Book review, movie criticism

Saturday, December 29, 2012

Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία 3. Ακροβατικά



Ξεκινώντας μια αυτοβιογραφία
3. Ακροβατικά

  Πριν τρεις μέρες (26-12-2012) είδα στο θέατρο Badminton το Εθνικό Θέατρο Ακροβατικών της Κίνας, και θυμήθηκα τα δικά μας ακροβατικά, όταν ήμουν παιδί. Αραιά και πού ερχόντουσαν στην Ιεράπετρα, αλλά και στο χωριό, ακόμη και στο σχολείο, θίασοι με ακροβατικά. Στο σχολειό μας είχε έλθει κάποτε ένα ζευγάρι με το μικρό παιδάκι τους. Θυμάμαι τη γυναίκα να πατάει πάνω στους ώμους του άντρα, και το παιδάκι πάνω στους ώμους της μητέρας του, τρέμοντας, είτε από το φόβο του είτε για να κρατήσει ισορροπία, ενώ γύρω του είχε τα χέρια της η μητέρα του, σαν σε προστατευτικό κλοιό, άραγε για να μη φοβάται; ή για να το συγκρατήσει αν πήγαινε να πέσει; Ελπίζω να μην τους έτυχε ποτέ κανένα ατύχημα. Ήταν τόσο χαριτωμένο αυτό το μικράκι, λίγο πιο μικρό από μας.
  Αυτό που μας εντυπωσίασε ήταν το περπάτημα πάνω στο σχοινί, κρατώντας ισορροπία. Έτσι αποφασίσαμε να το επιχειρήσουμε κι εμείς, αλλά όχι πάνω σε σκοινί. Αντί για σκοινί είχαμε το οριζόντιο σίδερο ενός σιδερένιου κρεβατιού, προς τη μεριά των ποδιών, στο σπίτι του φίλου μου του Γιώργη του Μαυρόματου. Σίγουρα ήταν πιο εύκολο από το να περπατάμε πάνω σε σκοινί, αλλά οπωσδήποτε ήταν δύσκολο. Εξασκηθήκαμε όμως αρκετά, και σε λίγο καιρό το κάναμε με αρκετή άνεση, σαν να περπατάγαμε στο δρόμο.
  Από τα αθλήματα κάναμε στο δημοτικό μου άρεσε ιδιαίτερα το άλμα εις μήκος και το άλμα εις ύψος. Το άλμα εις μήκος δεν μπορούσα να το ασκήσω παρά μόνο στο σκάμμα του σχολείου, όμως το άλμα εις ύψος το έκανα και στο σπίτι μας, δένοντας ένα σκοινί από τη μια μεριά σε ένα καρφί που ήταν καρφωμένο στον τοίχο και από την άλλη σε ένα κλαδί της πορτοκαλιάς που ήταν δίπλα. Θυμάμαι ότι είχα καταφέρει να πηδάω αρκετά ψηλά.
  Μπροστά στο σπίτι του φίλου μου του Αντώνη του Μουστακάκη υπήρχε ένας στύλος, όχι της ΔΕΗ αλλά του ελαιουργικού συνεταιρισμού, που τροφοδοτούσε με ηλεκτρικό ρεύμα το χωριό πριν έλθει η ΔΕΗ. Υπήρχε σαν υποστύλωμά του και ένας άλλος στύλος, που ακουμπούσε λοξά πάνω του, σχηματίζοντας ένα ορθογώνιο τρίγωνο. Πάνω σ’ αυτόν τον στύλο-υποτείνουσα σκαρφαλώναμε. Βγάζαμε τη ζώνη μας, την κουμπώναμε, και βάζαμε το κάτω μέρος των ποδιών μας, στο ύψος των αστραγάλων, στις δυο άκρες της έλλειψης που σχηματιζόταν. Στη συνέχεια ακουμπάγαμε στο στύλο, με τις δυο άλλες άκρες της έλλειψης να ενώνονται τώρα. Αρχικά σερνόμασταν προς τα πάνω στηριζόμενοι στα χέρια μας, και στη συνέχεια στηριζόμασταν στη ζώνη για να συρθούμε πιο πάνω. Αυτό το κάναμε εναλλάξ, μέχρι που φτάναμε στην κορυφή.
