Book review, movie criticism

Sunday, August 2, 2020

Ιωάννη Λούμου, To λαγιαρνί (1930)

Ιωάννη Λούμου, To λαγιαρνί (1930)

 

  Ο τίτλος της ταινίας είναι «Το τραγούδι της φλογέρας», όμως στην ιστορία του κινηματογράφου η ταινία έμεινε γνωστή με τον τίτλο «Το λαγιαρνί», ένα ηπειρώτικο τραγούδι που έχει δεύτερο τίτλο «Κλέφτες βγήκαν στα βουνά». Βασίζεται στο ομότιτλο βουκολικό ειδύλλιο του Νικολάου Παπαλεξανδρή (1849-1811). Ψάχνοντας στο youtube για να βρω video clip, μπας και ανακαλύψω σε ποιο μύθο βασίζεται όπως λέει η κόπια που είδα, στην οποία κρύβεται από μια λεζάντα που δείχνει το χρόνο που κυλάει η ταινία (είναι 57 λεπτά), ανακάλυψα ότι το λαγιαρνί είναι το λάγιο αρνί.

  Ξέρω το συγχωρεμένο τον Ηλία Λάγιο, ποιητή, συμμαθητή του φίλου μου του Νίκου του Παναγιώτου, του φαρμακοποιού, όμως τι σημαίνει λάγιος δεν ήξερα. Το έψαξα βέβαια στη βικιπαίδεια και βρήκα ότι σημαίνει μαύρος, οπότε λαγιαρνί είναι το μαύρο αρνί.

  Έχει άραγε την ίδια μεταφορική σημασία που έχει και σήμερα η έκφραση «το μαύρο πρόβατο»; Δεν ξέρω, ίσως. Πάντως το προβατάκι που είδα να χαϊδεύει στην ασπρόμαυρη ταινία ο Άρης Βλαχόπουλος (1905-1983) ήταν άσπρο.

  Τελικά, προσέχοντας ξανά την ταινία, και βλέποντας ως πρώτο γράμμα του υπότιτλου το Τ, υποθέτω ότι ο μύθος στον οποίο αναφέρεται πρέπει να ήταν «Το λαγιαρνί».

  Απλή έως απλοϊκή η ιστορία που παρακολουθούμε. Θέμα της; Ο έρωτας. Μοτίβο της; Το μοτίβο του σταχτοπούτου (ο ταπεινής καταγωγής νέος που ερωτεύεται μια κοπέλα ανώτερή του κοινωνικά, και σχεδόν αναπόφευκτα ο έρωτάς τους συναντάει εμπόδια μέχρι να ευοδωθεί). Υπομοτίβο; Του Ερωτόκριτου (το εμπόδιο στην ευόδωση του ειδυλλίου είναι συγκεκριμένο, η άρνηση του πατέρα).

  Ο Άρης Βλαχόπουλος είναι βοσκός. Η Ρίτα Μυράτ είναι κόρη τσέλιγκα, πολύφερνη νύφη, το ένα προξενιό φτάνει μετά το άλλο. Όμως αυτή την καρδιά της την έχει δοσμένη στον Άρη.

  Ακριβώς το ίδιο μοτίβο και υπομοτίβο βλέπουμε και στην «Αστέρω» του Δημήτρη Γαζιάδη, που γυρίστηκε την προηγούμενη χρονιά.

  Αναρωτιόμουνα αν είχε και άλλη ομοιότητα με τον «Ερωτόκριτο» η ταινία. Τι κατορθώματα θα έκανε ο Άρης, από ποιες δύσκολες καταστάσεις θα έσωζε τον πατέρα της ώστε να συγκατατεθεί να του δώσει την κόρη του;

  Τίποτα τέτοιο.

  Τον νέο τον συλλαμβάνουνε ληστές και τον ληστεύουν. Τον δένουν σε ένα κορμό δένδρου και ο αρχηγός τους τον μαστιγώνει άγρια. Όμως κάποια στιγμή βλέπει στη μέση του τη φλογέρα. Συγκρατείται. Την αρπάζει και του λέει να παίξει. Αυτός παίζει. Ο ληστής συγκινείται, στο νου του έρχεται μια παλιά του αγάπη, το μοναδικό φλας μπακ στο έργο.

  Η Ρίτα ακούει τη φλογέρα. Ποιο τραγούδι παίζει; «Κλέφτες βγήκαν στα βουνά». Υποθέτω ότι αυτό την έκανε να καταλάβει ότι ο αγαπημένος της βρίσκεται σε κίνδυνο. Τρέχει και βρίσκει τους χωριανούς που έχουν στήσει γλέντι και τους ξεσηκώνει. Αυτοί τρέχουν. Οι ληστές τους βλέπουν και απομακρύνονται. Έρχονται και λύνουν τον δυστυχισμένο τον Άρη. Ο πατέρας της Ρίτας συγκινείται που τον βλέπει σ’ αυτή την άθλια κατάσταση, και αποφασίζει να συγκατατεθεί στο αίσθημα των δυο νέων.

  Νομίζω την παράσταση την κλέβει η όμορφη, τρυφερή, χαριτωμένη, ναζιάρα Ρίτα Μυράτ. Ένα μεγάλο μέρος της ταινίας είναι οι συναντήσεις των δυο ερωτευμένων. Μια φορά κάνει να τη φιλήσει ο Άρης αλλά διστάζει. Μια δεύτερη φορά αποστρέφει αυτή το πρόσωπό της, γεμάτη ντροπαλότητα. Είναι νωρίς για φιλιά το 1930.

