Book review, movie criticism

Tuesday, September 9, 2014

12. Η σχέση μου με το κολύμπι



12. Η σχέση μου με το κολύμπι (η φωτογραφία τραβήχτηκε το καλοκαίρι του 2013 στο δρόμο της Θριπτής. Στο βάθος η Κόνιδα)


  Έμαθα να κολυμπώ όταν πήγα στο γυμνάσιο, στην Ιεράπετρα. Τότε μου αγόρασε ο πατέρας μου ένα ποδήλατο για το πηγαινέλα, και βέβαια το χρησιμοποιούσα και το καλοκαίρι για να πηγαίνω στη θάλασσα.
  Δεν ήξερα κολύμπι και δεν με έμαθε κανείς. Έμενα έξω έξω στην παραλία, εκεί που έσκαζε το κύμα, ακουμπώντας τα χέρια μου στο βυθό. Περπατούσα με τα χέρια, και καθώς για κάποιες στιγμές δεν ακουμπούσε κανένα χέρι κάτω, έπλεα. Την αρχή λίγο, μετά περισσότερο, μέχρι που έμαθα να κολυμπώ.
  Θυμάμαι τις επιστροφές από τη θάλασσα στο χωριό, με τον ήλιο να καίει από πάνω μας κι εμείς να ονειρευόμαστε λεμονάδες. Αλλά ήμασταν παιδιά, όσο να ’ναι το αντέχαμε.
  Θυμάμαι στις πανελλαδικές που κρατούσα το βιβλίο της ιστορίας και το διάβαζα στην παραλία. Για την ακρίβεια έξι βιβλία ιστορίας, ένα για κάθε τάξη. Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο λόγος, ίσως να περισπούσαν την προσοχή μου τα κορίτσια που μπαινόβγαιναν στο νερό, πάντως δεν κατάφερα να ολοκληρώσω την ανάγνωση· μιλάμε για μια ανάγνωση βέβαια. Νομίζω πρόλαβα και διάβασα μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Φυσικά στις εξετάσεις που δώσαμε τον Σεπτέμβριο (τότε δίναμε εξετάσεις στις πανελλαδικές) τον χειρότερο βαθμό τον έγραψα στην ιστορία, 15. Όχι 15 στα 20, το 15 ήταν το άθροισμα των βαθμών των δυο βαθμολογητών.
  Δεν νομίζω να υπήρχαν στρώματα εκείνη την εποχή, κάποιοι όμως χρησιμοποιούσαν σαμπρέλες αυτοκινήτων. Δεν θυμάμαι πως έπεσε στην κατοχή μου μια τέτοια σαμπρέλα, θυμάμαι όμως ότι με αυτή απομακρυνόμουν συχνά από την παραλία, ρεμβάζοντας. Ήλπιζα ότι το μαύρο χρώμα της θα αποθάρρυνε κανένα καρχαρία αν ξέπεφτε προς Ιεράπετρα μεριά από το να μου επιτεθεί.   
  Το ποδήλατο μόλις και με έφτασε να τελειώσω το γυμνάσιο (με τη χούντα το λύκειο είχε ενσωματωθεί πάλι στο γυμνάσιο. Δεν έχω απολυτήριο λυκείου, έχω απολυτήριο εξαταξίου γυμνασίου). Τρύπησε η σαμπρέλα, το λάστιχο ήταν ήδη χάλια, το παράτησα. Το πούλησα σε ένα χωριανάκι μου, θυμάμαι, πενήντα δραχμές. Στο εξής για τις διαδρομές μου στην Ιεράπετρα, σαν φοιτητής, πήγαινα με το λεωφορείο ή με οτοστόπ. Ναι, εκείνη την εποχή το οτοστόπ ήταν στην ημερησία διάταξη, τα αυτοκίνητα ήταν λίγα.
