Book review, movie criticism

Tuesday, June 2, 2020

Γιάννης Τσίρμπας, Η Βικτώρια δεν υπάρχει


Γιάννης Τσίρμπας, Η Βικτώρια δεν υπάρχει, Νεφέλη 2013, σελ. 58

  Η Βικτώρια δεν υπάρχει λέει; Μα, είναι εκεί. Σε δυο διαμερίσματα στη πολυκατοικία που βρίσκεται στη νοτιοδυτική γωνιά της στεγαζόταν η ομάδα που συνέτασσε το Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας της Ακαδημίας Αθηνών υπό την εποπτεία του φίλου μου καθηγητή γλωσσολογίας Χριστόφορου Χαραλαμπάκη, όπου δούλεψα κάποιους μήνες ως επιστημονικός συνεργάτης. Επίσης σε ένα κάθετο δρόμο της, την Ελπίδος, βρίσκεται η ΜΚΟ victoriasquareproject, στα πλαίσια της οποίας λειτουργεί μια Λέσχη Ανάγνωσης της οποίας είμαι μέλος. Πώς λοιπόν δεν υπάρχει;
  Στο βιβλίο αναφέρεται ότι στη Βικτώρια έζησαν ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Δομάζος. Είχα ξεχάσει σε ποιον ανήκε το κτίριο που στεγαζόταν το Λεξικό και πήρα τηλέφωνο το φίλο μου το Χρίστο. Μου θύμισε ότι ανήκε στον Απόστολο Σαχίνη, καθηγητή, ακαδημαϊκό, και μου είπε επίσης ότι σε ένα σπίτι στη γωνία με την Αριστοτέλους γεννήθηκε και ο φίλος μας ο Γιώργος ο Σγουράκης, που κάνει την μακροβιότερη πολιτιστική εκπομπή, το «Μονόγραμμα».  
  Ε, να, δεν είναι η Βικτώρια όπως ήταν παλιά, έχει γεμίσει μετανάστες, πράγμα που κάποιοι το φέρουν βαρέως. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Μελετάκος, που στη διάρκεια μιας διαδρομής με τον ηλεκτρικό λέει στον αφηγητή πώς ήταν παλιά η Βικτώρια, κάνοντας ένα οδοιπορικό σε διάφορους δρόμους της. Πολλά καταστήματα τα έχουν τώρα μετανάστες, ενώ στην πολυκατοικία του οι περισσότεροι ένοικοι είναι επίσης μετανάστες.
  Το ξέρω κι εγώ ότι υπάρχουν ένα σωρό μετανάστες στην πλατεία Βικτωρίας, πριν πέντε χρόνια έκανα μια σχετική ανάρτηση στο blog μου.
  Το επόμενο αφήγημα είναι αναμνήσεις. Αναφέρεται στο ξύλο που έριξε σε κάποιον Μουστρούφα. Μιλάει σαν να μονολογεί, απευθυνόμενος στον εαυτό του σε δεύτερο πρόσωπο, όμως απευθύνεται καθαρά στον αφηγητή.
  «Το απόγευμα μετά το σχόλασμα περίμενες τον Μουστρούφα στην Ελπίδος, δίπλα στο σπίτι του. Σε είδε μπροστά του και κατάλαβε. Απλώς άφησε τη σάκα του να πέσει και δεν έκανε κιχ. Τον χτύπησες μέχρι που έφτυσε δυο δόντια στα πλακάκια. Δεν είπες ούτε μια κουβέντα» (σελ. 17-18).
  Παραβατικός νεαρός, με συχνά τραβήγματα με την αστυνομία, κάποια στιγμή έγινε πληροφοριοδότης τους για να γλιτώσει.
  «Οι μπάτσο σε ξαναβρήκαν. Αυτή τη φορά ήθελαν μια πληροφορία. Για ένα συμμαθητή σου, ύποπτο. Με την πρώτη κλοτσιά εκεί κάτω, τον έδωσες. Με την πρώτη κλοτσιά. Σε πήρανε τα κλάματα. Όχι αυτό, ρε παιδιά. Όχι χαφιές. Μετά έδωσες κι άλλον κι άλλον. Μετά σε χαρτζιλικώνανε κιόλας (σελ. 18).
  Για να σπάσει τη μονοτονία της αφήγησης του διπλανού του ο αφηγητής μιλάει και για τον εαυτό του. Ακούγοντάς τον, σβήνει ταυτόχρονα μηνύματα από το κινητό του.
  «Συνεχίζει ακάθεκτος. Συνεχίζω απτόητος να σβήνω τα σκουπίδια από το κινητό μου» (σελ. 21).
   Στην αφήγησή του αναφέρεται και σε κτίρια της παλιάς εκείνης εποχής.
  «Πάνω από το Πατ-κιουτ ήταν ο Στρατηγάκης, το μεγάλο φροντιστήριο. Ωραίο νεοκλασικό. Έκλεισε νωρίς αυτό. Και το Πατ-κιουτ έκλεισε. Ρημάδια. Βασικά τώρα το περίεργο είναι αν κάτι δεν έκλεισε, όχι αν έκλεισε (σελ. 22-23).
  Παραπονιέται: «Και να σε ρωτήσω γιατί, ρε φίλε, η σκουπιδιάρα [στο Κολωνάκι] περνάει δυο και τρεις φορές και σ’ εμάς κάτω να περνάει μία, κι αυτή με το ζόρι; Και πού και πού να μας ξεχνάει τελείως; (σελ. 24).
  Έτσι παραπονιέμαι κι εγώ: Γιατί η σκουπιδιάρα να αδειάζει καθημερινά τους κάδους στη γωνία Φανερωμένης και Καλαμών, στο Γαλάτσι, ενώ στη γωνία Κλεάρχου και Καλαμών που είναι το σπίτι μου έρχεται με την ίδια συχνότητα που έρχεται και στη Βικτώρια, όπως παραπονιέται ο αφηγητής;
  Όμως υπάρχει και άλλο παράπονο. Ο κάδος στη γωνία μας είναι γεμάτος, και δίπλα του ένα σωρό σακούλες με σκουπίδια. Δηλαδή τόσος κόπος ήταν για αυτούς που τα άφησαν να πάνε δυο βήματα παραπέρα να τα αφήσουν στους άλλους κάδους; (εκεί υπάρχουν δυο). Αυτό δεν έκαναν πριν λίγα μόλις χρόνια, μέχρι να μπει κάδος και δίπλα μας;
  Εγώ φυσικά όταν τον δω γεμάτο τα πηγαίνω στους άλλους κάδους.
  Αλήθεια, τι γνώμη έχει για το πολυπολιτισμικό σχολείο;
  «Ε, μια φορά σάλταρα κι εγώ, ρε φίλε. Ήμουνα στ’ αμάξι, Σουμερλή και Αχαρνών, στο σχολείο μου απέξω, που τώρα έχει γίνει, λέει, πολυπολιτισμικό. Στα μούτρα μας, ρε φίλε, μας πετάνε αυτά που φταίνε για την κατάντια μας. Πολυπολιτισμικό και παγκοσμιοποίηση, αυτά μας μαράνανε. Και δεν έχω βενζίνη, να πούμε και ξεφτιλίζομαι στον Βενζινά και βάζω ένα τάλιρο. Ένα τάλιρο βενζίνη, ρε φίλε, έχεις βάλει εσύ ποτέ ένα τάλιρο βενζίνη; Μέχρι να βάλει την αντλία, την έβγαλε» (σελ. 32).
  Εγώ έχω βάλει ένα τάλιρο βενζίνη, αλλά στη μηχανή μου, και όχι γιατί δεν είχα παραπάνω λεφτά, αλλά έλεγα, μια και περνώ…
  Όμως μια φορά, πιτσιρικάς, πήγα στο μπακαλικάκι της Κατερίνης της Παραουλάκης που βρισκόταν στη νοτιοανατολική πλευρά της πλατείας του χωριού μου και της λέω να μου δώσει ένα πενηνταράκι χαλουβά. Κόβει ένα μικρό κομμάτι, το βάζει μπροστά στη μύτη μου και μου λέει: «Μύρισέ το». Το μύρισα. «Δώσε μου τώρα το πενηνταράκι».
  Τι χαλβά να αγοράσεις με ένα πενηνταράκι; Όμως εγώ ένα πενηνταράκι είχα όλο κι όλο.
  Αλλά τελικά μου έδωσε το χαλβά.
  Το κεφάλαιο «Άλλο ένα βράδυ» είναι ολότελα μοντερνιστικό: μεγάλες παράγραφοι με «ροή συνείδησης» (stream of consciousness) στις οποίες η μόνη τελεία που συναντάς βρίσκεται στο τέλος τους.
  Το αμέσως επόμενο κεφάλαιο, ξεκινάει με την αγανάκτηση του αφηγητή. Του έχει γίνει πια κουραστικός. «Μακάρι να μπορούσε να παρεμβληθεί μια οθόνη μεταξύ μας», λέει (σελ. 39). Όμως αυτός συνεχίζει ακάθεκτος τη κουβέντα του, αναφέροντάς του το σχέδιο εξόντωσης που έχει ετοιμάσει για τους μετανάστες. Θα κρεμούν κομμάτια με δηλητηριασμένο ψωμί στους κάδους σκουπιδιών, κάτι που συνηθίζουν να κάνουν οι φιλάνθρωποι συμπολίτες μας με πράγματα που δεν χρειάζονται πια. Μου έδωσε κάποτε η φίλη μου η Νία, φεύγοντας από το σπίτι τους, μια τσάντα με κουλουράκια που είχε φέρει η κόρη της από τη δουλειά της να τα κρεμάσω στον κάδο απέναντι, όμως εγώ λυπήθηκα να τα αφήσω όλα, πήρα δυο και τα έφαγα στο σπίτι.
  Ποιοι ήταν οι πρώτοι διδάξαντες;
  «Οι λευκοί, ρε φίλε, όταν πήγαν στην Αμερική τι έκαναν; Για να καθαρίσουν τον τόπο από τους Ινδιάνους; Οι οποίοι βέβαια είχαν δικαίωμα, να τα λέμε όλα. Τους έδιναν κουβέρτες και καλά φιλανθρωπία, αλλά οι κουβέρτες είχαν ευλογιά, από νοσοκομεία. Η αρρώστια θέριζε» (σελ. 42).
  «Τι τρώγανε οι γιαπωνέζοι; Ρύζι τρώνε. Όταν τους πολεμάγανε οι Ιάπωνες τους πετάγανε κιούπια με ρύζι από τα αεροπλάνα. Χιλιάδες. Το ρύζι όμως είχε ψύλλους και οι ψύλλοι είχανε πανούκλα. Κατάλαβες τώρα;» (σελ. 42).
  Πώς αντιδράει ο αφηγητής;
  «Τον ρωτάω, έκπληκτος με το αστυνομικό μου δαιμόνιο, τι θα γίνει αν το φάει κανένας Έλληνας.
  -Κανονισμένο αυτό. Αυτός που βάζει τη σακούλα είναι υποχρεωμένος να περιμένει. Κρύβεσαι κάπου εκεί κοντά. Αν σου φαίνεται δικός μας, πας και του αποσπάς την προσοχή ή του αγοράζεις καμιά φραντζόλα ψωμί για να ντερλικώσει και να αφήσει τα σκουπίδια» (σελ. 48).
  Η «Θερμοκοιτίδα» είναι ένα παρέμβλητο διήγημα, που δεν κατάλαβα πώς κολλάει με την κυρίως αφήγηση. Αναφέρεται στην ιστορία μιας γυναίκας που έσωσε την κόρη της που γεννήθηκε πρόωρα φτειάχνοντας θερμοκοιτίδα με μπουκάλια γάλακτος τα οποία γέμιζε κατά τακτά χρονικά διαστήματα με ζεστό νερό. Ο άνδρας της κάποτε τους παράτησε, αλλά κάποια στιγμή ξαναγύρισε, ενώ απ’ έξω από το σπίτι τους η άλλη γυναίκα, παρατημένη τώρα αυτή, ωρυόταν. Μήπως είναι η μητέρα του αφηγητή;
  Στην τελευταία σελίδα μαθαίνουμε ότι και ο αφηγητής έχει τα προβλήματά του:
  «Και αν η Βάσω, μέσα στην προκατάληψή της εναντίον μου, γιατί δεν είμαστε και πολύ καλά τώρα τελευταία, νομίσει ότι δεν της έστειλα το μήνυμα για το γυμναστήριο αλλά για τη θεραπεία των ραγάδων;» (σελ. 58).
  Το τέλος της νουβέλας μας δίνει μια ακόμη ψηφίδα στην προσωπογράφηση του αφηγητή:
  «…ζητάω από τον ταξιτζή να χαμηλώσει την ένταση του ραδιοφώνου.
  Είναι Δευτέρα και η αθλητική ανάλυση έχει πάρει φωτιά» (σελ. 58).
  Υποθέτω ότι ο συγγραφέας είναι το ίδιο φίλαθλος όπως κι εγώ.
  Να σχολιάσω.
  Οι πιο φανατικοί ρατσιστές είναι κάποιοι λούμπεν προλετάριοι. Με το ρατσισμό τους αυτό νοιώθουν την ικανοποίηση ότι κοινωνικά υπάρχουν κάποιοι που βρίσκονται πιο χαμηλά απ’ αυτούς.
  Θυμάμαι έναν τέτοιο λούμπεν της γειτονιάς. Διαπληκτιζόταν με ένα μετανάστη που πουλούσε χαρτομάντηλα στα φανάρια. Του έλεγε να φύγει, να γυρίσει στον τόπο του. Ξαφνικά τον πλησιάζει ένας, του ρίχνει μια κλωτσιά στα πισινά και του λέει να αφήσει τον άνθρωπο ήσυχο.
  Πολύ καλή νουβέλα, με πρωτότυπη αφηγηματική σύλληψη πάνω σε ένα πολύ επίκαιρο θέμα. Απ’ αυτήν εμπνεύστηκε ο Γιάννης Σκαρίδης για να κάνει την ταινία του «Amerika Square» που είδαμε πριν τρία χρόνια, μεταθέτοντας βέβαια την πλοκή από την πλατεία Βικτώριας στην πλατεία Αμερικής, σαν πιο πιασάρικη. Όμως απ’ αυτήν, απ’ όσο θυμάμαι, κρατάει μόνο το επεισόδιο με τα δηλητηριασμένα ψωμάκια. Στην ανάρτηση που έχω κάνει για την ταινία δεν βρίσκω τίποτα παραπάνω, αν και δεν αποκλείεται να υπάρχει και να μην το θυμάμαι.  

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η νοσταλγός (1894)


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η νοσταλγός (1894)

  Ένα από τα διηγήματα του ερωτικού Παπαδιαμάντη είναι και «Η νοσταλγός». Αποφάσισα να το διαβάσω όταν είδα ότι η Ελένη Αλεξανδράκη το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη, και βέβαια με την ευκαιρία που στις δέκα του Ιούνη, στη Λέσχη Ανάγνωσης του Victoriasquareproject θα συζητήσουμε τη «Φόνισσα», η οποία επίσης μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Κώστα Φέρρη. (Παρεμπιπτόντως, η συζήτηση είναι διαδικτυακή, είναι είπαμε δέκα του μηνός, ημέρα Τετάρτη, στις έξι το απόγευμα, μέσω της πλατφόρμας του zoom. Είστε ευπρόσδεκτοι στη συζήτηση, μπορείτε να πατήσετε λίγα λεπτά μετά τις έξι για σιγουριά, πάνω στο σύνδεσμο  https://us02web.zoom.us/j/89703249224 ).
  Ο Μαθιός, δεκαοχτάχρονος νεαρός, είναι στην παραλία. Απολαμβάνει τη βραδινή θέα της θάλασσας, φεγγαρόφωτη. Το Λιαλιώ που ρεμβάζει από το μπαλκόνι του σπιτιού της αναστενάζει. «Να έμβαινα σε μια βαρκούλα, τώρα-δα… έτσι μου φαίνεται… να φτάναμε πέρα!» (σελ. 45).
