Book review, movie criticism

Wednesday, December 16, 2009

Οι ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι της Αλκυόνης Παπαδάκη

Οι ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι της Αλκυόνης Παπαδάκη

Σαμιζντάτ, Νο XLVII, 30 Οκτωβρίου 1997, σελ. 21-23

  H Aλκυόνη Παπαδάκη είναι μια από τους λίγους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους που τα βιβλία τους έχουν γίνει best seller. Tις περισσότερες ανατυπώσεις αριθμεί το «Xρώμα του φεγγαριού», που μεταφέρθηκε και στη μικρή οθόνη.
  Μέχρι στιγμής η συγγραφική της παραγωγή αριθμεί οκτώ έργα, από τα οποία το «Χωρίς ετικέτα» και το «Πάλεμα», όντας τα πρωτόλειά της, δεν έχουν επανεκδοθεί.
  H Aλκυόνη Παπαδάκη εμφανίστηκε μάλλον αργά στο συγγραφικό στίβο. Στο «αυτί» των τριών τελευταίων της βιβλίων, μετά την επιτυχία που είχε το «Χρώμα του φεγγαριού», αποφάσισε να βάλει το βιογραφικό της, και στα δυο τελευταία και τη φωτογραφία της.
Χρονολογία γέννησης δεν αναφέρεται, πράγμα συνηθισμένο σε γυναίκες συγγραφείς. Όμως, στην «Μπόρα», το πιο παλιό της βιβλίο απ’ αυτά που κυκλοφορούν, σε ένα ημισέλιδο πρόλογο αναφέρει ότι το 1950 ήταν μικρό παιδί. Έχοντας υπόψη το βιογραφικό της υποθέτουμε ότι το δεύτερο βιβλίο της, το «Κόκκινο σπίτι», είναι σε κάποιο βαθμό αυτοβιογραφικό και η φωνή της μικρής αφηγήτριας ταυτίζεται εν πολλοίς με τη συγγραφική φωνή (ο πατέρας και των δύο ήταν δάσκαλος και η δράση τοποθετείται σε ένα μικρό χωριό έξω από τα Χανιά, το οποίο, χωρίς να ονοματίζεται, παραπέμπει στο Νιοχώρι, όπου γεννήθηκε η συγγραφέας), και καθώς το φόντο της αφήγησης είναι η κατοχή και ο εμφύλιος, θα πρέπει η Παπαδάκη το 1950 να ήταν περίπου 10 χρονών.
  Στην «Μπόρα» δεν υπάρχει χρονολογία έκδοσης, ενώ στο «Κόκκινο σπίτι» χρονολογία έκδοσης τίθεται το 1988. Με δεδομένο ότι η συγγραφέας εκδίδει ένα βιβλίο κάθε δύο τρία χρόνια, υποθέτουμε ότι η συγγραφική της δραστηριότητα ξεκινάει γύρω στα 1980, θα λέγαμε σε μια αρκετά ώριμη ηλικία. Έτσι, μαζί με τον Γιώργο Σκαμπαρδόνη, που ξεκινάει στα 35, τον Αλέξη Πανσέληνο, που ξεκινάει στα 40 του, και τον Νίκο Βασιλειάδη, που ξεκινάει στα 50 του, για να αναφέρω μόνο αυτούς που μου έρχονται τώρα στο μυαλό, αποδεικνύεται ότι το ταλέντο χρόνια δεν κοιτά. Οι παραπάνω μάλιστα συγγραφείς γνώρισαν την επιτυχία με τα πρώτα κιόλας πεζογραφήματά τους.
  H Aλκυόνη Παπαδάκη μπορεί να άργησε να κάνει την εμφάνισή της στα γράμματα, όμως στο σύντομο διάστημα μιας δεκαετίας περίπου (υπολογίζουμε πάντα τα έργα της που κυκλοφορούνε) ασχολήθηκε με μια θεματική που καλύπτει τα πενήντα τελευταία χρόνια της νεότερης ιστορίας μας.
   O χώρος της «Μπόρας» τοποθετείται κάπου στην Κρήτη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια της φτώχειας και των στερήσεων, όπως δηλώνεται και υφολογικά με τη χρήση ενός παρενθετικού «έ» που χρησιμοποιείται στην Κρήτη, που όμως η συγγραφέας αποδίδει στη γραφή με ένα πρόσφυμα στο ρήμα: τον εκαμαρώνουνε αντί τονε καμαρώνουνε, θα σας εσφάξω αντί θα σασε σφάξω, κ. ά.
  Όλο το έργο αποτελεί μια πινακοθήκη επεισοδίων στα οποία διεκτραγωδούνται οι προσπάθειες της αφηγήτριας, με τη φωνή της οποίας μιλάει η συγγραφέας, να σώσει από την πείνα τα δυο παιδιά της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μαζί με τις προσωπικές της περιπέτειες αφηγείται και τις τραγωδίες άλλων ανθρώπων, συγγενών ή συγχωριανών της. Οι ταλαιπωρίες είναι αβάστακτες και κάποια στιγμή επιχειρεί την αυτοκτονία. Αργότερα θα έρθει η σχέση της με τον Μιχάλη να απαλύνει τα βάσανά της. Όμως αυτός είναι παντρεμένος και αυτή δεν είναι αντρογυνοχωρίστρα. Έτσι δεν θα δεχτεί να το σκάσουν μαζί. Αργότερα θα ακολουθήσει το δρόμο που ακολούθησαν και τόσοι άλλοι, το δρόμο προς την πρωτεύουσα, για να γλιτώσει από την αθλιότητα της επαρχίας. Εκεί αρχίζουν άλλα βάσανα, έχει να αντιμετωπίσει την ατίθαση εφηβεία των παιδιών της.
  Στο «Κόκκινο σπίτι» η συγγραφέας σπρώχνει το χρόνο της ιστορίας λίγο πιο πίσω, στα προκατοχικά, κατοχικά και εμφυλιακά χρόνια. Εδώ η δράση ξετυλίγεται στο γενέθλιο χώρο της συγγραφέως, ένα χωριό κοντά στα Χανιά.
  Και σ’ αυτό το έργο διεκτραγωδούνται πολλά βάσανα: ο σπαραγμός των γονιών που χάνουν τα παιδιά τους στον πόλεμο, η εκδικητικότητα των κατακτητών και, σαν κορύφωμα, οι διώξεις των αριστερών από τους εθνικόφρονες. Σε ένα εφέ δισημίας η συγγραφέας παραπέμπει από την κυριολεξία του «Κόκκινου σπιτιού» στη μεταφορά.
   Το «Χρώμα του φεγγαριού» σημειώνει μια θεματική και μια υφολογική στροφή στο έργο της Παπαδάκη. Αφού ξεμπέρδεψε γρήγορα γρήγορα με το παρελθόν, την ταλαιπωρία του εμφυλίου και τη μετεμφυλιακή φτώχεια, κάνει στροφή σε νέες θεματικές, ανοίγεται στα σύγχρονα προβλήματα.
  Οι ήρωες της «Μπόρας» πεινούν για ψωμί. Οι ήρωες όλων των μεταγενέστερων έργων της πεινούν για αγάπη. Όλα τα βάσανα, οι ταλαιπωρίες, ο ψυχικός σπαραγμός που ταλανίζει τους ήρωες οφείλονται, σε τελευταία ανάλυση, στην έλλειψη αγάπης.
  H έλλειψη αγάπης και η ανασφάλεια που συνεπάγεται σπρώχνουν τους ήρωες, που ζουν πια στην πόλη, σε έναν ξεπεσμό, που είναι σχεδόν άγνωστος στην επαρχία: στην πορνεία και τα ναρκωτικά.
  Όχι όλους. Κάποιοι θα συμβιβαστούν με τους κανόνες του παιχνιδιού και θα το ρίξουν στον καριερισμό και στο κυνήγι του χρήματος, λερώνοντας και τους πιο ιερούς δεσμούς, τους δεσμούς του αίματος, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στο «Σκισμένο ψαθάκι». Αυτό βέβαια δεν θα τους κάνει καθόλου πιο ευτυχισμένους.
  Στο «Χρώμα του φεγγαριού» οι ήρωες φεύγουν από νωρίς για την πρωτεύουσα, πιο νωρίς από ό,τι στην «Μπόρα», ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, πουλώντας τα καπνοχώραφά τους στις Σέρρες. O Φώτης θα φτιαχτεί, όπως και οι ήρωες της «Μπόρας», όχι όμως και ο αδελφός του ο Πέτρος, που το ψυχολογικό του πρόβλημα από το βγαλμένο του μάτι θα τον οδηγήσει σε μια περιθωριακή ζωή, για να καταλήξει στη φυλακή, σκοτώνοντας τον άνθρωπο με τον οποίο τον απάτησε η φίλη του.
  Στο «Χρώμα του φεγγαριού» η Παπαδάκη πιστεύει ακόμη στο αρκαδικό ιδανικό της επιστροφής στην αγνή και αδιάφθορη επαρχία, που δεν τη μαστίζει πια η μετεμφυλιακή φτώχεια. O Φώτης θα γυρίσει στο χωριό, θα αγοράσει τα κτήματα που είχαν πουλήσει και θα ασχοληθεί στο εξής με τη γη. Στα επόμενα έργα της δεν υπάρχει πια αυτή η διέξοδος της φυγής (ή της επιστροφής) στην επαρχία και το happy end χάνεται για πάντα.
  Στο «Σκισμένο ψαθάκι» οι ήρωες λες και ξεχύθηκαν από το μυθιστορηματικό κόσμο του Αλέξανδρου Κοτζιά, αποτελώντας την προσωποποίηση του κακού. Βρίζουν, κατηγορούν και υπονομεύουν ο ένας τον άλλο. Στόχος όλων είναι πώς να βάλουν στο χέρι όσο γίνεται μεγαλύτερο μερίδιο από την οικογενειακή περιουσία. Οι μόνοι που θα εξαιρεθούν είναι ο Λεωνίδας και η Ρόζυ. Το αντίτιμο όμως που πληρώνουν με το να μη συμμετάσχουν σε αυτό τον οικογενειακό αλληλοσπαραγμό είναι η περιθωριοποίηση. O Λεωνίδας μάλιστα θα πεθάνει στο τέλος από τα ναρκωτικά. H φυγή στην επαρχία, ανοικτή ακόμη δυνατότητα στο «Χρώμα του φεγγαριού», εδώ υποκαθίσταται από τη φυγή στους φαντασιακούς κόσμους των ναρκωτικών με το αδιέξοδο τέλος.
   Ανάλογη ενδοοικογενειακή συμπεριφορά θα δούμε και στο «Αμάν αμάν». H Σιδερία θα κλέψει τον άνδρα της αδελφής της, πράγμα που θα την οδηγήσει στο θάνατο. Στη συνέχεια θα συγκατοικήσει με την άλλη αδελφή της. Όταν αυτή καταπέφτει, μετά το θάνατο του άντρα της, της συμπεριφέρεται με τον πιο βάναυσο τρόπο.
  Βασικός πρωταγωνιστής στο «Αμάν αμάν» είναι ο Σέβης, ένα μικρό γυφτάκι που το αγόρασαν οι γονείς του και το έκαναν δικό τους υποκρινόμενοι μια ψεύτικη εγκυμοσύνη. Το μελαψό όμως χρώμα προδίδει. O μικρός Σέβης, στην αρχή διαισθανόμενος και μετά μαθαίνοντας για την καταγωγή του, αναπτύσσει ως αντίδραση έναν ατίθασο χαρακτήρα. Γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος για όλους, εκτός από τη μητέρα του. Όμως, την αγάπη της την αποκρούει, θεωρώντας την υποκριτική. Μόνο στο κρεβάτι του θανάτου της θα νιώσει επιτέλους, με μεγάλη καθυστέρηση, ότι τον αγαπούσε αληθινά, και θα αναπτύξει τη μεταφορά του μπολιάσματος των δένδρων.
  Και για τον Σέβη δεν υπάρχει άλλη διέξοδος πέρα από το επικίνδυνο σπορ του πετάγματος με φτερά. Οι ριψοκίνδυνες πτήσεις του θα τον οδηγήσουν στην κατάκτηση του τίτλου του πρωταθλητή. Θα το εγκαταλείψει όταν νομίσει ότι βρήκε την αγάπη. Όταν αυτή θα τον προδώσει, θα πετάξει ξανά πάνω στους αιθέρες, για να πέσει στη συνέχεια στο έδαφος και να σκοτωθεί. Το ρίσκο είναι πάντα μια υποσυνείδητη αναζήτηση του θανάτου.
  Μιλήσαμε πιο πριν για μια υφολογική στροφή που παρατηρείται στο «Χρώμα του φεγγαριού». H υφολογική αυτή στροφή έχει να κάνει με τη χρήση μιας ποιητικής γλώσσας, πλούσιας σε μεταφορές. H γλώσσα αυτή στην αρχή περιορίζεται σε ιντερμέτζα γεμάτα λυρισμό, από όπου θα διαχυθεί σιγά σιγά και στην κυρίως αφήγηση. Στο «Χρώμα του φεγγαριού» στα ιντερμέτζα αυτά ακούμε τις εμβόλιμες συνομιλίες μιας κερασιάς και ενός αστεριού. Στο «Σκισμένο ψαθάκι» τα ιντερμέτζα είναι αποσπάσματα από το ημερολόγιο της Ρόζυ, κατά τόπους όμως αφηγηματικό. Στο «Αμάν αμάν» η συγγραφέας χρησιμοποιεί τα ιντερμέτζα αυτά ως υποκατάστατο των σχολίων του αφηγητή. Στις «Κάργες», το τελευταίο της έργο, οι γεμάτες λυρικούς τόνους συνομιλίες των πουλιών (υπερβολικές σε έκταση, θα λέγαμε) αποτελούν το αφηγηματικό πρόσχημα και το συνδετικό ιστό της αφήγησης πέντε ιστοριών, ιστοριών ταλαιπωρημένων ανθρώπων, που στην ουσία είναι πέντε ανεξάρτητα διηγήματα. Να προέβη άραγε η συγγραφέας σ’ αυτή την επινόηση για να αποφύγει ένα αντιεμπορικό λογοτεχνικό είδος;
  Τα έργα της Παπαδάκη έχουν ένα έντονο δραματικό χαρακτήρα, τόσο από την άποψη των συγκρούσεων των προσώπων όσο και υφολογικά, από την άποψη ότι η συγγραφέας τούς εκχωρεί σχεδόν πλήρως το λόγο, περιορίζοντας τη σε πρώτο επίπεδο αφήγηση σχεδόν στο ελάχιστο. Τονίζει μάλιστα υφολογικά το λόγο τους βάζοντας στο στόμα τους αποφθεγματικές εκφράσεις, σε αύξουσα συχνότητα, όπως «Έχει μόνο ένα μάτι και τον θέλει μαυρομάτη», «Όποιος τη νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί» κ.ά. Τον σχολιαστικό της λόγο τον αναθέτει σε norm figures, πρόσωπα που αγαπούν και νοιάζονται για τους ταλαιπωρημένους ήρωες και τους συμβουλεύουν συνεχώς. Τέτοια είναι ο Γεδεών για τον Φώτη, ο Κούλης για τον Λεωνίδα, ο Ναζής για τον Σέβη.
  H πρωτοπρόσωπη αφήγηση εγκαταλείπεται ήδη από το «Κόκκινο σπίτι». Όμως, και σ’ αυτό το έργο, όπως και στην «Μπόρα», η αφηγήτρια παραθέτει αυτούσιες τις συνομιλίες των προσώπων. O πλάγιος λόγος, κανονικός ή ελεύθερος, απουσιάζει σχεδόν εντελώς από τα έργα της Παπαδάκη, όπως και ο μονόλογος, εσωτερικός ή μη. Πιο πιστή οπαδό του showing που προπαγανδίζει ο Henry James αντί του telling δεν μπορούμε να φανταστούμε. H απροθυμία αυτή του αφηγητή, είτε πρωτοπρόσωπος είναι είτε τριτοπρόσωπος, να μιλήσει ο ίδιος, έχει αποτέλεσμα να μένει ανεκμετάλλευτο ένα κορυφαίο δραματικό επεισόδιο, ο θάνατος του Σέβη στο «Aμάν αμάν», που συντελείται με μεγάλη ταχύτητα, φέρνοντας το έργο σε ένα κάπως απότομο τέλος.
  Κάθε αφηγηματική τεχνική έχει τις αδυναμίες της. Όμως, πάντα μετράει το τελικό αποτέλεσμα. Και το ότι τα βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη πουλάνε δείχνει τουλάχιστον ότι αρέσουν στο ευρύ κοινό.
Post a Comment