Book review, movie criticism

Thursday, April 29, 2010

Αλέξης Πανσέληνος, Ιστορίες με σκύλους

Αλέξης Πανσέληνος, Ιστορίες με σκύλους.

Η φωνή της Πεντέλης, Ιούλ-Αύγ. 1993, τ. 112

Ο Αλέξης Πανσέληνος είναι από τους πιο αξιόλογους
πεζογράφους της μεταδικτατορικής γενιάς. Γεννημένος το
1943,εμφανίζεται στα γράμματα καθυστερημένα, μόλις το 1982. Το
πρώτο του βιβλίο είναι η συλλογή διηγημάτων "Ιστορίες με
σκύλους", τέσσερις γκροτέσκ, σουρεαλιστικές ιστορίες.
Στο πρώτο διήγημα με τίτλο "η συμφιλίωση" το σουρεαλιστικό
εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του αληθοφανούς. Σ' αυτό
περιγράφεται η παραίσθηση της 27χρονης Χλόης τη στιγμή
που κάνει έρωτα με ένα πενηντάρη συνάδελφό της, ότι τους
παρακολουθούν τρεις πρώην φίλοι της. Η πρωτοπρόσωπη
αφήγηση, και με το δεδομένο ότι το διήγημα ξεκινάει
ρεαλιστικά, παρασύρει τον αναγνώστη αρχικά στην εκδοχή της
αφηγήτριας, ότι πρόκειται για μια καλοστημένη
πλεκτάνη. Βλέποντάς την όμως να μην αντιδράει, ενώ αυτοί
σχολιάζουν, αρχίζει να υποψιάζεται ότι όλα αυτά μπορεί να
είναι γεννήματα της φαντασίας της. Όταν προστίθενται και δυο
ακόμη άτομα με τα οποία είχε περιστασιακές σχέσεις, είναι πια
σίγουρος. Ίσως ανακαλέσει στη μνήμη του και το ότι στην αρχή
παρουσιάζεται η Χλόη να μονολογεί φωναχτά, πράγμα που, ακόμη
και αν δεν του είναι γνωστό ότι πρόκειται για νευρωσικό
σύμπτωμα, ξέρει όμως ότι είναι κάτι το αφύσικο. Και για να μην
υπάρξει στο τέλος καμιά αμφιβολία ότι όλα αυτά είναι
παραίσθηση, ο συγγραφέας παρουσιάζει τον εραστή της να
μεταμορφώνεται σε ένα άσπρο γάτο, τον οποίο καβαλάει σαν
Πήγασο και ανεβαίνει στους ουρανούς, μια συμβολική έκφραση της
μεγάλης σεξουαλικής ικανοποίησης που ένιωσε.
Ο Πανσέληνος, μέσα από τις συνομιλίες των εραστών της
τις οποίες ακούει παραισθητικά η Χλόη, αναπλάσει
χαρακτηριστικούς τύπους της μεταπολεμικής - και όχι μόνο -
κοινωνίας. Ο Χρυσόστομος είναι ο αποτυχημένος αριστερός, που
παρολαυτά εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος στις
επαναστατικές εμμονές του. Ο Τάσος Αραβαντινός είναι ο φιγουρατζής,
ο επιδειξίας. Ο Μέντης Ραϊσης είναι ο γεμάτος αυταρέσκεια διανοούμενος
συγγραφέας, ο χασάπης είναι ένας καθυστερημένος επιβήτορας, και
ο Φώτης ένας νέος γεμάτος οιδιπόδεια και αναστολές.
Στο "παραμύθιασμα", ο αφηγητής, με τη βοήθεια ενός σκύλου
που μιλάει σαν άνθρωπος και ενός αρκάου με διαβολικές
ικανότητες, ξεφορτώνεται ανεπιθύμητα πρόσωπα. Τα ζώα αυτά Θα τα
χρησιμοποιήσει για να κατακτήσει μια κοπέλα, στις διακοπές. Θα
τα καταφέρει. Στην επιστροφή όμως θα κοιτάξει να την
ξεφορτωθεί. Θα ανταλλάξει στο τηλέφωνο, μπροστά της, λόγια πολύ
τρυφερά με τη φίλη του, για να την κάνει να το πάρει απόφαση.
"Ίσως, είπα, δεν της είχα δώσει τη σημασία που
άξιζε...γέλασε. - Το αν δίνεις σημασία φαίνεται...από τον
τρόπο που πιάνεις κάποιον, είπε.
Ένα κρύο χέρι έσφιξε την καρδιά μου
- Μπορώ να σε πάρω κάποια μέρα στο τηλέφωνο; είπε η Πέτρα
λίγο πριν χωρίσουμε".
Έτσι τελειώνει το διήγημα. Ο γεμάτος αυτοέπαρση και
αυτοπεποίθηση αφηγητής είχε παγιδευτεί.
Η "εξαφάνιση της Μπέτσυς", το πιο εκτενές
διήγημα, αναφέρεται στην αναζήτηση μιας κλεμμένης μηχανής από
τρεις συνεταίρους δικηγόρους. Παράλληλα εκτυλίσσεται και η
μοναδική "ιστορία με σκύλους" της συλλογής, παρά τον τίτλο
της. Τα σκυλιά εδώ, όπως και στο προηγούμενο
διήγημα, μιλάνε, μόνο που δεν διασταυρώνονται με ανθρώπους. Το
μόνο που τα ενώνει με την κύρια ιστορία είναι ότι κάποια
στιγμή βλέπουν την κλεμμένη μηχανή. Έτσι το διήγημα, αντί να
έχει τον χαρακτήρα του σουρεαλιστικού, όπως στο
"παραμύθιασμα", είναι μια ιστορία και ένα παραμύθι, συραμμένα
με ένα τρόπο λίγο πολύ αυθαίρετο, όπου τμήματα της ιστορίας με τα
σκυλιά εμβολιάζονται, σαν ιντερμέτζα, στην κύρια ιστορία.
Ενώ όμως από την άποψη του μύθου οι δυο ιστορίες είναι
άσχετες, δεν είναι καθόλου άσχετες από την άποψη του
περιεχομένου. Ο Πανσέληνος, τις τραγικές υπάρξεις των αδέσποτων
κυνηγημένων και αιώνια πεινασμένων σκυλιών τις παρουσιάζει
αντιστικτικά στην αξιολύπητη φιγούρα του Στέλιου Λαμπρινού,
του "καραγκιόζη", όπως αυτοχαρακτηρίζεται σε ένα κείμενο
εσωτερικού μονόλογου όπου συμφύρονται αναμνήσεις από τα
παιδικά τού χρόνια και σκέψεις αυτολύπησης, στο τέλος του
διηγήματος. Η αυλαία βέβαια κλείνει με τα σκυλιά. Τελειώνοντας
όμως το διήγημα ο αναγνώστης, έχει την αίσθηση ότι ο συγγραφέας
αναλώθηκε σε μια ιστορία που υποβάσταζε αδύναμα την πρόθεσή
του να εικονογραφήσει αξιοθρήνητες υπάρξεις - του Στέλιου
και των σκυλιών - πράγμα που έκανε σε πολύ λίγες σελίδες σε
σχέση με το σύνολο. Παρολαυτά η ιστορία είναι εξαίρετα
δοσμένη, η ψυχογραφία των χαρακτήρων άψογη, οι περιγραφές
διαυγέστατες. Από τις ωραιότερες σελίδες του διηγήματος είναι
οι ερωτικές σκηνές του Κούβελα με την Τζία. Και, όπως ο
μουσικός σε μια συναυλία, ο Πανσέληνος "ζεσταίνεται" με το
γράψιμο, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η ποιότητα της γραφής του
παράλληλα με την εξέλιξη της ιστορίας του.
Στον "καλοκαιρινό κινηματογράφο" ο Πανσέληνος αποφεύγει
αυτό που μοιάζει με λάθος στο προηγούμενο διήγημα. Δεν θα
εκτραπεί σε ιστορία με σασπένς, αλλά θα περιοριστεί στον
εσωτερικό μονόλογο της ηρωίδας, μιας αξιοθρήνητης ύπαρξης όπως
και ο Λαμπρινός, τον οποίο δεν προφτάσαμε να λυπηθούμε αρκετά
- ή μάλλον μας είπαν ότι πρέπει να τον λυπηθούμε μόλις στο
τέλος του διηγήματος. Γι αυτό και το διήγημα αυτό των 35
σελίδων, σε αντίθεση με τις 140 του προηγούμενου, είναι
ολότελα απέριττο. Ο εσωτερικός μονόλογος της
ηρωίδας, ταλαιπωρημένης από τους δεσμούς της και γενικά από τη
ζωή της, και ήδη αποσυρμένης στο νοσηρό κόσμο των
φαντασιώσεων, δίνεται με ένα λόγο διαυγή, όπου οι λέξεις
κρατούν ακέραια τα σημαινόμενά τους, σε αντίθεση με τον
εσωτερικό μονόλογο συγγραφέων μιας προηγούμενης γενιάς - π.χ.
του Αλέξανδρου Κοτζιά,-ο οποίος είναι θολός και οι λέξεις
του μοιάζουν σαν αγκομαχητά, και σαν τέτοια τις διαβάζουμε
περισσότερο παρά για το νόημά τους.
Ο Πανσέληνος, απ' αυτά τα διηγήματα, φαίνεται να ανήκει στην
κατηγορία εκείνων των συγγραφέων που γράφουν έργα τα οποία
χαρακτήρισα, βλέποντας μια παράσταση του "Σε φιλώ στη μούρη"
του Γιώργου Διαλεγμένου, ψυχοπονιάρικα. Ο χαρακτηρισμός είναι
υπερβολικά δηκτικός, αναγνωρίζω τώρα, όμως είναι ολότελα
αποκαλυπτικός. Οι ήρωες του Μάτεση, Ραραού, Αφροδίτη κλπ. ανήκουν
στην ίδια πινακοθήκη.
Post a Comment