  Πού πέρα;
  Στο πίσω μέρος του νησιού που είναι το χωριό της. Πριν λίγες βδομάδες παντρεύτηκε τον «πρεσβύτην, πεντήκοντα και τριών ετών» σύζυγόν της, ο οποίος ή στη δουλειά θα βρίσκεται ή στο καφενείο. Νοσταλγεί τους δικούς της.
  Ο Μαθιός προθυμοποιείται να πάρει την ξένη βάρκα και να κάνουν μια βόλτα στο λιμάνι. Όμως αυτή θέλει περισσότερα. Θα βγουν από το λιμάνι, θα κατευθυνθούν προς το μέρος που βρίσκεται το χωριό της. Θα τραγουδήσει και το τραγούδι: «Πότε θα κάνουμε πανιά, να κάτσω στο τιμόνι/ να ιδώ τα πέρα τα βουνά, να μου διαβούν οι πόνοι!» (σελ. 50).
  Και η περιπέτεια αρχίζει.
  Τους καταδιώκουν, όμως αυτοί κατορθώνουν να γυρίσουν πίσω πριν τους προφτάσουν. Ο άντρας της είναι σίγουρος για την τιμιότητά της, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
  Σε όλη τη διάρκεια της επαφής των δυο νέων υπάρχει ένας διάχυτος ερωτισμός, ο οποίος μένει ανολοκλήρωτος φυσικά. Ο αφηγητής τον αποκαλύπτει από τη μεριά του νέου, ενώ μόλις υποδηλώνεται από τη μεριά της κοπέλας. Το ότι ο νέος έτρεφε αισθήματα για την κοπέλα μας το λέει ο αφηγητής λίγο μετά το τραγούδι:
  «Ὁ νέος, ὡς γείτων, εἶχε πληροφορηθῆ τὰ συμβαίνοντα, καὶ τὴν ἠγάπησε κρυφά. Ἡ χάρις τοῦ λιγυροῦ ἀναστήματός της δὲν ἐξηλείφετο ἀπὸ τὴν ἄνευ μέσης περιβολὴν τὴν ὁποίαν ἐφόρει. Καὶ τὰ κατσαρά, τὰ ὁποῖα ἐκόσμουν τὸ ἡδυπαθὲς μέτωπόν της, ἦσαν φυσικὰ καὶ ὄχι ἐπίπλαστα. Ἡ λάμψις τῶν βαθέων καὶ μαύρων ὀφθαλμῶν της ἔκαιεν ἀμαυρά, ὑπὸ τὰς καμαρωτὰς ὀφρῦς, καὶ τὰ πορφυρᾶ χείλη της ἐρρόδιζον ἐπὶ τῆς ὠχρᾶς καὶ διαυγοῦς χροιᾶς τῶν παρειῶν της, αἵτινες ἐβάπτοντο μ᾽ ἐλαφρὸν ἐρύθημα εἰς τὸν παραμικρὸν κόπον ἢ εἰς τὴν ἐλαχίστην συγκίνησιν. Ἀλλὰ τὸ λεπτὸν καὶ ἤρεμον πῦρ τῶν ὀφθαλμῶν της ἔκαιε τὴν καρδίαν τοῦ νέου» (σελ. 56).
  Μόνο στο τέλος θα ομολογήσει το Λιαλιώ:
  «Σύρε στὸ καλό, μὲ τὴ σκαμπαβία, Μαθιέ μου π᾽λάκι μου, τοῦ εἶπε μὲ τόνον εἰλικρινοῦς συγκινήσεως τὸ Λιαλιώ· κρῖμας ποὺ εἶμαι μεγαλύτερη στὰ χρόνια ἀπὸ σένα· ἂν πέθαινε ὁ μπαρμπα-Μοναχάκης, θὰ σ᾽ ἔπαιρνα» (σελ. 69).
