Book review, movie criticism

Friday, December 7, 2012

Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα, Τα διάφορα του Νίσπιτα, Τόμος Γ΄



Μιχάλη Χουρδάκη-Νίσπιτα, Τα διάφορα του Νίσπιτα, Τόμος Γ΄, σελ. 350

  Πριν λίγες μέρες γράψαμε για τις «Βιογραφίες» του Νίσπιτα, βιογραφίες του Μιχάλη Διαλλινά και του Γεωργίου Μακράκη. Σειρά έχει να παρουσιάσουμε τον τρίτο τόμο από τα «Διάφορα», τα περισσότερα από τα οποία, αν όχι όλα, έχουν δημοσιευθεί στις εφημερίδες.
  Ο Μιχάλης Χουρδάκης είναι ο πιο δραστήριος από τους λαογράφους του νομού μας, και θα έλεγα με βεβαιότητα και όλης της Κρήτης. Κρατώντας από τη γενιά του Διαλλινομιχάλη, είναι επίσης εξαιρετικός μαντινιαδολόγος και στιχοπλόκος. Καθώς έγραψα και εγώ κάποιες μαντινιάδες για τη ρακή σε μια συζήτηση στο facebook, θα παραθέσω σαν δείγμα τις δικές  του.
Τα σωθικά μου καίγουνται δίχως φωθιά κι απύρι
μα σβήνω τα με μια ρακή που βάνω στο ποτήρι.
Α που δεν πίνει τη ρακή δεν έχει δράμι γνώση
’που δε γνωρίζει το σεβντά δα χιλιομετανιώσει.
Άμα δεν πίνεις τη ρακή κι άμα δεν μπερμπαντεύεις
στον ψεύτη κόσμο τουτονά, πε μου ίντα γυρεύεις
Άμα δα πιω δυο τρεις ρακές ο νους μου λαμπικάρει
μα κι ως δα δω την κοπελιά γίνομαι παλικάρι
Χαράς τονε τον άνθρωπο που τη ρακή την πίνει
κι άδεια τη νταμερτζάνα ντου ποτέ του δεν αφήνει.
  Το βιβλίο χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια. Το πρώτο κεφάλαιο επιγράφεται «Λαογραφία. Ελληνισμός-Χριστιανισμός. Αλληλοεπιδράσεις στο πέρασμα των αιώνων (Από την αρχαιότητα μέχρι το 1877 μ.Χ.)». Ανάμεσα στα άλλα ο Νίσπιτας γράφει για το καντήλι, για τις λατρευτικές θυσίες, για τα αναθήματα και τα τάματα, για το θυμίαμα και το λιβάνι, για τις ιερές ευχές, κ.λπ.
  Το τρίτο κεφάλαιο (για το δεύτερο θα μιλήσω στο τέλος) περιλαμβάνει μαντινιάδες, ρίμες και τραγούδια. Έχουμε ήδη δώσει δείγμα της μαντινιάδας. Το τέταρτο κεφάλαιο ονομάζεται Νισπιτοφιλοσοφίες. Εδώ ο Νίσπιτας με σύντομα κείμενα αναπτύσσει τις ιδέες του πάνω σε διάφορα θέματα όπως «Η σιωπή είναι χρυσός» (Silence is golden, θυμήθηκα τώρα ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια των Tremelous, τη χρυσή εποχή των sixties), «Η σιωπή και οι πολυλογάδες πολιτικοί», για τους οποίους ο Πλάτων στον «Πρωταγόρα» λέει ότι είναι όπως τα δοχεία, που όταν τα κτυπήσεις λίγο βγάζουν ένα αντίλαλο για πάρα πολύ ώρα, για την «Ομορφιά», για τη «Μοναξιά», για την «Ελπίδα» κ.ά.
