
Σε ενάμιση χρόνο ήμουν φοιτητής. Κάθε δευτέρα βράδυ βρισκόμουν στο θέατρο Ρεξ, όπου έδινε τις συναυλίες της η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Από τα υπόλοιπα βράδια της εβδομάδας, δυο με τρία τα περνούσα στην Όπερα. Αυτό κράτησε δυο χρόνια, γιατί μετά δούλευα σε φροντιστήριο αγγλικών τα βράδια. Έμενε μόνο η Κυριακή, για την Όπερα. Δυστυχώς δεν είδα κανένα έργο του Βάγκνερ. Η τετράωρες παραγωγές μάλλον ήταν πολύ ακριβές. Αγόρασα κι ένα πικάπ, και δανειζόμουν δίσκους από την Ελληνοαμερικανική Ένωση, αλλά κυρίως από το Ινστιτούτο Γκαίτε. Έτσι γνώρισα τον Καρλ Ορφ.
Θυμάμαι επίσης μια καταπληκτική εκπομπή για τη μουσική, με άφθονα σχόλια, του Karl Harris, στον ραδιοφωνικό σταθμό της αμερικανικής βάσης (έξω, οι βάσεις, του θααανάτου). Μιλούσε καθαρότατα αγγλικά, καταλάβαινα πάρα πολύ καλά. Ένα μεγάλο μέρος των μουσικών μου γνώσεων το οφείλω σ’ αυτή την εκπομπή.
Αλλά κοντεύουμε να περάσουμε τις τρεις σελίδες. Ας σταματήσουμε εδώ.
Post a Comment