Book review, movie criticism

Thursday, December 13, 2012

Νίκος Καζαντζάκης, Αδελφοφάδες



Νίκος Καζαντζάκης, Αδελφοφάδες, σελ. 266

  Πριν κοντά δυο μήνες ανάρτησα μια βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα Lucien Levin του Stendhal. Εκεί έγραφα ότι ο συγγραφέας του το άφησε ατέλειωτο, μη τολμώντας να το εκδώσει, καθώς στο μυθιστόρημα αυτό έκανε μια σκληρή κριτική της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Μάλιστα ούτε εκδότης τόλμησε να το εκδώσει παρά μόνο αφού πέρασαν 52 ολόκληρα χρόνια από το θάνατό του και 59 από τη συγγραφή του, το 1992.
  Μια ανάλογη περίπτωση πιστεύω ότι είναι και οι «Αδελφοφάδες». Ο Καζαντζάκης ξεκίνησε τη συγγραφή του το 1949, με θέμα τον εμφύλιο. Ένα απόσπασμα που βρίσκεται σε παρένθεση είχε πρόθεση να το ξανακοιτάξει. Σ’ αυτό αναφέρεται θετικά στην οκτωβριανή επανάσταση. Να το αφήσει άραγε ή να γράψει κάτι άλλο στη θέση του, για να εξηγήσει  τους λόγους που οδήγησαν τον Δράκο, το γιο του παπά Γιάνναρου, στο βουνό; Δεν αποφάσισε ποτέ. Και ο λόγος δεν ήταν μόνο ότι στο μεταξύ καταπιάστηκε με τα άλλα του μυθιστορήματα.
  Ο Καζαντζάκης χρησιμοποιεί μια αφηγηματική τεχνική που χρησιμοποιεί και ο Ουόλτερ Σκοτ: βάζει σαν κύριο χαρακτήρα του έργου έναν «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου», όπως τον αποκαλεί ο Γκέοργκ Λούκατς στο περίφημο έργο του «Το ιστορικό μυθιστόρημα», έναν ήρωα δηλαδή που βρίσκεται ανάμεσα στους δυο αντιμαχόμενους του εμφύλιου: τους μαυροσκούφηδες και τους κοκκινοσκούφηδες (τον ήρωα αυτό τον συνάντησα και στο «Σπίτι του τεμένους» του Καντέρ Αμπντολάχ και στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» της Γιασμίνα Χαντρά).
  Σε ένα μελέτημά μου για τον Αλέξανδρο Κοτζιά, γράφω, ανάμεσα στ’ άλλα, για το πρώτο του μυθιστόρημα: «Η "Πολιορκία", με έξι μόλις εκδόσεις σε σαράντα χρόνια, "διαβάστηκε στραβά από την αριστερά", υποστηρίζει η Β. Γεωργοπούλου σε άρθρο της στην
Ελευθεροτυπία" τη μεθεπομένη του θανάτου του, ενώ ο Αλέξανδρος Αργυρίου, σε κείμενό του που παρατίθεται στο οπισθόφυλλο, γράφει ότι "γέννησε πολλές παρανοήσεις για το πού έγερνε η πλάστιγγα".
  Κατά τη γνώμη μου δε γέννησε καμιά παρανόηση. Το βιβλίο είναι καθαρά αντικομουνιστικό, και σαν τέτοιο δεν το δέχτηκε το αναγνωστικό κοινό, στην πλειοψηφία του φιλοαριστερό».
  Παράθεσα αυτό το απόσπασμα για τη φράση «για το πού έγερνε η πλάστιγγα». Και στους
«Αδελφοφάδες» η πλάστιγγα γέρνει, επίσης χωρίς καμιά παρανόηση κατά τη γνώμη μου,
αντίθετα όμως από ό, τι στο βιβλίο του Κοτζιά, προς την Αριστερά, χωρίς αυτό καθόλου να
σημαίνει ότι το βιβλίο είναι φιλοκομμουνιστικό· μάλιστα ο Καζαντζάκης κάνει κριτική στο
κόμμα για την πολιτική του της κατάπνιξης της ελευθερίας της γνώμης για χάρη της
κομματικής γραμμής. Όπως και να ’χει ένα τέτοιο βιβλίο θα ήταν δύσκολο να εκδοθεί στην
επομένη της λήξης του εμφύλιου.   
