Book review, movie criticism

Wednesday, December 9, 2009

Nίκος Χουλιαράς

Nίκος Χουλιαράς

Ακτή τ. 23, 1995, σελ. 351- 353

  Νίκος Χουλιαράς (γεν. 1940) είναι ένα πολύπλευρο ταλέντο αναγεννησιακού στυλ. Απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες ζωγράφους. Ασχολήθηκε ακόμη με επιτυχία με τη μουσική, το διάστημα ’65-’70. Από νωρίς επίσης άρχισε να δημοσιεύει σε διάφορα περιοδικά ποιήματα, πεζά και κείμενα για τη ζωγραφική. Η στροφή του όμως στην πεζογραφία γίνεται ολοκληρωτική με το «Λούσια» (1979), το πρώτο του μυθιστόρημα. Τα καθαρώς πεζογραφικά έργα του που ακολουθούν (κι αυτά διακοσμημένα με τα σχέδιά του) είναι το «Μπακακόκ» (1981), «Ζωή, την άλλη φορά» (1985), «Το άλλο μισό» (1987), «Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα» (1990) και «Η Μέσα βροχή» (1991). Όλα τα έργα του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νεφέλη. Από αυτά, το «Λούσια» και το «Ζωή, την άλλη φορά» ο συγγραφέας τα χαρακτηρίζει μυθιστορήματα, και το «Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα» νουβέλα. Στην πραγματικότητα, η νουβέλα είναι ένα εκτεταμένο διήγημα, ενώ τα δυο μυθιστορήματα, κυρίως το δεύτερο, δεν είναι παρά μια σειρά διηγημάτων με χαλαρή σύνδεση, όπου ο Χουλιαράς συμπληρώνει την πινακοθήκη των αποτυχημένων και των περιθωριακών του ηρώων που πρωταγωνιστούν στα διηγήματα του. Τρεις απ’ αυτούς τουλάχιστον, ο Βούρμπιανης, ο Δαραμπασίνας και ο Μαντζαρόπουλος πρέπει να είναι υπαρκτά πρόσωπα της κοινωνίας των Ιωαννίνων (ή καλύτερα του περιθωρίου της), αφού εμφανίζονται περισσότερες από μια φορά στα έργα του.
  Η εγκατάλειψη, η πνευματική καθυστέρηση, η ψυχολογική ανισορροπία (για την οποία σε κάποιες περιπτώσεις ευθύνονται υπερπροστατευτικές μανάδες), η τελική περιθωριοποίηση, είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι ήρωες του Χουλιαρά, ο οποίος, μαζί με το Σωτήρη Δημητρίου, ανταγωνίζονται επάξια τους θεατρικούς μας συγγραφείς (Μουρσελά, Σκούρτη, Διαλεγμένο κ.λπ.) στην απεικόνιση του ζοφερού κόσμου των περιθωριακών.
  Ο Χουλιαράς χρησιμοποιεί την τριτοπρόσωπη αφήγηση, καθώς προτιμάει αντί την ιμπρεσιονιστική απεικόνιση του ταραγμένου κόσμου των ηρώων του, για την οποία προσφέρεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μια ψυχολογική εμβάθυνση και μια μεταφυσική διερεύνηση μέσω της συνολικής εποπτείας και της διεισδυτικής ματιάς ενός παντογνώστη θεού-αφηγητή. Εξάλλου, η τριτοπρόσωπη αφήγηση του επιτρέπει μια ποιητική ανασύσταση του χώρου (σελ. 351) που κινούνται οι ήρωές του, ένας χώρος που σε κάποια διηγήματα διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία (στα δύο πρώτα του μάλιστα είναι καθαρός, χωρίς «ήρωες»), πράγμα που οφείλεται πιθανώς στην επίδραση του nouveau roman. Επί πλέον, μ’ αυτή μπορεί και δημιουργεί καλύτερα εκείνη την grotesque ατμόσφαιρα που πλημμυρίζει όλο και περισσότερο κυρίως το μεταγενέστερο έργο του. (Εδώ ο Χουλιαράς ακολουθεί μια αντίστροφη πορεία από τους περισσότερους θιασώτες του grotesque, οι οποίοι, ξεκινώντας απ’ αυτό, το εγκαταλείπουν σταδιακά, όπως ο Ξανθούλης, ο Πανσέληνος, ο Μήτσου κ.ά).
