Book review, movie criticism

Sunday, January 4, 2015

10. Σινεμά



10. Σινεμά

  Έχω εδώ και καιρό κάτι να γράψω, και βαριέμαι. Και τώρα βαριέμαι, αλλά νομίζω ότι πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου. Το ότι τα κείμενα αυτά είναι χωρίς μεγάλη αξία, που μια μεταθανάτια έκδοσή τους αξίζει μόνο αν προθανάτια καταφέρω να φτιάξω κάποιο όνομα, δεν αποτελεί καθόλου κίνητρο. Το directory που τα καταχωρώ έχει το όνομα rien, όνομα που τον εμπνεύστηκα από τα riens philosophiques του Soeren Kirkegaard. Γράφω δυο η ώρα, γυρνώντας από του Χρίστου, που μας κάλεσε μαζί με τον Γραμματά. Ημέρα της γιορτής μου, μια και έχει περάσει η 12η νυκτερινή.
  Μου αρέσει ο σινεμάς, και πολλές ιδέες μου έρχονται βλέποντας κινηματογραφικά έργα. Δυο τέτοια έργα που είδα σήμερα είναι «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κακογιάννη, και το «Η γεύση του κερασιού» του ιρανού Αμπάς Κιαροστάμι, χρυσός φοίνικας στις Κάννες το 1997.
  Βλέποντας στο «Βυσσινόκηπο» μεγάλα κυπαρίσσια, και τον ήρωα να εκθειάζει τη ζωή στην εξοχή, ένιωσα ένα μεταφυσικό τρόμο. Η επαρχία μένει αμετάβλητη, ως φύση, ενώ εσύ είσαι καταδικασμένος να χαθείς. Στην πόλη όμως όλα μεταβάλλονται. Στην επαρχία έχεις την αίσθηση της φθαρτότητάς σου, της προσωρινότητάς σου, απέναντι σε ένα χώρο αμετάβλητο, που υποβάλλει την αίσθηση της αιωνιότητας: τα βουνά, ο ουρανός, τα αστέρια. Στην πόλη, καθώς όλα είναι φθαρτά και μεταβαλλόμενα, μια και ο χώρος αλλάζει διαρκώς, καινούρια σπίτια, καινούριοι δρόμοι, νιώθεις τον εαυτό σου τμήμα αυτής της αλλαγής. Έτσι αποδέχεσαι πιο εύκολα την προσωρινότητά σου πάνω στη γη, αφού τελικά τα πάντα είναι προσωρινά, δηλαδή αυτά που βλέπεις.
  Εσύ; Θέλω να πω εγώ. Μετά από αυτά που διάβασες (αν τα διάβασες), ίσως κι εσύ. 
  Εντόπισα και ένα πλεονέκτημα του κινηματογράφου απέναντι στο θέατρο.
  Βλέπουμε μια συνεχή εναλλαγή σκηνών ανάμεσα στη δημοπρασία του βυσσινόκηπου και της δεξίωσης που δίνουν αμέριμνοι οι ιδιοκτήτες του στο μέγαρό τους, πράγμα που υπογραμμίζει ειρωνικά το θάνατο της παλιάς τσαρικής αριστοκρατίας. Αυτή η εναλλαγή δεν υπάρχει στο θεατρικό έργο, για λόγους ασφαλώς σκηνικής οικονομίας.
