Book review, movie criticism

Saturday, November 28, 2015

Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη



Αρχοντούλα Διαβάτη, Σκουλαρίκι στη μύτη, Θεσσαλονίκη, εκδόσεις Νησίδες, σελ. 78

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύθηκε στο Λέξημα

Αναπολήσεις και αφηγήσεις συγκινητικών ιστοριών περιέχονται στο τελευταίο αυτό βιβλίο της συγγραφέως

  Της Αρχοντούλας Διαβάτη έχουμε παρουσιάσει τα βιβλία της «Η μάνα του νερού», «Το αλογάκι της Παναγίας» και «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω». Σειρά έχει σήμερα το «Σκουλαρίκι στη μύτη».
Στην βιβλιοκριτική μας για το προηγούμενο βιβλίο της καταλήγαμε: «Εξαιρετικό το βιβλίο της, με το καλό και το επόμενο».  
Δεν άργησε, μετά από ένα χρόνο βγήκε κι αυτό. Και, κατά κάποιο τρόπο, αποτελεί τη συνέχειά του. Στην ίδια βιβλιοκριτική γράφω: «Όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο η συγγραφέας, πρόκειται για κείμενα που έγραψε για ένα περιοδικό. «Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο», μας λέγει στην αρχή, και πράγματι πολλά κείμενα είναι λεκτικές φωτογραφίσεις εικόνων που βλέπει η Διαβάτη και εντυπωσιάζεται απ’ αυτές, σχολιάζοντάς τις».
Το ίδιο ισχύει και για τα κείμενα αυτού του βιβλίου. Στο τέλος του παρατίθενται σε δυο σελίδες οι «Πρώτες δημοσιεύσεις». Κάποιες απ’ αυτές έγιναν σε ηλεκτρονικά έντυπα, τα οποία αρχίζουν και καταλαμβάνουν ένα όλο και πιο μεγάλο μέρος της λογοτεχνικής πίττας. Επίσης είναι «λεκτικές φωτογραφίσεις», όμως, θα έλεγα καλύτερα, και «λεκτικές βιντεοσκοπήσεις», τόσο συγχρονικών επεισοδίων όσο και επεισοδίων που ανασύρονται από τη μνήμη της· σε όλα τα βιβλία της Διαβάτη η αναπόληση του παρελθόντος είναι κυρίαρχη.
Πιστεύω ότι κάθε βιβλίο ενός συγγραφέα αποτελεί παραλλαγή ενός θεματικού και υφολογικού «συμπλέγματος», το οποίο συνάγεται, όπως και ο αρχέμυθος (Ur-Myth) κατά τον Κλωντ Λεβι-Στρως, από το σύνολο των παραλλαγών του. Το «σύμπλεγμα» αυτό της Διαβάτη περιέχει την αναπόληση του παρελθόντος, τη μαγεία της στιγμής, την εκφραστική λιτότητα και την εστίαση στα καίρια σημεία. Όμως ας σχολιάσουμε κάποια διηγήματα και κάποια αποσπάσματα.
Η αναπόληση του παρελθόντος δεν είναι υποχρεωτικά αυτοβιογραφική. Στη χαμένη επανάσταση βλέπουμε τον καρκινοπαθή να αναπολεί το παρελθόν περιμένοντας στον προθάλαμο του ιατρείου. «…ακούει ξαφνικά σαν σε όνειρο το όνομά του από το κλειστό ιατρείο στο βάθος. Σηκώνεται βαρύθυμος, ακολουθώντας μια άσπρη μπλούζα, για τα περαιτέρω» (σελ. 10).
 «Καταπονημένη τώρα κοιτάει παλιές φωτογραφίες στην πολυθρόνα με το νυχτικό μπρος στο παράθυρο, στη φθινοπωρινή λιακάδα. Γάμοι, γεννητούρια, βαφτίσια και πάλι γάμοι και γεννητούρια εις τους αιώνας των αιώνων» (σελ. 17).
Αιώνια επιστροφή.
«Με αρπάζουν οι αναμνήσεις από το λαιμό» (σελ. 23).
Το παρελθόν δεν έρχεται πάντα σαν ευτυχισμένη αναπόληση, κάποιες φορές είναι ένα ιδεοψυχαναγκαστικό μαρτύριο.
Το «Εις στην πόλιν» δεν είναι ακριβώς ένα οδοιπορικό στην Ισταμπούλ, είναι η αφήγηση σε φίλες ενός ταξιδιού. Δεν περιγράφει τα αξιοθέατα αλλά το ταξίδι. Ο Σαραμάγκου τη συνοδεύει, αλλά μπορεί να περιμένει. Στην αφήγηση αυτή εμφιλοχωρούν και αρκετά  χιουμοριστικά επεισόδια.
Στο «Ολόγυρα οι φίλοι» διαβάζουμε:
«Ο Θοδωρής, από εύπορη οικογένεια της Κρήτης, είπε πως πήγε ένα φεγγάρι – το πενήντα έξι θα ήτανε – στο Δημοτικό, στο χωριό των παππούδων από τη μεριά της μάνας του, Σκοπή Σητείας… Έγινε γρήγορα φίλος των παιδιών στη γειτονιά, μόνο που εκεί τα παιδιά πήγαιναν στο σχολείο ξυπόλυτα. Του κακοφάνηκε ν’ αποτελεί εξαίρεση. Έτσι κι αυτός έκανε την επανάστασή του. Αγκάθια και τριβόλια και πέτρες από κάτω, αλλά αυτός έβγαλε τα παπούτσια του-οι πατούσες του απάτητες, παρενέβη η Ανθούσα, με τη σιγουριά της συντρόφου που ξέρει καλύτερα – τα άλλα παιδιά είχαν σόλα σωστή για πατούσα» (σελ. 55-56).
Κι εγώ το πενήντα έξι πήγα στο δημοτικό. Κι εμείς περπατάγαμε ξυπόλυτοι, όχι όμως από υπερβολική φτώχεια – το χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, ήταν το κεφαλοχώρι του νομού εκείνη την εποχή – αλλά επειδή μας άρεσε. Όμως όχι το χειμώνα που έκανε κρύο. Την άνοιξη, μόλις άνοιγε ο καιρός, τα πετάγαμε, και τα ξαναφοράγαμε το φθινόπωρο, με τα πρωτοβρόχια.
Ένας συμμαθητής μας όμως που ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια περπατούσε χειμώνα καλοκαίρι χωρίς παπούτσια, και έτσι είχε κι αυτός, όπως τα παιδιά της Σκοπής, «σόλα σωστή για πατούσα».
Κάποτε ο δάσκαλος, δεν θυμάμαι τι κάναμε, θέλησε να μας τιμωρήσει με φάλαγγα (ναι, την φάλαγγα δεν την επινόησε η χούντα, την επινόησαν οι δάσκαλοι). Καθόμασταν στη σειρά ένας ένας, σηκώναμε το πόδι προς τα πίσω κρατώντας το με το αντίστοιχο χέρι μπροστά από τον αστράγαλο, και ο δάσκαλος μας χτύπαγε με τη βέργα.
Κάποια στιγμή ήλθε και η σειρά αυτού του συμμαθητή μας. –Κύριε, κύριε, τον καρφώσαμε εμείς, μην τον χτυπήσετε στην πατούχα γιατί δεν πονάει, κτυπήστε τον καλύτερα στα χέρια.
Η μνήμη στις αναμνήσεις μπορεί να είναι εξαιρετική, ανασύροντας μέχρι και την πιο μικρή λεπτομέρεια. Στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή δυο φίλοι συναντώνται μετά από χρόνια. Θυμούνται που είχαν πάει μαζί σε κάποιο ματς. Μετά πέρασαν από το σπίτι της μητέρας του αφηγητή. Και ο φίλος του τι θυμήθηκε; «Τι φαγητό ήταν εκείνο, ρε, που μας έβγαλε η μάνα σου, ακόμα η γεύση του μοσχοβολάει στο μυαλό μου-αρνάκι φρικασέ» (σελ. 58).
Το ματς αυτό ήταν ΠΑΟΚ-ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ.
«Η ΠΑΝΑΧΑΪΚΗ, κι αυτή μεγάλη ομάδα. Δαβουρλής, Μιχαλόπουλος, Στραβοπόδης κι άλλοι. Μεγάλοι παίχτες» (σελ. 58). 
Ποιος ο λόγος που παραθέτω αυτό το απόσπασμα;
Να, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να διαφημίσω το βιβλίο του φίλου μου του Γιώργου Πολ. Παπαδάκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα, «Κώστας Δαβουρλής, ο Πελέ της Ευρώπης».
Εξαιρετική η Αρχοντούλα διαβάτη.
Το διήγημα «Εις στην πόλιν» τελειώνει με τη λέξη ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.
Περιμένουμε λοιπόν τη συνέχεια.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment