Book review, movie criticism

Wednesday, November 25, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσσεια



Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσσεια   

Ἐσίμωσε τὸ ξύλο μου, τὸ ράξιμο γυρεύγει,
ἦρθε σ' ἀνάβαθα νερά, καὶ πλιὸ δὲν κιντυνεύγει.         
Θωρεῖ τὸν Οὐρανὸ γελᾶ, τὴ Γῆ καὶ καμαρώνει,
κ' εἰς-ε λιμιώνα ἀνάπαψ[ης] ἤραξε τὸ τιμόνι.
Σ' βάθη πελάγου ἁρμένιζα, μὰ ἐδά 'ρθα στὸ λιμιώνα,
πλιὸ δὲ θυμοῦμαι ταραχές, μάνητες, καὶ χειμώνα.

Οι στίχοι αυτοί είναι από τους τελευταίους του «Ερωτόκριτου». Με την «Οδύσσεια» τέλειωσα το «(ξανα)διαβάζοντας τον Καζαντζάκη» και ένοιωσα μια ανακούφιση ανάλογη μ’ αυτή που ένιωσε ο Κορνάρος τελειώνοντας το αριστούργημά του.
Όμως δεν είναι αυτός ο μόνος λόγος για τον οποίο παρέθεσα αυτούς τους στίχους. Διαβάζοντας την «Οδύσσεια» δεν μπορούσα να μην κάνω την σύγκριση.
Καθώς δεν μου αρέσει η ποίηση δεν είχα ποτέ καμιά πρεμούρα, παρά την αγάπη μου για τον Καζαντζάκη, να διαβάσω την «Οδύσσειά» του. Είχα διαβάσει κάποια αποσπάσματα, και ο δεκαεπτασύλλαβός του δεν μου άρεσε καθόλου. Το ίδιο δεν είχα διαβάσει και τα θεατρικά του, αυτά που βρίσκονται στους τρεις τόμους. Όταν τελικά τα διάβασα και αυτά είπα να μην μείνω στην ουρά, παρόλο που η ουρά ήταν τεράστια, 33.333 στίχοι.
Ενώ τα θεατρικά του, ακόμη και τα ποιητικά, μου άρεσαν, όχι βέβαια όσο τα μυθιστορήματά του, δεν μπορώ να πω το ίδιο και για την «Οδύσσεια». Και δεν ήταν μόνο ο δεκαεπτασύλλαβος που με δυσκόλεψε· οι 900 σελίδες του και το σκληρό εξώφυλλο το κάνουν ιδανικό βιβλίο για να στολίζει το ράφι μιας βιβλιοθήκης, ταυτόχρονα όμως και πολύ βαρύ, πράγμα που με δυσκόλευε καθώς συνηθίζω να διαβάζω καθισμένος σε καρέκλα, δίπλα στο παράθυρο με το φως της μέρας, και όχι σε γραφείο.
Πριν σχολιάσω τον δεκαεπτασύλλαβο θα ήθελα να πω δυο λόγια για το έπος.
Το κύριο χαρακτηριστικό του έπους είναι η λαϊκότητά του. Η «Ιλιάδα» και η «Οδύσσεια» μεταδίδονταν προφορικά, και ο Πεισίστρατος παράγγειλε την καταγραφή τους. Ο «Ερωτόκριτος», αυτό πια είναι σε όλους γνωστό, έγινε αγαπητό ανάγνωσμα από τον απλό κρητικό, και πολλοί τον ήξεραν απ’ έξω. «Ο καπετάν Καζάνης και η Κριτσοτοπούλα, τα δυο τελευταία κρητικά έπη» που γράφηκαν στις αρχές του περασμένου αιώνα (1909 και 1912 αντίστοιχα) από τον Μιχάλη Διαλιννά (έχω μιλήσει γι’ αυτά σε ένα συνέδριο δίνοντας αυτό τον τίτλο στην εισήγησή μου) λειτούργησαν «επικά», παρά το ήσσον λογοτεχνικό τους ενδιαφέρον. Η μητέρα μου, και όχι μόνο, τα ήξερε απ’ έξω. Μάλιστα συγκρίνοντας την απαγγελία της την οποία κατέγραψα στο κασετόφωνό μου ένα χρόνο πριν πεθάνει (1978.  Την έχω αναρτήσει στο youtube) με το γραπτό κείμενο αποπειράθηκα κάποια συμπεράσματα για τους λόγους που στην εποχή μας δεν είναι πια δυνατόν να γραφτούν έπη. Ο χαρακτηρισμός λοιπόν της «Οδύσσειας» του Καζαντζάκη ως έπους θα έλεγα ότι είναι καταχρηστικός.
Και τώρα ας έλθουμε στο στίχο.
Ο δεκαεπτασύλλαβος με δυσκόλεψε τρομερά στην ανάγνωση, και αυτός ίσως είναι ο κύριος λόγος που δεν μου άρεσε. Αν η «Οδύσσεια» ήταν γραμμένη στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, έστω και τον ανομοιοκατάληκτο του δημοτικού τραγουδιού, πιθανότατα να μου άρεσε. Ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος του «Ερωτόκριτου» κάνει την ανάγνωση να κυλάει με μεγάλη άνεση. Με τον δεκαεπτασύλλαβο του Καζαντζάκη έπεφτα συχνά σε κοτρώνες.
Ποιες είναι αυτές οι κοτρώνες;
Να πούμε όμως πρώτα τι είναι τομή:
Αντιγράφω από το διαδίκτυο: «Η τομή είναι ένα φυσικό σταμάτημα της φωνής μας, κάπου στα μισά τού στίχου. Το σταμάτημα αυτό μας το υπαγορεύει το ίδιο το νόημα. Με τον τρόπο αυτό ο στίχος χωρίζεται σε δύο μέρη, πού τα λέμε ημιστίχια».
Και συνεχίζουμε:
Ο δεκαεπτασύλλαβος της «Οδύσσειας» στην συντριπτική πλειοψηφία των στίχων της  έχει την τομή (ευτυχώς) στη δέκατη συλλαβή. Έτσι ο στίχος χωρίζεται σε ένα δεκασύλλαβο ημιστίχιο, που όμως εγώ σε πάρα πολλές περιπτώσεις δεν μπορούσα να διαβάσω στο ιαμβικό μέτρο αλλά σαν πεζό κείμενο, και σε ένα ιαμβικό επτασύλλαβο, που θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελέσει το ημιστίχιο ενός ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου.
Ας παραθέσουμε τους πρώτους τρεις στίχους.
«Ήλιε, μεγάλε ανατολίτη μου, χρυσό σκουφί του νου μου
αρέσει μου στραβά να σε φορώ, πεθύμησα να παίξω,
όσο να ζεις, όσο να ζω κι εγώ, για να χαρεί η καρδιά μας».
Το κόμμα που υπάρχει στη δέκατη συλλαβή δημιουργεί φυσικά και αβίαστα την τομή.
Όμως τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι. Παράδειγμα:
«Μαγνάδι λαμπερό, στο αχνό το ουρανοθάλασσο, και χάθη» (Β, 239).
Εδώ η τομή γίνεται μετά τη λέξη «αχνό» παρόλο που δεν υπάρχει κόμμα και χωρίς να υπαγορεύεται από το νόημα, χωρίζοντας τον στίχο σε ένα οκτασύλλαβο και ένα εννεασύλλαβο ημιστίχιο και όχι σε ένα δεκασύλλαβο και ένα επτασύλλαβο, όπως ήταν οι προηγούμενοι στίχοι.
Ο παρακάτω στίχος είναι καλύτερος.
«Κι είδα σε, γιέ μου, στο γιαλό, το χέρι αντήλιο, ν’ αγναντεύεις» (Β, 232).