  Στο τέλος ο Λοπάχιν δεν κάνει τελικά πρόταση στη Βάρια. Αν θα έκανε, τι θα άλλαζε στο έργο;
  Υπάρχει ένα ωραίο θέμα για μελέτη: Σε κάποια έργα βλέπουμε ένα τραγικό, ή έστω unhappy, τέλος, που δεν συντελείται κατά το «αναγκαίο», όμως συντελείται κατά το «εικός». Το πρώτο παράδειγμα, που με οδήγησε στην παραπάνω σκέψη είναι το Monte Mario, του Carlo Cassola. Το διάβασα στο πρωτότυπο, πριν καμιά εικοσαριά χρόνια. Το τέλος του εντυπώθηκε στη μνήμη μου. Οι δυο ήρωες θα μπορούσαν να μονιάσουν, αντί να χωρίσουν. Η γυναίκα νομίζω βρίσκεται σε στιγμιαίο δίλημμα. Και αποφασίζει να φύγει. Τι θα άλλαζε αν έμενε;
  Στο «Μοναστήρι της Πάρμας» οι ήρωες, αντί να ζήσουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, πεθαίνουν, νομίζω σε λίγους μήνες. Τι θα γινόταν δηλαδή αν δεν πέθαιναν;
  Το τι θα γινόταν αν ο Ρωμαίος και η Ιουλιέττα δεν πέθαιναν το ξέρουν ίσως οι θεατές του έργου τον 18ο αιώνα (νομίζω), όπου οι σκηνοθέτες άλλαζαν το τέλος του σαιξπηρικού έργου επί το αισιοδοξότερον.
  Νομίζω ότι οι συγγραφείς με τέτοιο τέλος θέλουν να μας υποβάλλουν μια τραγική αίσθηση της ζωής. Θέλουν να μας κάνουν να νιώσουμε λύπη για τη μοίρα των ηρώων τους, αντί να χαρούμε με την ευτυχία τους. Ίσως να εκφράζουν έτσι τα προσωπικά τους αισθήματα απέναντι στη ζωή. Το τέτοιο ή τέτοιο τέλος δίνει πιθανόν τη δική τους, απαισιόδοξη ή αισιόδοξη, αίσθηση της ζωής. Όπως έχει επισημάνει η κριτική (δεν θα ψάξω τώρα να βρω πού το διάβασα), ενώ το «Πόλεμος και Ειρήνη» είναι ένας χείμαρρος αισιοδοξίας, και η Κίτυ κουνάει τα μωρόπανά της σαν σημαίες, από την «Άννα Καρένινα» αναβλύζει ένα σκοτεινό, απαισιόδοξο αίσθημα. Ο συγγραφέας δεν είναι πια νιόπαντρος, και είναι δέκα χρόνια πιο μεγάλος.
  Πρόχειρες σκέψεις, μάλλον θα πραγματευτώ το θέμα σε ιδιαίτερη μελέτη.
  Βλέποντας τη ζωή της αριστοκρατίας, έχω την αίσθηση ότι γεννήθηκα σε λάθος εποχή και σε λάθος τάξη. Απεχθάνομαι την εργασία που κάνει κανείς για να βγάζει χρήματα. Μου αρέσουν τα χόμπυ, οι ξένες γλώσσες, το διάβασμα, το γράψιμο. Αν αντί να τρέχω να κάνω κινέζικα στον «Ελληνοκινεζικό σύνδεσμο» έκανα ιδιαίτερα μαθήματα, τα οικονομικά μου θα ήταν καλύτερα. Θυμάμαι πόσο μου την έσπαγε ένα ιδιαίτερο που είχα τρεις φορές την εβδομάδα, αγγλικά, λίγο πριν κτίσουμε το σπίτι. Έμπαινε σφήνα στα βράδια μου. Μόλις καθόμουν να διαβάσω κάτι, έπρεπε να το παρατήσω και να τρέξω στο μάθημα.
 Κατά κάποιο τρόπο ζω μια πνευματική αριστοκρατική ζωή, χωρίς να είμαι αριστοκράτης. Ή μάλλον σαν ξεπεσμένος αριστοκράτης, δηλαδή φτωχός.
   Ας έλθουμε στο έργο του Κιαροστάμι, που πραγματεύεται την αυτοκτονία.
  Βλέπω εδώ ένα εντυπωσιακό εφέ απροσδόκητου. Ο ήρωας ψάχνει κάποιον να του κάνει μια δουλειά, για την οποία του προσφέρει πολλά λεφτά. Ρωτάει δυο τρεις νεαρούς. Τόσο αυτοί, όσο και ο θεατής, νομίζουν ότι πρόκειται για gay, και ψάχνει για σεξουαλική ικανοποίηση. Αργότερα μαθαίνουμε ότι απλώς ψάχνει κάποιον για να τον θάψει, αφού θα έχει αυτοκτονήσει.
  Το εφέ υπονομεύτηκε από τη «ραδιοτηλεόραση», που δίνει την υπόθεση του έργου. Όμως για τους πρώτους θεατές λειτούργησε αυθεντικά, καθώς και για όσους τηλεθεατές τελικά βλέπουν έργα κάνοντας ζάπινγκ, χωρίς να ενδιαφέρονται να διαβάσουν κάτι για αυτά στα σχετικά έντυπα.
  Δεν πρόλαβα να δω όλο το έργο, γιατί έπρεπε να πάμε στην επίσκεψη. Το θέμα που είχα στο νου μου να γράψω εδώ και μερικές μέρες, και βαριόμουνα να το γράψω, ήταν σχετικά με τις εκτελέσεις, και επεκτάθηκε και στην αυτοκτονία.
  Σκεφτόμουνα ότι αν ήταν να με εκτελέσουν, καθώς θα με οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης θα προσπαθούσα να αρπάξω το όπλο κανενός φρουρού, και θα πουλούσα ακριβά το τομάρι μου.
  Γιατί δεν το κάνουν αυτό όλοι οι μελλοθάνατοι;
  Πιστεύω διότι η εκτέλεση είναι μια τελετουργία, που ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία. Ο μελλοθάνατος είναι όπως ο γαμπρός με τη νύφη, στο επίκεντρο της προσοχής. Αυτό πιθανό ναρκώνει τις αισθήσεις, και οδηγεί τον μελλοθάνατο σαν αρνί στον τόπο της εκτέλεσης. Εκείνος νομίζω ότι είναι ο λόγος, και όχι το άσκοπο της απόπειρας, αφού δηλαδή έτσι κι αλλιώς δεν θα γλιτώσει το θάνατο.
  Πιστεύω ότι οι γιαπωνέζοι αυτοκτονούν τόσο εύκολα γιατί με το «σεπούκου» έχουν αναγάγει την αυτοκτονία σε τελετουργία. Με την τελετουργική αυτοκτονία αμβλύνεται το αποτρόπαιο και το επώδυνο της πράξης. Ο αυτόχειρας αναδεικνύεται ως ο πρωταγωνιστής αυτής της τελετουργίας, όπως ο ιερέας στη θεία λειτουργία, ή όπως το θύμα σε μια ανθρωποθυσία. Η κανονικότητα με την οποία διαδέχεται η μια φάση την άλλη, δίνουν την αίσθηση του υψηλού και του αναπόφευκτου. Ευτυχώς που εμείς εδώ στη Δύση δεν έχουμε επινοήσει τελετουργικές αυτοκτονίες. Αλλιώς θα θρηνούσαμε περισσότερους αυτόχειρες.
  Θυμάμαι την αυτοκτονία του Χ. Πρέπει να ήταν ιδιαίτερα οδυνηρή, γιατί την έκανε αναπόφευκτη. Υποσχέθηκε στους φίλους του ένα φανταστικό «πρωταπριλιάτικο», που «θα τους έπιανε όλους». Έτσι δεν είχε περιθώρια αναβολής, αν προς στιγμή δείλιαζε, γιατί κινδύνευε να γελοιοποιηθεί.
  Έγραψα ένα διήγημα γι αυτή. Το έδωσα στον αδελφό του να το διαβάσει. Τελικά η οικογένεια προτίμησε να μη δημοσιευτεί. Σεβάστηκα την επιθυμία της.  10-2-2002
(τωρινή σημείωση: μετά από 10 χρόνια δημοσιεύτηκε στη συλλογή διηγημάτων «Το Φραγκιό». Ο τίτλος του «Πρωταπριλιάτικο»)
Post a Comment