Δέσποινα Αυγουστινάκη, Ο μέγας ξένος, Αθήνα 2026, σελ. 112
Της Δέσποινας
Αυγουστινάκη έχουμε παρουσιάσει τα δύο προηγούμενα βιβλία της, την ποιητική
συλλογή «Ανάμνησις»
και τη συλλογή διηγημάτων «Τα τρία σκαλοπάτια
της αλήθειας».
Ο «Μέγας ξένος»
είναι μυθιστόρημα.
Έχει δυο πράγματα κοινά με τη συλλογή
διηγημάτων.
Το πρώτον είναι η ποιητικότητα της
γλώσσας. Συναντάμε άφθονους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους. Στην κριτική μου για
τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας» τους παρέθεσα όλους, καθώς εξακολουθούσα να
έχω το χόμπι να ανιχνεύω ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους σε πεζά κείμενα. Τώρα πια
δεν έχω αυτό το χόμπι, αλλά θα παραθέσω ενδεικτικά κάποιους που υπογράμμισα,
όπως έκανα τότε στις κριτικές μου.
Το δεύτερο είναι η
πραγματικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Η Αυγουστινάκη σκύβει πάνω
σε παλιές εφημερίδες και περιοδικά του μεσοπολέμου όπου βρίσκει ιστορίες τις
οποίες μεταπλάθει λογοτεχνικά, παραθέτοντας κάποιες φορές αποσπάσματα από τα άρθρα
που διαβάζει.
Και οι διαφορές:
Στα διηγήματα, μας
δίνει την ίδια ιστορία με τρεις διαφορετικές προοπτικές, εστιάζοντας κάθε φορά
σε ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, όπως περίπου έκανε ο Ryunosuke Akutagawa στο «Ρασομόν». Στο
μυθιστόρημα, συνδέει τις ιστορίες που βρήκε σε μια ενιαία πλοκή.
Η οποία έχει έναν
θεματικό άξονα.
Έχω γράψει σε άλλα κείμενά μου το εξής: Για
την Διεθνή, «Της γης οι κολασμένοι» είναι οι εργάτες. Για τον Φραντς Φανόν, οι
αποικιοκρατούμενοι λαοί. Σήμερα, της γης οι κολασμένοι, πιστεύω εγώ ότι είναι
οι λαθρομετανάστες.
Μόνο;
Η Αυγουστινάκη
αναφέρεται σ’ αυτούς στο τέλος. Ο κύριος κορμός του μυθιστορήματός της
αναφέρεται στους πρόσφυγες, «νόμιμοι» μετανάστες αυτοί.
Ποιους πρόσφυγες;
Αυτούς που ήλθαν από
τη Μικρά Ασία.
Έχουμε διαβάσει και
αλλού για τα δεινά που τους περίμεναν στη «Μητέρα Ελλάδα». Τουρκόσπορους τους
ανέβαζαν, τουρκόσπορους τους κατέβαζαν. Περιουσίες μουσουλμάνων που έπρεπε να
περιέλθουν στα χέρια τους, συχνά κατέληγαν σε άλλα χέρια.
Ο φουκαράς ο
μουσουλμάνος είχε φορτώσει σε δυο γαϊδούρια τα υπάρχοντά του και πήγαινε στο
Ηράκλειο, για να φύγει με το πλοίο για την καινούρια του πατρίδα κατά την
ανταλλαγή των πληθυσμών. Όμως στο δρόμο τον λήστεψαν και τον σκότωσαν.
Να υποθέσω ότι
παρόμοια μοίρα περίμενε και τους μουσουλμάνους πρόσφυγες;
Να παραθέσω δυο
πράγματα που ξέρω.
Ο μουσουλμάνος (έχω
ξεχάσει το όνομά του) που πούλησε το σπίτι του, πολύ πριν την ανταλλαγή, στον
παππού μου, καθώς η αρχοντομαθημένη γιαγιά μου τον πίεζε να φύγουν από την
Επισκοπή όπου έπρεπε να ανασύρουν νερό από το πηγάδι ενώ το Κάτω Χωριό είχε
βρύση, πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία. Από τον καημό του,
είπαν, που εγκατέλειπε την Κρήτη, που αυτήν ήξερε σαν πατρίδα.
Το δεύτερο.
Κατήγγειλαν στο
Κεμάλ ότι οι πρόσφυγες από την Κρήτη, στα παράλια, δεν μιλούσαν τούρκικα (δεν
τα ήξεραν) αλλά κρητικά. -Να τους αφήσετε ήσυχους, τους είπε.
Αρκετά πράγματα
σχετικά διάβασα στο βιβλίο του Κωστή Χατζηφωτεινού, «Νισάφι πια».
Συνδετικό πρόσωπο
στην πλοκή είναι ο Σαλής.
