Book review, movie criticism

Sunday, November 15, 2015

Francisco Manso, Napumoceno’s will




 Ο Φρανσίσκο Μάνσο είναι πορτογάλος σκηνοθέτης αλλά η υπόθεση του έργου του «Η διαθήκη του Ναπουμοσένο», μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου μυθιστορήματος του Germano Almeida, τοποθετείται στο Πράσινο Ακρωτήρι, όπου γεννήθηκε και ο μυθιστοριογράφος.
Το έργο κατά το μεγαλύτερο μέρος του είναι μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Στο τέλος γίνεται πιο σοβαρό, αλλά και πιο συγκινητικό. Κάποια κωμικά επεισόδια δημιουργούνται αναδρομικά, όταν συμπληρώνονται τα αφηγηματικά κενά. Παράδειγμα: Πεθαίνει ο Ναπουμοσένο. Η δόνα Chica, μια παλιά του καθαρίστρια, κλαίει με λυγμούς. Και τώρα τι θα γίνει με το μηνιαίο επίδομα που της δίνει; Η κόρη της, η Maria da Graça, τη βλέπει να κλαίει και τη ρωτάει γιατί. Της λέει το λόγο: πέθανε ο Ναπουμοσένο. –Ποιος, αυτός ο διεστραμμένος, που με παίρνει συχνά από πίσω;
Όμως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν διεστραμμένος. Λαχταρούσε να δει την κόρη του, καρπό της σχέσης του με την καθαρίστριά του. Και, πού να το φανταστεί η Μαρία ντα Γκράσα, ότι θα την άφηνε γενικό κληρονόμο του μετά το θάνατό του, χωρίς να αφήσει τίποτα στον Κάρλος τον ανιψιό του που καραδοκούσε πότε να πεθάνει να τον κληρονομήσει.
Μαζί με την περιουσία του της αφήνει και κάποιες κασέτες όπου αφηγείται την ιστορία του. Ήλθε δεκαπεντάχρονος, χωρίς παπούτσια, κι έγινε ένας μεγιστάνας. Υπάρχουν αρκετά χιουμοριστικά επεισόδια για το πώς τα κατάφερε. Η Μαρία ακούει συγκινημένη, με δάκρυα στα μάτια πολλές φορές, τις κασέτες.
Υπήρξε και ένας μεγάλος έρωτας στη ζωή του, όταν ήταν πια σε ώριμη ηλικία, με μια νεαρή μαύρη, η Adélia. Τον άφησε όταν γύρισε ο αρραβωνιαστικός της από το ταξίδι. Η Μαρία ψάχνει να τη βρει, να τη ρωτήσει για τον πατέρα της, να της πει για τον πατέρα της. Όμως δεν τη βρίσκει. Θα παραήταν ρομαντικό.
Ένα κωμικό επεισόδιο βρίσκεται στην αρχή της ταινίας. Μια από τις επιθυμίες του νεκρού ήταν να ταφεί με το πένθιμο εμβατήριο του Μπετόβεν. –Ποιος είναι αυτός ο Μπετάφεν; ρωτάει ο ανιψιός του τον μαέστρο της τοπικής μπάντας. –Δεν τον ξέρω. Αλλά και αυτός ο ευλογημένος, δεν του άρεσε το πένθιμο εμβατήριο του δικού μας του … που παίζουμε στις κηδείες;
Ένας από την μπάντα όμως ξέρει τον Μπετάφεν, που δεν λέγεται Μπατάφεν αλλά Μπετόβεν. Έχει τη μαγνητοταινία με τη μουσική σπίτι του. Η κηδεία θα γίνει κουβαλώντας στον ώμο του ένα τεράστιο μαγνητόφωνο από το οποίο ακούγεται το πένθιμο εμβατήριο.
Ακόμη:
Ο ανιψιός του ο Κάρλος τού μαθαίνει οδήγηση. Δεν είναι και τόσο καλός δάσκαλος. Αγανακτισμένος του λέει ο θείος του: -Τι σόι οδηγός είσαι εσύ; Όλοι ξέρουν πως πήρες το δίπλωμά σου στο στρατό.
Συχνά όταν οδηγώ με το γιο μου και δεν του αρέσει κάτι στην οδήγησή μου μού θυμίζει ότι πήρα το δίπλωμά μου στο στρατό.
