Book review, movie criticism

Tuesday, April 20, 2010

Αρχοντούλα Διαβάτη, Η μάνα του νερού

Αρχοντούλα Διαβάτη, Η μάνα του νερού, Το Ροδακιό 2004, σελ. 124

Στη μάνα της αφιερώνει τη «Μάνα του νερού» η Αρχοντούλα Διαβάτη. Ταιριαστή αφιέρωση. Εγώ δεν πρόλαβα. Άργησα και για τους δυο γονείς μου. Έτσι η αφιέρωση στο τελευταίο μου βιβλίο είναι στη μνήμη και των δυο τους. (O Αλέξανδρος Δεσύλλας–εκδόσεις ΑΛΔΕ-θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να βρίσκεται στην έκθεση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη αυτό το σαββατοκύριακο. Έχει κάθε λόγο. Το βιβλίο μου έχει τον τίτλο «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας», και τιμώμενη χώρα φέτος είναι η Κίνα).
Μετά την αφιέρωση ακολουθούν τρία αφηγήματα. Στη συνέχεια, σε ξεχωριστή ενότητα, τα περισσότερα από τα αφηγήματα αυτού του βιβλίου. Μότο, σε ξεχωριστό φύλο, είναι μια φράση του Νίκου Χουλιαρά: Η μοναδική μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια. Και, συμπληρώνουμε εμείς, η νοσταλγία γι αυτά είναι ιδιαίτερα έντονη, καθώς η επιστροφή είναι εξ αντικειμένου ματαιωμένη. Είναι η Ιθάκη προς την οποία πάντα θα ταξιδεύουμε στα όνειρα και στις ονειροπολήσεις μας, όμως στην πραγματικότητα δεν θα φτάσουμε ποτέ. Και δεν θα πούμε ποτέ πως μας γέλασε. Αυτό το ταξίδι θα λειτουργεί σαν παρηγοριά στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας.
Η Αρχοντούλα Διαβάτη κατέγραψε αυτό το ταξίδι. Ένα ταξίδι συναρπαστικό, συναρπαστικό για όλους μας, μια και αποτελεί διπλοτυπία και των δικών μας ταξιδιών, αφού η εμπειρία της ενηλικίωσης είναι λίγο πολύ κοινή για όλους. Και είναι ακόμη πιο διπλοτυπικό γι αυτούς που το έκαναν περίπου παράλληλα στο χρόνο, και μάλιστα στον ίδιο ή κοντινό χώρο. Εγώ το έκανα την ίδια περίπου εποχή, αλλά στην άλλη άκρη της Ελλάδας. Στο αφήγημα «Πολυτεχνείο 73» η Αρχοντούλα γράφει: «Το Μάρτη του 73 ορκίστηκα». Εγώ ορκίστηκα λίγους μήνες πιο πριν. Είχα σημειώσει τότε στο ημερολόγιο μου: «Η σημερινή ημέρα θα είναι για μένα σημαδιακή. 17 Νοεμβρίου 1972. Απόψε ταξιδεύω με το πλοίο για την Κρήτη, αφήνοντας πίσω την Αθήνα της φοιτητικής μου ζωής». Δεν μπορούσα να φανταστώ τότε ότι η ίδια μέρα του επόμενου χρόνου θα ήταν ακόμη πιο σημαδιακή, μια μέρα σύμβολο του αντιδικτατορικού αγώνα.
Μπορεί η Αρχοντούλα να μην καταγράφει όλα τα παιχνίδια που έπαιζαν, και το παιχνίδι με το δένδρο που αναφέρει μου είναι άγνωστο, όμως όλοι θυμόμαστε τις έντονες συγκινήσεις των παιδικών μας παιχνιδιών. Ασφαλώς όλα τα βιβλία που σημάδεψαν την παιδική της ηλικία μέχρι την ενηλικίωση να μην τα διάβασα κι εγώ, αλλά διάβασα πολλά απ’ αυτά που αναφέρει, και ανακαλώ με ρίγος τη συγκίνηση που μου πρόσφεραν. Όχι μόνο κλασικοί συγγραφείς όπως ο Καζαντζάκης και ο Ντοστογιέφσκι, αλλά και άλλοι που σήμερα είναι σχεδόν ξεχασμένοι, ίσως μάλιστα περισσότερο αυτοί, όπως ο Κρόνιν. Φαντάζομαι κάθε αναγνώστης θα έχει διαβάσει κάποια από τα βιβλία που αναφέρει η Αρχοντούλα.
Τα μικρά αφηγήματα του βιβλίου αυτού, τα περισσότερα μικρότερα από τρεις σελίδες, είναι σποτάκια αυτοβιογραφικά. Συχνά αφηγούνται ελάσσονα επεισόδια, για να εκφράσουν τη συγκίνηση της στιγμής. Ας δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Έχει τίτλο «Ήλιος με δόντια».
«Η μαμά με την κυρα-Ειρήνη είχαν πάει στην Τούμπα να υφάνουν από κάτι χρωματιστούς μπόγους κουρέλια που μάζευαν όλο το χρόνο, κουρελούδες.
