Book review, movie criticism

Tuesday, December 15, 2020

Αντρέι Ταρκόφσκι, Marika Beiku και Alexander Gordon, The killers (Убийцы 1956).

Αντρέι Ταρκόφσκι, Marika Beiku και Alexander Gordon, The killers (Убийцы 1956).

 


  Πρώτο υστερόγραφο στον Ταρκόφσκι.

  Την ταινία την είχα στο αρχείο μου και δεν το είχα πάρει χαμπάρι. Τώρα βλέπω ότι υπάρχει και στο youtube.

  Είναι η πρώτη ταινία που γύρισε ο Ταρκόφσκι σαν μαθητής στο Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, διάρκειας εικοσιενός λεπτών. Όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο και το τρίτο το σκηνοθέτησαν ο Ταρκόφσκι και η Μαρίκα Μπέικου, ενώ το δεύτερο το σκηνοθέτησε ο Αλεξάντερ Γκόρντον. Και ο Γκόρντον και ο Ταρκόφσκι εμφανίζονται στην ταινία (στο frame ο Ταρκόφσκι).

  Θα ακολουθήσω τη χρονολογική σειρά, δηλαδή θα μιλήσω πρώτα για το διήγημα του Χεμινγουέι του οποίου αποτελεί μεταφορά, και μετά για την ταινία. Προτίμησα να μην τη δω παρά αφού διαβάσω το διήγημα και αφού γράψω αυτές τις γραμμές.

  Δυο άτομα μπαίνουν στο εστιατόριο. Καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι σόι. Θα δέσουν τον νεαρό και τον μάγειρα στην κουζίνα. Τι θέλουν τέλος πάντων;

  Θέλουν να σκοτώσουν τον Όλε. Τον περιμένουν. Όμως, τους λέει ο εστιάτορας, μπορεί και να μην έλθει.

  Μετά από λίγο κατάλαβαν ότι δεν θα έλθει. Αποφασίζουν να φύγουν. Όμως, να τους σκοτώσουμε αυτούς εδώ; ρωτάει ο ένας. Όχι, να μην τους σκοτώσουμε, απαντάει ο άλλος.

  Φεύγουν.

  Ο νεαρός πηγαίνει να ειδοποιήσει τον Όλε. Αυτός είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Του λέει ότι τους περιμένει. Ξέρει ότι δεν γλιτώνει.

  Κάποιον θα ξεγέλασε. Οι μπράβοι ήλθαν να καθαρίσουν για πάρτη του.

  «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» θα μπορούσε να είναι ο τίτλος. Τον κατοχύρωσε αργότερα ο Μάρκες.

  Για μια ακόμη φορά βλέπω την απαισιοδοξία του Χεμινγουέι, που την είδα σε όσα έργα του έχω διαβάσει.

  Θυμάμαι μια ταινία με τον Λη Μάρβιν, να αναρωτιέται γιατί το θύμα περίμενε μοιρολατρικά τον θάνατο. Πάνε όμως πολλά χρόνια που την είδα, δεν θυμάμαι τίτλο.

  Κοίτα να δεις!!!

  Με έπιασε η περιέργεια και είπα να την ψάξω. Τι να ψάξω δηλαδή στη φιλμογραφία του, ψύλλους στα άχερα.

  Κοιτάζω στην τύχη. Βλέπω μια ταινία του 1964, με τον ίδιο τίτλο, «The killers».

  Για δες σύμπτωση, λέω.

  Ανοίγω το σύνδεσμο της βικιπαίδειας και τι βλέπω; Ότι και η ταινία αυτή είναι μεταφορά του διηγήματος του Hemingway.

  Μα να την πετύχω με την πρώτη;

  Ε, δεν γίνεται να μην την ξαναδώ.

  Όμως πιο πρώτα θα δω την ομώνυμη ταινία του Robert Siodmak, γυρισμένη το 1946.

  Πώς μπορείς να τεντώσεις ένα διήγημα σε ταινία;

  Ξέρω πώς μπορείς να τεντώσεις ένα μυθιστόρημα σε σήριαλ: γεμίζοντάς τον με αποσπάσματα από το μυθιστόρημα, συνήθως από τις συνομιλίες των προσώπων. Το διαπίστωσα πρόσφατα στο «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια».

