Book review, movie criticism

Saturday, November 7, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος



Νίκος Καζαντζάκης, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος

Ο «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» είναι η τελευταία τραγωδία που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης· για την ακρίβεια, μετά την τρίτη γραφή της το 1951 (οι άλλες δυο ήταν το 1944 και το 1949) δεν έγραψε άλλη τραγωδία. Η επιτυχία των μυθιστορημάτων του τον έστρεψε οριστικά σε αυτό το λογοτεχνικό είδος.
Στην τρίτη γραφή ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί τον ιαμβικό δεκατρισύλλαβο, όμως, σε αντίθεση με τις άλλες έμμετρες τραγωδίες του, χρησιμοποιεί σε αρκετά διαλογικά μέρη, εν είδει ρετσιτατίβου, τον πεζό λόγο.
Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είναι και ιστορικά τραγικό πρόσωπο: επιλέγει το σίγουρο θάνατο από τη φυγή.
«Τα χέρια μου στην άγια ετούτη νύχτα ασκώνω·
ορκίζουμαι, ο Θεός γραμμένο ό,τι κι αν έχει,
στην άκρα απελπισιά να πορευτώ σαν άντρας» (σελ. 505).
και:
«…Να πολεμάς χωρίς ελπίδα·
και να νογάς βαθιά ν’ αυξαίνει η δύναμή σου
στην άκρα απελπισιά» (σελ. 548).
Όμως στον Καζαντζάκη δεν φτάνει. Δίπλα του παρουσιάζει και ένα άλλο πρόσωπο, πραγματικό, που επιλέγει επίσης την αυτοθυσία. Αυτός είναι ο Ιουστινιάνης, αγαπητικός της Άννας, της κόρης του Νοταρά, που αρνείται να μείνει μαζί της το τελευταίο βράδυ πριν την άλωση.
«Δεν είναι η Πόλη αυτή δικιά μου, δεν τη θέλω·
άλλος το ξακουστό κορμί της χαίρεται· όμως
σαν άντρας στην τιμή μου ορκίστηκα, έχω χρέος» (σελ.538).
Με αυτό το επινοημένο επεισόδιο, εκτός του ότι προβάλει άλλη μια φορά το μοτίβο της αυτοθυσίας, παρουσιάζει επίσης το μοτίβο της γυναίκας που αποτελεί εμπόδιο στον άντρα στο να εκπληρώσει την υψηλή αποστολή του.
Ο Καζαντζάκης, πέρα από τις πραγματικές συνθήκες της άλωσης, με τους ενωτικούς και τους ανθενωτικούς να τσακώνονται ενώ οι τούρκοι βρίσκονται προ των πυλών, δίνει και ένα πατριωτικό τόνο στην τραγωδία με το μύθο του μαρμαρωμένου βασιλιά. Και το έργο τελειώνει με το γνωστό «Σώπασε κυρα-Δέσποινα, μη κλαις και μη δακρύζεις/πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικιά μας θα ’ναι».
Όμως το μοτίβο της αυτοθυσίας το παρουσιάζει ακόμη μια φορά, κάτι που ήταν αναπόφευκτο να κάνει, σαν κρητικός. Ο καπετάν Χαρκούτσης έρχεται από την Κρήτη με 40 παλληκάρια, αποφασισμένοι να πεθάνουν για την υπεράσπιση της Πόλης.
Σαν κρητικός κι εγώ θα παραθέσω και έναν άλλο μύθο, που δεν είναι τόσο γνωστός όσο ο μύθος του μαρμαρωμένου βασιλιά. Οι κρητικοί αυτοί αγωνίστηκαν γενναία κατά την άλωση και δεν σκοτώθηκαν. Ενώ η πόλη είχε πέσει, αυτοί εξακολουθούσαν ν’ αγωνίζονται. Ο Σουλτάνος τόσο θαύμασε τον ηρωισμό τους που τους επέτρεψε να φύγουν υποσχόμενος ότι δεν θα τους πειράξει.
Το καράβι δεν επέστρεψε ποτέ στην Κρήτη. Ταξιδεύει από τότε. Ο καπετάνιος και οι ναύτες του περιμένουν το μήνυμα εξ ουρανού, να γυρίσουν και να συμμετάσχουν στην ανακατάληψη της Πόλης.
Οι ισπανοί περίμεναν επτά αιώνες. Ε, ας περιμένουμε κι εμείς.
Αλλά ας παραθέσουμε ένα τελευταίο απόσπασμα.
«ΝΟΤΑΡΑΣ: Ας γκρεμιστεί· καλύτερα σαρίκι Τούρκου
παρά κουκούλα φράγκικη να βάλει η Πόλη!» (σελ. 503).
  Θα το είχα ξεχάσει αν δεν το είχα παραθέσει στο βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας». Κάνω αντιγραφή και επικόλληση: «Σίγουρα οι Κρητικοί υπέφεραν πολλά από τους Ενετούς, για να φτάσει μέχρι τις μέρες μας ο αποφθεγματικός στίχος που άκουσα προ ημερών τυχαία από τον πατέρα μου: Καλλιά του Τούρκου το σπαθί παρά του Φράγκου η κρίση» (σελ. 92).
Post a Comment