Κρύο, παγωνιά. Με τι αγαλλίαση έσπαγα με την άκρη της μπότας μου τους πάγους, γυρνώντας μόνη μου στη γειτονιά» (σελ. 39).
Με τι αγαλλίαση συναντώ, ίσως για πρώτη φορά γραμμένη, μια λέξη που άκουγα συχνά στα παιδικά μου χρόνια: κουρελούδες. Η μάνα μου ήταν κάτι παραπάνω από ανυφαντού: ήταν περαματίστρα. Αυτή δηλαδή «στέλιωνε» τα ανυφαντικά, πάνω στα οποία θα ύφαιναν οι χωριανές και κοντοχωριανές μας –γύριζε όλα τα χωριά-τα υφαντά τους, ανάμεσα στα οποία ήταν και οι κουρελούδες.
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό της Αρχοντούλας Διαβάτη συνειδητοποίησα για πρώτη φορά ένα χαρακτηριστικό της γυναικείας γραφής, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο έντονο: το ασύνδετο, σπανιότερα των φράσεων, των προτάσεων και των περιόδων, και συχνότερα των παραγράφων. Η Αρχοντούλα, συνειδητοποιώντας τη σχετική αυτονομία των παραγράφων της, αφήνει αρκετά συχνά ένα διάκενο δυο γραμμών ανάμεσά τους.
Έχει ειπωθεί ότι η γυναίκα έχει αναπτυγμένο περισσότερο το συναίσθημα, ενώ ο άνδρας τη λογική. Έτσι η ανδρική γραφή ακολουθεί περισσότερο τη «λογική» σειρά των προτάσεων στη γραμμική τους διαδοχή, ενώ η γυναικεία πολλές φορές την αμελεί. Η γυναίκα-συγγραφέας λες και συλλαμβάνει ολιστικά, με τη σημασία που δίνει στη λέξη η μορφολογική (gestalt) ψυχολογία, ένα σημασιολογικό πεδίο που την εντυπωσιάζει όπως ένας πίνακας ζωγραφικής, για να παραθέσει στη συνέχεια τα στοιχεία του με οποιαδήποτε σειρά. Ας δώσουμε όμως ένα παράδειγμα.
«Η μελωδία της καθημερινότητας. Στο χωλ τους – το βάζο με τ’ αμάραντα - που το ’βρισκε ο ήλιος του απογεύματος. Το ρολόι να χτυπάει καθησυχαστικά και οικεία τις ώρες.
Τα πράγματα υφασμένα μαζί με τα συναισθήματα και τις καθημερινές ιστορίες. Έξω ο κήπος και μέσα στο σπίτι οι άνθρωποι να διαδραματίζουν τη ζωή τους με τις αισθήσεις ζωντανές» (σελ. 38).
Το επίμετρο αποτελεί μια δραματική κορύφωση με σασπένς, που τελειώνει με happy end. Η υφολογική καινοτομία του είναι η παράθεση πολλών αποσπασμάτων από την Αγία Γραφή.
Αλλά ας κινηθώ και πάλι αυτοβιογραφικά, παίρνοντας αφορμή από την παρακάτω παράγραφο:
«Το καλοκαίρι, υποψήφια για το Πανεπιστήμιο, με ανοιχτά τα βιβλία στην αυλή που είχε καταβρεχτεί και σκουπιστεί μετά, έκαμνα όνειρα για το μεγάλο έρωτα, για τη γυναίκα που θα γινόμουν κάποτε, για τη ζωή που με περίμενε. Το αποτέλεσμα ήταν να αφήσω αδιάβαστο ένα μεγάλο μέρος της ύλης και να γράψω μέτρια στην Ιστορία. Οι βαθμοί μου δεν με βοηθούσαν να μπω στη Φιλολογία, ενώ έμπαινα απ’ τους πρώτους στη Νομική» (σελ. 78).
Εγώ έγραψα ολότελα άσχημα, 7,5 σε εικοσάβαθμη κλίμακα. Είχα την ατυχή ιδέα να διαβάσω λέει την Ιστορία στην παραλία της Ιεράπετρας. Μπρούμυτα στην άμμο, κάνοντας ηλιοθεραπεία (εξετάσεις τότε δίναμε, αν θυμάμαι καλά, αρχές Σεπτέμβρη). Όχι, εγώ δεν έκανα όνειρα για τον μεγάλο έρωτα ή για τον άνδρα που θα γινόμουν κάποτε. Απλά περνούσαν με μεγάλη συχνότητα ωραίες γεραπετρίτισσες από μπροστά μου και μου αποσπούσαν την προσοχή. Δεν πρόλαβα να κάνω ούτε μια ανάγνωση την ύλη. Εγώ, επειδή έτσι κι αλλιώς μάντευα το αποτέλεσμα, δεν είχα βάλει πρώτη τη Φιλολογία αλλά την Αγγλική Φιλολογία. Τελειώνοντάς τη, ως πτυχιούχος, δυο μήνες πριν ορκιστεί η Αρχοντούλα, έκανα την εγγραφή μου στο τρίτο έτος του Φιλοσοφικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής.
Δεν ξέρω αν κυκλοφορεί ακόμη το βιβλίο ή έχει εξαντληθεί. Πάντως είναι ένα πολύ καλό, συγκινητικό βιβλίο, και αξίζει να το αναζητήσετε.
Post a Comment