Book review, movie criticism

Friday, December 14, 2012

Γρηγορία Πούλου, Νύχτα και Ελπίδα



Γρηγορία Πούλου, Νύχτα και Ελπίδα, Οδός Πανός 2005, σελ. 45. 

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Νύχτα και Ελπίδα γίνεται; Οι ελπίδες μας αναπτερώνονται με το φως της αυγής, τότε που διώχνει το καταθλιπτικό σκοτάδι της νύχτας. Όμως τον quasi-οξύμωρο αυτό τίτλο διάλεξε για τη δεύτερη ποιητική της συλλογή η Γρηγορία Πούλιου. Αδελφή του Λευτέρη Πούλιου, από τους πιο αξιόλογους ποιητές μας της γενιάς του ’70, αναδεικνύεται και αυτή ποιήτρια ισάξια του αδελφού της.
  Αυτό που μου έκανε εντύπωση σ’ αυτή τη συλλογή, είναι το σχεδόν ψυχαναγκαστικό ομοιοτέλευτο των στίχων της. Και αυτό γιατί το ίδιο ψυχαναγκαστικό ομοιοτέλευτο διαπίστωσα και στην τελευταία ποιητική συλλογή του Μανώλη Πρατικάκη, «Μεγάλος Ξενώνας». Σύμπτωση, ή σημεία των καιρών; Μια μεταμοντερνιστική νοσταλγία της παραδοσιακής στιχουργίας μήπως;
  Το ομοιοτέλευτο εδώ συχνά είναι πιο γενικό από το ομοιοτέλευτο της παραδοσιακής ομοιοκαταληξίας. Ας δώσουμε ένα δείγμα από το θαυμάσιο αφηγηματικό «Μια ονειρεμένη εκδρομή» (στου Πηλίου τα βουνά), το τελευταίο μισό του ποιήματος.
  «Αρχαία μουσική γεμίζει την πλαγιά
με νύμφες, ξωτικά και παιχνιδιάρικα αερικά
Τραγουδάμε, χορεύουμε όλοι παρέα
μεθυσμένοι από τα βοτάνια
τ’ αγριολούλουδα, τα σκίνα και τα πεύκα

Ξαφνικά, ένας Κένταυρος καλπάζοντας ορμά
πίσω από μια θυμαριά
και με τα βέλη του τα φαρμακερά
τρυπά την παραμυθένια, φωτεινή μας μαγεία

Του χαλάσαμε, λέει, την ησυχία! (σελ. 20).
  Έξυπνη επινόηση, από τον ρομαντικό λυρισμό πηγαίνει στον κλασικό αρκαδισμό. Ο ρομαντικός λυρισμός είναι παράταιρος με την εποχή μας (όχι πως τα είπε όλα ο Ελύτης), και γι αυτό ένα ρομαντικό της ποίημα, προσπαθώντας να απενοχοποιηθεί, το ονομάζει ακριβώς έτσι, «Ένα ρομαντικό ποίημα».
  Τα περισσότερα ποιήματά της βέβαια κινούνται σε άλλο μήκος κύματος. Όπως οι περισσότεροι σύγχρονοι ποιητές, ανάγει το προσωπικό βίωμα σε μια γενικότερη υπαρξιακή προβληματική («Αποξένωση», «Ο άνθρωπος», «Ο θάνατος» κ.λπ.). Κάποτε κάνει την κοινωνιολογική αναγωγή της. Το τελευταίο της ποίημα είναι μια νοσταλγία και ένας φρικτός οιωνός:
  «Όλοι μαζί να πάρουμε τους δρόμους και πάλι
με τραγούδια, ταμπούρλα
κραυγές, αίμα και αγώνα
ν’ αποτρέψουμε τα πεπρωμένα.

Εδώ ένα αποθεμένο γυαλιστερό μεταλλικό αυγό
Εδώ ένας δράκος με χαμόγελο γλυκό
Το μέλλον μας μαύρο χαράζει
σ’ έναν εγκέφαλο ηλεκτρονικό» (σελ. 45).
  Και αλλού:
  «Τα χρώματα της άνοιξης
πλαστικοποιούνται στους τοίχους
Τ’ αρώματα του δάσους
στοιβάζονται στα συρτάρια
Όλες οι γεύσεις στραγγίζουν συντηρητικά
κι όλα τα αισθήματα
από εγωπάθεια σαθρά
φράζουν τα λαρύγγια
μπερδεύουν τη σκέψη
θολώνουν τη λιγοστή γνώση» (σελ. 41).
  Ο έρωτας, σαν πλήρωση, σαν ματαίωση, σαν απουσία και σαν νοσταλγία, όπως συμβαίνει επίσης συχνά, τέμνει τα περισσότερα ποιήματά της.
  «δεν είδα προς τα πού ήθελε να πάει
ούτε τον επόμενο σταθμό στα μάτια του
Δεν είδα την άβυσσο που μ’ ένωνε μαζί του
Αυτό το είδα αργότερα
όταν μες στη νύχτα ένοιωθα το τέλος μου να φτάνει
Όταν τα όμορφα χαπάκια με το μπουκάλι
δίπλα στο τραπεζάκι μου σιγοτραγουδούσαν
τι όμορφη που είναι η αγάπη» (σελ. 26).
  Έχουμε όχι ελπίδα, αλλά βεβαιότητα ότι η Γρηγορία Πούλιου θα ακολουθήσει επάξια το δρόμο του αδελφού της. Η νύχτα των ενδοιασμών και των αναστολών έχει περάσει.
 
 
Post a Comment