Book review, movie criticism

Monday, November 30, 2015

Ανδρέας Μήτσου, Αλεξάνδρα



Ανδρέας Μήτσου, Αλεξάνδρα, Καστανιώτης 2015, σελ. 240

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μια συναρπαστική ιστορία από τον εξαίρετο πεζογράφο

Έχουμε γράψει για όλο το έργο του Ανδρέα Μήτσου, εκτός από το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο του. Η γνωριμία μας χρονολογείται από το τρίτο βιβλίο του, τις «Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού».
Η αναφορά δεν είναι τυχαία.
Υπάρχουν συγγραφείς όπως ο Μπαλζάκ και ο ημέτερος Αλέξανδρος Κοτζιάς (θα είναι κι άλλοι) που χρησιμοποιούν ήρωες των προηγούμενων έργων τους στα επόμενα. Εδώ ο Μήτσου κάνει κάτι πιο πρωτότυπο: μπάζει στην πλοκή της «Αλεξάνδρας» μια από τις «Ιστορίες υπαρκτού ρεαλισμού», και τον εαυτό του ως συγγραφέα.
Ως μυθοποιημένο συγγραφέα βέβαια, αφού στο τέλος του έργου σκοτώνεται.
Στην προηγούμενη ανάρτησή μου για το έργο της Αρχοντούλας Διαβάτη «Σκουλαρίκι στη μύτη» έγραφα: «Πιστεύω ότι κάθε βιβλίο ενός συγγραφέα αποτελεί παραλλαγή ενός θεματικού και υφολογικού «συμπλέγματος», το οποίο συνάγεται, όπως και ο αρχέμυθος (Ur-Myth) κατά τον Κλωντ Λεβι-Στρως, από το σύνολο των παραλλαγών του». Έχοντας υπόψη μου το σύνολο (σχεδόν) του έργου του Ανδρέα Μήτσου θα επιχειρήσω τη σκιαγράφηση αυτού του συμπλέγματος:
Οι ήρωές του είναι σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό αποκλίνοντες. Αναστοχάζονται συνεχώς για το νόημα των πράξεών τους, ένα νόημα που βρίσκεται σε διαρκή διολίσθηση. Στην «Αλεξάνδρα» μάλιστα καλείται και ο αναγνώστης να συμβάλει στη σύλληψη του.
«Ζητώ τη βοήθεια όποιου με διαβάζει. Και θέλω να βγάλει εκείνος τις αποφάσεις. Να με δικάσει αυτός. Με μέτρο τον εαυτό του και τον δικό του καημό. Την ανοιχτή πληγή του.
Του ’χω απόλυτη εμπιστοσύνη.
Θέλω να την πάρει ετούτη την ιστορία πάνω του. Να την κάνει δική του. Και να με συγχωρήσει, έτσι όπως τα εκθέτω εγώ τα γεγονότα, έτσι όπως τρέχω να προλάβω να φτάσω στο τέρμα. Να τη δέσει αλλιώτικα αυτός. Με καλύτερο τρόπο» (σελ. 131).
Πράξεις «σπουδαίες» συντελούνται όπως στην τραγωδία, με το φόνο να είναι σχεδόν πάντα παρών. Τα μικρά κεφάλαια με το αναπόφευκτο αφηγηματικό κενό δίνουν την εντύπωση κινηματογραφικών σκηνών. Αυτή την κινηματογραφική αίσθηση επιτείνουν οι συνεχείς αναδρομές. Οι αναδρομές αυτές, τόσο στη λογοτεχνία όσο και στην κινηματογράφο, φωτίζουν από καινούριες γωνίες τα συμβαίνοντα. Το ύφος είναι πυκνό και λιτό, πράγμα που μορφολογικά εκφράζεται με τις μικρές παραγράφους. Ξέρω ότι ο Μήτσου κόβει αδίστακτα, προκειμένου να προσεγγίσει τη μέγιστη λιτότητα και σαφήνεια.  
Η Αλεξάνδρα, η κεντρική ηρωίδα που δίνει και τον τίτλο του μυθιστορήματος, είναι μια πανέμορφη κοπέλα που όμως έμεινε παρθένα μέχρι τα εξήντα οκτώ της χρόνια, οπότε και πέρασε «τους πρώτους μήνες του μέλιτος» (σελ. 102). Ο Πέτρος, έξι χρόνια μικρότερός της, θα την ερωτευθεί παράφορα, όπως και ένα πίνακα που κουβαλάει στις αποσκευές της, μετά την οικογενειακή τους επιστροφή από τη Ρωσία. Ο έρωτάς του για την Αλεξάνδρα θα σβήσει ενώ ο έρωτάς του για τον πίνακα θα διογκωθεί, πράγμα που θα αποβεί γι’ αυτόν μοιραίο. Η Έστα έχει λεσβιακές τάσεις. Θα παντρευτεί τον αδελφό της Αλεξάνδρας μόνο και μόνο