Book review, movie criticism

Thursday, October 22, 2020

Yuval Adler, Το μυστικό μας (The secrets we keep, 2020)

Yuval Adler, Το μυστικό μας (The secrets we keep, 2020)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Είναι η δεύτερη ταινία που βλέπω του ισραηλινού σκηνοθέτη Yuval Adler, μετά την «Εν ενεργεία».

  Θέμα της ταινίας είναι οι θηριωδίες των ναζί, όμως όχι στους Εβραίους αλλά στους Ρομά, κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό.

  Η Maja είναι Ρουμάνα και έχει παντρευτεί Αμερικάνο. Έχουν ένα μικρό γιο. Αμέσως στην αρχή της ταινίας την βλέπουμε να παρατηρεί κάποιον καθώς απομακρύνεται.

  Θα ψάξει να τον βρει, και όταν τον ξαναβρίσκει του τη στήνει. Τον κτυπάει στο κεφάλι και τον πηγαίνει στον λάκκο που έχει ήδη ανοίξει. Τον ρίχνει μέσα και σηκώνει το περίστροφο για να τον πυροβολήσει. Το κατεβάζει. Το σηκώνει ξανά. Το ξανακατεβάζει.

  Τι έγινε τελικά;

  Το σασπένς, μεταβαίνουμε σε άλλη σκηνή.

  Δεν τον σκότωσε, τον πήρε σπίτι και τον έδεσε στο υπόγειο. Θέλει να τον κάνει να ομολογήσει. Αυτός αρνείται, είναι Σουηδός, για άλλο τον περνάει. Ο άντρας της το επιβεβαιώνει κοιτάζοντας τον φάκελό του στο εργοστάσιο όπου δουλεύει.

  Η Maja θα έλθει σε επαφή με τη γυναίκα του. Ο γιος της με την κόρη του θα γίνουν φίλοι.

  Σαν πολλά δεν είπα;

  Υπάρχουν δυο αφηγηματικές αναμονές. Στη μια διαψεύστηκα, στην άλλη όχι.

  Για να δούμε εσείς που θα πάτε να δείτε την ταινία· η οποία πολύ μου άρεσε, παρά τη χαμηλή βαθμολογία που έχει στο IMDb. Εγώ έβαλα 7. Και όχι μόνο για την εξαιρετική ερμηνεία της Noomi Rapace.

 

Marc Munden, Ο μυστικός κήπος (The secret garden, 2020)

Marc Munden, Ο μυστικός κήπος (The secret garden, 2020)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Υπάρχουν παιδικές ταινίες που μπορούνε να τις δούνε και μεγάλοι, όπως και αντίστροφα. Αυτή είναι μια παιδική ταινία που ενδείκνυται και για μεγάλους. Εγώ την είδα πολύ πολύ ευχάριστα.

  Δεν θα σας πω την υπόθεση και να κάνω σπόιλερ. Το μόνο που μπορώ να σας πω, σαν τον Ποκοπίκο, είναι ό,τι μπορείτε να διαβάσετε τον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Η ταινία είναι πολύ διδακτική.

  Διδακτική για τα παιδιά:

  Συχνά νομίζουν ότι οι γονείς τους δεν τα αγαπάνε. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Αν τους δίνουν μια τέτοια εντύπωση είναι γιατί οι ίδιοι έχουν τα προβλήματά τους και δεν μπορούν να τους τη δείξουν όπως εκείνα θα ήθελαν, όμως την νοιώθουν βαθιά μέσα τους.

  Θυμάμαι το συγχωρεμένο το «Δασκαλικό» (δεν θα σας πω το όνομά του, το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι ήταν συμμαθητής του πατέρα μου), τετάρτη δημοτικού πηγαίναμε, που μας έβγαζε ένα λογύδριο για το πόσο οι γονείς μας μας αγαπούν.

  Αλήθεια;

  Για να το σκεφτώ.

  Το σκέφτηκα.

  Πράγματι με αγαπούσαν οι γονείς μου.

  Πετάω τότε δυνατά μέσα στην τάξη: -Ντα κι εμένα (με αγαπούν οι γονείς μου).

  Όλη η τάξη ξέσπασε σε δυνατά γέλια. Ντράπηκα πολύ, γι’ αυτό και το θυμάμαι ακόμη.  

  De omnibus dubitandum est, από τότε εγώ. (Για όλα πρέπει να αμφιβάλουμε, να μην θεωρούμε τίποτα δεδομένο).

  Διδακτική για τους γονείς:

  Πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στη συμπεριφορά τους απέναντι στα παιδιά τους, γιατί μπορεί να παρεξηγηθούν, να νομίσουν ότι δεν τα αγαπάνε.

  Άλλο δίδαγμα, για παιδιά και για μεγάλους:

  Πρέπει να αντιμετωπίζουμε με στωικότητα τις απώλειες αγαπημένων προσώπων.

  Η ιστορία, αν και διαδραματίζεται στην Αγγλία, ξεκινάει από την Ινδία την επομένη της εθνικής ανεξαρτησίας της, το 1947, με τους ταραχές που επακολούθησαν μεταξύ μουσουλμάνων και ινδουιστών και το χωρισμό του Πακιστάν από την Ινδία. Χθες είδα το τρίτο και τελευταίο επεισόδιο του «Τέλους της αποικιοκρατίας» (εξαιρετική μίνι σειρά, την είδα στην πλατφόρμα του ertflix, νομίζω σήμερα λήγει το δεύτερο και αύριο το τρίτο επεισόδιο), οι μουσουλμάνοι σκότωναν στο Πακιστάν τους ινδουιστές, όσους δεν είχαν προλάβει να ξεφύγουν, και αντίστροφα οι Ινδουιστές τους μουσουλμάνους που δεν είχαν προλάβει να καταφύγουν στο Πακιστάν. Και σαν να μην έφτανε αυτό πλάκωσε και η πανούκλα, η οποία σκότωσε και τους δυο γονείς της Μαίρης, με αποτέλεσμα να σταλεί στην Αγγλία, στο θείο της, άντρα της αδελφής της μητέρας της.

  Όμως και η αδελφή αυτή είχε πεθάνει, με αποτέλεσμα να είναι απαρηγόρητος ο θείος. Από τότε κρατάει σε προστατευτική γυάλα το μονάκριβο γιο του που είναι στο κρεβάτι από μια παράξενη αρρώστια που δεν του επιτρέπει να περπατήσει. Μόνο με καροτσάκι μπορεί να κυκλοφορήσει.

  Η Μαίρη θα τον κουβαλήσει, παρά τις διαμαρτυρίες του, στο «μυστικό κήπο», τον κήπο τον οποίο ο λόρδος θείος της κράτησε κλειστό γιατί κάτω από ένα δένδρο του πέθανε η γυναίκα του. Στον κήπο αυτό είχε συναντήσει πιο πριν τον Dickon, ένα παιδί από την Ινδία, που και αυτός είχε χάσει τους γονείς του.

  Και τα τρία παιδιά λοιπόν αντιμετωπίζουν την απώλεια.

  Γίνεται παιδικό έργο και να μην υπάρχει σκυλί;

  Θα βρεθεί κι αυτό, o Jasmina. Έτσι τον βάφτισε η Μαίρη μη ξέροντας αν είναι αρσενικό ή θηλυκό, όμως ο Dickon όταν το είδε της είπε ότι είναι αρσενικό.

  Αρσενικό με το όνομα Γιασμίνα;

  Μα μήπως και η Γιασμίνα Χαντρά δεν είναι άνδρας;

  Με αυτό το γυναικείο ψευδώνυμο ο Mohammed Moulessehoul, αξιωματικός στον αλγερινό στρατό, εξέδωσε τα πρώτα του μυθιστορήματά, μέχρι να αποστρατευθεί.

  Και ένα τελευταίο δίδαγμα: Εσείς γονείς, μην κρατάτε τα παιδιά σας σε γυάλα. Υπάρχει πάντα ο μέσος όρος. Με τη βοήθεια της ξαδέλφης και του νεαρού ινδού που τον εμψύχωσαν, στην αρχή κολύμπησε, και μετά…

  Αυτό είναι το τελευταίο δίδαγμα, να μην απελπιζόμαστε με τα προβλήματα υγείας που έχουμε, να μην σηκώνουμε τα χέρια ψηλά αλλά να αγωνιζόμαστε να τα ξεπεράσουμε

  Είπαμε, να μην κάνω σπόιλερ, όμως νομίζω ότι καταλάβατε τι έγινε μετά.

 

 

 

Oliver Laxe, Θα έλθει η φωτιά (O que arde, 2019)

Oliver Laxe, Θα έλθει η φωτιά (O que arde, 2019)

 


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.

  Έχω δει μια ακόμη ταινία του Όλιβερ Λάσε η οποία επίσης μου άρεσε πάρα πολύ, τις «Μιμόζες».

  Η γλώσσα της ταινίας είναι τα γαλικιανά (ή γαλικιακά) και μιλούνται στη Γαλικία, μια αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας που βρίσκεται βορειοδυτικά της, ακριβώς πάνω από την Πορτογαλία. Πρωτεύουσά της είναι το Σαντιάγκο ντε Κομποστέλα, όπου έκανε το προσκύνημα η φίλη μου η Κάτια. Είναι πολύ συγγενική με τα πορτογαλικά. 

Ο γαλικιανός τίτλος της ταινίας σημαίνει «αυτό που καίει». Είναι το δάσος, και εμπρηστής είναι ο Amador.

  Μόλις έχει βγει από τη φυλακή αφού εξέτισε τα δυο χρόνια της ποινής του. Πρέπει όμως να δίνει το παρόν σε κάποιον επόπτη. Αυτό το είδαμε και σε μια ιαπωνική ταινία, δεν θυμάμαι ποια. Αν δεν βαρεθώ θα ψάξω να βρω ποια είναι. Θυμάμαι όμως ότι μου άρεσε πολύ.

  Τι σόι άνθρωπος είναι;

  Η προσωπογράφηση ενός προσώπου γίνεται με τρεις τρόπους: την αυτοπροσωπογράφηση, την προσωπογράφηση από τρίτους και τις πράξεις του. Από όλους αυτούς ο πιο έγκυρος είναι ο τρίτος, και ακολουθεί ο δεύτερος. Ο πρώτος δεν είναι τόσο έγκυρος καθόσον ο καθένας μπορεί να πει ψέματα για τον εαυτό του.

  Βλέπουμε τον Αμαντόρ να καθαρίζει το στερνάκι το οποίο μαζεύει το νερό από μια πηγή, από το οποίο διοχετεύεται μετά στο χωριό τους, ορεινό χωριό. Η ροή είχε μειωθεί, αλλά οι χωριανοί δεν μπήκαν στον κόπο να το καθαρίσουν.

  -Είναι καλός άνθρωπος αλλά έχει περάσει πολλά, ακούμε κάποιον χωριανό να σχολιάζει.

  Η μητέρα του είναι χαρούμενη για την επιστροφή του.

  Η περιουσία τους;

  Τρεις γελάδες, τις οποίες πηγαίνει καθημερινά στη βοσκή.

  Μια πληγώνεται στο πόδι. Η νεαρή κτηνίατρος, που σπούδασε κτηνιατρική γιατί της άρεσε η επαρχία, την περιποιείται και δίνει οδηγίες.

  Η ταινία έχει τα χαρακτηριστικά των ταινιών κάποιων μεγάλων δημιουργών, όπως του Ταρκόφσκι, του Αγγελόπουλου και του Νούρι Μπίλγκε Τσεϊλάν: Αργοί ρυθμοί, ποιητικά, εικαστικά πλάνα, περιορισμένος ο λόγος.  

  Τελικά γιατί φυλακίστηκε;

  Μας το λέει ο τίτλος.

  Αλλά τι ήταν αυτό που τον έσπρωξε σ’ αυτή του την πράξη;

  Αυτός είναι τελικά που προκάλεσε την καινούρια πυρκαγιά;

  Θα δούμε εντυπωσιακές σκηνές από την κατάσβεσή της.

  Είχα συμμετάσχει σε μια πυρόσβεση, 1987, στη Θριπτή, ένα ορεινό μετόχι με πευκόδασος, στο χωριό μου, και έχω σχετική εμπειρία. Θυμάμαι το τρέξιμο στον ορεινό δρόμο για να διασχίσουμε το μέτωπο της φωτιάς, και κάποιον που είχε φορτώσει στο αγροτικό του τις κυψέλες του, να σώσει τις μέλισσες, όσες δεν είχαν ήδη καεί από τις φλόγες. Ιδρωμένος, την άρπαξα καλοκαιριάτικο, εξελίχθηκε σε μια σοβαρή στρεπτοκοκκική λοίμωξη που κόντεψε να με στείλει. Έκανα ένα χρόνο μπενατούρ, πενικιλίνες αργής απορρόφησης, αλλά γλίτωσα τη σπειραματονεφρίτιδα και την ενδοκαρδίτιδα.

  Ήμουν μόνος στην Κρήτη. Ο πυρετός δεν έπεφτε. Ο γιατρός στην Ιεράπετρα που είδε την ακτινογραφία θώρακος που είχα κάνει, σχολίασε: -Μα εσύ μας δείχνεις τρελά πράγματα εδώ.

  Τα πνευμόνια μου ήταν ολοκάθαρα, δεν υπήρξα ποτέ καπνιστής.

  Ο νήπιος, λες και ένας πυρετός που δεν κόβεται δεν μπορεί να οφείλεται σε κάτι άλλο.

  Είπα να τα μαζεύω και να επιστρέψω στην Αθήνα.

  Θυμάμαι που στο δρόμο για το Ηράκλειο, στο autobianchi μου, χωρίς air-condition φυσικά, με αρκετή ζέστη, έκανα τη σκέψη ότι δεν θα γλίτωνα. Και με έπιασε ξαφνικά μια μελαγχολία. Σκεφτόμουνα που θα άφηνα το γιο μου, ενός χρόνου μόλις, χωρίς την πατρική υποστήριξη. Μου πέρασαν από το μυαλό τα δυο ανέκδοτα βιβλία μου (Η «Αναγκαιότητα του μύθου» θα εκδιδόταν τα Χριστούγεννα ενώ η «Λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας» εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα), όμως δεν ένιωθα να με νοιάζει, η έγνοια μου ήταν για το γιο μου. Τελικά τα κατάφερα, χάρη σε ένα γιατρό που επέμενε να κοιτάξει στο βάθος του λαιμού μου. Βρήκε τελικά κάτι σε μέγεθος ροβιθιού, όπως μου είπε. Εκεί είχε τη φωλιά του ο στρεπτόκοκκος.

  Σόρι για την παρέκβαση, όσοι με διαβάζετε το ξέρετε ότι συνηθίζω να κάνω τέτοιου είδους παρεκβάσεις, αναμνήσεις κυρίως αλλά και ανέκδοτα.  

  Επί πλέον, θα αναπτυχθεί ειδύλλιο ανάμεσα στον Αμαντόρ και στη νεαρή κτηνίατρο;  

  Και ένα τελευταίο που το ξέχασα: μήπως άδικα καταδικάστηκε; Μήπως ήταν αθώος  τελικά;

  Δεν θα σας πω, δεν θα κάνω σπόιλερ.

  (Όσοι δείτε την ταινία, σας παρακαλώ μη με βρίζετε μετά. Όσοι έχετε δει την ταινία του Ασγάρ Φαρχάντι «Ένας χωρισμός» θα καταλάβετε γιατί σας το λέω αυτό).