Book review, movie criticism

Tuesday, March 6, 2012

Lewis Jacobs, Τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου

Lewis Jacobs, Τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου (μετ. Στεφανία Ρουμπή), χχ, καθρέφτης, σελ. 196

http://en.wikipedia.org/wiki/Lewis_Jacobs


Δεν έχω διαβάσει πολλά βιβλία για τον κινηματογράφο, αλλά αυτό εδώ, «Τα εκφραστικά μέσα του κινηματογράφου» του Lewis Jacobs, είναι από τα καλύτερα. Ο άγνωστός μου εκδοτικός οίκος δεν αναγράφει ημερομηνία ελληνικής έκδοσης, αλλά ούτε και αγγλικής. Από ενδοκειμενικά στοιχεία συμπεραίνω ότι πρέπει να γράφηκε κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μια και ο συγγραφέας του δεν αναφέρεται σε μεταγενέστερα κινηματογραφικά έργα.
Ο Jacobs είναι φοβερός γνώστης και με εξαιρετική μνήμη, και τις θέσεις του τις διανθίζει με άφθονα παραδείγματα. Το βιβλίο του αυτό είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για κάθε επίδοξο κινηματογραφιστή.
Αλλά και θεατή. Διαβάζοντάς το άρχισα να προσέχω πράγματα που διαφορετικά θα μου περνούσαν απαρατήρητα. Βλέποντας προχθές το ντοκιμαντέρ του Σοκούροφ για τον Σοστάκοβιτς παρατήρησα τη σημασία της επανάληψης, όπως και της αργής κίνησης. Χαρακτηριστική ήταν η επανάληψη μιας φωτογραφίας του Σοστάκοβιτς μικρού παιδιού, να κοιμάται καθισμένος στο πάτωμα με το κεφάλι στην ποδιά της μητέρας του, και του πλάνου ενός στρατιώτη, που τον δείχνει σε αργή κίνηση να στρέφει το κεφάλι του προς την κάμερα, και σε άλλο πλάνο ξανά προς το όπλο του, επίσης σε επανάληψη.
Συνειδητοποίησα για άλλη μια φορά πόσο ρευστά μπορεί να είναι τα όρια ανάμεσα στην τέχνη και την τεχνική. Η γνώση της τεχνικής δεν είναι τέχνη, αλλά όμως αποτελεί μια σημαντική προϋπόθεση για την κατάκτησή της.
Ο Jacobs μιλάει διεξοδικά για «κάποια ευμετάβλητα πλαστικά στοιχεία» που έχει στη διάθεσή του ο σκηνοθέτης και «που μπορεί να τα δουλέψει με τέτοιο τρόπο ώστε να δώσουν στο περιεχόμενό του συνοχή, μοναδικότητα και αξία. Τα πλαστικά αυτά στοιχεία είναι: η εικόνα, η κίνηση, ο χρόνος, ο χώρος, το χρώμα και ο ήχος». Αυτά τα στοιχεία αποτελούν και το δομικό άξονα του βιβλίου του.
Το σενάριο στη συνείδησή του όμως είναι υποτιμημένο. Δεν είναι το θέμα του βιβλίου του, όμως γράφει γι’ αυτό, εκθέτοντας κάποιες απόψεις του Βορκάπιτς τις οποίες συμμερίζεται: «Ο Βορκάπιτς… θα ήθελε να δει ένα σενάριο γραμμένο σε δύο μέρη. Απ’ τη μια μεριά της σελίδας θα ήταν ο διάλογος και απ’ την άλλη μια λεπτομερής περίληψη της δράσης και του χειρισμού της κάμερας. Εάν η δράση δεν μιλάει από μόνη της, λέει ο Βορκάπιτς, τότε κάτι λείπει από το σενάριο. Μια τέτοια τεχνική γραφής του σεναρίου θα προϋπόθετε μια πλήρη κατάρτιση του συγγραφέα σε ότι αφορά τις στοιχειώδεις βάσεις της κινηματογραφικής παραγωγής, πριν κάτσει μπροστά στη γραφομηχανή. Θα σήμαινε ότι ο συγγραφέας θα σκεφτόταν οπτικά και όχι από μια λογοτεχνική σκοπιά, και θα συμβουλευόταν έμπειρους οπερατέρ, στην ουσία θα συνεργαζόταν με τους οπερατέρ προκειμένου να γράψει τη δράση για την ιστορία του» (σελ. 44).
Δεν νομίζω να έχει δίκιο. Υπάρχει κάτι ανάλογο στη γραφή των θεατρικών έργων. Ο θεατρικός συγγραφέας συνήθως γράφει σύντομα «παρακείμενα» (περίπου σκηνοθετικές οδηγίες), αφήνοντας στον σκηνοθέτη την ευχέρεια να χειριστεί το έργο του. Στην περίπτωση του κινηματογράφου γίνεται το ίδιο, με τη διαφορά ότι εδώ στον καλύτερο κινηματογράφο, τον cinema d’ auteurs, ο σκηνοθέτης είναι ο ίδιος και ο σεναριογράφος, και δεν χρειάζεται να γράψει τις λεπτομέρειες της δράσης στο σενάριο, από το οποίο εξάλλου μπορεί να παρεκκλίνει, και όχι μόνο στο λόγο των προσώπων. Αυτό το πρόσεξα διαβάζοντας το σενάριο του «Καταδικασμένου» του Κουροσάβα και βλέποντας παράλληλα την ταινία.
Όμως η ένστασή μου δεν βρίσκεται εδώ. Μπορεί οι θεωρητικοί του κινηματογράφου να μαγεύονται με τις τεχνικές, όμως ο απλός θεατής μαγεύεται από το στόρι. Μια κακή ιστορία, όσο καλογυρισμένη και αν είναι τεχνικά, δεν θα τον τραβήξει (φυσικά ισχύει και το αντίστροφο). Και βέβαια υπάρχει το ειδολογικό πρόβλημα.
Ας το δούμε στη λογοτεχνία. Όσο καλή και αν είναι η Άγκαθα Κρίστη (δεν έχω διαβάσει κανένα της βιβλίο), δεν μπορεί να συγκριθεί με τους κολοσσούς της παγκόσμιας πεζογραφίας. Όσο καλός και αν είναι ο Χίτσοκ, εγώ ο απλός θεατής δεν θα τον βάλω στην ίδια μοίρα με τον Μπέργκμαν, τον Κουροσάβα, τον Αϊζενστάιν, τον Φελίνι. Το ίδιο και τον John Ford και όλους του Western. Μπορεί να έβλεπα western μετά μανίας στα νιάτα μου, αλλά ίσως γιατί δεν είχα τότε πολλές επιλογές. Τώρα που έχω την επιλογή του ιρανικού κινηματογράφου, ρίχνω πέτρα πίσω στο Χόλυγουντ. Και ο ιρανικός κινηματογράφος δεν στηρίζεται στην πρωτότυπη κινηματογραφική τεχνική, αλλά στο ευφάνταστο σενάριο στο οποίο θίγονται, για μένα τουλάχιστον, θέματα που με αγγίζουν. Το να δω μια καλογυρισμένη ταινία του Χίτσκοκ που απλά θα μου ανεβάσει την αδρεναλίνη δεν είναι κάτι που βάζω σε προτεραιότητα.
Post a Comment