  Όταν απολύθηκα από το στρατό βρέθηκα μέσα στην αριστερή οργάνωση, για την οποία μίλησα στο κεφάλαιο για την πολιτική. Όλα τα μέλη (τα αρσενικά πάντα) είχαν μηχανάκι. Έτσι έπρεπε να αγοράσω κι εγώ. Ένα συντροφάκι με έμαθε οδήγηση στο μηχανάκι του, και ο σύντροφος και συγκάτοικός μου Γιώργης Παπαδάκης μου δάνεισε τα χρήματα για την προκαταβολή με την οποία αγόρασα το γιαμαχάκι μου, που μου κράτησε 25 συναπτά χρόνια (το αντικατέστησε μια 250άρα Καβασάκι Eliminator, και αυτή μια τετρακοσάρα Honda steed). Τις δόσεις τις έδινα από το μηνιάτικό μου. Δούλευα στο φροντιστήριο αγγλικών της κας Πολυξένη Μάρκου, όπως και τότε που ήμουν φοιτητής, στο Μαρούσι. 18 δόσεις, που τέλειωναν τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς, όταν δηλαδή σταμάταγε το φροντιστήριο για τις καλοκαιρινές διακοπές και άρχιζαν οι αφραγκίες. Στο εξής στην Ιεράπετρα στο μπάνιο πήγαινα με το μηχανάκι.
   Καμιά σχέση με το ποδήλατο. Το απαλό αεράκι σου χάϊδευε το δέρμα επιστρέφοντας. Βέβαια, κάποιες φορές με καύσωνα, ο λίβας σου έκαιγε το δέρμα, αλλά έτσι κι αλλιώς σε δέκα λεπτά ήμουν στο χωριό.
  Ήταν η εποχή που άρχισα συνειδητά να χρησιμοποιώ το μπάνιο σαν γυμναστική. Θυμάμαι, επί χρόνια έκανα την εξής διαδρομή: Έπεφτα από το γυμναστήριο και κολυμπούσα μέχρι τα ψαράδικα, εκεί που είναι οι ταβέρνες. Περπατώντας μετά γυρνούσα στο γυμναστήριο όπου είχα αφήσει τα πράγματά μου. Αργότερα έπαψα να κάνω αυτή τη διαδρομή και πήγαινα πάνω κάτω, όπως στο κολυμβητήριο, για μια ώρα.
  Κάποια φορά είπα να το αυξήσω, για περισσότερη άθληση. Έκανα αυτό το πάνω κάτω ένα ολόκληρο τρίωρο. Βγήκα συναχωμένος. Το νερό δεν ήταν ιδιαίτερα κρύο, όμως οι τρεις ώρες ήταν πολλές. Δεν το επιχείρησα ξανά.
  Για ηλιοθεραπεία δεν καθόμουνα καθόλου, ήξερα πόσο ήταν επικίνδυνος ο ήλιος, έφευγα. Αργότερα μόνο με την οικογένεια καθόμουν υποχρεωτικά κάτω από τα αλμυρίκια, ή σε μια ταβέρνα απέναντι παρακολουθώντας το γιο μου που κολυμπούσε. Ήταν πέντε χρονών όταν τον πήγα στον Πανελλήνιο, όχι για αθλητισμό αλλά για να μάθει να κολυμπάει. Έπρεπε όμως να έχω το βλέμμα μου κολλημένο πάνω του, παρόλο που ήξερε αρκετά καλό κολύμπι. Για χρόνια ήταν μόνιμα με μια μάσκα μέσα στο νερό.  
  Ο σύντροφος και συγκάτοικός μου Θανάσης Βένος με πήρε μια φορά,  πρωταπριλιά, για χειμερινό μπάνιο. Εγώ είχα τις αντιρρήσεις μου, ήμουν πάντα ευάλωτος στα κρυώματα, αλλά με έπεισε. Τελικά είδα ότι δεν ήταν τίποτα το φοβερό, απλά έπρεπε στην αρχή να κινούμαι γρήγορα μέχρι να ζεσταθώ. Και όταν έβγαινα έπρεπε βέβαια να ντυθώ αμέσως.