  Ή μήπως όχι;

  Την επόμενη χρονιά δεν ήταν που ο Ορέστης Λάσκος, στο «Δάφνις και Χλόη», παρουσίασε το πρώτο γυμνό στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου;  

  Μου άρεσε πολύ η ταινία, παρόλο που την είδα για εγκυκλοπαιδικούς λόγους, ως μια από τις ελάχιστες σωζόμενες ταινίες μυθοπλασίας του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου. Σας συνιστώ να τη δείτε.

Στέλιος Τατασόπουλος, «Κοινωνική σαπίλα» (1932)

Στέλιος Τατασόπουλος, «Κοινωνική σαπίλα» (1932)

 

  Αν δεν κάνω λάθος, είναι η τέταρτη σωζόμενη ταινία του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου, μετά την «Αστέρω» (1929) του Δημήτρη Γαζιάδη, Το λαγιαρνί (1930) του Ιωάννη Λούμου, και το «Δάφνις και Χλόη» (1931) του Ορέστη Λάσκου. Αν και γυρισμένη το 1932 είναι επίσης βωβή.

  Ο Στέλιος Τατασόπουλος (ναι, δεν είναι μόνο ο σκηνοθέτης της ταινίας, πρωταγωνιστεί κιόλας) είναι ένας φτωχός φοιτητής. Όταν ο πατέρας του αδυνατεί πια να τον στηρίξει οικονομικά για να συνεχίσει τις σπουδές του αποφασίζει να δουλέψει.

  Τυχερός! βρίσκει δουλειά σαν ηθοποιός. Σύντομα πλέκεται το ειδύλλιο ανάμεσα σ’ αυτόν και την Δανάη Γρίζου, την πρωταγωνίστρια.

  Όλα πηγαίνουν καλά μέχρι που της κολλάει ο Στρατάκης, ένας πλούσιος βιομήχανος (δεν μας λέγεται αν είναι κρητικός) και την ξελογιάζει με την υπόσχεση ότι θα της φτιάξει δικό της θέατρο. Ο Στέλιος, απογοητευμένος, παρατάει το θέατρο. Δεν καταφέρνει να βρει δουλειά της προκοπής και αρχίζει σιγά σιγά να ξεπέφτει. Μέχρι και βαποράκι έγινε.

  Όταν ένας εργάτης τον βρίσκει στο δρόμο αναίσθητο από την πείνα, τον περιμαζεύει και του βρίσκει δουλειά στο εργοστάσιο που δουλεύει. Σύντομα ο Στέλιος συνειδητοποιείται σαν προλετάριος και εξελίσσεται σε κορυφαίο συνδικαλιστικό στέλεχος.

  Στο μεταξύ η Δανάη εγκαταλείπει τον βιομήχανο, βλέποντάς τον να γυρίζει με άλλες γυναίκες. Πηγαίνει στη φυλακή να βρει τον Στέλιο, όμως αυτός αρνείται να τη δει.

  Τον περιμένει στην αποφυλάκισή του, πάλι αρνείται να της μιλήσει.

  Θα πέσει στη φτώχεια κι αυτή. Μόλις που τη σώζουν κάποιοι διερχόμενοι από τα χέρια ενός μαστροπού που θέλει να τη σπρώξει στην πορνεία, ακούγοντας τις φωνές της. Ανάμεσά τους και ο Στέλιος.

  Όχι, δεν την συγχωρεί, της αφήνει λίγα χρήματα και φεύγει.

  Θα επιχειρήσει να τον ξανασυναντήσει.

  Τελικά θα έχουμε το ευτυχισμένο χάπι εντ των ρομάντζων;

  Όχι, ο Στέλιος βράχος.

  Στον τελευταίο μεσότιτλο διαβάζουμε:

  «Ο Ντίνος ξέρει τον προορισμό του. Οι σύντροφοί του τον περιμένουν. Μαζί τους θα αγωνιστεί ενάντια στη σαπίλα της κοινωνίας…».

  Ελληνικός σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Η πρώτη και η πιο ποιοτική ταινία του Στέλιου Τατασόπουλου, που αργότερα θα εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους mainstream σκηνοθέτες μας.  

  Ξέρετε γιατί τον λένε Τατασόπουλο και όχι Τασόπουλο;

  Να σας πω εγώ. Μου το είπε πριν πολλά χρόνια, όταν τον ρώτησα.

  -Καλά ρε Στέλιο, του λέω, πώς και το επώνυμό σου δεν είναι απλά Τασόπουλος, από το Τάσος, όπως για παράδειγμα από το Δημήτρη έχουμε Δημητρόπουλο και από τον Πέτρο Πετρόπουλο, και ένα σωρό άλλα τέτοια επίθετα;

  -Τι να σου πω Μπάμπη, να πώς έγινε. Ο πατέρας μου ήταν βραδύγλωσσος και στο χωριό είχαμε ένα ληξίαρχο μ….α.

  (Εν τάξει, προσάρμοσα το ανέκδοτο, αλλά δεν αποκλείεται το «Τατασόπουλος» να βγήκε κάπως έτσι).

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube