Book review, movie criticism

Saturday, April 3, 2010

Καντέρ Αμπντολάχ, Το σπίτι του τεμένους

Καντέρ Αμπντολάχ, Το σπίτι του τεμένους, μετ. Γιάννης Ιωαννίδης, Καστανιώτης 2009, σελ. 425

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας ο συγγραφέας μας παρουσιάζει την πρόσφατη ιστορία του Ιράν.

Ας ξεκινήσουμε με τον συγγραφέα, που είναι άγνωστος στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Γεννήθηκε το 1954 στο Ιράν. Το 1988 ζήτησε πολιτικό άσυλο στην Ολλανδία. Το 1993 άρχισε να γράφει στα Ολλανδικά. Το «Σπίτι του τεμένους» κέρδισε τη δεύτερη θέση σε διαγωνισμό που έγινε το 2008 για το καλύτερο ολλανδικό βιβλίο του 20ου αιώνα. Το πραγματικό του όνομα είναι Χοσεΐν Σαντγιαντί Γκεμαγκαμί. Το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί απαρτίζεται από τα ονόματα δύο εκτελεσμένων φίλων του. Στη Βικιπέντια που ψάξαμε για να επαληθεύσουμε ότι το «Χοσεΐον» που γράφεται στο αυτί του βιβλίου είναι τυπογραφικό λάθος, είδαμε με έκπληξη ότι είναι πολυγραφότατος, με 13 βιβλία στο ενεργητικό του, όλα στα ολλανδικά. Το τελευταίο αποτελείται από μια βιογραφία του προφήτη Μωάμεθ και το Κοράνι σε μετάφραση δική του στα Ολλανδικά. Διαβάζουμε επίσης ότι η αγγλική μετάφραση του τεμένους κυκλοφόρησε το 2010. Εμείς είχαμε την πρωτιά, αφού το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2009.
Το έργο είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Μάλιστα, διαβάζοντάς το, θυμήθηκα τον «ήρωα που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» στα ιστορικά μυθιστορήματα του Ουόλτερ Σκοτ, για τον οποίο μιλάει ο Γκέοργκ Λούκατς στο έργο του «Ιστορικό μυθιστόρημα» (το μετέφρασα από τα αγγλικά για κάποιον τυπογράφο που φιλοδοξούσε να γίνει εκδότης, και λυπήθηκα που τελικά δεν το εξέδωσε. Ο όρος στα αγγλικά είναι in the middle of the road hero).
Ο «ήρωας που βρίσκεται στη μέση του δρόμου» στο έργο αυτό του Καντέρ Αμπντολάχ, η υπόθεση του οποίου διαδραματίζεται πριν και μετά την πτώση του Σάχη και την άνοδο του Αγιατολάχ Χομεϊνί στην εξουσία, είναι ο Αγά Τζαν, στον οποίο μάλιστα αφιερώνεται και το βιβλίο, πράγμα που βλέπω τυχαία ξεφυλλίζοντάς το για να γράψω αυτή τη βιβλιοπαρουσίαση: «Στον αγά Τζαν, για να τον αφήσω να φύγει». Στην τελευταία παράγραφο του μονοσέλιδου «απολογισμού» με τον οποίο κλείνει το βιβλίο ο συγγραφέας, διαβάζουμε: «Παρότι οι διηγήσεις του Σπιτιού του τεμένους βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα, όλα τα ονόματα και τα περιστατικά που παραπέμπουν στην πραγματικότητα πρέπει να διαβαστούν με τους κανόνες της λογοτεχνίας». Τι μπορεί να σημαίνει η φράση «τα ονόματα και τα περιστατικά που παραπέμπουν στην πραγματικότητα πρέπει να διαβαστούν με τους κανόνες της λογοτεχνίας;», όταν, αντίθετα, πολλοί συγγραφείς συνήθως γράφουν, «τα πρόσωπα και τα περιστατικά είναι φανταστικά»; Η αφιέρωση δείχνει ότι το πρόσωπο του Αγά Τζαν είναι πραγματικό, πράγμα που μας κάνει να υποθέσουμε ότι και άλλα πρόσωπα (πόσα; ποια;) είναι πραγματικά (με τα πραγματικά τους ονόματα ή όχι δεν έχει και τόση σημασία).