  Από τότε έγινα χειμερινός κολυμβητής, αν και όχι σε τακτική βάση. Πήγαινα στη Βουλιαγμένη. Κάποια εποχή άρχισα να πηγαίνω και στη λίμνη όπου το νερό ήταν ζεστό και μπορούσα να καλύπτω το στόχο, μια ώρα κολύμπι. Όμως το μπάνιο που πραγματικά απολάμβανα ήταν στις διακοπές του Πάσχα, σε ένα μαγευτικό κολπίσκο εκεί που είναι το ξενοδοχείο του Κάκκου, επτά χιλιόμετρα ανατολικά της Ιεράπετρας. Αυτό το μπάνιο το απολάμβανα γιατί μπορούσα να κάνω και ηλιοθεραπεία, καθώς ο ήλιος δεν έκαιγε εκείνη την εποχή. Περιττό να πω πως τις περισσότερες φορές δεν υπήρχε άλλος στην παραλία.
  Ένας χειμερινός κολυμβητής με τον οποίο έπιασα κάποτε κουβέντα στη Βουλιαγμένη μου είπε ότι όταν τα πόδια αρχίζουν να παγώνουν δεν έχει νόημα να μένεις μέσα στο νερό, μάλλον ζημιά σου γίνεται παρά ωφελείσαι. Έτσι κολυμπούσα περίπου είκοσι λεπτά, έβγαινα μετά έξω στον ήλιο, καθόμουνα κάμποση ώρα στην άμμο και μετά ξαναβουτούσα. Αυτό το έκανα τρεις φορές για να συμπληρώσω την ώρα.
  Όταν διορίστηκα στην Κάσο κάναμε παρέα με τον Μιχάλη τον Τζιλιάνο, από την Κέρκυρα, που έκανε τότε το αγροτικό του. Κάποια φορά πάνω στη συζήτηση έμαθα ότι ήταν και αυτός χειμερινός κολυμβητής. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στη θάλασσα παρέα.
  Τότε ήταν που πέρασα μια από τις μεγαλύτερες τρομάρες της ζωής μου.
  Θυμάμαι, ήταν τέλος Γενάρη του 1983. Φυσούσε φοβερός νοτιάς και εμείς χωρίς να το καταλάβουμε, σε λιγότερο από δέκα λεπτά, είχαμε ξανοιχτεί σε αρκετή απόσταση βόρεια του νησιού, εκεί που είναι το αεροδρόμιο και το οποίο δεν είχε τεθεί ακόμη σε λειτουργία. Εκεί πηγαίναμε και κολυμπάγαμε. Κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε το πόσο είχαμε απομακρυνθεί και αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω.
  Ήταν πολύ δύσκολη η επιστροφή, έχοντας κόντρα τον άνεμο. Φτάνω ξεπνεμένος στην ακτή μετά από μια ώρα, κοιτάζω πίσω μου, πουθενά ο Μιχάλης. Πνίγηκε, σκέφτομαι και με έπιασε πανικός. Άρχισα να φωνάζω σε μια παρέα που ήταν εκεί κοντά και επιθεωρούσε το αεροδρόμιο. –Έχασα το Μιχάλη, πνίγηκε ο Μιχάλης.
   Ο δήμαρχος που ήταν ανάμεσά τους, πιο ψύχραιμος, κοίταξε τη θάλασσα και κατά πλάτος, όχι μόνο κατά βάθος, όπως εγώ. –Αυτός δεν είναι; Μου λέει και μου δείχνει κάποιον που κολύμπαγε διακόσια μέτρα δυτικά.
  Ήταν αυτός. Για να μην έχει κόντρα τον αέρα προτίμησε να κολυμπήσει προς το πλάι, δυτικότερα. Η καρδιά μου πήγε στον τόπο της.
  Το καλοκαίρι που μας ήλθε πήρα μια ανάλογη τρομάρα, στην Κρήτη αυτή τη φορά.
  Απέναντι από τον Παχύ Άμμο είναι ένα μικρό νησάκι, η Κόνιδα. Την ονομάσανε Κόνιδα σε αντιδιαστολή προς την Ψείρα, ένα μεγαλύτερο νησάκι βορειοανατολικά, όπου υπάρχουν αρχαία κτίσματα. Απέχει από την ακτή, όπως μου είπαν, 1,2 μίλια, δηλαδή κάπου δυο χιλιόμετρα.