  Στο πέμπτο κεφάλαιο περιλαμβάνονται τα χρονογραφήματά του. Πολύ μου άρεσε το χρονογράφημα «Άμα δα πάρεις σύνταξη…», και όχι μόνο γιατί βγήκα κι εγώ πρόσφατα στη σύνταξη. Ιδιαίτερα μου άρεσε η καταληκτήρια μαντινιάδα: άμα δα πάρεις σύνταξη να βρεις δουλειά να κάνεις/ μη μαραζώνεις άπραγος και την υγειά σου χάνεις. Μια δουλειά που βρήκα να κάνω εγώ είναι να διαβάζω βιβλία και να γράφω γι’ αυτά. Έτσι, όπως είναι φυσικό, το χρονογράφημα «Με αφορμή την ανάγνωση έντεκα βιβλίων» αποτελεί και δική μου εμπειρία.
  Το έκτο κεφάλαιο αποτελείται από δυο διηγήματα. Το πρώτο έχει τίτλο: «Πρόοδος και κοινωνική ελευθερία», και είναι σατιρικό. Σατιρίζεται μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί προόδου, που κάποιοι τη θεωρούν συνώνυμη της σεξουαλικής ασυδοσίας. Το σκηνικό του διηγήματος είναι ένα «ξενύχτισμα του νεκρού». Το δεύτερο διήγημα έχει περισσότερο ηθογραφικό ενδιαφέρον. Μέσα στην ιστορία της Ζαχαρένιας που αναθρέφει ένα έκθετο, ο Χουρδάκης προσπαθεί να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερες λέξεις της μεραμπελιώτικης ντοπιολαλιάς.
  Εδώ θα κάνω μια διόρθωση. Διαβάζουμε: «… να φαίνει πατανίες, κιλίμια, περαμάτισες…» (σελ. 218). Η περαμάτιση δεν υφαίνεται. Περαμάτιση είναι το στήσιμο του αργαλιού, ώστε να υφάνει στη συνέχεια η ανυφαντού. Πώς το ξέρω; Το ξέρω γιατί η μάνα μου ήταν περαματίστρα. Με την επιφύλαξη βέβαια ότι στα μεραμπελιώτικα μπορεί να σημαίνει και κάποιο είδος υφαντού.
  Το έβδομο κεφάλαιο τιτλοφορείται «Για τα νιάτα». Αποτελείται από κείμενα που γράφηκαν κατά καιρούς στην τοπική εφημερίδα «Ανατολή», με τα οποία ο Χουρδάκης υπερασπίζεται τους νέους από τα όσα τους καταμαρτυρούν οι μεγάλοι. Το εκτενέστερο κεφάλαιο είναι το όγδοο κεφάλαιο, που αποτελεί ένα γλωσσάρι κρητικής διαλέκτου στο μεραμπελιώτικο ιδίωμα, εκατό ολόκληρες σελίδες.
  Αφήσαμε τελευταίο, όπως είπαμε, το δεύτερο κεφάλαιο, που περιέχει νάκλια από τη συλλογή του. Το νάκλι είναι μια αστεία ιστορία, σύντομη σαν ανέκδοτο, αλλά σχεδόν πάντα πραγματική. Τέτοια νάκλια έγραφα κι εγώ όλο το καλοκαίρι και τα ανάρτησα στο blog μου, χαρακτηρίζοντάς τα όμως ως «ιστορίες», και συγκεκριμένα «Κατωχωρίτικες ιστορίες», μια και η λέξη «νάκλι» στο πανελλήνιο δεν είναι γνωστή. Στο γλωσσάρι ο Νίσπιτας τη μεταφράζει ως «ανέκδοτο, ιστορία, κατόρθωμα». Επίσης νάκλια είναι και οι άλλες ιστορίες που ανάρτησα στο blog μου, «Ιστορίες του τάφου». Ένα από τα νάκλια του Νίσπιτα έχει ανάλογο περιεχόμενο, και έτσι το πήρα και το ανάρτησα κι αυτό. Είναι η 31η ιστορία, η τελευταία μέχρι στιγμής, με τίτλο «Το παζάρι».
  Να παραθέσω ένα νάκλι με το οποίο γέλασα πολύ.
  Χούι το ’χενε ο Αντρόνικος να κοπανίζει τη γυναίκα ντου πρωί μεσημέρι βράδυ, ίσαμε που οι γειτόνοι τονε καταγγείλανε στον αστυνόμο που τον εκάλεσε στο Σταθμό.
