Book review, movie criticism

Thursday, February 5, 2015

Nuri Bilge Ceylan, Winter sleep




Μετά το μεγάλο βραβείο με το «Κάποτε στην Ανατολία» σειρά έχει ο χρυσός φοίνικας.
  Πριν μιλήσω για την ταινία θα ήθελα να επαναλάβω την πεποίθησή μου ότι το στόρι, το σενάριο, είναι υποτιμημένο σε σχέση με τη σκηνοθεσία. Με εντυπωσίασαν και τα τρία σενάρια της Ebru Ceylan, της γυναίκας του Nuri, στις τρεις τελευταίες ταινίες του. Βέβαια πρώτα μπαίνει το όνομα του συζύγου, αλλά όπως γίνεται συνήθως, όταν υπάρχει και δεύτερο όνομα στους writers, αυτός πρέπει να πιστωθεί κατ’ εξοχήν. Και, όπως διαβάζω στο imbd, το τρίτο credit ανήκει στον Άντον Τσέχωφ, για τα διηγήματά του.
  Για ποια διηγήματα; Τελευταία διάβασα ένα σωρό, αλλά φυσικά δεν είναι δυνατόν να τα θυμάμαι όλα και βρω από ποιο ή ποια πήραν οι Ceylan. Όμως «ο Τσέχωφ μου ήλθε στο μυαλό βλέποντας την ταινία» (15σύλλαβος που τον έγραψα ασυνείδητα), αλλά γι’ αυτό θα μιλήσουμε παρακάτω.
  Το άλλο που θέλω να πω έχει να κάνει με την πρόσληψη. Αλλιώς προσέλαβε την ταινία ο συντάξας το σχετικό λήμμα στη βικιπαίδεια, αλλιώς εγώ. Όμως να δώσουμε μια σύντομη περίληψη της ταινίας.
  Ο Αϊντίν είναι ένας πλούσιος πρώην ηθοποιός που κατά βάση διαχειρίζεται ένα ξενοδοχείο στα βουνά της Καππαδοκίας, το οποίο επισκέπτονται κυρίως εκείνοι που κάνουν οικοτουρισμό. Επίσης διαθέτει πολλά σπίτια, πατρική κληρονομιά, τα οποία νοικιάζει. Η περιοχή είναι φτωχή, οι περισσότεροι νοικάρηδες καθυστερούν τα νοίκια. Σε αντίθεση με τον πατέρα του έχει αναθέσει τη διαχείριση της περιουσίας του στον βοηθό του. Αυτός δεν είναι καθόλου ανεκτικός με τις καθυστερήσεις των ενοικίων, και στέλνει εξώδικα. Όταν ο δικαστικός κλητήρας παραδίδει το έγγραφο στον οξύθυμο Ισμαήλ, που έγινε ακόμη πιο οξύθυμος μετά από μια περιπέτεια που πέρασε που τον οδήγησε για ένα εξάμηνο στη φυλακή και μετά στην ανεργία, τσακώνεται μαζί του με αποτέλεσμα να ξυλοκοπηθεί από τους αστυνομικούς που τον συνοδεύουν. Ο γιος του, πληγωμένος από την ταπείνωση, θα παραμονέψει τον Αϊντίν και θα πετάξει μια πέτρα στο αυτοκίνητό του σπάζοντας το τζάμι, με αποτέλεσμα να έχουν παρά λίγο ατύχημα. Ο βοηθός θα κυνηγήσει τον μικρό. Αυτός στο φευγιό του θα πέσει μέσα σε ένα ρυάκι και θα γίνει μούσκεμα. Θα τον μεταφέρουν γρήγορα στο σπίτι του, πρέπει να αλλάξει πριν κρυολογήσει. Ο Χάμντι, ο αδελφός του Ισμαήλ, χότζας, θα τον πείσει να πάει να ζητήσει συγνώμη. Η συγνώμη δεν είναι βέβαια κάτι που ενδιαφέρει τον Αϊντίν, όπως δεν φαίνεται να δίνει μεγάλη σημασία γενικά για τα περιουσιακά του, τον ενδιαφέρουν περισσότερο τα άρθρα που γράφει για τον τοπικό τύπο και για την ιστορία του τούρκικου θεάτρου που ετοιμάζει. Έχει μαζέψει το υλικό, αυτό που του μένει είναι να στρωθεί στο γράψιμο.
  Του απλώνει αδιάφορα το χέρι. Ο μικρός διστάζει να το φιλήσει (με αυτό τον τρόπο θα εξέφραζε τη συγνώμη του, όπως του υποδεικνύει ο θείος του). Πριν προλάβει να το φιλήσει όμως έχει πέσει λιπόθυμος. Όπως μαθαίνουμε αργότερα έχει αρπάξει πνευμονία. Η Νιχάλ, η κατά πολύ μικρότερη σύζυγος του Αϊντίν, θα πάει σπίτι τους να τους προσφέρει ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό σαν βοήθεια. Ο Ισμαήλ θα ρίξει τα χρήματα στο αναμμένο τζάκι. Αυτή θα φύγει κλαίγοντας.
  Στις προηγούμενες αναρτήσεις μου για τον Ceylan έγραψα για τον λυρικό Τσεϊλάν (κυρίως τα πρώτα του έργα), για τον δραματικό, δηλαδή θεατρικό, και για τον επικό, δηλαδή αφηγηματικό. Η ταινία αυτή αποτελεί μια σύνθεση επικού και δραματικού (το επικό ήταν το τμήμα που αφηγηθήκαμε), ενώ το λυρικό είναι η λήψη πανέμορφων χιονισμένων τοπίων.
  Στο δραματικό αναγνώρισα τον Τσέχωφ. Ένα μεγάλο μέρος του έργου είναι στατικό, με μεγάλους διαλόγους, σε εσωτερικούς χώρους, ανάμεσα στον Αϊντίν, τη Νιχάλ και την Νέκλα, τη χωρισμένη αδελφή του. Στους διαλόγους αυτούς σκιαγραφούνται τα πρόσωπα, τόσο με τις ιδέες τους αλλά συχνά με αυτοχαρακτηρισμούς ή χαρακτηρισμούς του συνομιλητή τους.
  Ο Αϊντίν δεν είναι ο πλούσιος σκληρός εκμεταλλευτής αλλά ο αποτυχημένος ηθοποιός, ο επαρχιώτης διανοούμενος, για τον οποίο η οικογένειά του είχε μεγάλες προσδοκίες. Αντιμετωπίζει τους ανθρώπους με μια αριστοκρατική υπεροψία. Και η υπερηφάνειά του, όπως ομολογεί ο ίδιος σε έναν εσωτερικό μονόλογο στο τέλος του έργου που συνοδεύεται από μια Καραϊνδρική, σπαραξικάρδια μουσική, δεν τον αφήνει να ομολογήσει τα τρυφερά του αισθήματα για τη Νιχάλ. Ξέρει βέβαια ότι δεν τον αγαπά πια. Και το ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη που είχε στο νου του να κάνει το ματαίωσε την τελευταία στιγμή. Αν είχε διαβάσει τον Καβάφη, θα του έρχονταν στο νου σίγουρα οι στίχοι από τη «Πόλη»: «Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες». Και το ξενοδοχείο του βρίσκεται κυριολεκτικά στην κώχη ενός βουνού.
  Η Νέκλα κουβαλάει τα προβλήματα από το χωρισμό της (σκέφτεται να τα ξαναβρεί με τον άντρα της), ζώντας άπραγη, χωρίς ενδιαφέροντα, στο ξενοδοχείο που τους άφησε ο πατέρας τους. Όσο για τη Νιχάλ, αυτή κουβαλάει το βάρος της αίσθησης μιας σπαταλημένης νιότης, και σαν περιεχόμενο ζωής έχει τις αγαθοεργίες. Το τέλος μου έδωσε την ίδια αίσθηση που μου έδωσε και ο «Θείος Βάνια» του Τσέχωφ. Το τελευταίο πλάνο της ταινίας, το ξενοδοχείο στην κόχη του βουνού σκεπασμένο στο χιόνι ενώ εξακολουθεί να χιονίζει, με την κάμερα να ξεζουμάρει, υποβάλλει συμβολιστικά αυτή την αίσθηση παγίδευσης σε μια ματαιωμένη ζωή.
  Υπέροχος ο Τσεϊλάν. Μη χάσετε αυτό το έργο, αλλά δείτε και όσα προηγούμενά του μπορείτε. Εδώ έχω συγκεντρώσει ό,τι έχω γράψει και αναρτήσει στο blog μου.

Post a Comment