  Το είχα βάλει αμέτι μουχαμέτι να πάω κολυμπώντας σ’ αυτό το νησάκι. Και μια μέρα που είχε νηνεμία το επιχείρησα. Είχα σχεδόν φτάσει όταν πέρασε δίπλα μου μια βάρκα με τον συγχωρεμένο το Αντωνιό του Μενέλα που έφυγε πριν λίγες βδομάδες, πλήρης ημερών. Μενέλαος ο πατέρας του, Μενέλαος και ο γιος του.
  -Συνάντησες τίποτα στο δρόμο σου; Με ρωτάει.
  -Σαν τι;
  -Κανένα σκυλόψαρο.
  -Έχει σκυλόψαρα;
  -Πριν λίγο συναντήσαμε ένα.
  -Πότε γυρνάτε;
  -Σε καμιά ώρα.
  -Να περάσετε να με πάρετε.
  Πράγματι σε μια ώρα περίπου πέρασαν και με πήραν.
  Εγώ όμως ήθελα να κάνω αυτή τη διαδρομή αλέ ρετούρ. Έτσι ένα άλλο πρωινό που η θάλασσα ήταν λάδι το επιχείρησα.
  Θα ήμουν καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά από το νησάκι όταν ένοιωσα ένα φοβερό πόνο στο πόδι μου. Δεν ήταν κράμπα, κράμπα με έπιανε συχνά όταν ήμουν μαθητής και μπορούσα να ξεχωρίσω τον πόνο. Κάποιο σκυλόψαρο με δοκιμάζει, σκέφτηκα, να δει αν τρώγομαι.
  Μακάρι να ήμουν όπως μου έλεγε η μακαρίτισσα η μάνα μου, που όταν αγανακτούσε μαζί μου μού έλεγε: «Εσύ μήτε τρώεσαι μήτε μασέσαι», τυπική φράση εκείνη την εποχή για κάποιον που είναι ανυπόφορος.
  Όμως αν τελικά τρωγόμουνα;
  Έκανα τρομαγμένος ένα κατοστάρι προς το νησί. Σε λίγο νοιώθω ένα άλλο οξύ πόνο, στον ώμο αυτή τη φορά. Ξεπνεμένος φτάνω στην ακτή. Κοιτάζω το πόδι μου, δεν είδα να λείπει κανένα κομμάτι. Κοιτάζω τη θάλασσα, γεμάτη τσούχτρες.
  Δεν με είχε ξανατσιμπήσει τσούχτρα και δεν ήξερα τι πόνο κάνει. Θυμάμαι μόνο στην Κάσο το μικρό γιο του λιμενοφύλακα να ουρλιάζει ξαφνικά μέσα στη θάλασσα καθώς τον τσίμπησε τσούχτρα.
  Έκανα μια ώρα να φτάσω, τόση ώρα μου χρειάζεται περίπου για να διανύσω δυο χιλιόμετρα κολυμπώντας χαλαρά. Έμεινα κανένα τέταρτο να ξεκουραστώ, επιθεωρώντας για άλλη μια φορά τη χλωρίδα και την πανίδα του νησιού. Θυμάμαι ένα μεγάλο καβούρι που κανιβαλικά καταβρόχθιζε ένα άλλο μικρότερο. Μετά πήρα το δρόμο της επιστροφής.
  Στο μεταξύ είχε σηκωθεί ένα ελαφρό κυματάκι. Εγώ κολυμπούσα πάντα ύπτια όταν δεν φυσούσε κύμα, για πιο ξεκούραστα. Πλησιάζοντας στην ακτή ένοιωθα κάθε σταγόνα νερού που κτυπούσε το μάτι μου σαν βελόνα που με κάρφωνε. Κάποιος μου εξήγησε μετά ότι το νερό είχε αφαιρέσει μια στιβάδα κύτταρα γι’ αυτό πονούσα τόσο πολύ.
  Μπορεί.
  Έτσι κι αλλιώς δεν το ξαναεπιχείρησα.
  Έξω από το μώλο ήταν η συγχωρεμένη η Μαρκησία, η μητέρα του φίλου μου του Μιχάλη του Κωστάκη, που είχε έλθει να με προϋπαντήσει, μήπως χρειαζόμουν καμιά βοήθεια. Είχα την προνοητικότητα να ενημερώσω τους φίλους μου για το εγχείρημά μου. Αν εξαφανιζόμουν και δεν έβρισκαν το πτώμα μου, ή έστω ό,τι είχαν αφήσει απ’ αυτό τα σκυλόψαρα, να ξέρουν πού είχα χαθεί.
  Όχι μόνο στου Κάκκου αλλά και στη Βουλιαγμένη, όχι μόνο στη λίμνη αλλά και στη θάλασσα, απολάμβανα ηλιοθεραπεία φθινόπωρο και άνοιξη. Έπρεπε όμως να είναι λιακάδα και να μην κάνει κρύο. Μετά το μπάνιο ξάπλωνα στην αμμουδιά, και ή διάβαζα ένα βιβλίο ή άκουγα μουσική από το κινητό μου. Ήταν από τα πρώτα κινητά, Νόκια, που είχαν ενσωματωμένο ραδιόφωνο και μπορούσες να εισαγάγεις και μουσική στη μνήμη τους χωρίς να έχουν υποδοχή για κάρτα sd. Μόλις που χώραγε μια συμφωνία. Θυμάμαι που είχα επιλέξει την πέμπτη του Σοστάκοβιτς, η οποία μου άρεσε πάρα πολύ.
  Είχα διαβάσει ότι το μπάνιο είναι η καλύτερη άθληση, καθώς με τις κινήσεις μέσα στο νερό οι μύες δεν καταπονούνται. Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.
  Το χειμερινό μπάνιο το σταμάτησα το 2002, όταν άρχισα να πηγαίνω στο κολυμβητήριο. Ξεκίνησα με το ανοιχτό κολυμβητήριο στη Βεΐκου, μετά όταν έκλεισε για τους ολυμπιακούς πήγα στο κλειστό κολυμβητήριο της Γκράβας, και έπειτα ξανά πίσω στο κολυμβητήριο της Βεΐκου.
  Θυμάμαι.
  Την προηγούμενη είχε χιονίσει, η Πάρνηθα ήταν κάτασπρη. Στο κολυμβητήριο μπήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα εγώ και μια κοπέλα, πρωί πρωί. Κανείς άλλος δεν ήταν μέσα, αλλά ούτε και μετά ήλθε κανείς.
  Κολυμπάγαμε, κολυμπάγαμε, και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι κάναμε κόντρα. Κανείς δεν έβγαινε, περιμένοντας τον άλλο να βγει πρώτος. Πέρασε μια ώρα, πέρασε μιάμιση, ήμουν αποφασισμένος να κερδίσω αυτό το συναγωνισμό. Μετά από ένα τέταρτο βγήκε αυτή. Εγώ ντράπηκα να βγω αμέσως, θέλοντας να δείξω ότι δεν το έκανα για την κόντρα. Βγήκα μόλις συμπλήρωσα δίωρο.
  Έχω πρόβλημα με τη μέση μου, κοίλη μεσοσπονδύλιου δίσκου, και κατά καιρούς με πονάει πολύ. Ήξερα ότι όταν έχω φλεγμονή σε έξαρση η μέση δεν θέλει καταπόνηση, όμως το κολύμπι, και όχι μόνο για μένα φαντάζομαι, ήταν κάτι σαν εθισμός. Αφού έβλεπα την κατάσταση να επιδεινώνεται πήρα απόφαση να μειώσω τη διάρκεια, και να την αυξήσω σταδιακά. Την επόμενη φορά που πήγα κολύμπησα μόνο ένα τέταρτο. Μετά είκοσι λεπτά. Μετά εικοσιπέντε.
  Σταμάτησα στα τρία τέταρτα. Σε λίγο θα έκλεινα τα εξήντα, δεν ήταν ανάγκη να καταπονούμαι τόσο πολύ. Με αποθάρρυνε και το γεγονός της διάρκειας, μια ώρα ήταν πολύ, πολλές φορές εύρισκα τον εαυτό μου απρόθυμο να πάω στο κολυμβητήριο, όχι για να μην κουραστώ αλλά γιατί η μια ώρα μου φαινόταν πολύς χρόνος για να τον αφιερώσω στο κολύμπι.