Συνήθως σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα ενώ τα ιστορικά γεγονότα είναι πραγματικά, τα κύρια πρόσωπα είναι φανταστικά και εμπλέκονται επίσης σε επινοημένα επεισόδια. Στον «Πόλεμο και Ειρήνη» για παράδειγμα η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Ρωσία είναι πραγματική, και ο Ναπολέων και ο Κουτούζοφ που εμφανίζονται σε κάποια επεισόδια είναι πραγματικά πρόσωπα (τον πρώτο τον ξέρουν όλοι, ο δεύτερος είναι ο ρώσος αρχιστράτηγος που νίκησε τον Ναπολέοντα), όχι όμως και ο Πιέρ, ο Αντρέι Μπαλκόνσκι και η Νατάσα. Νόμιζα ότι, με ανάλογο τρόπο, μόνο ο Χομεϊνί που πρωταγωνιστεί στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου είναι πραγματικό πρόσωπο ενώ ο Αγάς Τζαν και τα πρόσωπα γύρω από αυτόν είναι φανταστικά. Τελικά η αφιέρωση μας κάνει να υποθέσουμε ότι και πολλά άλλα πρόσωπα στο έργο, μη πρωταγωνιστικά στα ιστορικά γεγονότα, είναι πραγματικά. Και βέβαια το πρόβλημα, για κάτι περίεργους σαν και μένα, παραμένει άλυτο: ποια πρόσωπα και ποια επεισόδια είναι πραγματικά και ποια επινοημένα; Ο συγγραφέας, για να σε βγάλει από το αδιέξοδο, σου υποδεικνύει: «Πρέπει να διαβαστούν με τους κανόνες της λογοτεχνίας». Λίγο ασαφές, αλλά νομίζω ότι σημαίνει «όπως διαβάζεται και κάθε μυθιστόρημα με επινοημένα πρόσωπα και επινοημένη πλοκή». Έτσι βέβαια μας κάνει να συμπεράνουμε ότι πάρα πολλά πρόσωπα και επεισόδια είναι πραγματικά.
Ο Αγά Τζαν είναι ένας παραδοσιακός μουσουλμάνος, ευσεβής αλλά όχι φανατικός, που βρίσκεται μέσα στη δίνη της σύγκρουσης του σάχη και των ισλαμιστών, για να πέσει θύμα και των δύο. Μέσα από την ιστορία της οικογένειας του αγά Τζαν, στην οποία ανήκει το τέμενος, παρακολουθούμε την ιστορία σχεδόν δύο δεκαετιών της πρόσφατης ιστορίας του Ιράν. Ο Καντέρ Αμπντολάχ σηματοδοτεί την έναρξή της με την προσσελήνωση των αμερικανών, το 1969, και την ολοκληρώνει περίπου με τη φυγή του από το Ιράν.
Αυτό που παρατηρούμε στον μουσουλμανικό κόσμο είναι ότι οι μουσουλμάνοι γίνονται σιγά σιγά ισλαμιστές. Στο Ιράν μάλιστα κατέλαβαν την εξουσία, το ίδιο και στο Αφγανιστάν, αν και οι Ταλιμπάν αργότερα εκδιώχθηκαν από τους αμερικάνους. Από την εξουσία, όχι από τη χώρα, την οποία φιλοδοξούν να ανακαταλάβουν. Διαβάζουμε:
«Τώρα το Ισλάμ επέφερε μια σοβαρή διάσπαση στην οικογένεια του Αγά Τζαν. Τους τελευταίους οχτώ μήνες το σπίτι, ενωμένο, είχε πολεμήσει τους εχθρούς του Ισλάμ από τον άμβωνα του τεμένους. Αλλά για πρώτη φορά το ίδιο το Ισλάμ στεκόταν σαν εχθρός απέναντι στην οικογένεια» (σελ. 320-321). Η ιστορία της οικογένειας είναι μια ιστορία διώξεων από το καθεστώς του σάχη και στη συνέχεια του Χομεϊνί. Η οικογένεια χωρίστηκε στα δυο, ανάμεσα στους φονταμενταλιστές και στους μετριοπαθείς μουσουλμάνους. Υπήρξε και ένας κομμουνιστής. Ένας γαμπρός του σπιτιού του τεμένους έγινε αρχιδικαστής-εκτελεστής του Χομεϊνί. Στο τέλος βρίσκεται στο Αφγανιστάν, με ψεύτικη ταυτότητα. Το καθεστώς δεν τον χρειάζεται πλέον, αλλά πρέπει να τον προστατεύσει. Οι μοτζαχεντίν όμως θα τον ανακαλύψουν. Ο Σαχμπάλ, ανιψιός του Αγά Τζαν, θα πάει στο Αφγανιστάν, θα τον βρει και θα τον εκτελέσει. Η σκηνή της εκτέλεσης είναι θαυμάσια. Τέτοια υπέροχη σκηνή εκτέλεσης συνάντησα μόνο στη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ.
