Book review, movie criticism

Thursday, November 12, 2015

Cheng Guofu, The message (风声,Ο ήχος του ανέμου, 2009)



Cheng Guofu, The message (,Ο ήχος του ανέμου, 2009)

 Μού είναι δύσκολο να δω ταινία «ξεκάρφωτα», ακόμη και κωμωδία. Αυτό συμβαίνει σπάνια, συνήθως μεταμεσονύκτιες ώρες. Πάντα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος, είτε γιατί διάβασα κάπου γι’ αυτήν είτε γιατί μου είπε κάποιος γι’ αυτήν. Και συχνά βλέπω έναν σκηνοθέτη «πακέτο», όσες ταινίες του έχω καταφέρει να μαζέψω όλα αυτά τα χρόνια.
Το «Μήνυμα» το είδα επειδή αναφέρθηκε σ’ αυτό η κα Yu Dan, διευθύντρια σε ένα ινστιτούτο ενός πανεπιστημίου του Πεκίνου, συχνή καλεσμένη στην εκπομπή της Liu Fangfei «Ταξίδια στον πολιτισμό» στο κινέζικο κανάλι CCTV-4. Αναφέρθηκε σ’ αυτό αφηγούμενη μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία, την οποία ανάρτησα στο blog μου με τίτλο «Κάφκα και μορς».
Η ταινία, μεταφορά ενός μυθιστορήματος, σάρωσε κυριολεκτικά ένα σωρό βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ.
Η ιστορία τοποθετείται στο Νανκίν το 1942, την εποχή της γιαπωνέζικης κατοχής. Το αντιστασιακό κίνημα προέβαινε σε συχνές δολοφονίες συνεργατών των γιαπωνέζων, οι οποίοι είχαν εγκαταστήσει μια κυβέρνηση ανδρείκελο. Υποπτεύονται ότι υπάρχει διαρροή πληροφοριών, κάποιος ανάμεσά τους δουλεύει για την αντίσταση. Ένας γιαπωνέζος αξιωματικός της αντικατασκοπίας στέλνει ένα ψεύτικο μήνυμα και καταφέρνει να εντοπίσει πέντε άτομα, ένα από τα οποία πρέπει να είναι ο πληροφοριοδότης που έχει το ψευδώνυμο «φάντασμα». Τους μεταφέρουν σε ένα «πύργο των καταιγίδων» για ανακρίσεις. Και ακολουθούν συγκλονιστικές σκηνές, που δεν έχουν να κάνουν όλες με τις φρικτές ανακρίσεις.
Τελικά βρίσκεται ο πληροφοριοδότης. Είναι μια από τις δυο γυναίκες, υπεύθυνη για την κωδικοποίηση των σημάτων μορς. Καταφέρνει να την πυροβολήσουν πριν βασανιστεί για να μαρτυρήσει τον αρχηγό τους.
Το νήμα της ιστορίας αποκαλύπτεται μετά την απελευθέρωση από έναν από τους πέντε, που ήταν τελικά ο αρχηγός, στην άλλη κοπέλα. Από το τραγούδι του η νεκρή κοπέλα κατάλαβε ότι ήταν δικός τους. Αυτός, ως αρχηγός, την ήξερε, αυτή όχι. Της λέει να τον καρφώσει, ώστε υπεράνω πάσης υποψίας αυτή, να ενημερώσει τους συντρόφους για το ψεύτικο μήνυμα για να μην πέσουν στη παγίδα. Υπάρχει προθεσμία, και ήδη ένας από αυτούς έχει πεθάνει από τα βασανιστήρια ενώ ένας άλλος, απελπισμένος, έχει αυτοκτονήσει. Αυτή αρνείται. Τη διατάζει. Της γράφει στην παλάμη: εγώ είμαι ο Magnum (o αρχηγός), τον οποίο ζητούν από τους ύποπτους, πέρα από την ομολογία τους, να καταδώσουν. Πρέπει να υπακούσει.
Αυτή όμως έχει άλλα σχέδια. Ο αρχηγός είναι πιο σημαντικός για την αντίσταση, αυτός πρέπει να σωθεί. Βάζει τη φίλη της να καρφώσει αυτήν ως πληροφοριοδότρια. Έτσι και γίνεται. Αθώος ο αρχηγός, μεταφέρεται εσπευσμένα στο νοσοκομείο για να του περιποιηθούν τα τραύματά του από τα βασανιστήρια. Εξαντλημένος πάνω στο φορείο, τραγουδάει ένα τραγούδι. Ανάλογα με μικροαλλαγές στο τραγούδι μεταδίδονται και οι διάφορες πληροφορίες. Μια νοσοκόμα ακούει, καταλαβαίνει, απομακρύνεται.
Συναρπαστικό το έργο, όχι μόνο σαν κατασκοπευτική περιπέτεια αλλά προπαντός σαν έκφραση υπέρτατου πατριωτισμού και αυτοθυσίας.
Μια σκηνή στο τέλος πριν τις αποκαλύψεις είναι ιδιαίτερα συναρπαστική. Η Ιαπωνία έχει παραδοθεί, ο γιαπωνέζος αξιωματικός περιμένει σε ένα πεζούλι να τους πάρουν για την επιστροφή στην πατρίδα, όπου τον περιμένει στρατοδικείο επειδή επετέθη σε ανώτερο αξιωματικό και διότι για την ανάκριση των πέντε ενήργησε αυτόβουλα, παραβιάζοντας άνωθεν διαταγές. Ένας από τους πέντε τον πλησιάζει. Κουβεντιάζει μαζί του. Είναι δικός τους, η πληροφοριοδότρια είναι νεκρή. Αυτός βγάζει ένα μαχαίρι και του κόβει το λαρύγγι. Σίγουρα θα ένοιωσε μεγάλη έκπληξη πριν ξεψυχήσει. Είναι ο αρχηγός.
Το βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας» είναι ανάπτυξη ενός άρθρου που γράφηκε στα πλαίσια ενός προβληματισμού της ομάδας λογοτεχνίας στο «Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού» της Καλλιθέας, τέλη της δεκαετίας του ’70, γιατί κάποιες φορές η μεγάλη τέχνη προσεγγίζει πλατιά λαϊκά στρώματα, ενώ άλλες φορές την αγκαλιάζουν μόνο καλλιεργημένες ελίτ. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσεται η Κρητική Αναγέννηση, τότε που τον «Ερωτόκριτο» τον μάθαινε απ’ έξω ο απλός κρητικός. Στη δεύτερη περίπτωση η «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη, που τη διαβάζω τώρα μόνο και μόνο επειδή είναι Καζαντζάκης, το μόνο έργο του που δεν είχα διαβάσει μέχρι τώρα εκτός από το ποιητικό «Τερτσίνες».  
Σήμερα, όπως υπάρχει η καλή λογοτεχνία και η παραλογοτεχνία (την κακή λογοτεχνία έτσι κι αλλιώς δεν την διαβάζουν παρά ελάχιστοι), έτσι υπάρχουν έργα σινεφίλ για πιο απαιτητικούς θεατές, που όμως είναι λίγοι, και έργα εμπορικά. Οι κινηματογραφικοί κριτικοί δεν δείχνουν καμιά επιείκεια για τα εμπορικά έργα. Για το «Μήνυμα» διαβάζω στην βικιπαίδεια ότι, «παρά το ότι ήταν εμπορική επιτυχία, επαινέθηκε εκτενώς από τους κριτικούς».
  
Post a Comment