Όλοι οι Δόκιμοι Έφεδροι Αξιωματικοί Εφοδιασμού Μεταφορών βγάζαμε δίπλωμα οδήγησης, υποχρεωτικά. Μαθαίναμε σε ρέο, 2,5 τόνων. Όμως απαγορευόταν στη μονάδα μετά να μας χρεώνουν αυτοκίνητο. Εν τάξει, δεν είναι το μόνο παράλογο από αυτά που συμβαίνουν στα ελληνικά στρατά. Ήταν μια χρυσή εποχή, πριν παρέμβουν οι συντεχνίες των δασκάλων οδήγησης, που μπορούσαμε να κάνουμε το στρατιωτικό δίπλωμα πολιτικό, και μάλιστα Β΄επαγγελματικό μια και μάθαμε σε ρέο, αλλά πριν πάρουμε το απολυτήριο. Θα μπορούσα να το κάνω ερασιτεχνικό, αλλά καθώς είμαι απαισιόδοξος είχα πάντα σαν αρχή «μάθε τέχνη κι άστηνε». Μπορεί να μην τα κατάφερνα να σταδιοδρομήσω ως καθηγητής, θα μπορούσα να βγάζω το ψωμάκι μου ως σοφεράντζα. Χρόνια αργότερα το μετέτρεψα σε ερασιτεχνικό, γιατί είχα ήδη κάποια χρόνια πίσω μου ως καθηγητής και διότι το ερασιτεχνικό δεν χρειαζόταν πια ανανέωση κάθε δεν θυμάμαι πόσα χρόνια, και ίσχυε μέχρι τα 65, ενώ το επαγγελματικό έπρεπε να το ανανεώνω κάθε δυο χρόνια πληρώνοντας και κάτι παράβολα.
Όταν πήγα στη μονάδα μου στην Κοζάνη, 889 ΑΤΧ, σκεφτόμουνα να ενοικιάζω από rent a car για εξάσκηση. Έμαθα όμως ότι ένας συνάδελφος, Παπατόλιος με το όνομα, έδινε το μισό του μισθό για να πληρώνει τις ζημιές που είχε κάνει οδηγώντας κι αυτός ένα ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο. Έτσι εγκατέλειψα την ιδέα.
Μετά από εννιά χρόνια, Γενάρη του 1982, αγόρασα από το φίλο μου το Γιώργη τον Παπαδάκη το autobianchi του. Από τότε που ήμουν στη σχολή αξιωματικών στη Σπάρτη δεν είχα ξαναοδηγήσει. Πριν έξι χρόνια όμως είχα αγοράσει το γιαμαχάκι μου. Ο συγκάτοικός μου ο Νίκος ο Τζανάκης με έβαλε σε ένα γήπεδο και μου έδειξε τις ταχύτητες, πώς να πηγαίνω μπροστά πίσω. Ένας δάσκαλος οδήγησης δυο μέρες μετά μου έκανε μάθημα, όμως μόνο τρία τέταρτα της ώρας γιατί έκανα το λάθος να τον προπληρώσω (ποτέ ξανά δεν έκανα το ίδιο λάθος). Βιαζόταν λέει κάπου να πάει, και θα μου συμπλήρωνε το τέταρτο στο επόμενο μάθημα.
Δεν υπήρξε επόμενο. Έρχεται στο σπίτι μου στην Καλλιθέα ο φίλος μου ο Ηρακλής ο Χριστάκης και μου λέει «Πάμε σπίτι, μας έχει τραπέζι η μάνα μου». Η κυρία Φανή έμενε κάπου στα Πατήσια. Θα οδηγούσα εγώ, αυτός θα καθόταν πλάι μου. Μετά φόβου θεού πήγαμε σπίτι του, αλλά μετά γυρίσαμε μαζί πίσω γιατί δεν τολμούσα να επιστρέψω μόνος μου. Την επόμενη μέρα όμως πήγα μόνος μου στην Ηλιούπολη, στο φίλο μου τον Μιχάλη τον Κωστάκη. Όσο μπορούσα πιο προσεκτικά.
Μάθαινα γρήγορα. Στη γιορτή μου, δέκα μέρες μετά, έβαλα μέσα πέντε φίλους και πήγαμε να τους κεράσω στην Κηφισιά.
Και μια τραυματική μου εμπειρία με το autobianchi.
Καλοκαίρι, νομίζω τον επόμενο χρόνο, έρχομαι από το Ηράκλειο για το χωριό μου, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Τα παράθυρα ανοιχτά. Τρέχω. Λίγο μετά τη Νεάπολη, σε μια κατηφόρα, το autobianchi απογειώθηκε. Κυριολεκτικά. Μέχρι να πατήσουν πάλι οι ρόδες του στην άσφαλτο τα χρειάστηκα.
Να πω για όσους με διαβάζουν για πρώτη φορά, συχνά αυτοβιογραφούμαι στις κριτικές μου.  
Post a Comment