Book review, movie criticism

Tuesday, September 23, 2014

Αρχοντούλα Διαβάτη, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω



Αρχοντούλα Διαβάτη, Φεύγω αλλά θα ξανάρθω, Θεσσαλονίκη, Νησίδες 2014, σελ. 110

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Για την Αρχοντούλα Διαβάτη έχουμε ξαναγράψει, για το «Αλογάκι της Παναγίας» και τη «Μάνα του νερού». Σειρά έχει σήμερα το «Φεύγω αλλά θα ξανάρθω».
  Όπως μας πληροφορεί στον πρόλογο η συγγραφέας, πρόκειται για κείμενα που έγραψε για ένα περιοδικό. «Ήθελα να φωτογραφίσω το χρόνο» μας λέγει στην αρχή, και πράγματι πολλά κείμενα είναι λεκτικές φωτογραφίσεις εικόνων που βλέπει η Διαβάτη και εντυπωσιάζεται απ’ αυτές, σχολιάζοντάς τις. Κάτι ανάλογο κάνει και ο Κώστας Μαυρουδής στη «Στενογραφία, στην «Αθανασία των σκύλων», αλλά και σε άλλα βιβλία του. Μια από αυτές τις εικόνες δίνει και τον τίτλο του βιβλίου, αλλά και το κείμενο του οπισθόφυλλου.
  Όμως τα κείμενα δεν είναι μόνο εικόνες, είναι και επεισόδια από τη ζωή της συγγραφέως, βιβλία που διάβασε, ταινίες που είδε, που κεντρίζουν τη σκέψη της και πυροδοτούν συνειρμούς. Ξαναθυμηθήκαμε κι εμείς διαβάζοντάς τα βιβλία που διαβάσαμε όπως τη «Μητέρα του σκύλου» του συγχωρεμένου του Παύλου Μάτεση, ταινίες που είδαμε, όπως τα «Κορίτσια της βροχής» της συγχωρεμένης Αλίντας Δημητρίου, που τόσο γέλιο σκορπούσε στα αποχαιρετιστήρια τσιμπούσια της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας κάθε Ιούνη, της γυναίκας του Σωτήρη, του δασκάλου μας. Ακόμη τις ιρανικές ταινίες «Την ημέρα που έγινα γυναίκα» της Μεσκινί (να συμπληρώσω εδώ, η Μερσιγιέ Μεσκινί, βοηθός του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ που έγραψε το σενάριο, αργότερα έγινε γυναίκα του) και «Αυτό δεν είναι μια ταινία» του Τζαφάρ Παναχί.
  Στο «Της μεγάλης εβδομάδας» διαβάζουμε.
  «Η οκνηρία, για παράδειγμα, είναι παρεξηγημένο αμάρτημα. Όλοι οι καλλιτέχνες τεμπελιάζοντας δημιουργικά μέρες, μήνες ή και χρόνια, φτιάχνουν το ξεχωριστό τους σύμπαν, ή δεν τα καταφέρνουν ούτε και τότε, εντάξει. Εξάλλου ολόκληρος γαμπρός του Μαρξ, ο Πωλ Λαφάργκ, υποστήριζε υπεύθυνα Το δικαίωμα στην τεμπελιά, αναπτύσσοντας ένα σωρό επιχειρήματα απέναντι στην ξεπερασμένη, σαθρή ρήση: αργία μήτηρ πάσης κακίας» (σελ. 56).
  Έχω διαβάσει το βιβλίο του Λαφάργκ. Δεν νομίζω ο Στάλιν να επέτρεψε ποτέ την κυκλοφορία του στην ΕΣΣΔ. Και ο νομπελίστας ποιητής Γιόζεφ Μπρόντσκι διώχθηκε στην πρώην Σοβιετική Ένωση με την κατηγορία της τεμπελιάς.
  Μια ιστορία που αρέσει πολύ στο γιο μου είναι η παρακάτω.
  Ένας Σπαρτιάτης επισκέπτεται μια πόλη. Συζητώντας με τους κατοίκους μαθαίνει για κάποιον που καταδικάστηκε για τεμπελιά. Και ο Σπαρτιάτης: «Οδηγήστε με σε αυτόν τον άνθρωπο που ξέρει να ζει ευγενικά».
  Στο ίδιο κείμενο διαβάζουμε και αυτό το ωραίο:
  «Μεγάλη Τρίτη απόγευμα, προλαβαίνει να περάσει από την εκκλησία να ακούσει το τροπάριο της Κασσιανής. Για Λαγνεία πρόκειται. Ένας ύμνος για μια αμαρτωλή. Το έγραψε μια βυζαντινή κοπέλα που την απέρριψαν στα καλλιστεία. Η δημιουργικότητα οξύνεται, φαίνεται, μετά από ατυχήματα» (σελ. 57).
  Δεν πειράζει, να μας λείπουν.
  «…τελευταία τάξη του Γυμνασίου, άνοιξη, γυρνώντας από την “πενταήμερη” στη Ρόδο τους ζήτησαν στο πούλμαν να μην τραγουδάνε Θεοδωράκη, είχαμε δικτατορία εν τω μεταξύ, απαγορεύεται» (σελ. 58).
  Θυμάμαι κι εγώ, τεταρτοετής τότε, γυρνάγαμε με πούλμαν από την Αίγινα και τραγουδάγαμε το «Πότε θα κάνει ξαστεριά», και ο συνοδός καθηγητής μας είπε να σταματήσουμε, δεν επιτρέπεται να τραγουδάμε τέτοια τραγούδια. Τι να κάνει ο άνθρωπος, νοιαζόταν για το ψωμί του.
  Ένα κείμενο αναφέρεται σε μια διάλεξη που άκουσε η Διαβάτη, το «Ο θρυμματισμός στο έργο του Σολωμού», του Δημήτρη Χατζή. Διαβάζουμε.
  «Μέσα στο σπασμένο έργο του Σολωμού καθρεφτίζεται το σπασμένο πρόσωπο του Νέου Ελληνισμού» (σελ. 94).
  Έχω διατυπώσει άλλη άποψη γι’ αυτό, αλλά θυμάμαι στο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού, ίδια εποχή (1979 περίπου) που έδωσε μια άλλη διάλεξη, στην οποία εξέθετε «αναθεωρητικές» απόψεις περί λογοτεχνίας, τις οποίες υποστηρίζαμε εγώ και ο Γώγος ενάντια στους ζντανοφικούς της παρέας.
  Θα κλείσω με ένα απόσπασμα το οποίο προσυπογράφω απόλυτα.
  «Γιατί διαβάζουμε; Μα για την απόλαυση της γραφής, βέβαια. Αν προκύψουν προβληματισμός, διεύρυνση της συνείδησης, φιλοσοφική ενατένιση των πραγμάτων, μεγιστοποίηση της εμπειρίας από τα ξένα βιώματα ή ό,τι άλλο, ας θεωρηθούν παράπλευρα κέρδη. Τώρα και πάντα η ανάγνωση σώζει και παρηγορεί» (σελ. 86).
  Το ίδιο ισχύει και για τον κινηματογράφο. Στο ίδιο Κέντρο Ζωής και Πολιτισμού υποστήριζα τον Χοντρό και το Λιγνό με το αφιλοσόφητο αλλά υπέροχο χιούμορ τους. Αν και βρίσκονται στους αντίποδες του Τσάρλι Τσάπλιν με το κριτικό χιούμορ του, είναι εξίσου υπέροχοι.
  Μιλάμε για απόλαυση της γραφής (του κειμένου λέει ο Μπαρτ), αλλά απολαυστική βρίσκουμε κυρίως μια κωμωδία.
  Αυτά για την Αρχοντούλα. Εξαιρετικό το βιβλίο της, με το καλό και το επόμενο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης  
 
Post a Comment