  Όμως το κύριο πρόβλημα με το βιβλίο δεν είναι τόσο η φιλοαριστερή του θέση, όπως μπορεί άνετα να μεταφραστεί η στάση του Καζαντζάκη υπέρ των φτωχών και των αδικημένων («Δήμος: πάω με τους φτωχούς και τους αδικημένους, φτωχός κι εγώ κι αδικημένος», σελ. 182), όσο ο σκληρός αντικληρικαλισμός του, αδυσώπητος όσο σε κανένα άλλο του έργο. Αυτός θα του είχε προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερα προβλήματα αν το βιβλίο είχε εκδοθεί. Όμως δεν περίμενε πενήντα τόσα χρόνια, όσο το βιβλίο του Στεντάλ, μέχρι να βρει το δρόμο για τον εκδότη. Εκδόθηκε αρκετά σύντομα, έξι μόλις χρόνια μετά το θάνατό του, το 1963. Τώρα να υποθέσω ότι εκδόθηκε μετά την 3η Νοεμβρίου, τη μέρα δηλαδή που έγιναν οι εκλογές στις οποίες νίκησε η Ένωση Κέντρου; Αν σκεφτούμε ότι η εκδοτική παραγωγή βρίσκεται στο ζενίθ της τις παραμονές των γιορτών των Χριστουγέννων, είναι πολύ πιθανό.
  Ο Καζαντζάκης σ’ αυτό του το μυθιστόρημα, περισσότερο από ό,τι σε οποιοδήποτε άλλο, φιλοσοφεί. Με μια προσχηματική πλοκή που δεν φαίνεται πολύ ρεαλιστική, εκθέτει τις αντιλήψεις του πάνω σε διάφορα ζητήματα όπως η ελευθερία, ο αγώνας, το αν ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, κ.λπ. Ο ηρωικός πεσιμισμός του εκφράζεται για άλλη μια φορά, και μέσω της πλοκής (ο παπά Γιάνναρος σκοτώνεται από τις σφαίρες των κομμουνιστών, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να φιλιώσει τις αντίθετες παρατάξεις, προτάσσοντας το κήρυγμα της αγάπης του Ιησού) αλλά και πιο απερίφραστα, με την παράθεση του «ή ό,τι άλλο» του Σολωμού, το οποίο μάλιστα ο Σολωμός έκλεισε μέσα σε παρένθεση στην πασίγνωστη ρήση του «Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα (ή ό,τι άλλο) και θα αισθανθείς κάθε είδους μεγαλείο». Ο Καζαντζάκης θα μπορούσε να μεταγράψει τη ρήση αυτή σβήνοντας την παρένθεση. Ο πεσιμισμός του εκφράζεται με το ότι γι’ αυτόν δεν μετράει τόσο η ιδέα («ή ό,τι άλλο»), όσο το πάθος με το οποίο γεμίζει η όποια ιδέα την ψυχή του ανθρώπου και τον ωθεί σε ηρωικές πράξεις.
  Η ηρωολατρεία εξάλλου του Καζαντζάκη φαίνεται για άλλη μια φορά και σ’ αυτό το έργο, όπου πράγματι εδώ κρατάει ίσες αποστάσεις. Δίπλα στην ηρωική προσωπικότητα του παπά Γιάνναρου στέκονται δυο επίσης ηρωικές φυσιογνωμίες, σε αντίπαλα στρατόπεδα: ο λοχαγός, που αντιμετωπίζει με γενναιότητα το θάνατο, και ο καπετάν Δράκος, που ξέρει ότι το κόμμα θα τον ξεπαστρέψει γιατί δεν ακολουθεί τη γραμμή, και ήδη του έχει δώσει εντολή να παραδώσει το καπετανιλίκι στον υπαρχηγό του.