για να μπορεί να τη βλέπει. Ποτέ δεν τολμάει μια ανοιχτή προσέγγιση. Στο τέλος θα τις βρούμε και τις δυο, γερασμένες, σε ένα μοναστήρι. Όσο για τη Ελπινίκη (σπανιότατο όνομα, ελάχιστες φορές το έχω συναντήσει, έτσι λέγανε και τη μητέρα μου), τη γυναίκα του αδελφού της, αυτή κουβαλάει τα τραύματα της σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη μικρή από τους αδελφούς της. Θα μισήσει τους άνδρες. Όμορφη κι αυτή, θα τους παρατάει την επομένη της σχέσης, ρίχνοντάς τους στην απελπισία. Το ίδιο θα κάνει και στον αδελφό της Αλεξάνδρας, και μάλιστα δυο φορές.
Ο φόνος του Πέτρου από την Αλεξάνδρα προσημαίνεται στο πρώτο κεφάλαιο, δημιουργώντας το «σασπένς του πώς» θα φτάσουμε στο μοιραίο συμβάν, δίνοντας μια κυκλική φόρμα στην αφήγηση.
«Ταξιδεύω τώρα για το χωριό του Φωκά. Το μόνο ταξίδι της ζωής μου».
Ψέματα. Το μεγάλο ταξίδι το έκανε με τους γονείς της όταν ήλθαν στην Ελλάδα. Και δεν μπορεί να μην είχε κάνει κι άλλα. Όμως το ψέμα ίσως το αντιληφθούν μόνο όσοι αντιληφθούν και το διακείμενο: «Το μόνο της ζωής μου ταξείδιον».
Όμως η φόρμα είναι κυκλική μόνο εν μέρει. Η αφήγηση της Αλεξάνδρας είναι εγκιβωτισμένη. Και ενώ πολλοί συγγραφείς παλαιότερων αιώνων (ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί αυτή την τεχνική στο πρώτο του έργο, το «Όφις και κρίνος») δήλωναν απερίφραστα τον εγκιβωτισμό στην αρχή του έργου, με τον συγγραφέα να παρουσιάζεται περίπου ως ο επιμελητής των χειρογράφων ενός από τους ήρωες, εδώ ο εγκιβωτισμός μάς αποκαλύπτεται στο τέλος. Το τι έγινε μετά την τραγική κορύφωση του φόνου το αφηγούνται άλλα πρόσωπα.
Όμως ας σχολιάσουμε κάποια αποσπάσματα, κατά τη συνήθειά μας.
«Η πρώτη εξορία των Ποντίων είχε γίνει το 1936, κι ετούτος ο μεγάλος διωγμός μας έγινε το 1949. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνοπόντιοι κατατάχτηκαν στην κατηγορία των “ειδικώς απελαθέντων” και εξορίστηκαν στην Κεντρική Ασία. Ισχυρές δυνάμεις της κρατικής ασφάλειας, της Νι-Κα-Βε-Ντε, του φοβερού Μπέρια, περικύκλωναν τη νύχτα τα ποντιακά χωριά και υποχρέωναν με τα όπλα τους χωρικούς να ετοιμαστούν μέσα σε λίγη ώρα και να φύγουν» (σελ. 30).
Το διάβασα σε μια εφημερίδα, μέσα περίπου της δεκαετίας το ’80: κλιμάκιο της ΚΝΕ επισκέφτηκε την τότε Σοβιετική Ένωση. Πόντιοι κομσομόλοι τους κατάγγειλαν τα παραπάνω. Τους κάρφωσαν.
Όχι, με τον Γκορμπατσώφ στην εξουσία δεν νομίζω να απελάθηκαν κι αυτοί στη Σιβηρία.
«Τη βρήκε εύκολα την Έστα. Δέκα χιλιόμετρα απόσταση, όσο απέχει το μοναστήρι από το χωριό, ήταν ελάχιστη για τον Άργο να εντοπίσει την πρώτη του αφεντικίνα και να καταφύγει κοντά της για σωτηρία. Αφού τα σκυλιά έχουν ένστικτο και όσφρηση φοβερή» (σελ. 231).
Την παρακάτω ιστορία την άκουσα το καλοκαίρι που μας πέρασε στο χωριό μου.
Ένας γεραπετρίτης έδωσε το σκυλί του σε κάποιον από τη Βιάννο. Μετά από ένα χρόνο περίπου πέθανε. Με έκπληξη είδαν το ίδιο βράδυ το σκυλί να είναι ξαπλωμένο κάτω από το φέρετρο του πρώην αφεντικού του. Πως «πληροφορήθηκε» το θάνατό του και πώς βρήκε το δρόμο σ’ αυτή την απόσταση των σαράντα περίπου χιλιομέτρων που χωρίζουν τις δυο πόλεις, μυστήριο.
Συναρπαστικός ο Μήτσου, όπως κάθε φορά, μας έδωσε ένα ακόμη εξαιρετικό μυθιστόρημα.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment