Book review, movie criticism

Friday, November 13, 2015

Masoud Kimiai, Some of his movies



Masoud Kimiai, Some of his movies

Gheisar (1969)

  Ο «Καίσαρας» είναι μια ταινία εκδίκησης. Ο κοπέλα αυτοκτονεί γιατί βιάστηκε. Σε σημείωμα που αφήνει κατονομάζει τον βιαστή της. Ο μεγάλος αδελφός θέλει να εκδικηθεί. Ήταν ο τσαμπουκάς της γειτονιάς, όμως έχει πάει στη Μέκκα και έχει εξαγνισθεί, τα νταηλίκια τα έχει αφήσει. Αρπάζει το μαχαίρι μαζί του. Ο θείος του τον αποπαίρνει, θυμίζοντάς του τη μετάνοιά του και το ταξίδι στη Μέκκα. Το αφήνει. Μοιραίο λάθος. Θα αρπάξει από τον λαιμό τον βιαστή αλλά τα δυο αδέλφια του θα τον μαχαιρώσουν.
  Ο μικρός του αδελφός, ο «Καίσαρας», θα αναλάβει να εκδικηθεί, παρά τις προσπάθειες του θείου του και της μητέρας του, αλλά και της αρραβωνιαστικιάς του. Θα τους καθαρίσει όλους αλλά θα πυροβοληθεί στο τέλος από τους αστυνομικούς στο πόδι και θα συλληφθεί.
  Γιατί δεν καταγγέλλουν το βιασμό στην αστυνομία;
  Λένε ότι καλύτερα που αυτοκτόνησε, μια βιασμένη κοπέλα είναι ντροπή για την οικογένεια. Ας μη ξεχνάμε ότι είμαστε σε ισλαμική χώρα, έστω και στην πριν τον Χομεϊνί εποχή.
  Όχι, δεν ήταν στις προθέσεις του Κιμιάι να καταγγείλει αυτή την απαρχαιωμένη αίσθηση τιμής, εμείς τη βλέπουμε απ’ έξω. Στη δική μας κουλτούρα η κοπέλα δεν θα θεωρήσει ότι κηλιδώθηκε η τιμή της ανεπανόρθωτα με τον βιασμό, δεν θα αυτοκτονήσει. Και παρόλο που μπορεί να τον αποκρύψει, πάρα πολλές περιπτώσεις βιασμού έρχονται στο φως της δημοσιότητας και οι βιαστές τιμωρούνται. Στο Ισλάμ, διάβασα, ότι η βιασθείσα για να εξαγνίσει την τιμή της πρέπει να παντρευτεί τον βιαστή. Νομίζω ότι κάποια αυτοκτόνησε για να το αποφύγει, δεν θυμάμαι καλά.
  Συναρπαστική πάντως η ταινία, όπως και το «Snakes fang» που είδαμε πριν τέσσερα χρόνια, με άφθονο σασπένς.


  Ένα χρόνο μετά τον «Καίσαρα» ο Κιμιάι γυρίζει τον «Ρεζά τον μοτοσικλετιστή». Κυκλοφοράει με μια μοτοσικλέτα Yamaha. Μετά από έξι χρόνια αγόρασα κι εγώ το γιαμαχάκι μου. Μικρό αλλά θεριό. Το είχα 25 ολόκληρα χρόνια.
  Ο Ρεζά κάνει την πρώτη του ληστεία. Είναι στα γονίδια: ο πατέρας του έκανε έξι ληστείες αλλά και στις έξι, όπως μας λέει η μητέρα του, τον έπιασαν. Τώρα βρίσκεται στο χώμα χωρίς να μας λέγεται πώς έφτασε εκεί .
  Κινδυνεύει να τον πιάσουν και καταφεύγει σε ένα τρελάδικο κάνοντας τον τρελό. Σ’ αυτό όμως το τρελάδικο καταφεύγει και κάποιος άλλος, για άλλο λόγο όμως: είναι συγγραφέας και θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα για τους τρελούς. Θέλει να ζήσει ανάμεσά τους μια μέρα για να είναι πειστικός στην περιγραφή του. Όμως πρέπει να ντυθεί σαν τρόφιμος, για να μπορέσει να τους παρακολουθήσει καλύτερα. Με την αρραβωνιαστικιά του, ένα πλουσιοκόριτσο, δεν έχει και τις καλύτερες σχέσεις. Δεν είναι θερμός μαζί της, της φέρεται υπεροπτικά, την πληγώνει.
  Την επομένη έρχονται οι δικοί του να τον πάρουν. Έλα όμως που παίρνουν τον Ρεζά, γιατί του μοιάζει καταπληκτικά. Μάταια αγωνίζεται να πείσει ότι δεν είναι τρελός.
  Του Ρεζά του αρέσει ο καινούριος του ρόλος, αλλά περισσότερο του αρέσει η κοπέλα. Και αυτός της αρέσει, γιατί έχει γίνει «διαφορετικός». Απολαμβάνει βόλτες μαζί του με τη μηχανή.
  Σε ένα κέντρο που πηγαίνουν κάποιος της ζητάει να χορέψουν. Αυτός ζηλεύει, γίνεται καυγάς στον οποίο, μόνος εναντίον πολλών, πληγώνεται άσχημα. Αυτή τον μαλώνει. Αυτός συνειδητοποιεί ότι προέρχονται από διαφορετικούς κόσμους, της αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα, και της λέει ότι συνέχιζε να παίζει αυτό το ρόλο γιατί την αγάπησε. Αυτή τον πλησιάζει τρυφερά. Της μιλάει για τη ληστεία και της λέει ότι είναι αποφασισμένος να επιστρέψει τα χρήματα. Θέλει να ζήσει μια τίμια ζωή.
  Περιμένουμε ότι θα έχουμε την «Αρχόντισσα και τον αλήτη» α λα ιρανικά.
  Όμως όχι.
  Τηλεφωνεί για να παραδώσει τα χρήματα. Όμως οι σύντροφοί του τον περιμένουν για να του τα αρπάξουν, μέσα σε ένα άδειο σινεμά. Τον μαχαιρώνουν. Όμως στην έξοδο καραδοκούν οι αστυνομικοί. Αυτός, πληγωμένος, ξεγλιστράει ανάμεσα στον κόσμο. Παίρνει τη μηχανή του και φεύγει. Η κάμερα τον παρακολουθεί στην πορεία του, καθώς οδηγεί πληγωμένος. Το ατύχημα είναι αναπόφευκτο. Αυτοί που τον κτυπάνε τον ρίχνουν στον κάδο ενός απορριμματοφόρου και απομακρύνονται. Δεν θα είναι οι πρώτοι που παρατάνε το θύμα τους, ούτε οι τελευταίοι.
  Η ταινία αυτή, όπως και η προηγούμενη, μου θύμισε τις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας το εξήντα. Και στις δυο μάλιστα είδαμε το κέντρο διασκέδασης με την τραγουδίστρια, όμως σε ένα τραγούδι μόνο σε κάθε έργο.
    Τελικά ο Behrouz Vossoughi που πρωταγωνιστούσε και στις δυο ταινίες είναι πολύ καλός ηθοποιός. Και, διαβάζοντας το βιογραφικό του, είδα ότι πρωταγωνιστούσε, σε ώριμη ηλικία πια, στη θαυμάσια ταινία του κούρδου Bahman Ghobadi «Η εποχή του ρινόκερου».

The sergeant (1990)

  Εντυπωσιακή ταινία, που μου θύμισε το «Darrat» του Mahamat Saleh Haroun. Φαίνεται σαν μια ταινία εκδίκησης, που όμως εξελίσσεται διαφορετικά.
  Ο λοχίας γυρνάει μετά από οκτώ χρόνια στο σπίτι του. Είχε τραυματιστεί στον πόλεμο, είχε πάθει αμνησία, από την οποία συνήλθε πολύ αργά και όχι ολοκληρωτικά. Τον θεωρούσαν χαμένο. Διαπιστώνει ότι ένας που πλούτισε με παράνομες δραστηριότητες του έχει καταχραστεί τη μοναδική του περιουσία, ένα κομμάτι δάσους. Το διεκδικεί. Πηγαίνει στο δάσος με το γιο του και υλοτομεί. Έρχονται οι μπράβοι του και τον σακατεύουν στο ξύλο. Μόλις που καταφέρνει ο μικρός γιος του να τον σώσει, μεταφέροντάς τον με το φορτηγάκι τους στο νοσοκομείο. Οι σκηνές αυτές είναι εντυπωσιακές.  
  Η γυναίκα του είναι ρωσίδα, που παγιδεύτηκε με τη μητέρα της στην εντεύθεν πλευρά των συνόρων, ενώ ο πατέρας της και όλοι οι συγγενείς της έμειναν στην απέναντι πλευρά, στη Ρωσία. Κάτι ανάλογο έζησαν και οι δικοί μας στα βόρεια σύνορα. Κάποια στιγμή τα σύνορα ανοίγουν. Η γιαγιά θέλει να γυρίσει πίσω, να επισκεφτεί τους συγγενείς της και τον τάφο του άντρα της που δεν ξαναπαντρεύτηκε, και να ταφεί εκεί. Η κόρη της θέλει να τη συνοδεύσει. Ο άντρας της έχει γίνει αλλιώτικος, είναι σιωπηλός, ενώ επαναλαμβάνει συχνά «Αυτή η γη είναι δική μου». Ο γιος του όμως θέλει να μείνει μαζί του.
  Ένας επίσης συνταξιούχος αστυνομικός, φίλος του, τον συνοδεύει στο σπίτι του καταπατητή. Ζητάνε τους τίτλους. Ένας από τους δυο δικούς του που είναι εκεί τον συμβουλεύει να τους δώσει. Είναι μικρής αξίας αυτό το κομμάτι δάσους και οι δυο αστυνομικοί, ήρωες στον πόλεμο, χαίρουν μεγάλης εκτίμησης στην περιοχή. Αυτός αρνείται. Φέρνει τους τίτλους και τους ρίχνει στο τζάκι στη φωτιά. Ο λοχίας αρπάζει το φάκελο, δεν έχουν καεί τα πάντα. Φαίνεται ότι το σημαντικό σώζεται. Με μανία ορμάει στον καταπατητή και τον ρίχνει κάτω. Τον τραβάει προς το τζάκι στο οποίο καίει μια μεγάλη φλόγα. Τον τραβάει, τον τραβάει, όμως κάποια στιγμή μετανιώνει και τον σέρνει πίσω, μακριά από τη φωτιά.
  Γι’ αυτό λέω ότι η ταινία μου θύμισε το «Darrat»: όπως και ο νεαρός σε εκείνη την ταινία, δεν θα τον σκοτώσει. Όταν όμως αυτός σηκώνεται από κάτω και αρπάζει ένα σίδερο έτοιμος να το κατεβάσει στο κεφάλι του λοχία, ο συνάδελφός του τον πυροβολεί. Ο άλλος δικός του τον πλησιάζει από πίσω και τον κτυπάει στο λαιμό με ένα μπαλτά. Προλαβαίνει όμως να γυρίσει και να τον πυροβολήσει. Εκείνος που είχε τις αντιρρήσεις του απομακρύνεται χωρίς να παρέμβει. Είχε προειδοποιήσει, χωρίς βέβαια να φαντάζεται την τραγική εξέλιξη.
  Το τέλος είναι happy. Τρέχουν με το αυτοκίνητο στα σύνορα να προλάβουν τη γυναίκα του με τη γιαγιά. Τους προλαβαίνουν. Η γιαγιά την παροτρύνει να γυρίσει πίσω.
  Για τη γιαγιά το τέλος μάλλον δεν ήταν happy.  


(Έχουμε αναρτήσει για αυτή την ταινία στις 19-11-2011, το παρακάτω κείμενο)
  Στο έργο βλέπουμε πάλι την καταπίεση της γυναίκας. Ο ήρωας, με προβλήματα στην όραση, σώζει από τους άντρες τους την αδελφή του και μια άλλη γυναίκα. Με τη βοήθεια ενός καλού ανθρώπου που τον βοηθάει, παίρνει πίσω κάποια πράγματα που του πήρε ο κακός. Ο καλός και ο κακός παλεύουν στο τέλος, αφού ο καλός έχει βάλει φωτιά στην αποθήκη του κακού, και κατά τα φαινόμενα τον εξοντώνει. Μια τεράστια πυρκαγιά θυμίζει τις δυτικές ταινίες καταστροφής. Καλογυρισμένη ταινία με σασπένς, που αντλεί τη θεματική της από την πραγματικότητα στο σημερινό Iράν και κυρίως την καταπίεση της γυναίκας, χωρίς να την προβάλει σαν κεντρική ιδέα όπως η Tahmine Milani στα έργα της.

Sultan (1996)

  Και εδώ έχουμε πάλι να κάνουμε με ιδιοκτησίες, περιουσιακά στοιχεία και κληρονομιές.
  Ο «Σουλτάνος» που έχει μείνει άστεγος γιατί το σπίτι του απαλλοτριώθηκε για να περάσει ο αυτοκινητόδρομος ζει με έναν περιθωριακό τύπο που κάνει διάφορες μιμήσεις, μαζεύοντας χρήματα από τους περαστικούς. Κυκλοφορούν με μια τρίκυκλη, με καλάθι, σαν αυτές που είχαν οι γερμανοί στην κατοχή, σαν αυτή που είχε και ο φίλος και σύντροφος Αντώνης. Κάποια στιγμή πέφτει στα χέρια τους ένας φάκελος (τον κλέβουν; δεν φαίνεται καθαρά) που στην πραγματικότητα είναι μια διαθήκη: η διαθήκη ενός πλούσιου που αφήνει πεντακόσια τετραγωνικά στην κόρη του θυρωρού του, την οποία μάλιστα σπούδασε. Όμως το πρόβλημα είναι να πουληθεί όλο το οίκημα με το οικόπεδο σε έναν κατασκευαστή, που θα φτιάξει πολυκατοικίες, πολυκαταστήματα και ό,τι άλλο. Πρέπει όμως να βρεθεί η διαθήκη.
  Ο «Σουλτάνος» θα ζητήσει χρήματα, όμως τελικά θα δώσει χωρίς αντάλλαγμα τη διαθήκη στην κοπέλα.
  Ένα ειδύλλιο αναπτύσσεται ανάμεσά τους. Θα ευοδωθεί;
  Εντυπωσιακή και συγκινητική η σκηνή με τα πυροτεχνήματα που σκαρώνουν οι φίλοι για τους δυο ερωτευμένους. Όμως ο κατασκευαστής με τους μπράβους του, που προηγουμένως τον είχαν σαπίσει, όπως και το λοχία, στο ξύλο, παραμονεύουν. Έχει αποσυνδέσει το καλάθι από τη μοτοσικλέτα. Ορμάει κατά πάνω τους. Οι μπράβοι απομακρύνονται ενώ ο κατασκευαστής το βάζει στα πόδια. Ορμάει μέσα σε ένα ερειπωμένο κτίριο. Τον ακολουθεί ο «Σουλτάνος». Ακούγεται μια ισχυρή έκρηξη. Το τέλος είχε προσημανθεί: πριν ξεκινήσει με τη μοτοσικλέτα είχε πάρει μαζί του μια χειροβομβίδα.
  Από τους κορυφαίους ιρανούς σκηνοθέτες ο Κιμιάι, πολύ μας άρεσαν οι ταινίες του.
Post a Comment