  Τέλος κάναμε και το λεγόμενο καντιλιέρι. Στεκόμασταν μπροστά σε ένα τοίχο, και στη συνέχεια με τεντωμένα τα δυο χέρια μας και ανοικτές της παλάμες πέφταμε προς το έδαφος, ενώ ταυτόχρονα τινάζαμε τα πόδια μας πίσω και πάνω, μέχρι που ακούμπαγαν στον τοίχο. Σ’ αυτή τη στάση μπορούσαμε να κρατηθούμε μόνο για λίγη ώρα, όχι τόσο από κούραση όσο γιατί μας κατέβαινε το αίμα στο κεφάλι.
  Πίσω από το περίπτερο της Αμαλίας υπήρχε μια συκιά. Εκεί κάναμε τους πιθήκους, γυρνώντας τη συκιά γύρω γύρω, με τα χέρια μας να πηγαίνουν διαδοχικά από το ένα κλωνάρι στο άλλο. Κάποια στιγμή ο χώρος αυτός έγινε παιδική χαρά, ξερίζωσαν τη συκιά ενώ έφυγε και το περίπτερο από τη θέση του μετά το θάνατο της Αμαλίας.
  Ο άντρας της Αμαλίας, ο κύριος Επισκοπάκης (απλή συνωνυμία με τον «Κύριο Επισκοπάκη» του Ανδρέα Μήτσου) ήταν λεπρός. Στην Σπίνα Λόγκα. Όμως το έσκαγε κατά καιρούς, διασχίζοντας κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την ακτή και ερχόταν στο χωριό και την έβλεπε. Κάποια φορά όμως δεν τα κατάφερε. Χάθηκε στη θάλασσα. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.
  Δεν τον είχα γνωρίσει, και δεν ξέρω και το μικρό του όνομα. Πιθανόν να πνίγηκε πριν γεννηθώ, ή όταν ήμουν πολύ μικρός. Ο μικρότερος γιος του είναι, αν δεν κάνω λάθος, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου. Μαζί του η Αμαλία είχε κάνει συνολικά τρία παιδιά. Του μεγαλύτερου, του Νίκου, του είχα άχτι γιατί μας σκότωσε μια όμορφη γάτα με κόκκινο τρίχωμα με τον τσιφτέ, το κυνηγετικό τουφέκι του. Είχε χαθεί, και ήμασταν απαρηγόρητοι. Όμως ένας από τους γιους της θείας της Αθηνάς μας μαρτύρησε τι είχε γίνει.   
  Η θεία η Αθηνά δεν ήταν πραγματική μου θεία. Όμως ήταν φίλη με τη μητέρα μου, το σπίτι της ήταν πολύ κοντά στο δικό μας, και με είχε σαν παιδί της. Έφυγε πριν λίγα χρόνια, αρκετά χρόνια όμως μετά από τον άντρα της, το θείο το Νικόλα.
  Ο θείος ο Νικόλας ήταν αριστερός. Είχε πιστόλι. Κάποτε ήλθαν οι μπαντουβάδες να κάνουν έρευνα στο σπίτι. Πριν προλάβουν να μπουν μέσα το αρπάζει η θεία η Αθηνά και το χώνει κάτω από το μαξιλάρι ενός από τα παιδιά της που κοιμόταν. Όταν μπήκαν μέσα και άρχισαν την έρευνα τους έβαλε της φωνές. –Παναγία μου μη μου ξυπνήσετε τα παιδιά, για το Θεό μη μου ξυπνήσετε τα παιδιά. Δεν τόλμησαν να σηκώσουν τα μαξιλάρια. Έτσι αυτή τη φορά τη γλίτωσε ο θείος ο Νικόλας.
  Ο θείος ο Νικόλας ήταν χασάπης, και χειροδύναμος. Όταν κάποτε τον έπιασαν οι μπαντουβάδες και ήταν έτοιμοι να τον δείρουν, αυτός τους απείλησε. –Αν με ακουμπήσετε, θα σας βρω όλους και θα σας σκοτώσω. Έτσι δεν τόλμησαν.
  Τον πατέρα μου όμως τον έσπασαν στο ξύλο. Γλίτωσε σαν από θαύμα. Σε μια παρέα που ήμουν κάποτε άκουσα κάποιον που δεν τον ήξερα και δεν με ήξερε να λέει ότι το περισσότερο ξύλο στην επαρχία το έφαγε ο Μανώλης ο Ντερμιτζής. –Είναι ο πατέρας μου, του λέω.
