Book review, movie criticism

Saturday, September 20, 2014

Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»



Σπάζοντας το κεφάλι για το τι να γράψω για «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα»

Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύτηκε στο Fractalart

  Σήμερα το πρωί (26-7-2014) πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου την Ελένη την Γκίκα. Μου είχε αφήσει μήνυμα στο facebook υπενθυμίζοντάς μου να γράψω για το Fractalart ένα διήγημα με θέμα «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα». Θυμάμαι καλά ότι της είχα πει ότι έχω μια δυστοκία να γράφω κατά παραγγελία, και της το είχα αποκλείσει. Μπορεί το αγώι να κάνει τον αγωγιάτη, αλλά όταν ο Κώστας ο Μαυρουδής, πριν κάποια χρόνια, μου ζήτησε ένα κείμενο με ένα συγκεκριμένο θέμα – έχω ξεχάσει πια ποιο ήταν αυτό – δεν του άρεσε. Μου ζήτησε να το ξαναδουλέψω και να του το στείλω. Δεν το έκανα. Γενικά δεν μου αρέσει να πολυδουλεύω τα κείμενά μου, το θεωρώ χάσιμο χρόνου. Χρόνια αργότερα δημοσίευσε στο «Δέντρο» ένα κείμενό μου που είχα αναρτήσει στο blog μου και του άρεσε.
  Παίρνω τηλέφωνο την Ελένη για να της υπενθυμίσω την άρνησή μου. Αυτή όμως επέμενε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μου ζήτησε επί πλέον να γράψω και ένα κείμενο για το «Εργαστήρι του συγγραφέα».
  Κι άλλος μπελάς με βρήκε!
  Της απάντησα ότι μπορεί να είμαι συγγραφέας αλλά δεν είμαι λογοτέχνης. Η στόφα μου είναι κατά βάση στόφα δοκιμιογράφου. «-Δεν πειράζει», μου λέει, «γράψε ένα διήγημα με δοκιμιακό περιεχόμενο».
  Η Ελένη είναι τόσο γλυκιά που δυσκολεύτηκα να της αρνηθώ για δεύτερη φορά. Ρώτησα για τις προθεσμίες (μέχρι τέλη Σεπτέμβρη) και τον αριθμό των λέξεων  (300 – ∞). Έχω καιρό, σκέφτηκα, να σκεφτώ κάτι να γράψω, και διάβολε, 300 λέξεις δεν είναι πολλές, δεν θα μου φάει χρόνο.
  Το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, όπως θεωρούσα παλιά το διάβασμα της λογοτεχνίας. Τα βιβλία που διάβαζα ήταν θεωρητικά, και αραιά και πού κάποιο μυθιστόρημα. Ποιο συστηματικά άρχισα να διαβάζω λογοτεχνία όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη βιβλιοκριτική, το 1990, και ειδικότερα μετά το διδακτορικό μου που είχε ως θέμα τις αφηγηματικές τεχνικές, που το ξεκίνησα το 1993 και το τέλειωσα το 1996.
  Η κύρια αρετή κατά τη γνώμη μου ενός μυθιστορήματος, αλλά και ενός διηγήματος, είναι ένα εντυπωσιακό στόρι με αρκετό σασπένς. Και ενώ θαυμάζω τα πεζογραφήματα που το διαθέτουν, εγώ νοιώθω εντελώς ανίκανος να επινοήσω και την πιο απλή ιστορία. Πώς θα μπορούσα λοιπόν να γράψω ένα διήγημα σαν αυτά που μου αρέσουν;
  Βέβαια έχω γράψει διηγήματα με επινοημένες ιστορίες, όμως υπήρχε μια φοβερή ψυχολογική ώθηση για να τα γράψω. Το 1997 ήταν ο θάνατος του πατέρα μου και το 2000 μια αυτοκτονία. Πιο πριν ήταν «Ο χορός της βροχής-οικολογικά παραμύθια και διηγήματα», προϊόν της στράτευσής μου στο οικολογικό κίνημα.
  Πριν από τρία χρόνια είχα επίσης μια ψυχολογική ώθηση. Το Φραγκιό, ένας χωριανός μου με νοητική καθυστέρηση και δυσκολία στο λόγο, με πλησίασε στην πλατεία του χωριού μου και μου έπιασε κουβέντα. Ελάχιστα πράγματα καταλάβαινα από αυτά που μου έλεγε, όμως δεν ξέρω πώς μου ήλθε η ιδέα ότι αυτή η επαφή θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα ενός διηγήματος. Αλλά, όπως ανέφερα και παραπάνω, το γράψιμο το θεωρώ χάσιμο χρόνου, σε αντίθεση με το διάβασμα. Οι βιβλιοκριτικές μου γράφονται στο μυαλό μου ενώ διαβάζω το βιβλίο. Μετά μου παίρνει περίπου ένα δίωρο για να τις μεταφέρω στο χαρτί –συγνώμη, στον υπολογιστή ήθελα να πω. Όσο για τις κινηματογραφικές κριτικές, σπάνια θα μου φάνε μια ώρα.
  Το ίδιο βράδυ ένοιωθα περίεργα μελαγχολικός και σκέφτηκα ότι έπρεπε με κάτι να ασχοληθώ για να μου φύγει αυτή η δυσθυμία. Να διαβάσω δεν μου έκανε όρεξη, να πάω στο καφενείο, πάλι ρακές; Μου πέρασε ξαφνικά από το μυαλό ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω το διήγημα που είχα σκεφτεί το πρωί. Έτσι βγήκε το «Φραγκιό», τίτλο που βρήκε ο εκδότης μου, γιατί ο δικός μου τίτλος ήταν «Πασχαλινή ιστορία», μια και γράφτηκε στις διακοπές του Πάσχα. Αργότερα, όταν ο εκδότης μου (Αλέξανδρος Δεσύλλας, εκδόσεις ΑΛΔΕ) έβγαλε μια σειρά με μικρά βιβλία με τίτλο metroαναγνώσματα, σκέφτηκα ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα να γράψω δυο τρία ακόμη ώστε να συμπληρώσω τις απαραίτητες σελίδες για να βγουν όλα μαζί σε βιβλίο. Έτσι έγραψα δυο διηγήματα ακόμη, το «Να αυτοκτονήσει κανείς ή να μην αυτοκτονήσει» και το «Όνειρο εαρινής νυκτός». Δεν υπήρχε συγκεκριμένο θέμα ούτε προθεσμίες, γι’ αυτό μπόρεσα και τα έγραψα. Τον τίτλο για το βιβλίο τον επέλεξε ο Αλέξανδρος: «Το Φραγκιό».
  Τώρα βέβαια αυτά που γράφω θα έπρεπε να τα γράψω στο κείμενο που μου ζήτησε η Ελένη για το «Εργαστήρι του συγγραφέα», αλλά σκέφτηκα να τα γράψω εδώ, σε συντομία, ώστε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, για να μην επανέλθει στο θέμα.  
  Και τα παρακάτω σχετικά με το εργαστήρι του συγγραφέα είναι.
  Πριν πάρα πολλά χρόνια, λίγο μετά αφού αποχώρησα από μια αριστερή οργάνωση, είχα την ιδέα να γράψω ένα κείμενο με θέμα την ψυχοπαθολογία του επαναστάτη. Όμως διάφορες υποχρεώσεις με έκαναν να αναβάλω συνεχώς το σχέδιο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι ήταν πια πολύ αργά για να το γράψω. Το θέμα είχε πάψει να με ιντριγκάρει, σίγουρα δεν θα μπορούσα να γράψω όλα όσα είχα τότε στο μυαλό μου, όταν μου ήλθε η ιδέα.
  Όταν ο Σωτήρης Δημητρίου, ο υπέροχος Σωτήρης, στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας την οποία διηύθυνε μας έκανε ένα μίνι σεμινάριο για το πώς δουλεύει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος και τι παρατηρεί, μου ήλθε η ιδέα να γράψω ένα βιβλίο για το χωριό μου. Το πάθημα μου είχε γίνει μάθημα, και γι αυτό στρώθηκα αμέσως στο γράψιμο. Έτσι γράφηκε, το σωτήριον έτος 1990, το βιβλίο μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά», που εκδόθηκε στο επίσης σωτήριον έτος 1995 από τις εκδόσεις Θυμάρι.  Στις ευχαριστίες δεν ξέχασα τους μαθητές μου στη Γκράβα, που χάρη στις καταλήψεις που έκαναν εκείνη τη χρονιά μου αποδέσμευσαν πολύτιμο χρόνο τον οποίο αφιέρωσα στο γράψιμό του.
  Κάτι που πρέπει να προσθέσω ακόμη είναι η απέχθειά μου για «ες αύριον τα σπουδαία». Δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες, και το να γράψω αυτό το διήγημα το έβλεπα σαν μια εκκρεμή υποχρέωση που με άγχωνε.
  Τι να γράψω, τι να γράψω, είπα ότι θα το σκεφτώ χαλαρά, αλλά η σκέψη είχε καρφωθεί στο μυαλό μου.
  Ξαφνικά μου ήλθε έμπνευση εξ ουρανού, μέσα στο επόμενο πεντάλεπτο.
  Θυμήθηκα ότι είχα γράψει μια βιβλιοκριτική για ένα βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη, από τους αγαπημένους μου συγγραφείς και ένας από τους πέντε των οποίων το έργο πραγματεύθηκα στο διδακτορικό μου, το «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», μια παραλλαγή του «Ένα καλοκαίρι μέσα στο χειμώνα», το θέμα του διηγήματος του Fractalart. Αυτό θα κάνω, είπα, θα γράψω μια εισαγωγή – η παραπάνω – και θα παραθέσω τη βιβλιοκριτική αυτή, η οποία δημοσιεύτηκε στην «Απόπειρα», ένα περιοδικό της Ιεράπετρας, στο δέκατο τεύχος, Οκτώβρης-Νοέμβρης 1993. Την βιβλιοκριτική αυτή την ανάρτησα και στο blog μου, με την ευκαιρία της επανέκδοσής του το 2009 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
  Είπα, δεν μου αρέσουν οι εκκρεμότητες. Κάνω επικόλληση και το στέλνω αμέσως στην Ελένη.

    «Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα», το τρίτο έργο του Γιάννη Ξανθούλη, κυκλοφόρησε σε επανέκδοση από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Είναι ένα έργο τολμηρό, με όλες τις σημασίες της
λέξης. Είναι καταρχάς τολμηρό γιατί έχει ένα σωρό αθυροστομίες. Είναι επίσης τολμηρό ως προς το μύθο του. Το σπίτι που μένει ο δεκαεφτάχρονος αφηγητής συγκλονίζεται συνεχώς από τις κραυγές της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού του, όταν κάνουν έρωτα. Η ίδια αυτή αρραβωνιαστικιά θα τον αποπλανήσει κάμποσες φορές. Ο θείος του, ομοφυλόφιλος, θα βρεθεί σφαγμένος. Η θεία του, η άσχημη παρθένα γεροντοκόρη, ικανοποιείται διαστροφικά. Όσο για τον ίδιο τον αφηγητή, μετά από ένα χείμαρρο ερωτικών φαντασιώσεων με τη νέα τους νοικάρισσα, την καινούρια μεσόκοπη φιλόλογο του σχολείου τους, θα τα φτιάξει μαζί της. Μόνο για λίγο όμως, γιατί με το τέλος του καλοκαιριού έρχεται και η μετάθεσή της.
  Τολμηρό, τέλος, είναι το έργο ως προς τη χρήση της γλώσσας. Στα ουσιαστικά συνάπτονται επίθετα σε μια ανοίκεια σχέση, και τα άψυχα εμψυχώνονται στις πιο πρωτότυπες προσωποποιήσεις ("πύρινο φλέρτ του ήλιου", σελ. 12). Επίσης οι παρομοιώσεις από τις οποίες βρίθει το έργο είναι δημιουργήματα της πιο καλπάζουσας φαντασίας.
  Το γκροτέσκ είναι και εδώ παρόν, μόνο που τίθεται σε ρεαλιστικά πλαίσια με τη μορφή φαντασιώσεων και ονείρων. Το ίδιο και το φετίχ των περίεργων ονομάτων: θείος Μπατίστας, θεία Αλκιβιάδα, κύριος Αργέλιας, η αρραβωνιαστικιά Ροδόπη, η καθηγήτρια Ντάλια Βεντάλια, ο καντηλανάφτης Μπαζανίτσας, ο πατέρας Βάκης, η Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνε, Τίτα Πε (δεν είναι τρεις, είναι μία),  η κυρία Μπουρού κλπ.
  Στο μυθιστόρημα αυτό συντελείται μια πλήρης μεταστροφή των αφηγητών του Ξανθούλη. Ενώ ο αφηγητής στον «Μεγάλο θανατικό» ήταν η προσωποποίηση του κακού, και η αφηγήτρια της
«Οικογένειας Μπες Βγες» αν και ξόρκιζε το κακό δεν τα πήγαινε και σπουδαία με το καλό κατά τα λεγόμενα της θείας της, ο αφηγητής εδώ είναι ένας αγνός έφηβος, ταλαιπωρημένος από
ερωτικές φαντασιώσεις και μανίες όπως όλοι οι νέοι της ηλικίας του, γεμάτος όμως με μια άπειρη τρυφερότητα για τον αδελφό του και για το Θόδωρο το φίλο του που πέθανε, και έναν
άδολο εφηβικό έρωτα για τη δασκάλα του, η οποία δεν χρειάζεται να τον αποπλανήσει, όπως η Μαριάννα τον αφηγητή του Κώστα Παπαγεωργίου στο «Των αγίων Πάντων».
  Κακοί στο έργο αυτό δεν υπάρχουν, και η μόνη γκροτέσκ φιγούρα είναι αυτή της θείας Αλκιβιάδας. Από τους δυο μόλις θανάτους που υπάρχουν στο έργο (οι αυτοκτονίες των γονιών του αφηγητή συντελούνται εκτός πλαισίου της ιστορίας), μόνο ένας είναι δολοφονία, η οποία όμως συνδέεται χαλαρότατα με τον κεντρικό ιστό της ιστορίας. Ακόμη, το τέλος του έργου είναι πλημμυρισμένο από αισθήματα τρυφερότητας, σε αντίθεση με τη σκληρότητα από την οποία ξεχειλίζουν τα δυο προηγούμενα έργα. Τέλος, για πρώτη φορά ο Ξανθούλης τοποθετεί την ιστορία του σε ένα συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο: το καλοκαίρι του 1962. Και καθώς η αφήγηση υποτίθεται ότι γίνεται χρόνια μετά, το έργο τοποθετείται στη σειρά εκείνη των μυθιστορημάτων, αρκετά μεγάλη στη σύγχρονη πεζογραφία, με θέμα αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την εφηβεία, το οποίο θα απασχολήσει τον Ξανθούλη και σε μεταγενέστερα έργα του.
  Το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα από τα πιο ωραία του Ξανθούλη και χαιρετίζουμε την επανέκδοσή του».

  Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
 
 
 

 
Post a Comment