  Τραγικές υπάρξεις και οι δυο. Ενώ πολέμησαν μαζί στον αλβανικό μέτωπο, και μάλιστα ο Δράκος έσωσε τη ζωή του λοχαγού, τώρα βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Είχα δει κάτι παρόμοιο σε ένα ρώσικο έργο. Ένας τσετσένος και ένας ρώσος αξιωματικός βρέθηκαν αντιμέτωποι στην εξέγερση της Τσετσενίας, ενώ είχαν πολεμήσει μαζί στο Αφγανιστάν. Και βέβαια πιο τραγική ύπαρξη είναι ο παπά Γιάνναρος. Η προσπάθειά του να φιλιώσει τους αντιμαχόμενους μπορεί να φαίνεται αφελής, όμως ο Καζαντζάκης τον τοποθετεί σαν σύμβολο της τραγικότητας των ανθρώπων που βρίσκονται μειοψηφίες, όταν γύρω τους κυριαρχεί η πόλωση, ο διχασμός και ο φανατισμός. Ο Γκάντι αυτό το πλήρωσε με τη ζωή του.
  Όμως να σχολιάσουμε και κάποια σημεία από το έργο. Διαβάζουμε: 
«Αφού δεν είμαι εγώ πλούσιος, ας μην είναι κανένας· αφού δεν έχω εγώ να φάω, ας μην έχει κανένας· αυτό θα πει Θεός και δικαιοσύνη.
  Αγριεύτηκε ο γερο-Μάντρας, σήκωσε τη μαγκούρα του:
  - Δάγκασε τη γλώσσα σου, παλιοξυπόλυτε! Αν άκουγε ο Θεός των κοράκων, δε θα ’μενε άνθρωπος ζωντανός! φώναξε και ρίχτηκε απάνω στο Μαθιό» (σελ. 141).
  Με όλο το σεβασμό για τον Καζαντζάκη θα διορθώσω την παροιμία, που την πρωτάκουσα από τον πατέρα μου. «Αν άκουγε ο Θεός των κοράκων δεν θα ’μενε γάιδαρος για γάιδαρος στη γη».
  Δυο γραμμές πιο κάτω διαβάζουμε: «Αλλαξοβασιλίκια γέρο Μάντρα, είπε, μη θυμώνεις».
  Αλλαξοβασιλίκια! Αυτή τη λέξη μου την είχε πει πολλές φορές ο πατέρας μου: «έχουμε αλλαξοβασιλίκια, μόνο να προσέχεις». Δεν είχε και πολύ άδικο, ήταν η περίοδος της δικτατορίας.
  Διαβάζουμε:
  «Ναι, ναι, σου το ’χω παράπονο, θεέ μου· γιατί με αρμάτωσες με το δίκοπο μαχαίρι; γιατί μ’ έκαμες λεύτερο και μου κρέμασες κρίμα, μιστό, στο λαιμό μου; Τι χαρά θα ’ταν κι αλάφρωση να μου ’δινες προσταγές, να με διατάζεις: κάμε αυτό, μην κάμεις
εκείνο! να ξέρω τι θες και να ζω, να ενεργώ και να θέλω με σιγουράδα! Τώρα, όλα χάος,
και πρέπει εγώ, το σκουλήκι, να βάλω τάξη!» (σελ. 184).
  Ο Σαρτρ το είχε διατυπώσει σχεδόν αποφθεγματικά: «δεν εκλέγουμε το να είμαστε ελεύθεροι, είμαστε καταδικασμένοι στην ελευθερία».
  Διαβάζουμε:
  «Μωρέ Στελιανέ» του ’πε, «όλοι οι αρσενικοί στον Κάστελο και στα κοντοχώρια κυνηγούν τη γυναίκα σου, σ’ έχει κάμει ρεζίλι, παράτα τη!»
- Τρελάθηκα; αποκρίθηκε αυτός· «όλοι την κυνηγούν για να την έχουν, κι εγώ που την έχω θα την παρατήσω;» (σελ. 237).
  Αυτό μοιάζει με νάκλι, σαν αυτά που γράφει στα «Διάφορα» ο Μιχάλης Χουρδάκης-Νίσπιτας. Κάποιος άλλος, όπως μου είπε αγαπητός συνάδελφος στο Βαρβάκειο, το διατύπωσε παροιμιακά: Καλλιά την τούρτα με πολλούς παρά τα σκατά μόνος μου.
  Με τους «Αδελφοφάδες» κλείνω και την παρουσίαση των μεγάλων μυθιστορημάτων του Καζαντζάκη, τηρώντας την υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου να τον ξαναδιαβάσω. Τον βρήκα πιο μεγάλο από ό,τι τον θυμόμουν, όταν τον πρωτοδιάβασα στα νιάτα μου.
Post a Comment