Ο Σαχμπάλ γράφει ένα γράμμα, που καταλαμβάνει την προτελευταία σελίδα του βιβλίου. Η νοσταλγία του εμιγκρέ εκφράζεται πολύ συγκινητικά: «…νοσταλγώ τη μέρα που θα μπορέσω ν’ ανοίξω για ακόμα μια φορά την εξώπορτα του σπιτιού μας και να μπω μέσα… η μέρα αυτή θα έρθει! Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, εσείς μου είπατε ότι πρέπει πάντα να ονειρεύομαι και ότι πρέπει να εκπληρώνω τα όνειρά μου…».
Και συνεχίζει πιο κάτω: «Αγαπημένε μου θείε, εξακολουθώ πάντα να γράφω. Τα τελευταία χρόνια δεν έκανα τίποτε άλλο από το να δίνω μορφή στις ιστορίες μου. Το έκανα για σας και για τη χώρα μας. Έχω αλλάξει γλώσσα γραφής, αλλά προσπάθησα πάντα να δώσω στα διηγήματά μου μια θέση στο ποιητικό πνεύμα της όμορφης παλιάς γλώσσας μας». Και τελειώνει: «Δεν θα πεθάνετε. Θα μείνετε μέχρι να φύγουν όλοι και μέχρι να έρθουν όλοι».
Εδώ το πρόβλημα της διάκρισης του πραγματικού από το επινοημένο είναι εντελώς δραματικό, δεν είναι ζήτημα μιας απλής περιέργειας. Είναι ο Σαμπάχ η περσόνα του συγγραφέα; Αυτός ήταν τελικά ο εκτελεστής που κατέφυγε στη συνέχεια στην Ολλανδία ως πολιτικός πρόσφυγας; Οι στενοί του φίλοι μπορεί να ξέρουν. Εμείς μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Το Ισλάμ είναι ανεξάντλητο, ξέρω αρκετά πράγματα γι αυτό αλλά συνεχώς μαθαίνω περισσότερα. Διαβάζω: «Έβγαλε το Κοράνι του κι έψαξε για τη σούρα Ενκάλτο, μια σούρα που διαβάζεις όταν θέλεις να κοιμηθείς με μια γυναίκα που δεν είναι η νόμιμη γυναίκα σου. Όταν εκείνος θα διάβαζε τη σούρα κι η Ζινάτ θα έλεγε τη λέξη γκαλπέλτο (συμφωνώ), εκείνος θα μπορούσε σύμφωνα με τη διδαχή του βιβλίου να τη γδύσει αμέσως» (σελ. 156) και πιο κάτω σε σημείωση: «Σύμφωνα με την παλιά σαρία του Ισλάμ, ένας άντρας μπορεί εκτός από τη νόμιμη γυναίκα του να έχει και μερικές ακόμα. Οι τελευταίες, προσωρινές γυναίκες δεν κληρονομούν τίποτα και δεν εγγράφονται στα μητρώα του δήμου ή του τεμένους» (σελ. 191). Αυτά, ασχολίαστα.
Το παρακάτω όμως θα το σχολιάσω: «…ο σάχης πριν λίγο καιρό είχε επισκεφθεί τον τάφο του Κύρου (600 ή 576-530), του πρώτου βασιλιά της Περσικής Αυτοκρατορίας» (σελ. 251). Στους «Έρωτες τοπίων», ένα ταξιδιωτικό βιβλίο του Γιώργου Βέη, διαβάσαμε ότι ο συγγραφέας επισκέφτηκε τον τάφο του Κομφούκιου (551-479). Έζησαν την ίδια περίπου εποχή, πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Και αναρωτιέμαι: Εμάς εδώ, ο τάφος του Περικλή τι έγινε; Καλά, ο Αισχύλος θάφτηκε στη Γέλα, αλλά του Σοφοκλή και του Ευριπίδη; Του Πλάτωνα έστω; Πάλι καλά που έχουμε τον Παρθενώνα, ας είναι και χωρίς τις μετώπες.
Η λιτή, απέριττη αφήγηση, τα επεισόδια που βγαίνουν σαν παραφυάδες από τον κορμό της ιστορίας του Ιράν (για παράδειγμα η αγωνιώδης αναζήτηση τάφου από τον Αγά Τζαν για τον εκτελεσμένο γιο του), κάνουν το βιβλίο ιδιαίτερα συναρπαστικό. Τα περίεργα πρόσωπα (η «σαύρα», το ραχιτικό παιδί που πηγαίνει με τα τέσσερα και δεν μιλάει, οι «γιαγιάδες», περίεργες φιγούρες που επιλέγουν να πεθάνουν σε μια σπηλιά στη Μέκκα για να πάνε κατ’ ευθείαν στον παράδεισο, η τρελή που λέει όλα τα νέα αλλά αφού προηγηθεί ένα συγκεκριμένο τελετουργικό ερωτήσεων, ο τυφλός που έχει ένα εσωτερικό ρολόι και λέει την ώρα με ακρίβεια λεπτού, και ένα σωρό άλλοι παράξενοι τύποι δίνουν μια περίεργη γεύση μαγικού ρεαλισμού, ή καλύτερα μια μαγική γεύση μαγικού ρεαλισμού. Πρόκειται για ένα πραγματικά εξαιρετικό βιβλίο.
Post a Comment