Book review, movie criticism

Friday, April 16, 2010

Ουμπέρτο Έκο, Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσης

Ουμπέρτο Έκο, Πώς να διαψεύσετε μια διάψευση και άλλες οδηγίες χρήσης, (μετ. Έφη Καλλιφατίδη), Γνώση χχ

Τον Ουμπέρτο Έκο ο περισσότερος κόσμος τον γνώρισε από το «Όνομα του ρόδου». Εγώ τον γνώρισα από την «Σημειωτική». Στη «Σημειωτική» μιλάει ο επιστήμονας. Στο «Όνομα του ρόδου» ο λογοτέχνης. Η «Σημειωτική» είναι ένα υπέροχο βιβλίο, και, αν θυμάμαι καλά, το διάβασα δυο φορές. Το «Όνομα του Ρόδου» δεν το διάβασα. Την ταινία βέβαια την είδα. Είχα τη φαεινή ιδέα να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Διάβασα καμιά εβδομηνταριά σελίδες. Πιο πριν βέβαια είχα αγοράσει και την ελληνική μετάφραση. Από ένα πείσμα είπα ότι κάποτε θα το διαβάσω ολόκληρο στα ιταλικά. Τα οποία εκείνη την εποχή τα κουτσομιλούσα. Έκανα εξάσκηση με τον συγχωρεμένο τον Μαριάνο. Ο Μαριάνο ήταν ο άνδρας της Λορέτας. Και η Λορέτα ήταν κόρη του Αντόνιο και της Καλλιόπης. Η Καλλιόπη, μια όμορφη κοπέλα, αρρώστησε με φυματίωση την κατοχή. Ο Αντόνιο, ο ιταλός γιατρός, την γιάτρεψε και την ερωτεύτηκε. Μια ιστορία αγάπης για την οποία δεν έχει γραφτεί μυθιστόρημα, ενώ έχει γραφτεί για άλλες παρόμοιες. Σε μια μάλιστα ήμουν από τους παρουσιαστές στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, πριν κάμποσα χρόνια.
Αλλά ας κλείσουμε την παρέκβαση. Πεθαίνει ο Μαριάνο και δεν έχω με ποιον να κάνω practice. Όταν το 1993 ξεκίνησα να κάνω ιδιαίτερα στα ισπανικά, που τα είχα κουτσομάθει μόνος μου, σε επίπεδο όμως που να διαβάσω στο πρωτότυπο το Cien años de soledad, όλο τα μπέρδευα με τα ιταλικά. Η Σόνια η δασκάλα μου μού είπε ότι οι χειρότεροι μαθητές των ισπανικών είναι οι ιταλοί. Έτσι συνειδητοποίησα ότι θα έπρεπε, αν ήθελα να μην μπερδεύω τα ισπανικά με τα ιταλικά, να περιοριστώ μόνο στην αναγνωστική μου ικανότητα στα ιταλικά. Την ίδια απόφαση πήρα και για τα πορτογαλικά. Σ’ αυτές τις δυο γλώσσες έχω ένα αρκετά καλό αναγνωστικό επίπεδο, αλλά για να μιλήσω, αδύνατον. Εκ των υστέρων, για λόγους πολύ προσωπικούς, αποδείχτηκε ότι η επιλογή των ισπανικών ήταν πολύ καλή. Πάντως δεν αποκλείεται να διαβάσω μελλοντικά (αν βρω που είναι καταχωνιασμένα) το «Όνομα του Ρόδου», είτε στα ιταλικά είτε στα ελληνικά. (Στο μεταξύ διάβασα σε ιταλική μετάφραση ένα απολαυστικό μυθιστόρημα μιας ιρλανδής, που έχω ξεχάσει τον τίτλο. Θέμα είχε το άγχος των γυναικών να κάνουν παιδί).
Τελικά δεν την κλείσαμε την παρέκβαση, αλλά διάβολε, δεν γράφουμε για κανένα έντυπο, για το blog μας γράφουμε, δηλαδή για την απόλαυση του κειμένου (όχι αυτού που διαβάζουμε, που έλεγε ο Μπαρτ, αλλά αυτού που γράφουμε εμείς οι ίδιοι). Τώρα αν βρεθεί και κανείς και το διαβάσει (μάλλον απίθανο, ή γιατί κάνω μια ανάρτηση την ημέρα ή γιατί, από τις πρώτες γραμμές που θα διαβάσει δεν θα το βρει του γούστου του) τόσο το καλύτερο.
Το βιβλίο το πήρα σε προσφορά στην Πρωτοπορία, τρία μόνο ευρώ. Τα περισσότερα βιβλία έτσι τα παίρνω, στη φτήνια, επειδή με ενδιαφέρουν κάπως αλλά όχι τόσο ώστε να πληρώσω την αρχική τους τιμή. Και κάποτε τα διαβάζω. Όπως αυτό εδώ. Που το πήρα στο πλοίο στην επιστροφή μου στην Αθήνα γιατί ο Φουέντες μπορεί να μην μου έφτανε, όπως και «Ο αγαπημένος των μελισσών», το τελευταίο μυθιστόρημα του Ανδρέα Μήτσου, που το διάβασα πηγαίνοντας στην Κρήτη και μου περίσσεψαν δυο ώρες που δεν είχα τι να κάνω από το να κρυφακούω, θέλοντας και μη, τι έλεγαν άλλοι επιβάτες δίπλα, πίσω και μπροστά μου.
Νόμιζα ότι ήταν θεωρητικό βιβλίο. Με έκπληξη βρήκα μπροστά μου έναν Έκο χρονογράφο, αλλά διαφορετικό από τον Έκο της «Σημειολογίας της καθημερινής ζωής», όπου καταπιάνεται με καυτά θέματα της σύγχρονης πραγματικότητας, βιβλίο που συνιστώ πάντα στους μαθητές μου σαν βοήθημα για τις εκθέσεις τους, μαζί με τα «8 θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού» του Κόνραντ Λόρεντς. Έναν χρονογράφο με ένα ξέφρενο χιούμορ. Καλύτερο βιβλίο για το πλοίο δεν θα μπορούσα να βρω. Απολαυστικότατος ο Έκο. Καταπληκτικός. Υπέροχος. Αν ήξερα τι πράγμα ήταν αυτό το βιβλίο, θα το είχα διαβάσει αμέσως μόλις το αγόρασα. Εξίσου καταπληκτικό ήταν και το «Ερμηνεία και υπερερμηνεία» που διάβασα πέρυσι, χρόνια αφού το αγόρασα, και που παρουσίασα στο blog μου.
Το χιούμορ του Έκο είναι άλλοτε κουλτουριάρικο, δηλαδή απαιτεί μια κάποια επάρκεια από τον αναγνώστη για να το απολαύσει πλήρως – το «Πώς να παρουσιάσετε έναν κατάλογο τέχνης», το πρώτο κείμενο, είναι το πιο αντιπροσωπευτικό – άλλοτε μακάβριο, άλλοτε σατιρικό, άλλοτε…
Αλλά ας μην καθίσω τώρα να κατηγοριοποιήσω το χιούμορ του. Νομίζω ότι είναι πολύ καλύτερο να αντιγράψω τα πιο σπαρταριστά, κατά τη γνώμη μου, αποσπάσματα.
Στο «Πώς να οργανώσετε μια δημόσια βιβλιοθήκη» βγάζει προφανώς ένα προσωπικό άχτι. Θα πρέπει να τον ταλαιπώρησαν αρκετά οι δημόσιες βιβλιοθήκες. Από τις 18 οδηγίες, διαβάζουμε την 13η: «Τα ωράρια θα πρέπει να συμπίπτουν απόλυτα με τα ωράρια εργασίας... Ο μεγαλύτερος εχθρός μιας βιβλιοθήκης είναι ο εργαζόμενος σπουδαστής. Ο καλύτερος φίλος της είναι ο Ντον Φεράντε, κάποιος που έχει δική του βιβλιοθήκη και επομένως δεν έχει κανένα λόγο να έλθει στη δική σας και όταν πεθάνει, σας την αφήνει ως κληροδότημα.
Και την 17η: «Ει δυνατόν, να μην υπάρχουν τουαλέτες». Οδηγίες δηλαδή που θα αποθαρρύνουν κάθε φιλαναγνώστη και ερευνητή να επισκεφθεί τη βιβλιοθήκη, διαταράζοντας έτσι το χουζούρι των βιβλιοθηκάριων.
Στο «Πώς να αποφεύγετε τις μεταδοτικές ασθένειες» διαβάζουμε: «Επί πλέον, υψηλό ποσοστό κινδύνου διατρέχουν οι ετοιμοθάνατοι που φιλούν το σταυρό. Οι καταδικασμένοι σε θάνατο (διότι η λάμα της γκιλοτίνας δεν έχει αποστειρωθεί πριν από τη χρήση). Τα παιδιά των ορφανοτροφείων και των βρεφοκομείων που η κακιά καλόγρια τα υποχρεώνει να γλείψουν το πάτωμα, αφού πρώτα τους έχει δέσει το ένα πόδι στην κούνια» (σελ. 34).
Στο «Πώς να αγοράζετε gadgets», γράφει για το biobet. «Μπαίνει στο κολάρο του σκύλου σας και εκπέμπει υπερήχους που σκοτώνουν τους ψύλλους. Κοστίζει μόνο 25 δολάρια. Δεν ξέρω αν μπορείτε να το βάλετε στο δικό σας λαιμό, για να απαλλαγείτε από τις μουνόψειρες, αλλά ως συνήθως φοβάμαι τις παρενέργειες. Οι μπαταρίες λιθίου Duracell δεν περιλαμβάνονται στη συσκευασία. Ο σκύλος πρέπει να πάει να τις αγοράσει μόνος του» (σελ. 44).
Και για το Pulse trainer:
«Ως γνωστόν, οι αμερικανοί, για να μειώσουν τη χοληστερόλη, κάνουν τζόγκινγκ, δηλαδή τρέχουν για ώρες, ώσπου να πέσουν ξεροί από έμφραγμα» (σελ. 44). Σήμερα έκανα εξετάσεις αίματος, χοληστερόλη 238 (τι άλλο, μετά τις πασχαλινές διακοπές). Όμως δεν σκοπεύω να κάνω τζόγκινγ. Και το περπάτημα καλό είναι, και το κολύμπι ακόμη καλύτερο. Το becel και το πράσινο τσάι έχω ακούσει ότι βοηθάνε.
Στο «Πώς να γράψετε μια εισαγωγή:
«Τα παιδιά μου υπήρξαν μεγάλη παρηγοριά για μένα και μου πρόσφεραν τη στοργή, τη δύναμη και την πίστη να φέρω σε πέρας τα καθήκοντα που είχα αναλάβει. Χάρη στην απόλυτη και ολύμπια αδιαφορία τους για τη δουλειά μου, βρήκα τη δύναμη που μου επέτρεψε να τελειώσω αυτό το κείμενο μέσα σε μια καθημερινή πάλη σώμα με σώμα με τον ίδιο τον ορισμό του ανθρώπου των γραμμάτων μέσα στη μεταμοντέρνα κοινωνία» (σελ. 62).
Στο «Πώς να χρησιμοποιείτε την καταραμένη καφετιέρα»:
«Επί πλέον υπάρχει ο καφές νερομπλούκι. Αυτός συνήθως αποτελείται από κριθάρι που έχει σαπίσει, κόκαλα νεκρού και κόκκους αληθινού καφέ που βρέθηκαν στα απορρίμματα κάποιου κελτικού πολυιατρείου. Αναγνωρίζεται από το χαρακτηριστικό άρωμα ποδαριών μουλιασμένων σ’ αποπλύματα πιάτων…» (σελ. 69).
Στο «Πώς να χρησιμοποιείτε τον ταξιτζή». Το κείμενο τελειώνει έτσι:
«Εν πάει περιπτώσει, υπάρχει ένας αλάνθαστος τρόπος για ν’ αναγνωρίσετε έναν ταξιτζή. Είναι αυτός ο άνθρωπος που δεν έχει ποτέ ρέστα» (σελ. 77).
Και, βλέποντας ότι φτάνω στο τέλος της δεύτερης σελίδας, να παραθέσω ένα ακόμη, από το «Πώς να ταξιδεύετε στα αμερικάνικα τρένα».
«…Μπορεί κανείς να ταξιδέψει αεροπορικώς με έλκος, ψώρα, γόνατο της πλύστρας, αγκώνα του τενίστα, έρπητα ζωστήρα, AIDS, καλπάζουσα φθίση και λέπρα. Μα όχι κρυολόγημα. Όποιος το έχει δοκιμάσει ξέρει ότι, όταν το αεροπλάνο κατεβαίνει ξαφνικά από τα δέκα χιλιάδες μέτρα, αρχίζει να νιώθει πόνους στ’ αυτιά, το κεφάλι του πάει να σκάσει κι αρχίζει να χτυπάει τις γροθιές του στο παράθυρο ζητώντας να βγει έξω, ακόμα και χωρίς αλεξίπτωτο» (σελ. 119).
Συνειδητοποιώ τώρα ότι γράφοντας όχι για αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας που, για κάποιο λόγο, μια φθηνή έκδοση βγήκε στις προσφορές, αλλά για βιβλία που είναι απίθανο να τα βρει κανείς σε άλλη έκδοση, η βιβλιοκριτική μου είναι άνευ νοήματος, αφού μια βιβλιοκριτική έχει νόημα να παροτρύνει τον αναγνώστη να αγοράσει ένα βιβλίο-ή να τον αποτρέψει από το να το αγοράσει. Εγώ πάντα παροτρύνω. Δεν έχει νόημα να γράψω για ένα βιβλίο που –δεν θα το πω κακό – δεν μου αρέσει. Αλήθεια, αν ψάξει κανείς για αυτό το βιβλίο του Έκο, θα μπορέσει να το βρει;
Πάντως υπάρχει λύση, αν κάποιος πείστηκε από τη βιβλιοκριτική μου αυτή ότι πρόκειται για υπέροχο βιβλίο. Να ξεκινήσει μαθήματα ιταλικών. Στην Ιταλία σίγουρα θα πουλιέται.
Post a Comment