-Τι σου ’καμε βρε Αντρόνικε η γυναίκα;
-Αλοίμονο καπετάνιο ανέ μου ’κανε κιόλας! Απηλοήθηκε αυτός.
  Και ένα άλλο, που θα το αποδώσω στην κοινή νεοελληνική, καθώς η παρουσίαση αυτή θα αναρτηθεί και στο blog μου και θα διαβαστεί και από μη κρητικούς αναγνώστες.
  Μια εποχή ήταν πρόεδρος στα δικαστήρια της Νεάπολης ο Τριμαντήλης, που άφησε όνομα για τις «απτές αποδείξεις» που ζητούσε σε κάθε δίκη. Μια μέρα φέρανε κατηγορούμενο για αποπλάνηση ένα γέρο Στειακό, που εκατάστρεψε, λέει, την εικοσάχρονη ανιψιά του. Ο γέρος είχε μια δικηγορίνα για υπεράσπιση, κι αυτή του αρμήνεψε να αρνηθεί την κατηγορία.
  -Απτές αποδείξεις για την αθωότητα του κατηγορουμένου υπάρχουν; ρώτησε ο Τριμαντήλης.
  -Βεβαίως κύριε πρόεδρε, απαντά η δικηγορίνα, και είπε του γέρου να σηκωθεί από το σκαμνί. Αφού σηκώθηκε αυτός, τον ξεζώνει, του κατεβάζει το παντελόνι και το σώβρακο, πιάνει τα αχαμνά του και αρχίζει να τα κουνάει πέρα δώθε για να φαίνονται καλύτερα.
  -Είναι δυνατό, κύριε πρόεδρε, με τέτοια εργαλεία να γίνει καταστροφή του υμένα; Και δώστου και εντοντόλιζε τ’ αχαμνά του γέρου, μέχρι που αυτός δεν άντεξε και λέει στη δικηγορίνα.
  -Μπρε συ, παράτα το πασπάτεμα γιατί θα χάσουμε τη δίκη.
  Θα κλείσω την παρουσίαση του εξαιρετικού αυτού βιβλίου με ένα νάκλι που έχει παγκόσμιο ενδιαφέρον, και γι’ αυτό θα το αποδώσω επίσης στην κοινή νεοελληνική.
  Στα δικαστήρια της Νεάπολης είχε διοριστεί ένας καινούριος δικαστής (πάρεδρος). Ο εισαγγελέας, Αθανασίου με τ’ όνομα, εχρέωσε στο νιοφερμένο συνάδελφο μια δικογραφία και του είπε ότι πρέπει να την τελειώσει σε μια βδομάδα. Σαν επέρασε η βδομάδα μπήκε στο γραφείο του εισαγγελέα ο νέος δικαστής με το φάκελο της δικογραφίας στη μασχάλη.
  -Κύριε εισαγγελεύ, πάνω στο θέμα έχω ορισμένες απορίες.
  -Αν πιάσεις να διαβάσεις τον Καυκά θα λυθούν οι απορίες σου, του απαντάει αυτός, και του έδωσε άλλη μια βδομάδα περιθώριο. (Ο Καυκάς είχε εκδώσει συγγράμματα που έλυναν πολλά νομικά θέματα).
  Απάνω στη βδομάδα, ο νέος δικαστής πήγε πάλι στο γραφείο του εισαγγελέα μ’ ένα παχύ βιβλίο στη μασχάλη του.
  -Κύριε εισαγγελεύ, τον διάβασα μετά πάσης προσοχής, αλλά σε καμιά του σελίδα δεν είδα κάτι που να αφορά την υπόθεση.
  Ο Αθανασίου παίρνει το βιβλίο, το κοιτάζει, και του λέει αγανακτισμένος.
  -Πες μου παιδί μου, ποιος σου έδωσε πτυχίο και ποιος σε διόρισε εδώ για να με παιδεύεις;
  Το βιβλίο που κρατούσε ο νέος δικαστής ήταν η «Δίκη» του Κάφκα.
Post a Comment