Book review, movie criticism

Monday, April 11, 2016

Μανόλης Γ. Σέργης, Αστική λαογραφία. Αναπαραστάσεις της Αθήνας στο συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Μητσάκη



Μανόλης Γ. Σέργης, Αστική λαογραφία. Αναπαραστάσεις της Αθήνας στο συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Μητσάκη, Ηρόδοτος 2016, σελ. 895

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

  Μια ενδιαφέρουσα λαογραφική μελέτη μέσα από τη λογοτεχνία

  Ήταν και δική μου πεποίθηση, όχι μόνο του φίλτατου Μανόλη με τον οποίο με συνδέουν τόσες ευχάριστες αναμνήσεις από το πρόγραμμα τις Εξομοίωσης (Κήθυρα και Γύθειο), ότι η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει πολύ χρήσιμο εργαλείο για λαογραφικές, ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες, και δεν ξέρω τι άλλο ακόμη. Μάλιστα πριν από 25 τόσα χρόνια, σε μια ημερίδα της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας που τότε λειτουργούσε στα πλαίσια του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης του Συνασπισμού και της οποίας υπεύθυνος είναι ο Σωτήρης Δημητρίου και που είχε θέμα «Η τιμή και η ντροπή στη Μεσόγειο», είχα κάνει μια εισήγηση που είχε τίτλο «Η τιμή και η ντροπή στο έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη». Μια άλλη εισήγηση που έκανα λίγα χρόνια αργότερα, πάλι σε ημερίδα της ομάδας κοινωνικής ανθρωπολογίας με θέμα «Παρελθόν και μέλλον της ανισότητας των φύλων», είχε τίτλο «Η τιμωρία της μοιχαλίδας στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα». Έτσι για μένα ήταν ευχάριστη έκπληξη να μάθω ότι ο Μανόλης είχε ασχοληθεί με κάτι ανάλογο, πολύ πιο «φιλόδοξο», και γι’ αυτό πολύ πιο απαιτητικό. Οι κοντά 900 σελίδες μεγάλου σχήματος του βιβλίου με τη μικρή γραμματοσειρά το μαρτυρούν.
  Πριν λίγους μήνες διάβασα μια παρόμοια εργασία, λιγότερο απαιτητική, ενός επίσης πανεπιστημιακού, του Γεράσιμου Ζώρα, με τίτλο «Η Ιταλία του Βασίλη Βασιλικού» (εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος). Δίνει μια εικόνα της Ιταλίας και κυρίως της Ρώμης μέσα από κείμενα του Βασιλικού, αλλά και άλλων συγγραφέων.
  Ο Μητσάκης (1863-1916) είναι από τους συγγραφείς που είχα αγαπήσει στα μαθητικά μου χρόνια. Η «Αρκούδα» είχε μείνει ανεξίτηλη στη μνήμη μου. Μάλιστα σε ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών στο οποίο συμμετείχα, στα ΠΕΚ, το 1993, για τη δειγματική διδασκαλία που έπρεπε να κάνω στο τέλος του προγράμματος επέλεξα αυτό το διήγημα του Μητσάκη.
  Για μένα ήταν η «Αρκούδα», για τον Σέργη το «Φίλημα» όπως μας λέγει στο «Προλόγισμα», διήγημα επίσης πολύ συγκινητικό. Παρόλο που ο Σέργης δεν είναι σίγουρος ότι ο Μητσάκης αποδίδει ιστορικό γεγονός, όμως αυτό το φαινόμενο, το να τιμάς τον αντίπαλό σου, δεν είναι κάτι συνηθισμένο. Ούτε συνηθισμένο να δείχνεις το ανώτερο ήθος ενός εχθρού σου, και συγκεκριμένα του Ιμπραήμ.  
  Στην εκτενή εισαγωγή του ο Σέργης παραθέτει τα περιεχόμενα κάθε ενότητας, αναφερόμενος πολύ συχνά στην νεωτερικότητα, στην οποία τότε είχαν εισέλθει όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η Ελλάδα περίπου υποκύπτει σ’ αυτήν.
  Το πρώτο κεφάλαιο ασχολείται με «Βασικά θεωρητικά ζητήματα». Ο Σέργης αντλεί θεωρητικά εργαλεία από κορυφαίους του χώρου. Θα σταθώ στο διαχωρισμό κοινότητα/κοινωνία του Tönnies, με τα πλεονεκτήματα αλλά και τα μειονεκτήματα που εμπεριέχει η κάθε μια, και τα οποία έζησα, και πολλοί από μας άλλωστε, πρώτα της κοινότητας στα χωριά μας, μετά της κοινωνίας στην Αθήνα που μας ρούφηξε, αρχικά σαν φοιτητές και μετά επαγγελματικά. Ο Μπουρντιέ και ο Φουκώ είναι εκείνοι στους οποίους κάνει τις περισσότερες αναφορές, σε όλο το βιβλίο.
  Αντιγράφω ένα απόσπασμα που αποτελεί και προσωπική μου εμπειρία.
  «Η Αποστολίδου έχει δίκιο όταν υποστηρίζει πως τα έργα με το υψηλότερο ποσοστό μυθοπλασίας, που εδράζονται στην περιφέρεια της Ιστορίας και εστιάζονται στην υποκειμενικότητα, μας φέρνουν κοντύτερα στη δομή της αίσθησης μιας παρελθούσας εποχής» (σελ. 173).
  Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στη βιογραφία του Μητσάκη. Αντιγράφω από εκεί.
  «…όπως το νόημα μιας λέξης για τον Wittgenstein είναι η χρήση της…» (σελ. 257).
  Αγνοούσα ότι είχε πει τέτοιο πράγμα ο Wittgenstein. Έχω γράψει ότι δεν με ενδιαφέρει πώς ερμηνεύουν οι ερμηνευτές του κορανίου τον όρο τζιχάντ (αγώνας για εσωτερική τελείωση, ή δεν ξέρω πώς αλλιώς), με ενδιαφέρει πώς τον εννοεί ο κόσμος. Θυμάμαι σε μια διαδήλωση κατά των αμερικανών, δεν θυμάμαι για ποιο γεγονός, μια μεσόκοπη γυναίκα να σηκώνει οργισμένη το χέρι της και να φωνάζει «τζιχάντ», δηλαδή πόλεμος κατά των απίστων. 
  Εριστικός και σαρκαστής ο Μητσάκης, είχε δημιουργήσει αντιπάθειες. Σε αυτό αποδίδει ο Σέργης το ότι δεν κατάφερε να δει τυπωμένο ένα δικό του βιβλίο. Δείγμα της σάτιράς του είναι ο ονειροκρίτης του, από τον οποίο παραθέτω δειγματικά ένα απόσπασμα.
  «Άχυρα (αν ίδεις ότι τρώγεις): θα πιστεύσεις τας υποσχέσεις πολιτευομένου» (σελ. 330).
  Αρκετά τραγική η ζωή του, τραγικότερο το τέλος του. Όπως και ο Βυζηινός κατέληξε στο ψυχιατρείο, όπου πέρασε τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του.
  Το τρίτο κεφάλαιο επιγράφεται «Η Αθήνα πρωτεύουσα και κέντρο του ελληνισμού», ενώ το τέταρτο «Η μετάλλαξη της αθηναϊκής τοπογραφίας και οι χώροι της πόλης του Μητσάκη». Εδώ διαβάζουμε την παροιμία: Όποιος τη νύχτα πορπατεί, ή κλέβει ή πορνεύγει/ ή μαύρα μάτια κυνηγά ή σκοτωμό γυρεύγει. Δεν ξέρω αν λόγοι κοσμιότητας έκαναν τον Σέργη να μην αναφέρει και την παραλλαγή της: Όποιος τη νύχτα πορπατεί, λάσπες και σκατά πατεί.
  Στο επόμενο κεφάλαιο που έχει τίτλο «Κοινωνικές τάξεις, πολιτισμικά ήθη…» διαβάζουμε: «…η Αθήνα διασκεδάζει με πετροπόλεμο κάθε Κυριακή, είναι σχεδόν “θεσμός ψυχαγωγικός”, άνθρωποι όλων των ηλικιών και των δύο φύλων “αγωνίζονται για το γόητρο της συνοικίας τους”» (σελ. 566).
  Θυμάμαι, κι εμείς οι κατωχωρίτες παίζαμε πετροπόλεμο με τους πισκοπιανούς. Όμως μόνο τα παιδιά, και όχι κάθε Κυριακή, αλλά όταν τσακωνόμασταν.
