Book review, movie criticism

Sunday, April 11, 2010

Ανδρέας Μήτσου, Ο αγαπημένος των μελισσών

Ανδρέας Μήτσου, Ο αγαπημένος των μελισσών, Καστανιώτης 2010, σελ. 168

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Με το γνωστό λιτό του ύφος, με εκτενείς δοκιμιακές παρεκβάσεις και με μια ευφάνταστη πλοκή παρουσιάζεται στο καινούριο του μυθιστόρημα ο Ανδρέας Μήτσου

Τον είδα. Τον αγαπημένο των μελισσών. Έτσι όπως τον περιγράφει ο Ανδρέας, χωρίς καμιά υπερβολή: «Τέντωσε τα χέρια του μπροστά, στην πρόταση. ‘Κοίτα’ της έλεγε και σ’ ένα λεπτό αυτά γέμισαν με μέλισσες. Αμέτρητες μέλισσες μαζεύονταν από το πουθενά στην παραλία και κάθονταν σμάρι πάνω στα γυμνά του χέρια, που σύντομα φαίνονταν τεράστια, τυλιγμένα με δυο κιτρινόμαυρες γούνες» (σελ. 27-28).
Τον είδα σε φωτογραφία, σε ένα πάγκο στη λαϊκή στην Καραϊσκάκη, στο Γαλάτσι, πριν χρόνια. Ένα πρόσωπο σκεπασμένο με μέλισσες. Δεν φαίνονταν παρά μόνο τα μάτια και τα χείλη. Από μακριά θα τον περνούσες για νεαντερτάλιο. Αν δεν ήταν και το μέτωπο γεμάτο μέλισσες, θα έλεγες ότι ήταν ένας μουσάτος νεαρός. «Δεν είναι δυνατόν», σκέφτηκα, και διαλέγοντας ένα μεγάλο βάζο μέλι κοίταξα για πρώτη φορά τον πωλητή για να τον ρωτήσω πόσο κάνει. Με έκπληξη είδα πως ήταν ο νεαρός της φωτογραφίας. –Μα είναι δυνατόν; Και δεν σε τσίμπησαν; Η απάντησή του ήταν ακριβώς αυτή εδώ: -Αν τις αγαπάς δεν σε τσιμπάνε. Τη συγκράτησα στη μνήμη μου για τις προεκτάσεις της. Αν τις αγαπάς γίνεσαι ο αγαπημένος τους.
Ο Ανδρέας Μήτσου στο μυθιστόρημα αυτό μας παρουσιάζει εκθετικά τις αφηγηματικές του αρετές, όπως τις ξέρουμε από τα προηγούμενα έργα του.
Κατ’ αρχήν το λιτό και απέριττο ύφος του. Αυτό που ο Σεφέρης έχει πει για την ποίηση, «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει
και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της κι’ είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά», ο Ανδρέας το εφαρμόζει με περισσή συνέπεια στην πρόζα του. Σ’ αυτό το έργο ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, γιατί «η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».
Αυτός είναι ο κινητήριος μοχλός της δράσης: ο πανικός ότι η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά. Εκεί πάνω πλέκει το μύθο του ο Ανδρέας, πώς να αναστείλουμε την ώρα που θα κάνει πανιά η ψυχή μας. Αυτό προσπαθεί ο ήρωάς του, και πιστεύει ότι θα το κατορθώσει «κλέβοντας» τα νιάτα κάποιου που του μοιάζει. Με ποιο τρόπο; Σκοτώνοντάς τον.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό του Μήτσου είναι ο δοκιμιακός λόγος. Αναλύει τα γεγονότα και τις καταστάσεις, συχνά με τη φωνή των ηρώων του, αλλά πιο συχνά ως τριτοπρόσωπος αφηγητής. Αυτό όμως δεν του φτάνει, και κάποια στιγμή κάνει την εμφάνισή του με το συγγραφικό εγώ του, όπως εδώ: «Με ποιο μετρονόμο, τώρα, θα μπορούσε κανείς να καταμετρήσει τα αισθήματα του Μπρούνο, τη νοσταλγία, δηλαδή, των είκοσι «χαμένων» χρόνων του, δεν είμαι εγώ (Η υπογράμμιση δική μας) κατά κανένα τρόπο, ικανός να το υποθέσω» (σελ. 115). Αποστασιοποιούμενος από τον ήρωά του, δίνει μια νότα ρεαλισμού στην πλοκή.
Δυο είναι κυρίως τα θέματα που πραγματεύεται δοκιμιακά ο Ανδρέας σ’ αυτό το έργο: ο χρόνος και η ζήλεια. Ο χρόνος καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος, και αγκαλιάζει με την υπαρξιακή του διάσταση τον κεντρικό του ήρωα, αποτελώντας τον αιτιακό παράγοντα της αποτρόπαιης πράξης του. «Μπαίνεις στο κορμί σου μόνο όταν στέκεσαι μπροστά στο θάνατο, αποφάνθηκε. Τότε μόνο αρχίζεις να γεννάς το χρόνο σου. Απέναντί του τον μετράς, γιατί τότε πια τον έχεις αντλήσει. Από το θάνατο και προς τα πίσω μετράει επομένως ο χρόνος. Με την όπισθεν μεγαλώνουμε πραγματικά» (Ως ξόρκι για τα γερατειά και το θάνατο, μήπως και η δική μου ψυχή καταφέρει να κάνει μεθαύριο, και όχι αύριο, πανιά, θέλω να κάνω επίδειξη των μνημονικών μου ικανοτήτων. Γράφοντας τα παραπάνω θυμήθηκα την ταινία «Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» με τον Μπρατ Πιτ, από το ομώνυμο διήγημα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ. Η πλοκή ήταν τόσο πρωτότυπη -ο ήρωας γεννιέται γέρος και περνάει αντίστροφα τις ηλικιακές φάσεις, μέχρι που γίνεται μωρό- ώστε από περιέργεια διάβασα και το διήγημα του Φιτζέραλντ).
Το δεύτερο θέμα είναι η ζήλεια. Ενώ ο χρόνος αποτελεί τον αιτιακό παράγοντα της δράσης, η ζήλεια αποτελεί τον εκλυτικό. Ο Μπρούνο ζηλεύει τον νεαρό άνδρα, είκοσι χρόνια νεότερό του, που του μοιάζει. Και ο φιλόσοφος-συγγραφέας γράφει:
«Ζηλεύει κανείς αυτό που έχει ο άλλος και δεν μπορεί να το έχει ο ίδιος. Θεωρεί επομένως τον άλλο όμοιό του, ίδιον μ’ αυτόν, και δεν τον διαχωρίζει από τον εαυτό του. Έτσι, εύλογα, απαιτεί εκείνο που του ανήκει, κατ’ αναλογία. Ό, τι θα έπρεπε να είναι, δηλαδή, και δικό του κτήμα» (σελ. 113).
Οι αφηγηματικές αναμονές, για όσους αναγνώστες δεν έχουν ήδη υποψιαστεί, είναι ότι εκείνο που απαιτεί γιατί του ανήκει» δεν είναι παρά η γυναίκα του άλλου, την οποία πράγματι παντρεύεται αφού σκοτώσει τον άνδρα της (τον εξαφανίζει κυριολεκτικά κάτω από μια ξερολιθιά, και όλα αυτά τα χρόνια φέρεται αγνοούμενος). Όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Στην μεθεπόμενη σελίδα διαβάζουμε: «Αναγκάστηκε, επομένως, να διεκδικήσει αυτό που θεωρούσε πως ήταν ‘δικό του’. Τα είκοσι χρόνια του. Τα είκοσι χρόνια του άλλου, του σωσία του». Τους χωρίζουν ηλικιακά είκοσι χρόνια.
Εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να παρεμβάλουμε τους δικούς μας συνειρμούς, συνειρμούς που κάναμε κατά την ανάγνωση. Κατ’ αρχήν βρίσκουμε αρκετή ομοιότητα με το «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ» του Όσκαρ Ουάιλντ. Το πορτραίτο γερνάει στη θέση του Ντόριαν Γκρέυ. Στο μυθιστόρημα του Μήτσου ο Μπρούνο γίνεται – για την ακρίβεια φαίνεται – είκοσι χρόνια νεότερος, αφού σκοτώσει τον σωσία του.
Ένας άλλος μου συνειρμός έχει να κάνει με τον «Σωσία», το διήγημα του Ντοστογιέφσκι, για το οποίο ο Μανόλης Πρατικάκης, ο ποιητής αλλά και ψυχίατρος, μου μίλησε με μεγάλο ενθουσιασμό, για το πώς ο Ντοστογιέφσκι περιέγραψε με τέτοια ακρίβεια ένα ψυχωσικό σύνδρομο.
Όμως ο Αριστείδης, ο έλληνας τον οποίο σκοτώνει ο Μπρούνο, όντως του μοιάζει.
«Οι κινέζοι λένε πως όταν γεννιέται κάποιος σε μια γωνιά της γης, εκείνη, την ίδια ακριβώς στιγμή, γεννιέται και ο όμοιός του στην άλλη άκρη της» (σελ. 127).
Μπορεί και να έχουν δίκιο. Σε ένα γιαπωνέζικο έργο που είδα, ο κεντρικός ήρωας ήταν φτυστός ο Πάνος Παναγιωτόπουλος. Και θυμήθηκα (ένας ακόμη συνειρμός) τη «Διπλή ζωή της Βερόνικα» του Κισλόφσκι, όπου δυο όμοιες γυναίκες ζουν σε διαφορετικές χώρες.
Ο Κισλόφσκι έχει εμμονές με τις ομοιότητες, και όχι μόνο τις εμφανισιακές. Αυτό το βλέπουμε και στην «Κόκκινη ταινία», όπου στον ήρωά του βλέπουμε μια ομοιότητα με τον ήρωα του Μήτσου. Ο γηραιός δικαστής βλέπει με ευχαρίστηση να ξεκινάει ένα ειδύλλιο ανάμεσα στην όμορφη κοπέλα και στον νεαρό δικαστή, πιο υποσχόμενο από το άτυχο ειδύλλιο της νιότης του. Η νίκη πάνω στο χρόνο γίνεται εδώ με την ταύτιση.
Ο Ανδρέας δεν θυμάμαι να παίζει σε άλλα έργα του με τα διακείμενα σε επίπεδο πλοκής, εδώ όμως το διακείμενο εισχωρεί σε βάθος στην ιστορία που έχει επινοήσει. Κόρινθος, Θήβα, αίνιγμα, παραπέμπουν άμεσα στον Οιδίποδα. Η δολοφονία και η εκδίκηση στην Ορέστεια. Και με βάση αυτούς τους δύο αρχαιοελληνικούς μύθους, ο Μήτσου επινοεί μια πιο πρωτότυπη πλοκή.
Αλλά ας δούμε τις ομοιότητες. Ο Μπρούνο είναι σαν να δολοφονεί τον αδελφό του, τον Αριστείδη, με τον οποίο μοιάζουν τόσο πολύ, και του παίρνει τη γυναίκα, αν και δεν ήταν, όπως είδαμε, αυτό το κίνητρό του. Τον δολοφονεί στο τρίστρατο όπου κατά την παράδοση ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του.
Μένει η εκδίκηση. Ποιος θα την πάρει; Μήπως ο νεαρός γιος του Αριστείδη, που από την αρχή δεν χώνεψε τον Μπρούνο;
Όχι. Ο Ανδρέας είναι πολύ επινοητικός στη σύνθεση της πλοκής του. Ο Οιδίποδας παραπέμπει στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα, και κατά συνεκδοχή και στο σύμπλεγμα της Ηλέκτρας. Λιγότερο γνωστό, όχι γιατί είναι λιγότερο έντονο ή λιγότερο διαδομένο, ίσως μάλιστα να είναι περισσότερο από ότι το οιδιπόδειο, αλλά στην πατριαρχική κοινωνία που ζούμε δεν του δίνεται και τόση σημασία. Η Λιβ λοιπόν, η δεκαπεντάχρονη κόρη του Μπρούνο, αναζητώντας ίσως έναν πατέρα, κάνει έρωτα με τον τριανταεννιάχρονο Αριστείδη. Μια μόνο φορά, γιατί σε λίγο ο Αριστείδης θα εξαφανιστεί. Όμως αυτή η μοναδική φορά είναι αρκετή για να μείνει έγκυος. Μετά από πολλά χρόνια θα ανακαλύψει ο Μπρούνο ότι η Μπριγκίτα, η εγγονή του, είναι κόρη του Αριστείδη. Όμως και η Μπριγκίτα θα ανακαλύψει ότι ο δολοφόνος του πατέρα της είναι ο παππούς της. Και, σαν θηλυκός Ορέστης, ετοιμάζει την εκδίκησή της. Ο Ορέστης σκότωσε τη μάνα του που σκότωσε τον πατέρα του. Η Μπριγκίτα ετοιμάζει το θάνατο του παππού της που σκότωσε τον πατέρα της. Θα τον παρασύρει στο τρίστρατο όπου διέπραξε το φόνο. Θα βγάλουν την ξερολιθιά που σκεπάζει τον νεκρό. Ο Μπρούνο δεν ανησυχεί. Ο σκελετός ενός νεκρού δεν αποτελεί απόδειξη ότι είναι ο σκελετός του Αριστείδη. Όμως τον περιμένει μια μεγάλη έκπληξη. Ο αγαπημένος των μελισσών έχει ταριχευθεί με κερί από τις αγαπημένες του μέλισσες. Κάτω από το κερί θα αποκαλυφθεί ανέπαφο από το χρόνο το κορμί του Αριστείδη. Ο Μπρούνο έκπληκτος πηδάει μέσα στο πηγάδι για να δει το περίεργο θέαμα με τα ίδια του τα μάτια. Οι μέλισσες θα τον ακολουθήσουν και θα τον τσιμπήσουν με τα κεντριά τους, αμέτρητα κεντριά.
Ο ίδιος θάνατος βρίσκει και τον Μαστρογιάννη (δεν θυμάμαι το όνομα του ήρωα που υποδύεται) στον «Μελισσοκόμο» του Αγγελόπουλου. Εκεί όμως ήταν αυτοκτονία, εδώ θεία δίκη.
Και μη μου γράψει κανείς στο blog μου, όπου κάποια στιγμή θα μεταφέρω αυτή την ανάρτηση, ότι έχει χάσει το ενδιαφέρον του για την ιστορία αφού αποκάλυψα το τέλος. Για όποιον η λογοτεχνία είναι το μέσο και όχι το μήνυμα, καλύτερα να μη διαβάζει λογοτεχνία. Η λογοτεχνικότητα της γραφής είναι που μετράει, και όχι το «τι ωραία που ανακαλύφθηκε και τιμωρήθηκε ο δολοφόνος». Αν ήταν έτσι, είδαμε μια φορά τον Μάκβεθ στο θέατρο, δεν χρειάζεται να τον ξαναδούμε, ξέρουμε το τέλος.
Ο Ανδρέας προβαίνει σε μια ακόμη επινόηση. Στο τέταρτο μέρος, με ένα οιονεί μπρεχτικό αποστασιοποιητικό εφέ, μιλάει για τον εαυτό του, τον συγγραφέα που επινόησε αυτή την ιστορία, και για ποιο λόγο.
Πιο πριν είχε γράψει: «Ο ρυθμός, ο ρυθμός αποκαθαίρει την καθημερινότητα και την κάνει ανεκτή για μας. Όλη η προσπάθεια κάθε ύπαρξης συντείνει σ’ αυτό και μόνο, στην αποκατάσταση και επανεύρεση του απολεσθέντος ρυθμού» (σελ. 95).
Μήπως και η τελετουργία, με την επαναληπτικότητα που τη διακρίνει, δεν αποτελεί άραγε την περιοδική βίωση ενός ρυθμού που δρα καθησυχαστικά πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη, υποβάλλοντας την αίσθηση ότι δεν διέπονται όλα από το τυχαίο αλλά υπάρχουν και πράγματα προβλέψιμα στην επανάληψή τους, και μάλιστα μια επανάληψη που βρίσκεται απόλυτα κάτω από τον έλεγχό μας καθώς είμαστε εμείς που την διεκπεραιώνουμε;
Γράφει λοιπόν σ’ αυτό το μέρος ο συγγραφέας μιλώντας για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο: «Και για τούτο έγραφε. Αποκλειστικά και μόνο για να βρει το ρυθμό του. Να τον συγκρατήσει τον εαυτό του πάνω απ’ το χείλος του γκρεμού. Να σταματήσει μιαν άτσαλη και ασυνάρτητη πορεία. Και να μπει τώρα ταπεινά και διακριτικά στο κορμί του» (σελ. 143).
Το μέρος αυτό ξεκινάει ως εξής: «Εκείνη τη νύχτα υπέφερε. Έπρεπε να λάβει τέλος αυτή η ιστορία. Στριφογύριζαν οι εικόνες στο μυαλό του… Όφειλε να βάλει μια τάξη. Να διευθετηθούν τα πράγματα. Όλα έβαιναν, βέβαια, φυσιολογικά. Με λογικό ειρμό και συνέπεια. Κατά το «εικός και το αναγκαίον». Όλα δικαιολογούνταν μέσα στην ιστορία.
Κι ενώ ετοιμαζόταν να γυρίσει στην άλλη πλευρά του και να αποκοιμηθεί, ο συγγραφέας, μια ελάχιστη στιγμή πριν βυθιστεί, απόλυτη διαύγεια τον εξαΰλωσε. Πήρε φως κι έλαμψε ολόκληρος. Λίγο πριν σβήσει εντελώς εκείνη η λάμψη και πέσει στο σκοτάδι, σκέφτηκε πως ήταν κι αυτός στην ίδια ηλικία. Όσο και ο Μπρούνο Γκούσταφσον» (σελ. 141).
Ο Ανδρέας Μήτσου μπορεί μεν να είναι δοκιμιακός αλλά ταυτόχρονα είναι και πολύ πρωτότυπος στη σύνθεση των ιστοριών του, πράγματα που σπάνια πάνε μαζί. Δεν είναι τυχαίο που «Τα ανίσχυρα ψεύδη του Ορέστη Χαλκιόπουλου» έγιναν σήριαλ και «Ο κος Επισκοπάκης» διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο. Τολμούμε να πούμε ότι το παρόν μυθιστόρημα, στα χέρια ενός καλού σκηνοθέτη θα μπορούσε να γίνει μια καταπληκτική ταινία.

Μπάμπης Δερμιτζάκης
Post a Comment