  Και στο διήγημα;

  Παραγεμίζοντάς το με επεισόδια που δεν υπάρχουν στο διήγημα, συχνά αντλώντας από άλλα διηγήματα. Το «Στα χιόνια του Κιλιμάντζαρο», μεταφορά επίσης διηγήματος του Χεμινγουέι, είναι μια περίπτωση που μου έρχεται στο νου.

  Οι «Δολοφόνοι» όμως εδώ είναι μια εξαίρεση, ίσως η εξαίρεση των εξαιρέσεων. Τα πρώτα δώδεκα λεπτά της ταινίας είναι εντελώς πιστή μεταφορά των δώδεκα σελίδων του διηγήματος.

  Και μετά, πώς γεμίζει η ταινία;

  Ο αναγνώστης δεν αναρωτιέται ποιο ήταν εκείνο το κακό που έκανε ο Όλε και αφήνεται στη μοίρα του χωρίς να προσπαθήσει να το σκάσει. Αυτό που συναρπάζει είναι η ηρωική αποδοχή του επερχόμενου θανάτου.

  Ο Siodmak επινοεί ποιο ήταν αυτό.

  Στην πραγματικότητα δεν ήταν το κακό που έκανε o Ole (o Burt Lancaster στην ταινία), μια ληστεία με άλλους τρεις. Ήταν η προδοσία της Ava Gardner την οποία είχε αγαπήσει πολύ, και που για χάρη της είχε παρατήσει το κορίτσι του (εδώ που τα λέμε, για την Ava Gardner κι εγώ το ίδιο θα ’κανα). Διαβάζοντας τώρα τη βιογραφία της βλέπω ότι πρωταγωνιστούσε και στα «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο».

  Δεν θα γράψω την υπόθεση, ο λόγος είναι για τον Ταρκόφσκι. Μπορείτε εξάλλου να τη διαβάσετε στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Και τώρα οι «Δολοφόνοι» του Don Siegel στην οποία πρωταγωνιστεί ο Lee Marvin.

  Η ταινία αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί remake της ταινίας του Siodmak. Η αρχή της έχει μόνο το σκελετό του διηγήματος του Χεμινγουέι. Υπάρχουν οι δυο δολοφόνοι, τον αναζητούν σε ένα οίκο για τυφλούς όπου εργάζεται, στην υποδοχή είναι γυναίκα. Και βλέπουμε την δολοφονία του.

  Εδώ δεν υπάρχει ασφαλιστής που να διερευνά την υπόθεση, αυτός που τη διερευνά είναι ο ένας από τους δολοφόνους, ο Λι Μάρβιν, που αναρωτιέται πώς ο Όλε δεν δοκίμασε να το σκάσει αλλά κάθισε και τους περίμενε ήρεμος. Είναι η σκηνή που με εντυπωσίασε και μου έμεινε από την ταινία, γι’ αυτό και την αναζήτησα.

  Μαθαίνει για τη ληστεία, που είναι τώρα, μετά από δεκαέξι χρόνια με την αγοραστική αξία του δολαρίου προφανώς μικρότερη, ένα εκατομμύριο δολάρια. Η ληστεία δεν έγινε σε κτήριο αλλά σε χρηματαποστολή. Ο Όλε δεν είναι πυγμάχος, είναι racer. Θα τον δούμε να τρέχει στον μοιραίο αγώνα κούρσας όπου τραυματίστηκε. Κατά τα άλλα η πλοκή είναι η ίδια. Η Angie Dickinson παγιδεύει τον Όλε, που εδώ έχει άλλο όνομα, πουλώντας του έρωτα. Μάλιστα στην καθοριστική σκηνή ο άντρας της (το ότι είναι άντρας της το μαθαίνουμε και στις δυο ταινίες στο τέλος) κάνει την εμφάνισή του (στην ταινία του Siodmak απλώς αυτή εξαφανίζεται με τα χρήματα), και αυτή τον παροτρύνει να τελειώσουν τη δουλειά, δηλαδή να τον σκοτώσει. Υπακούει, τον πυροβολεί, αλλά απλά τον τραυματίζει και αυτός προλαβαίνει να το σκάσει. Τον ψάχνουν. Δεν θα τον βρουν. Να μην καθυστερούν, ίσως τον βρουν αργότερα.