  Στο VI κεφάλαιο ο Σέργης μιλάει για τις «Ευπαθείς και παρεκκλίνουσες ομάδες κοινωνικού αποκλεισμού». Προτάσσει βέβαια ένα υποκεφάλαιο με σύντομα θεωρητικά για την περιθωριακότητα πριν μιλήσει γι’ αυτές. Στο υποκεφάλαιο για την παιδική ηλικία γράφει ότι ο Μητσάκης «απομυθοποιεί την δήθεν παιδική αθωότητα, προβάλλοντας τη σκληρότητά της [βασανισμό ζώων], την αναλγησία της» (σελ. 658), ενώ στο υποκεφάλαιο για τις γυναίκες διαβάζω με έκπληξη για «κάποιες δολοφονίες πεθερών» (σελ. 669). Εμείς οι κρητικοί περιορίζουμε το μένος μας κατά των πεθερών μόνο με μαντινάδες. Το κεφάλαιο για τους κουτσαβάκηδες έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μια και η παρεκκλίνουσα αλλά όχι ευπαθής αυτή ομάδα έχει εκλείψει. Τέλος μιλάει για τους τρελούς.
  Στο τελευταίο κεφάλαιο «Η ενορχήστρωση της ζωής της πόλης ως παράστασης και άλλα θεάματα» αναφέρεται και στην «Αρκούδα».
  Ο Μητσάκης δεν μιλάει μόνο για την Αθήνα. Καθώς ο Σέργης έχει μελετήσει όλο το έργο του, θεώρησε – και πολύ σωστά – ότι θα ήταν κρίμα να μην αναφερθεί στις περιγραφές άλλων πόλεων που κάνει ο Μητσάκης. Σ’ αυτές τις περιγραφές αναφέρεται σε παράρτημα, στο τέλος του βιβλίου.
  Κλείνοντας θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι ο Σέργης, παραθέτοντας μια συγκεκριμένη εικόνα της Αθήνας την οποία δίνει ο Μητσάκης, παρουσιάζει και την αντίστοιχη της σημερινής εποχής, δίνοντας έτσι μια συγκριτολογική διάσταση στο έργο του. Παραθέτουμε δειγματικά την τελευταία από τις επισημάνσεις του για την αθηναϊκό λαό:
  «Την εκτόνωσή του στα «λαϊκά ωδεία», όταν υπό διασκεδαστικής μανίας καταλαμβανόμενος ραβδοσκοπεί και σπάζει τα καθίσματα και τα θρανία “εκδηλών την εύνοιάν του προς χυδαίαν ορχήστραν ή αοιδόν, βραχνόν έχουσαν τον λάρυγγαν και δύσηχον την φωνήν”. Σήμερα ανατρέπει τραπέζια ή στέλνει στις όμοιές τους σύγχρονες λαϊκές αοιδούς καλάθια με λουλούδια…. Η τρομερή βοή που ανέρχεται στον ουρανό, ο εκκωφαντικός αλαλαγμός του “έκφρονος συρφετού, κόσμου εν μανία” έχει σήμερα συμπληρωθεί με την ηχορύπανση των ασμάτων “εκτελεσμένων” στη διαπασών “υπό τελειοτάτων ηχητικών μηχανημάτων”» (σελ. 553).
  Αυτό το «στη διαπασών» το πλήρωσα ακριβά το καλοκαίρι που μας πέρασε, κάνοντας μια βδομάδα στο νοσοκομείο, με κορτιζόνη, για τα αυτιά μου. Ο λυράρης στο πανηγύρι του χωριού μου είχε τα ηχεία του στη διαπασών.
  Πρόκειται για ένα βιβλίο-σταθμό που δεν πρέπει να λείψει από καμιά βιβλιοθήκη. Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα. 
  Εντοπίσαμε για άλλη μια φορά ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, δυο του Μανόλη και δυο του Μητσάκη.
  Του Μητσάκη:
Αιφνίδια δίψα πλουτισμού κατέλαβε τα πλήθη (σελ. 600)
Μ’ ειρωνικόν χαμόγελον οι πλείστοι εις τα χείλη (σελ. 687)
  Και του Μανόλη:
Που αποκτά το πρόσωπο του προσβληθέντος βρέφους (σελ. 605)
Σε ενεργό συντελεστή της καταλύσεώς της (σελ. 610)

Μπάμπης Δερμιτζάκης
 
Post a Comment