  Πριν χρόνια με πήρε τηλέφωνο ένας Μπαντουβάς, δεν θυμάμαι το μικρό του, για να μου ζητήσει να μπω στο συνδυασμό του στις εκλογές της Παγκρήτιας Ένωσης. Του είχε πει, όπως μου είπε, καλά λόγια για μένα ο Γιώργος ο Σγουράκης. Εγώ τον ευχαρίστησα για την προτίμηση αλλά του δήλωσα ότι θα τρίζουν τα κόκκαλα του πατέρα μου αν βρεθώ σε ένα ψηφοδέλτιο στο οποίο επί κεφαλής είναι ένας Μπαντουβάς. Και κάθισα και του εξιστόρησα τα κατορθώματα του θείου του, το τι ξύλο είχαν φάει χωριανοί μου και κοντοχωριανοί μου από τους άντρες του. Του είπα βέβαια και για την αδικοσκοτωμένη δασκάλα Μαρία Λιουδάκη, που δίδαξε και στο χωριό μας και την είχε δασκάλα και ο πατέρας μου. Οι άντρες του την σκότωσαν εν ψυχρώ.
  Δεν ήθελε να με πιστέψει. Του είπα τότε ότι ένας καθηγητής μου, ο Μανώλης ο Παπαδάκης (του Μιλτιάδη) είχε γράψει τη βιογραφία της. –Δώστε μου τη διεύθυνσή σας και θα φροντίσω να πάρετε ένα αντίτυπο. Μου την έδωσε. Πήρα αμέσως μετά τον Μανώλη τον Παπαδάκη τηλέφωνο και τον παρακάλεσα να στείλει ένα βιβλίο στον άπιστο ανιψιό. Ευτυχώς του είχαν μείνει κάποια λίγα αντίτυπα, και έτσι του έστειλε.
  Τον Μπαντουβά αυτόν (δεν θέλω να ψάξω για το μικρό του όνομα) τον συνάντησα στην παρουσίαση ενός βιβλίου της συμμαθήτριάς μου στον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάδας –Κίνας κας Τερέζας Μητσοπούλου, ένα από τα πολλά που έγραψε για την Κίνα. Στη δεξίωση που ακολούθησε μετά στο roof garden του ξενοδοχείου όπου έγινε η βιβλιοπαρουσίαση μου τον σύστησε η Τερέζα. Μιλήσαμε αρκετή ώρα, φιλικά. Εγώ δεν του αποκάλυψα ποιος ήμουν. Όμως στο τέλος, όταν ήταν να φύγω, δεν κρατήθηκα, και του θύμισα εκείνο το τηλεφώνημα.
  Τώρα κυκλοφόρησε το βιβλίο μου «Πες της το με μια μαντινιάδα», όπου αρχικά σχολιάζω κάποιες μαντινιάδες, ξένες και δικές μου, και στο τέλος παραθέτω κάμποσες δικές μου, ασχολίαστες.  Ξέχασα να παραθέσω μια ακόμη μαντινιάδα που την άκουσα από το θείο το Νικόλα στη Θριφτή (αλλιώς στο Αόρι, ή πιο σωστά στα όρη) όπου έκανε χρόνια καφενείο. Ακόμη και όταν είχε γεράσει και το έκλεισε πήγαινε εκεί και παραθέριζε, όλο το καλοκαίρι. Η μαντινιάδα αυτή δείχνει μια τραγική πλευρά της μετακατοχικής Ελλάδας.
Τ’ αγγειά  γενήκαν θυμιατά και τα σκατά λιβάνι
των κερατάδων τα παιδιά γενήκαν καπετάνιοι.
  Καθώς γράφω αυτή τη μαντινιάδα θυμάμαι ένα ωραίο ανάλογο δίστιχο από τον Αρετόκριτο (πήγα να το διορθώσω σε Ερωτόκριτο αλλά προτίμησα να το  αφήσω έτσι, όπως μου ήλθε αυθόρμητα στο μυαλό). Το λέει η Αρετούσα.
Όλα για μένα σφάλασι και πάσιν άνω κάτω,
Για με ξαναγεννήθηκε η φύση των πραγμάτων.
  
Post a Comment