Τη γιαγιά του την Νουρίγια,
μικρό κοριτσάκι, την άρπαξαν από το χωριό τους στο Σουδάν, με άλλους χωριανούς,
σουδανοί δουλέμποροι και την πούλησαν στα σκλαβοπάζαρα της Αιγύπτου. Η μητέρα
της δεν τα κατάφερε, πέθανε στη διαδρομή.
Εκεί την αγόρασε η
Αγκάθα, γυναίκα του άγγλου πρόξενου, και την είχε σαν παιδί της. Όμως ένας
επισκέπτης από την πρεσβεία τη βίασε και έμεινε έγκυος. Δεν μαρτύρησε ποτέ
ποιος ήταν αυτός, δεν ήθελε να προκαλέσει προβλήματα στην οικογένεια. Γέννησε
και έκανε ένα κοριτσάκι, την Αριφέ.
Κάποια στιγμή η Αγκάθα
με τον άντρα της, την Νουρίγια και την Αριφέ ήλθαν στα Χανιά
Παιδί της Αριφέ ήταν
ο Σαλής.
Που, με αίμα λευκού
στις φλέβες του, πήρε και το χρώμα του. Δεν ήταν μαύρος σαν τη γιαγιά του, αλλά
λευκός.
Να αναφέρω μια
ιστορία που διάβασα παλιά.
Μαύρο το παιδί μας,
με απάτησες. Όχι, ορκιζόταν και ξαναορκιζόταν αυτή. Τελικά αποδείχτηκε ότι μια προγιαγιά
της, ή ένας προπάππους της, δεν θυμάμαι, ήταν μαύρος. Τα γονίδια παίζουν καμιά
φορά επικίνδυνα παιχνίδια.
Πονόψυχος, μοίραζε, incognito πάντα, μέσω άλλου,
δέματα με τρόφιμα σε φτωχές οικογένειες.
Είναι συναρπαστικά
όλα τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται η Αυγουστινάκη.
Γεγονότα, όχι
επεισόδια, που θα έπιαναν μια μεγάλη συνταγματική σειρά για να τα αφηγηθεί. Δίνει
με λίγα λόγια το γεγονός, για να το σχολιάσει με την ποιητική της γλώσσα.
Όμως να της δώσουμε
το λόγο, παραθέτοντας δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα.
«Είναι η ζωή μια
συνεχής απώλεια κι ένας μεγάλος πόνος. Έτσι ακριβώς ερχόμαστε και φεύγουμε. Με
πόνο. Κι όλο το μεσοδιάστημα πόνος και αυτός. Με μικρά διαλείμματα χαράς και
ευτυχίας» (σελ. 30).
Η ευτυχία είντα
θαρρείς πώς είναι κατά βάθος
Λίγες στιγμές απ’ τη
ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.
Αυτή η μαντινάδα
πολύ αρέσει στον φίλο μου τον Πρατικάκη, και την έχει αναφέρει συχνά στην
παρέα.
«-Άλλος έφταιγε. Όχι
εκείνη η έρμη που επιάσανε. Παρότι ομολόγησε πως έριξε φαρμάκι στη δεξαμενή του
χωριού. Όλο το χωριό ήτανε, λέει, στο κόλπο. Να ξεκάνουνε τους ξενομπάτηδες.
Τους τουρκόσπορους.
Έτσι έλεγε ο αφέντης
για τον αφέντη του χωριού που εγίνηκε το παρ’ ολίγον φονικό. Να τους ξεκάνουνε,
να μείνουνε τα χωράφια των μουσουλμάνων που φύγανε στην ανταλλαγή στα εδικά
τους χέρια» (σελ. 40).
Και τώρα οι ιαμβικοί
δεκαπεντασύλλαβοι:
Σαν η ματιά
επέστρεψε στα γήινα λιγάκι (σελ. 43)
Όταν μερεύει το
θεριό, αλλάζει ο κόσμος όλος (σελ. 44)
Είχε ανεβεί πολλά
σκαλιά τα τελευταία χρόνια (σελ. 45)
Μα εμείς κουφοί. Μα
εμείς τυφλοί. Μα εμείς υπνωτισμένοι (σελ. 46), σε ένα σχήμα του ιαμβικού
δεκαπεντασύλλαβου που νομίζω τον σχολιάζει ο Γρηγόρης Σηφάκης στο βιβλίο του
«Για μια ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού». Το πρώτο ημιστίχιο είναι
σπασμένο στα δυο.
Ένα παράδειγμα από
τον «Βασιλιά τον Ροδολίνο» του Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλου.
Αμ είντα κάμνω;.. Γιαντ' αργώ;.. Τι πράμα μπλιο ανιμένω;...
Φοβούμαι ακόμη;.. Ή αγαπώ τον τόσο αγαπημένο;...
Εξαιρετικό και αυτό τη βιβλίο της Αυγουστινάκη, της ευχόμαστε να είναι
καλοτάξιδο.


No comments:
Post a Comment