  -Τώρα κατάλαβα γιατί, λέει ο Μάρβιν. Όταν τον σκοτώσαμε ήταν ήδη νεκρός, είχε πεθάνει πριν από τέσσερα χρόνια. Έλυσε επί τέλους το αίνιγμα που τον απασχολούσε και που τον οδήγησε να διερευνήσει την υπόθεση. Η παραίτηση του Όλε είναι πιο πειστική εδώ. Η γυναίκα που αγαπούσε όχι απλώς τον ξεγέλασε με τα χρήματα, αλλά επιδίωξε και το θάνατό του.

  Και ποιοι είναι στο ρόλο του Όλε και στο ρόλο του συζύγου;

  Α, εγώ κρατάω μυστικά, σαν το Ποκοπίκο, δεν θα σας το πω. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι στο ρόλο του Όλε είναι ένας διάσημος ελληνοαμερικάνος σκηνοθέτης ενώ αυτός που είναι στο ρόλο του συζύγου έγινε αργότερα πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών -σίγουρα αν ήμουν αμερικάνος δεν θα τον ψήφιζα.  

  Καιρός όμως να περάσουμε και στον Ταρκόφσκι.

  Τελικά, πέρα από το θέμα, ο Ταρκόφσκι (αυτός έκανε την επιλογή) βρήκε αβανταδόρικο το διήγημα για μια ταινία μικρού μήκους στα πλαίσια των σπουδών τους. Δεν είχε παρά να μεταφέρει στο σενάριο τους διαλόγους ενώ οι χώροι ήταν μόνο δύο, ένα εστιατόριο και μια κρεβατοκάμαρα. Και φυσικά στα 21 λεπτά της ταινίας, σχεδόν διπλάσιος χρόνος από ό,τι στην ταινία του Siomak, μπορούσε να χώσει ολόκληρο το διήγημα.

  Αν δεν είχα δει πρόσφατα τα οκτώ από τα δεκατέσσερα επεισόδια του «Οι γυναίκες κάνουν ταινίες» στο ertflix δεν θα το είχα παρατηρήσει. Το είδα και στον Bela Tarr: μια κινηματογραφική τεχνική που δημιουργεί ένα μίνι σασπένς είναι να μην παρουσιάζεις για πρώτη φορά τα πρόσωπα αν φας στο φακό αλλά μετά από λίγο. Η κάμερα παίρνει πλάτη τους δυο δολοφόνους. Ακούμε τα λόγια τους, καταλαβαίνουμε ότι είναι κακοποιοί, πώς να μοιάζουν άραγε;

  Πώς να μοιάζουν δυο φοιτητές της σχολής κινηματογράφου;  

  Είδαμε και ένα τριαντάλεπτο ντοκιμαντέρ πάνω στο διήγημα του Χεμινγουέι και στις κινηματογραφικές μεταφορές του, γυρισμένο το 2014, σε σκηνοθεσία Philip Booth που έχει ως υπότιτλο «Heroic fatalism», ηρωική μοιρολατρία.

  Εμένα μου αρέσει περισσότερο η φράση «ηρωικός πεσιμισμός» την οποία χρησιμοποίησα δυο φορές στο βιβλίο μου «Ο δικός μου Νίκος Καζαντζάκης», τη μια μιλώντας για τους «Αδελφοφάδες» και την άλλη για τον «Φτωχούλη του Θεού». Έχει ευρύτερο φάσμα καλύπτοντας και την αποδοχή μιας θλιβερής μοίρας, και εξάλλου είναι το ψυχολογικό στίγμα του Χεμινγουέι. Η λέξη «μοιρολατρία» έχει ολότελα αρνητικές συνδηλώσεις, μου φέρνει στο νου το κισμέτ.  

  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους. Αν την κατεβάσετε (εγώ κατεβάζω με το 4K video downloader) θα βρείτε και ελληνικούς. Εγώ τους βρήκα με το vlc.

  Γιατί πρώτο υστερόγραφο;

  Διότι ο Ταρκόφσκι με τον Γκόρντον γύρισαν μια ακόμη ταινία την οποία βρήκα στο youtube. Μόλις τη δω θα γράψω και γι’ αυτήν.

  Η προηγούμενη ταινία την οποία είδαμε ήταν η τελευταία ταινία του Ταρκόφσκι, η «Θυσία».   

 

 

 

No comments: