Book review, movie criticism

Monday, September 8, 2014

8. Η σχέση μου με τον κινηματογράφο



8. Η σχέση μου με τον κινηματογράφο

  Όταν ήμουν μικρός θυμάμαι που ερχόταν ο θείος μου ο Κατροτζανής και έπαιζε κάτι έργα στην πλατεία του χωριού. Η οθόνη ήταν απέναντι από την πλατεία, στον τοίχο του σπιτιού που έχει τώρα ο φίλος μου ο Νικολής ο Τριχάς, κληρονομιά από τη μάνα του την Όλγα.
  Δεν θυμάμαι τίποτα από αυτές τις προβολές. Δεν ήταν έργα, κάτι σαν ντοκιμαντέρ ήταν, νομίζω αμερικάνικα.
  Δυο χωριανοί μου είχαν περιοδεύοντα σινεμά, ο Αντώνης ο Χαμηλός και ο Νικολής ο Μουδάτσος. Αργότερα ο Αντώνης εγκατέλειψε τον σινεμά και ασχολήθηκε με την τέχνη του, τη ραφτική. Ο Νικολής επίσης έγινε ο χειριστής της κινηματογραφικής μηχανής στο Σίνε – Αστέρια, τον θερινό κινηματογράφο που άνοιξε ο Μανώλης ο Φαφουτάκης, κάπου το 1958. Δυστυχώς πέθανε νωρίς, και τον αντικατέστησε ο Αριστείδης ο Πετάσης.
  Ο κινηματογράφος ήταν η ανα-ψυχή μας. Δεν χάναμε έργο, αν και καταβάλαμε μεγάλες προσπάθειες να βρούμε λεφτά για το εισιτήριο. Όταν δεν βρίσκαμε, πηγαίναμε ή στην ταράτσα ή στο μπαλκόνι της Κατίνας του Τριχά, δίπλα από τον κινηματογράφο. Ανεβαίναμε και σε μια μουριά. Θυμάμαι μια φορά που ο Μανώλης έψαχνε με το φακό κάτω από τη μουριά κι εγώ ήμουν σκαρφαλωμένος στο πιο ψηλό κλωνάρι, τρέμοντας μη με δει. Δεν με είδε.
   Όμως για τον κινηματογράφο αυτό έχω γράψει στο βιβλίο μου «Το χωριό μου-από την αυτοκατανάλωση στην αγορά» (Θυμάρι, 1995). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα.
  «Τα καλοκαίρια, ήδη από το ’58, λειτουργούσε ο θερινός σινεμάς του χωριού μου, το «σινέ-Αστέρια», ελκυστικός ακόμη και για τους γεραπετρίτες. Βλέπαμε δύο έργα τη βδομάδα, μέσα σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον. Ψηλά ο έναστρος ουρανός, μπο­ρούσες να γύρεις πίσω το κεφάλι σου στην καρέκλα και να βυθιστείς σε έκσταση ή σε μεταφυσικούς στοχασμούς. Δίπλα στους τοίχους, αναρριχητικά φυτά πρόσφεραν μια σπάνια ομορ­φιά και ευωδία, με τα πράσινα φύλλα τους και τα πολύχρωμα άνθη τους. Ποντίκια σεριανούσαν συνεχώς πάνω στο λεπτό σαν σπάγκο κορμό τους, έχοντας εξοικειωθεί με την παρουσία μας κι εμείς με τη δική τους. Τα διαλείμματα απολαμβάναμε τα αναψυ­κτικά μας, τον πασατέμπο και τα στραγάλια μας. Απολαμβάναμε επίσης και τη διαφήμιση της επόμενης ταινίας από τον οπερατέρ, τον συγχωρεμένο τον Νικολή τον Μουδάτσο. Καθώς δεν ήξερε αγγλικά και τα ονόματα των ηθοποιών ήταν στα ξένα, διάβαζε «άλλα των αλλών», πράγμα που προκαλούσε την ιλαρό­τητα μας. Η διαφήμιση του επόμενου έργου θα πρέπει να ήταν γι’ αυτόν μια φοβερή δοκιμασία, γιατί κάποτε δεν κρατήθηκε και μας φώναξε από το μικρόφωνο «Μη γελάτε, γιατί ανέ κατεβώ κάτω...», πράγμα που έκανε μεν τα δικά μας γέλια να σταματή­σουν μπροστά στο φόβο της απειλής, ξέσπασαν όμως άλλα δυνατότερα από τους υπόλοιπους θεατές, που πιο σοβαροί από εμάς περιορίζονταν απλά να χαμογελούν μ’ αυτές τις διαφημί­σεις.
  Εκτός από αυτό το γέλιο, άφθονο γέλιο πρόσφεραν στην οθόνη ο Βουτσάς, ο Φωτόπουλος, ο Αυλωνίτης, ο Σταυρίδης. Επίσης μας διασκέδαζαν τα κλάματα των διπλανών μας όταν βλέπαμε τις ταινίες του Ξανθόπουλου. Κάποτε βέβαια το παρα­κάναμε. Ένας χωριανός μας σηκώθηκε αγριεμένος από τα γέλια μας, στη μέση μιας παράστασης, και άρπαξε τον μικρότερο της παρέας από το λαιμό, λέγοντας του «Να σε πνίξω μωρέ, να σε πνίξω;». Φύγαμε κακήν κακώς και δεν τολμήσαμε να ξαναειρωνευτούμε τους ευσυγκίνητους χωριανούς μας.
  Ο κινηματογράφος αυτός είχε την ίδια μοίρα με τους περισ­σότερους «τελευταίους παράδεισους», μετά την έλευση της τη­λεόρασης. Το καλοκαίρι του ’70 ο σινεμάς δεν άνοιξε, αφού το προηγούμενο καλοκαίρι οι θεατές είχαν λιγοστέψει επικίνδυνα, ξανάνοιξε όμως το ’71, για να μην ξανανοίξει έπειτα ποτέ πια.
  Υπήρχε βέβαια κινηματογράφος στην Ιεράπετρα. Εκεί μας πήγαν κάποιες φορές με το σχολείο. Θυμάμαι την «Μπουμπουλίνα» και το «Νησί των γενναίων». Θυμάμαι και ένα τραγούδι που τραγουδάγαμε στο λεωφορείο που μας πήγαινε: «Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με χαρά, να δούμε πράκτορα μηδέν μηδέν επτά».
  Ναι, σίγουρα είδα και έργα του Τζέημς Μποντ, με τον Σον Κόνερι, αλλά δεν θυμάμαι κανένα.
  Σήμερα μου αρέσει να ξαναβλέπω τις ταινίες που πρωτοείδα εκεί, όχι τόσο για αυτές τις ίδιες (στο μεταξύ, μπορώ να περηφανευτώ ότι απέκτησα καλύτερο γούστο) όσο γιατί με γεμίζουν με αναμνήσεις. Πολλές από αυτές τις είδαμε σκαρφαλωμένοι σε μια γειτονική μουριά ή στη διπλανή ταράτσα, όταν δεν είχαμε να πληρώσουμε το εισιτήριο» (σελ. 86-88).
  Από τα έργα που θυμάμαι εκείνης της εποχής, εκτός από τον ελληνικό κινηματογράφο, είναι το «Γη ποτισμένη με ιδρώτα», το La grande strada azzurra, με τον ελληνικό τίτλο «Ο δρόμος της οργής» και το «Πάντσο Βίλλα», με τον Γιουλ Μπρίνερ και τον Τσάρλς Μπρόνσον, που το είδα δυο φορές και κάμποσες φορές αργότερα στην τηλεόραση.
  Στο βιβλίο που ανέφερα στο κεφάλαιο για τη μουσική, το «Θαύμα καλλιτεχνικής δημιουργίας», υπήρχε και ένα τμήμα αφιερωμένο στον κινηματογράφο. Εκεί διάβασα ότι υπάρχει και ένας άλλος κινηματογράφος, ποιοτικός, καλύτερος από αυτόν που έβλεπα στο χωριό μου. Τη λέξη «σινεφίλ» την έμαθα αργότερα. Τα έργα αυτά παιζόντουσαν σε ένα κινηματογράφο που λεγόταν Στούντιο.
  Είδα αρκετά έργα εκεί που τα έχω ξεχάσει, δεν θα ξεχάσω όμως το πρώτο έργο που είδα όταν ανέβηκα στην Αθήνα για να δώσω Πανελλαδικές: «Το πόστο».
  Μέναμε τότε με το φίλο μου το Θόδωρα σε μια γκαρσονιέρα που μας παραχώρησε ένας από τους μεταγενέστερους συγκάτοικούς μου όταν έγινα φοιτητής, ο Γιώργης ο Τζανετάκης. Κάθε μέρα που δίναμε εξετάσεις βλέπαμε κι από ένα έργο, και στις κενές μέρες δυο. Ο Θοδωρής το πλήρωσε, δεν πέρασε, πέρασε την επόμενη χρονιά στη Νομική Αθηνών. Εγώ ευτυχώς κατάφερα να περάσω στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών.
  Δεν θυμάμαι πόσα έργα είδα στο Στούντιο και στην Αλκυονίδα, τον άλλο σινεφίλ κινηματογράφο. Δεν έχει εξάλλου νόημα. Κάποια στιγμή, και για λόγους οικονομικούς και για λόγους τηλεόρασης έπαψα να πηγαίνω στον κινηματογράφο. Αγόραζα όμως πάντα τη Ραδιοτηλεόραση και σημείωνα ποιο κανάλι και πότε έπαιζε καλή ταινία. Από το 1988 που απόκτησα βίντεο τις έγραφα κιόλας.
  Υπήρχαν δυο εξαιρέσεις: ο Αγγελόπουλος και ο Κουροσάβα. Πήγαινα πάντοτε στον κινηματογράφο να δω την τελευταία τους ταινία. Μετά πέθανε ο Κουροσάβα. Πρόσφατα πέθανε και ο Αγγελόπουλος. Έτσι δεν πηγαίνω πια σινεμά.
  Φυσικά είδα και έργα άλλων σκηνοθετών στον κινηματογράφο, πολλά στην Ίριδα, στις προβολές που διοργάνωναν οι φοιτητές, όμως οι σκηνοθέτες που ξεχώρισα ήταν δυο: ο Αϊζενστάιν και ο Μπέργκμαν.
  Και ένας ακόμη: ο Woody Allen. Συνειδητά δεν βλέπω έργα του αμερικάνικου πολιτισμικού ιμπεριαλισμού και ειδικά της πιο μπας εκδοχής του, το Χόλιγουντ, αλλά ο Woody Allen αποτελεί εξαίρεση. Χολιγουντιανά έργα θα δω όπως ένας άλλος διαβάζει παραλογοτεχνία, όταν είμαι κουρασμένος και δεν θέλω να κουράσω και το μυαλό μου. Αυτό όμως συμβαίνει πολύ σπάνια.
  Τα έργα που προτιμώ να βλέπω είναι τριτοκοσμικά. Για να υποπέσουν στην αντίληψή μου σημαίνει ότι είναι πάρα πολύ καλά. Ιδιαίτερα είμαι φαν του Ιρανικού κινηματογράφου. Τον κινέζικο τον βλέπω βασικά για να κάνω practice στη γλώσσα, έχοντας ξεχωρίσει βέβαια κάποιους σκηνοθέτες όπως ο Zhang Yimou, Chen Kaige, Kar Wai-Wong και μερικούς άλλους. Και φυσικά ο ιαπωνικός κινηματογράφος με μαγεύει.
  Θα μπορούσα να αναφέρω πολλά ονόματα σκηνοθετών, αλλά δεν έχει νόημα. Θα παραπέμψω απλά στην ιστοσελίδα μου στην οποία γράφω για πάρα πολλές ταινίες.

Post a Comment