  Στα δυο του μυθιστορήματα, εν τούτοις, ο Χουλιαράς ακολουθεί την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Όμως, και κυρίως για το δεύτερο, η πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην ουσία σε πολλά σημεία είναι τριτοπρόσωπη. Αν και ο αφηγητής εδώ δεν ταυτίζεται με τον συγγραφέα, πράγμα που συμβαίνει κατά κανόνα στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, εν τούτοις μένει σχεδόν αμέτοχος στις ιστορίες που αφηγείται, στις οποίες παρίσταται ως απλός θεατής (μάρτυρας), και η σύνδεση με τους ήρωές τους είναι εντελώς περιθωριακή και μηχανική (ενδοδιηγητικός ετεροδιηγητικός). Όσο για τον «Λούσια», με το να είναι ο αφηγητής ένα καθυστερημένο παιδί, ο συγγραφέας πετυχαίνει συγκεκριμένες υφολογικές εντυπώσεις, σε μεγάλο βαθμό ανάλογες μ’ αυτές που πετυχαίνει, με παρόμοιο τρόπο, ο Κώστας Παπαγεωργίου στο «Των αγίων Πάντων». Ο αφηγητής επαναλαμβάνει συχνά λέξεις και φράσεις. Ακόμη έχει την τάση να βάζει το ρήμα στο τέλος, από το οποίο απουσιάζει ο ιστορικός ενεστώτας, ενώ βρίθουν οι αόριστοι και οι παρατατικοί. Τέλος ο Χουλιαράς, έχοντας σαν αφηγητή ένα μικρό παιδί, πετυχαίνει χιουμοριστικές εντυπώσεις, με το να αφηγείται ένα παιδί καταστάσεις και γεγονότα των οποίων του διαφεύγει η σημασία, όπως π.χ. στην παρακολούθηση ερωτικών σκηνών, τεχνική που χρησιμοποιούν και άλλοι συγγραφείς, όπως η Ευγενία Φακίνου στην «Αστραδενή», ο Νίκος Βασιλειάδης στον «Αγάθο» κ.ά. Να σημειώσουμε ακόμη ότι το αφηγηματικό πείραμα με τον «Λούσια» ο Χουλιαράς το επαναλαμβάνει με τον «Απελπισμένο μονόλογο του διετούς Δαμιανού Φιλολία...» («Το άλλο μισό»), όπου προσπαθεί να αναπαραστήσει τις ιδιόμορφες εντυπώσεις, σκέψεις και αισθήματα ενός μικρού παιδιού.
  Την πρωτοπρόσωπη αφήγηση τη χρησιμοποιεί ακόμη ο Χουλιαράς στο διήγημα «Το χαλόνι» της τελευταίας συλλογής, όπου αναπαριστά μια ιδιαίτερη γιαννιώτικη αργκό, ενώ το «Ο Νικολάκης της Τσεβούλας το απόγευμα» της ίδιας συλλογής, αν και στην ουσία είναι ένας μονόλογος, ο Χουλιαράς προτιμά να τον εισαγάγει με μια εκτενή τριτοπρόσωπη αφήγηση.
  Από τα ελάχιστα άλλα διηγήματα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση θα ξεχωρίσουμε το «Αυτό» («Το άλλο μισό») όπου ο συγγραφέας κάνει μια κατάδυση στον «άλλο», τον εσωτερικό εαυτό του. Ο διχασμένος εαυτός είναι εξάλλου ένα συνηθισμένο μοτίβο στο έργο του, που του επιτρέπει να δημιουργεί grotesque ή άλλες εντυπώσεις, όπως την παραψυχολογική «εκτός σώματος εμπειρία» που περιγράφει στην αρχή του «Ζωή, την άλλη φορά». Ακόμη θα ξεχωρίσουμε τη «Νύχτα με τα ορεινά χωριά» («Το άλλο μισό») (σελ. 352) και το «Αυτός που δε με βλέπει» («Η μέσα βροχή»), όπου με την απουσία του μύθου τους ο συγγραφέας εντείνει στο έπακρο την ποιητική του γλώσσα. Εδώ η συχνότητα ιαμβικών δεκαπεντασυλλάβων και δεκαεπτασυλλάβων, που είναι εξάλλου διάσπαρτοι σε όλο το έργο του Χουλιαρά, αυξάνει σημαντικά. Είναι προφανές ότι τη γλώσσα ο Χουλιαράς τη δουλεύει ακατάπαυστα, όπως φαίνεται και από τις χρονολογικές ενδείξεις συγγραφής που παραθέτει σε κάποια έργα του. Το «Ζωή, την άλλη φορά» γράφτηκε από το φθινόπωρο του 1979 μέχρι το καλοκαίρι του 1985, ενώ ο χρόνος συγγραφής κάποιων διηγημάτων απλώνεται σε δυο χρονιές. Η πολυδουλεμένη αυτή γλώσσα και η διεισδυτική ματιά στον κόσμο και στην ψυχοσύνθεση των αποτυχημένων της ζωής και των περιθωριακών, αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά του έργου του Χουλιαρά. (σελ. 353)
Post a Comment