  Παλιά είχα πάθει μια φωτοδερματίτιδα στη μύτη που με ταλαιπώρησε αρκετά, και παρόλο που απαγορευόταν εγώ έβαζα κρέμα στη μύτη.
  Αυτό δεν με προφύλαξε όπως νόμισα. Έβγαλα ένα βασικοκυτταρικό επιθηλίωμα. Το αφαίρεσα, και ευτυχώς η βιοψία έδειξε ότι έγινε ολική αφαίρεση, δεν έμεινε ρίζα. Όμως δεν τολμούσα πια να ξεμυτίσω στον ήλιο. Την επόμενη φορά μπορεί να είναι μελάνωμα, σκεφτόμουν. Αμέσως άλλαξα κολυμβητήριο, πήγα στο κλειστό της Γκράβας, και από τότε τα καλοκαίρια πηγαίνω στον κολπίσκο του άγιου Ανδρέα στην Ιεράπετρα αργά το απόγευμα, κανονίζοντας να βγω από τη θάλασσα λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Στον κολπίσκο στου Κάκκου δεν ξαναπάτησα.
  Όμως δεν ήταν αυτό το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισα.
  Είχα κατά καιρούς πόνο στον αριστερό ώμο, στην κλείδωση. Τον αντιμετώπιζα με έμπλαστρα salonpas, επί χρόνια. Ξαφνικά το πρόβλημα επιδεινώθηκε δραματικά. Το λέω στο φίλο μου το Νίκο τον Παναγιώτου, φαρμακοποιό, ο οποίος αποφαίνεται αμέσως: «Το κολυμβητήριο». Μου έδωσε ένα αποτελεσματικό αντιφλεγμονώδες ειδικά για τα προβλήματα των ώμων όπως μου είπε, το biofenac. Πράγματι σε δέκα μέρες ο πόνος μου πέρασε. Το έψαξα στο διαδίκτυο, και κάπου διάβασα ότι κάθε κίνηση του χεριού που περνάει το ύψος του ώμου καταπονεί την ωμοπλάτη. Θέλησα να προειδοποιήσω μια μαθήτριά μου, κολυμβήτρια, η οποία μου είπε πως το ξέρει, και ότι κατά καιρούς έχει και αυτή πρόβλημα με τον ώμο και τη μέση της. Πείστηκα τότε ότι πρέπει να εγκαταλείψω το κολυμβητήριο και να το αντικαταστήσω με την παλιά, δοκιμασμένη άθληση που συστήνουν όλοι οι καρδιολόγοι, το περπάτημα, το οποίο είχα σταματήσει μόλις άρχισα το κολυμβητήριο. Αρχικά πήγαινα πάλι στο Αττικό Άλσος, αλλά στη συνέχεια βρήκα πιο βολικό να πηγαίνω στο παρκάκι που βρίσκεται δίπλα στο σπίτι μου, στα Καραγιαννέικα. Επίσης έπαψα να περπατάω μια ώρα, όπως συνήθιζα, αλλά τρία τέταρτα. Τώρα που είμαι συνταξιούχος έχω σαν στόχο να περπατάω δυο φορές την ημέρα, πράγμα που σπάνια καταφέρνω, αλλά και μια φορά τη μέρα πιστεύω ότι είναι αρκετό. Έβγαλα και το δικό μου απόφθεγμα: καλύτερα να περπατάς πριν το έμφραγμα παρά μετά το έμφραγμα.
  Όχι, δεν παράτησα το κολύμπι. Κολυμπώντας μόνο στις καλοκαιρινές διακοπές δεν έχω πρόβλημα, όπως δεν είχα και παλιά. Όμως οκτώ περίπου χρόνια κολύμπι, χειμώνα καλοκαίρι χωρίς διακοπή, ήταν πάρα πολλά. Τώρα ευτυχώς δεν έχω κανένα πρόβλημα στην ωμοπλάτη, πρόβλημα για το οποίο είχα καταφύγει τρεις φορές και σε φυσιοθεραπευτή. Έφυγε οριστικά με την ηλεκτρική θερμοφόρα που χρησιμοποίησα το χειμώνα που πέρασε.
Post a Comment