Εδώ υπάρχει κόμμα μετά τη λέξη «γιαλό», με το πρώτο οκτασύλλαβο ημιστίχιο σε ολοκληρωμένο νόημα, σαν το πρώτο ημιστίχιο ιαμβικού δεκαπεντασύλλαβου. Όμως, καθώς έχεις συνηθίσει το πρώτο ημιστίχιο να είναι δεκασύλλαβο, «σκοντάφτεις».  
Σε αρκετούς στίχους η τομή μπορεί να γίνει κατά βούληση, καθώς στη μέση του στίχου  υπάρχει λέξη δισύλλαβη. Έτσι μπορούμε να έχουμε είτε ένα οχτασύλλαβο και ένα εννεασύλλαβο ημιστίχιο, είτε ένα δεκασύλλαβο και ένα επτασύλλαβο. Παράδειγμα:
«Όλα ’ναι φάδια της κοιλιάς, παιδιά, και το ψωμί στημόνι» (Τ, 1384). Εδώ ο Καζαντζάκης για να κάνει τον δεκαεπτασύλλαβο από την κρητική παροιμία βάζει στη μέση τη λέξη «παιδιά», ανάμεσα σε δυο κόμματα. Η τομή μπορεί να γίνει είτε πριν είτε μετά τη λέξη.
Αλλού προσθέτει στη λέξη ένα συνθετικό για να μετατρέψει τον δεκαπεντασύλλαβο σε δεκαεπτασύλλαβο, όπως:
«Γλυκομηλιά μου με τα μήλα σου και μυγδαλιά μου αφράτη» (Β, 507).
Αν αφαιρέσουμε το «γλυκο-» έχουμε έναν ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο που λες και πάρθηκε (ίσως πράγματι να πάρθηκε) από δημοτικό τραγούδι.
Είναι περίεργο που ο Καζαντζάκης, ενώ χρησιμοποιεί πολύ συχνά τόπους και υφολογικά σχήματα του δημοτικού τραγουδιού δεν χρησιμοποίησε και το στίχο του. Να σημειώσουμε όμως εδώ ότι όσο προχωρούμε προς το τέλος της «Οδύσσειας» τόσο μεγαλύτερη χρήση τους κάνει, ενώ ταυτόχρονα μειώνονται οι στιχουργικές ανωμαλίες.
Διαβάζουμε:
«Αχ, πέθανε καλέ να σ’ αγαπώ, ζήσε να σ’ έχω αμάχη» (Α, 260).
Και εδώ καταστρέφει τον δεκαπεντασύλλαβο της λαϊκής παροιμίας (την επιβεβαίωσα ψάχνοντας στο διαδίκτυο) προσθέτοντας το «καλέ» για να φτιάξει τον δεκαεπτασύλλαβό του.
Αλλού τη λέξη αυτή την προσθέτει στην αρχή, όπως στο παρακάτω παράδειγμα:
«Ώχου, κι όποιος κοιμάται δίπλα σου τον ύπνο λαχταρίζει» (Ε, 555).
Είναι ο δεύτερος στίχος μιας μαντινάδας. Ο πρώτος στίχος είναι «Όποιος φιλεί τα χείλη σου ζάχαρη πιπιλίζει». Την πρωτάκουσα από τον συγχωρεμένο τον Μουντάκη.
  «Τρώτε, τρώτε και πίνετε, άρχοντες, κι εγώ θα τραγουδήσω» (Θ, 325).
Εδώ ο Καζαντζάκης για να φτιάξει τον δεκαεπτασύλλαβο από τον δεκαπεντασύλλαβο διπλασιάζει τη λέξη «τρώτε». Είναι στίχος από το γνωστό ριζίτικο, στον οποίο όμως το «κι εγώ θα σας δηγούμαι» το παραλλάσσει σε «εγώ θα τραγουδήσω».
Το ίδιο κάνει και στον παρακάτω στίχο, διπλασιάζοντας τη λέξη «μικρό»:
«Μικρό μικρό πουλί  ’ταν διάβηκε, παιχνίδι και συντρίφτη» (Γ, 53).
Ακούοντας την απαγγελία του Βασίλη Διαμαντόπουλου στο youtube, όπου ανάμεσα στα αποσπάσματα που διαβάζει βρίσκεται και ο παραπάνω στίχος, παρατηρώ ότι στον στίχο «ξεπάτωσε έριζα όλο το νησί και το κατάπιε η μνήμη», το «σε» του «ξεπάτωσε» δεν το προφέρει ως μια συλλαβή με το «ε» του «έριζα», με αποτέλεσμα να καταστρέψει τον δεκαεπτασύλλαβο, αφού κάνει τις συλλαβές του δεκαοκτώ. Να λοιπόν που έκανα καλά να παραιτούμαι συχνά από το να διαβάζω ρυθμικά τους στίχους και να τους διαβάζω, αντίθετα, σαν πεζό κείμενο. Και η παραπάνω απαγγελία μου έδωσε αυτή την αίσθηση, ότι ήταν ανάγνωση πεζού κειμένου – ή σύγχρονης ποίησης, η οποία είναι χωρίς μέτρο.
Ένα άλλο πρόβλημα που αντιμετώπισα διαβάζοντας τους δεκαεπτασύλλαβους του Καζαντζάκη είναι η χρήση ασυναίρετων τύπων που μου χαλούσαν την αίσθηση του μέτρου.
«κι ολοζωής του πια την παρατάει στη χαμωγής να υφαίνει» (Β, 470).
Και ο Κάλβος προτιμά τους ασυναίρετους τύπους, όμως αυτό δίνει μια πρόσθετη μεγαλοπρέπεια στις «Ωδές» του. Εδώ όμως μου φαίνεται ότι η χρήση είναι άστοχη, και ξενίζει ιδιαίτερα εμάς τους κρητικούς, που στις μαντινάδες και στα ριζίτικα χρησιμοποιούμε τους συνηρημένους τύπους: 
Εμάθαν το πως σ’ αγαπώ  του μπαλκονιού σου οι βιόλες
κι όταν περνώ απ’ το στενό μοσκομυρίζουν όλες.
Αγαπώ, όχι αγαπάω. Περνώ, όχι περνάω.
Στην ίδια ιστοσελίδα από όπου παρέθεσα για την τομή διάβασα και το παρακάτω: «Από τις 15 συλλαβές κι απάνω ο στίχος δύσκολα συμπίπτει με την κανονική ανθρώπινη αναπνοή και γι’ αυτό αποφεύγεται».
Όχι, ο Καζαντζάκης δεν θα τον αποφύγει.
Τι ήταν αυτό που τον ώθησε να χρησιμοποιήσει τον δεκαεπτασύλλαβο; Μήπως σαν λύση στις συχνά σύνθετες λέξεις που χρησιμοποιεί; Μήπως διότι νόμιζε ότι ο στίχος αυτός, σαν στίχος μπαρόκ, έχει μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια; Μήπως για να ξεχωρίσει από τον Σολωμό και τον Παλαμά, στους οποίους δεν είδα να κάνει καμιά αναφορά ποτέ;
Γιατί άραγε;
Αν συναντηθούμε ποτέ στην ίδια παράδεισο ή στην ίδια κόλαση θα τον ρωτήσω.
Δεν μου ήταν εύκολο να παρακολουθώ πάντα την πλοκή. Η Λιλή Ζωγράφου στο βιβλίο της «Νίκος Καζαντζάκης, ένας τραγικός» δίνει μια εκτενή περίληψη.
  Ο Οδυσσέας έκανε τόσα χρόνια να γυρίσει σπίτι του αλλά μόλις γύρισε βαρέθηκε, δεν τον χωρούσε. Άφησε το θρόνο στο γιο του και με κάμποσους συντρόφους κίνησε για την περιπέτεια. Σταματούν στη Σπάρτη και παίρνει μαζί του την Ελένη, κρυφά από τον Μενέλαο εννοείται. Έπειτα πηγαίνουν στην Κρήτη και βοηθούν τους επαναστάτες σε μια επανάσταση. Στην Αίγυπτο βοηθούν άλλους επαναστάτες. Κατόπιν πηγαίνουν σε άλλα μέρη της Αφρικής, φτάνουν μάλιστα μέχρι τις πηγές του Νείλου. Μια λεοπάρδαλη τους ακολουθεί. Συναντάνε τον Χριστό, τον δον Κιχώτη και το Βούδα. Στο δρόμο όλο και κάποιος σύντροφος εγκαταλείπει, όλο και κάποιος πεθαίνει. Στη συνέχεια τον βρίσκουμε στον βόρειο πόλο με τους Εσκιμώους, για να πεθάνει τέλος μόνος του πάνω σ’ ένα παγόβουνο. Τα φαντάσματα των πεθαμένων συντρόφων τον επισκέπτονται στο ψυχομάχημά του.
Στην αφήγηση αυτής της περιπλάνησης βλέπουμε αρκετά ανθρωπολογικά στοιχεία, όπως π.χ. τον τρόπο που σκοτώνουν την αρκούδα οι Εσκιμώοι, ή τη θανάτωση σκλάβων στον τάφο του βασιλιά, για να τον υπηρετούν οι ψυχές τους στην άλλη ζωή. Σαν πεζό θα ήταν ένα συναρπαστικό πικαρέσκο μυθιστόρημα με τον Οδυσσέα και τους desperados συντρόφους του, σαν ποίημα όμως αμφιβάλω.  
Στο έργο αυτό βλέπουμε ξανά τα σύμβολα που χρησιμοποιεί ο Καζαντζάκης και σ’ άλλα έργα του («… αναστήθη ο σκούληκας και πεταλούδα εγίνη») και βέβαια ξαναδιαβάζουμε  για τις ιδέες και τις εμμονές του, δεν έχει νόημα να τις επαναλάβουμε. Να προσθέσω μόνο ότι εδώ φαίνεται πιο καθαρά η έννοια της élan vital, της «ζωικής ορμής» του δασκάλου του Ανρί Μπερξόν.
«Εγώ το χρέος μου έκανα του γιου, ξεπέρασα τον κύρη·
τώρα και συ ξεπέρνα με, αν μπορείς, στο νου και στο κοντάρι» (Α, 279-280).
Πάντως το παράκανε. Σε κάθε ζευγάρωμα παρουσιάζει το ζευγάρι σαν να ζευγαρώνουν για να κάνουν απογόνους. Όμως εγώ πιστεύω ότι τα πράγματα ήταν τότε όπως και σήμερα· τα ζευγάρια, πολλές φορές ακόμη και όταν είναι παντρεμένα, συνήθως τρέμουν στη σκέψη μιας εγκυμοσύνης.
  Και η θρησκεία θεωρεί ότι το σεξ βρίσκεται στην υπηρεσία της αναπαραγωγής. Ο Φρόιντ όμως και γενικά η ψυχανάλυση το θεωρούν ως την κύρια έκφραση της αρχής της ηδονής. Όσο για τους ηθολόγους, αυτοί πιστεύουν ότι συντελεί στη σύσφιξη των σχέσεων του ζεύγους, τόσο αναγκαία για την ανατροφή των παιδιών.
Διαβάζουμε:
«καλή πραμάτεια ’ναι ο θεός, παιδιά, ξεπουλημό δεν έχει!» (Ν, 709).
Ε, δεν είναι να απορεί κανείς που λίγο έλλειψε να τον αφορίσουνε.
Δεν μπορώ να ξέρω πόσο διαβάστηκε η «Οδύσσεια», πιστεύω όμως ότι διαβάστηκε λιγότερο από τα μυθιστορήματά του. Ο Καζαντζάκης τη θεωρούσε ως έργο ζωής – την έγραψε επτά φορές – όμως εμένα δεν μου άρεσε. Αλλά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Ή, όπως έλεγαν οι λατίνοι, de gustibus non est disputandum.
Post a Comment