  Αυτά είναι και τα τελευταία λόγια του διηγήματος.
  Ο Παπαδιαμάντης, πέρα από το ότι με το συγγραφικό του ταλέντο δημιουργεί ένα κλίμα έντονου ερωτισμού, δίνει και μια βασική κοινωνική παράμετρο της εποχής. Από το στόμα του Λιαλιού ακούμε:
  «τὰ φτωχὰ κορίτσια δὲν τ᾽ ἀγαποῦν παρὰ ὅπως ἀγαποῦν τὰ λούλουδα, γιὰ νὰ τὰ μυρισθοῦν μιὰ κ᾽ ὕστερα νὰ τ᾽ ἀφήσουν νὰ μαραθοῦν, ἢ νὰ τὰ μαδήσουν· κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤμουν καμμιὰ μεγαλοπροικούσα, βλέπεις, γιὰ νὰ μὲ ἀγαπήσουν καὶ νὰ μὲ στεφανωθοῦν ἐμπομπῇ καὶ παρατάξει, μ᾽ ἐπισημότητα, ἢ κἂν νὰ μὲ κλέψουν καὶ νὰ μὲ στεφανωθοῦν κρυφὰ μ᾽ ἕναν παπά, βέβαιοι πὼς οἱ γονεῖς, εἰς ὅλον τὸ ὕστερο, θ᾽ ἀναγκασθοῦν, σὰ σκασμένοι, νὰ δώσουν τὴν προῖκα… Γι᾽ αὐτὸ δὲν εὑρέθηκε ἄλλος ἀπ᾽ τὸν μπαρμπα-Μοναχάκη νὰ μὲ ζητήσῃ. Πάλι καλά!» (σελ. 59).
  Διαβάζουμε:
  «― Καὶ τώρα τί νὰ κάμουμε; ἠρώτησεν ὁ Μαθιός, αἰσθανθεὶς ἐνδομύχως τὸν ἑαυτόν του ἀνίσχυρον ἄνευ τῆς συνδρομῆς ἀγαθοβούλου τινὸς νύμφης. Καὶ τότε ἐνόησε διατί, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ποτὲ δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι γυναικοκρατία» (σελ. 58).
  Υπερβολικό, αλλά είναι γνωστό ότι σε κάποια σπιτικά η γυναίκα έχει το πάνω χέρι. Ίσως ταυτόχρονα και βαρύ χέρι, αν κρίνουμε απ’ αυτό που διαβάσαμε στο «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» Καζαντζάκη: «Έκανε να πει «Δε δέρνω εγώ τη γυναίκα μου, αυτή με δέρνει», μα ντράπηκε» (σελ. 22).
  Το παρακάτω απόσπασμα έχει ενδιαφέρον καθώς αποκαλύπτει τη συγγραφική φωνή, δημιουργώντας ταυτόχρονα ένα εφέ αποστασιοποίησης:
  « Ὤ! πόσην φλόγα εἶχε μέσα του! Καὶ πῶς ᾐσθάνετο ὅλα τοῦ τραγικοῦ ἥρωος τὰ ἔνστικτα βρυχώμενα καὶ λυσσῶντα εἰς τὰ ἐνδόμυχά του τὴν στιγμὴν αὐτήν! (Καὶ πῶς ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ τὸ παρὸν εἰδύλλιον εἰς δρᾶμα, ἂν μόνον τὸ ἐπέτρεπεν ἡ φιλολογικὴ τοῦ συγγραφέως συνείδησις! Φαντασθῆτε τὴν σκαμπαβίαν κυνηγοῦσαν τοὺς δύο φυγάδας ἐπὶ τῆς ἐλαφρᾶς βαρκούλας, τὸν Μαθιὸν διαφεύγοντα διὰ θαύματος κωπηλασίας τὴν καταδίωξιν, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀνακαλύπτοντα ὅτι ἡ Νοσταλγὸς εἶχεν ἐραστὴν ἐκεῖ πέραν καὶ σχίζοντα τὸ στῆθός της μὲ τὸ ἐγχειρίδιον, ἢ βυθίζοντα τὴν βάρκαν καὶ πνίγοντα τὴν γυναῖκα, πνιγόμενον καὶ αὐτὸν εἰς τὰ κύματα! Τέλος τὴν σκαμπαβίαν ἐρευνῶσαν νὰ εὕρῃ τὰ δύο σώματα εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, ὑπὸ τῆς σελήνης τὸ φῶς! Ὁποῖον θαῦμα ρομαντικότητος, ὁπόσα δάκρυα εὐαισθησίας!…) (σελ. 59).
  Διαβάζουμε:
  «Ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις τὰ ἴχνη τῶν ἀλλοτρίων φιλημάτων ἐπὶ τῶν χειλέων τῆς γυναικός, ἄλλο τόσον εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἐπὶ τῆς ἀχανοῦς κυανῆς ἐκτάσεως τὰ ἴχνη τῆς βαρκούλας» (σελ. 66).
  Είχα αναρωτηθεί αν ο Παπαδιαμάντης έχει χιούμορ, και ο φίλος μου ο Κορακιανίτης με ενημέρωσε ότι έχει.
  Είδαμε και την ταινία της Αλεξανδράκη. Πολύ καλή μεταφορά, με πολύ καλές ερμηνείες, ιδιαίτερα της «νοσταλγού» Όλιας Λαζαρίδου, η οποία από Λιαλιώ γίνεται Αννιώ. Και επειδή είναι δύσκολο να γεμίσεις μια ογδοντάλεπτη ταινία με ένα ολιγοσέλιδο διήγημα, υπήρξαν και εγκιβωτισμένες αφηγήσεις από άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ενδιαφέρον έχει το ότι εκτός από την αφήγηση off-screen υπάρχει και αφήγηση on-screen, από ένα κοριτσάκι και ένα νεαρό, εξωδιηγητικά πρόσωπα, πάντα με αποσπάσματα από τον Παπαδιαμάντη.
  Το διήγημα μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, και στο youtube να δείτε την ταινία. Είναι εις διπλούν, με την επανάληψη να είναι βουβή. Προφανώς κάποιο πρόβλημα υπήρξε κατά την ανάρτηση.
    
 

Sunday, May 31, 2020

Ντίνος Δημόπουλος, Αστέρω (1959)


Ντίνος Δημόπουλος, Αστέρω (1959)

  Αφού είδα την «Αστέρω» του Δημήτρη Γαζιάδη είπα να δω και την «Αστέρω» του Ντίνου Δημόπουλου. Το συγκριτολογικό μου «δαιμόνιο» δεν με αφήνει ήσυχο.
  Το σενάριο το υπογράφει ο Αλέκος Σακελάριος, βασιζόμενος, όπως και ο Γαζιάδης, σε μια «ιστορία» του Παύλου Νιρβάνα η οποία, όπως γράψαμε και στην ανάρτησή μας για την ταινία του Γαζιάδη, αποτελεί μεταφορά από το μυθιστόρημα «Ραμόνα» της αμερικανίδας Έλεν Χαντ Τζάκσον.
  Με έπιασε μια περιέργεια, πόσο αποκλίνουν από το μυθιστόρημα της Τζάκσον, ο Νιρβάνας κατ’ αρχήν, και έπειτα ο Γαζιάδης και ο Δημόπουλος. Υπάρχει το μυθιστόρημα στο Gutenbergproject, όμως για να το διαβάσω, ουκέτι καιρός, γι’ αυτό διάβασα την περίληψη.
  Για να είμαι ειλικρινής, πρώτα βρήκα στο youtube την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους, γυρισμένη το 1910, από τον Griffith (τη σκηνοθεσία συνυπογράφει η Mary Pickford), και ήθελα να δω πόσο αποκλίνει από το μυθιστόρημα.
  Δεν αποκλίνει καθόλου.
  Τη Ραμόνα, η οποία είναι κατά το ήμισυ μιγάς, την έχει πάρει υπό την προστασία της η κυρία Μορένο, που έχει ένα μεγάλο ράντσο με πρόβατα. Της το ζήτησε η θετή μητέρα της Ραμόνα καθώς θα πέθαινε. Της προσφέρει κάθε άνεση, όμως την αντιμετωπίζει με κάποια περιφρόνηση καθώς είναι μιγάς.
  Η Ραμόνα ερωτεύεται τον Αλεσάντρο, έναν ινδιάνο που δουλεύει στο ράντσο. Το σκάνε και πάνε να ζήσουν στο χωριό του Αλεσάντρο. Όμως το βρίσκουν ερειπωμένο, καθώς οι λευκοί εισέβαλαν και το κατέστρεψαν. Διεκδικούν τη γη των χωρικών. Περιφέρονται από εδώ και από εκεί αλλά από παντού τους διώχνουν, η γη λέει τους ανήκει. Βρισκόμαστε στην Καλιφόρνια, και αυτή είναι η πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης, ενθαρρύνει τους άποικους να διώχνουν τους ινδιάνους από τα εδάφη τους.
 Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πεθαίνει το μωρό τους. Ο Αλεσάντρο τρελαίνεται. Διαπληκτίζεται με ένα λευκό ο οποίος βγάζει το πιστόλι του και τον σκοτώνει. Η Ραμόνα είναι απελπισμένη, όμως έρχεται και τη σώζει ο Φελίπε, ο γιος της κυρίας Μορένο, του οποίου είχε αποκρούσει τον έρωτα για χάρη του Αλεσάντρο. Παντρεύονται.
  Ο Griffith ακολουθεί επακριβώς το μυθιστόρημα στη δεκαεξάλεπτη ταινία του την οποία μπορείτε να δείτε στο youtube. Και μας προκαλεί έκπληξη πώς γύρισε, έξι χρόνια μετά, τη ρατσιστικότατη «Γέννηση ενός έθνους».
  Στην ταινία του Δημόπουλου η Αστέρω δεν είναι κόρη ενός φυλακισμένου αλλά καρπός ενός παράνομου έρωτα. Το ότι δεν ευοδώνεται αρχικά ο έρωτάς τους οφείλεται στις μηχανορραφίες της Γεωργίας Βασιλειάδου. Φαίνεται να τα καταφέρνει. Ενθουσιασμένη δηλώνει: εγώ και δεσπότη μπορώ να παντρέψω.
 Ο Θύμιος, ζηλεύοντας, είναι έτοιμος να παντρευτεί μια που τον θέλει και του την προξενεύουν. Αυτή, απελπισμένη, δέχεται να παντρευτεί τον άντρα που την αγαπά, και ο οποίος, λείποντας χρόνια από τα μέρη, δεν ξέρει για τον έρωτα της Αστέρως και του Θύμιου. Όταν αποκαλύπτεται η μηχανορραφία η νύφη το σκάει. Ο άντρας που τον έστησε στην εκκλησία φέρεται μεγαλόψυχα όταν μαθαίνει τον έρωτα των δυο νέων. Όμως πού είναι η Αστέρω;
  Έχει τρελαθεί, και τη βρίσκουν σε μια σπηλιά. Τη φέρνουν σπίτι. Επανέρχεται στα λογικά της όταν ακούει το τραγούδι και τη φλογέρα του Θύμιου, ακριβώς όπως και στην ταινία του Γαζιάδη.
  Αρκετές οι διαφορές από το μυθιστόρημα που απετέλεσε την πηγή έμπνευσης, αλλά και οι διαφορές ανάμεσα στις δυο ταινίες. Ο Αλέκος Σακελλάριος που υπογράφει το σενάριο πιστεύω ότι έγραψε και τους έμμετρους διαλόγους, στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο του δημοτικού τραγουδιού, πράγμα που δίνει μια ποιητικότητα στην ταινία.
  Εξαιρετική υποκριτικά η Αλίκη, την οποία η Ελένη Βλάχου χαρακτήρισε, όταν είδε την ταινία, ως την εθνική μας σταρ. Βέβαια μετά, όταν τυποποιήθηκε στο ρόλο της γατούλας με τη ροζ μυτούλα, έχασε υποκριτικά.