Book review, movie criticism

Wednesday, April 14, 2010

Knud H. Thomsen, Η καμπάνα της Μακεδονίας

Knud H. Thomsen, Η καμπάνα της Μακεδονίας, Καλέντης 1992

Διαβάζω, τ. 324, 23-6-1993

Ο Knud H. Thomsen γεννήθηκε στη Δανία το 1921. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρασε ως βιβλιοθηκάριος Ξεκίνησε να γράφει αργά στη ζωή του. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «Η καμπάνα της Μακεδονίας», το εμπνεύστηκε μετά από μια μακρά περίοδο διακοπών στην Ελλάδα. Εκδόθηκε το 1981. Από τότε μέχρι το θάνατο του, ο Thomsen εξέδωσε άλλα εννέα μυθιστορήματα και δύο παιδικά.
Η «Καμπάνα της Μακεδονίας» είχε μεγάλη επιτυχία, πράγμα που ασφαλώς ενθάρρυνε το συγγραφέα της να συνεχίσει το γράψιμο. Μεταφράστηκε στα γερμανικά και στα ισλανδικά, ενώ οι αναγνώστες του στη Νορβηγία ίδρυσαν σύλλογο με το ίδιο όνομα, «Η καμπάνα της Μακεδονίας», και πραγματοποιούν τακτικά ταξίδια στη Μακεδονία και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο μύθος του έργου είναι μια τυπική περιπέτεια, που εκτυλίσσεται τα χρόνια της κατοχής. Μια ομάδα Μακεδόνων με έναν Πειραιώτη, τον αφηγητή, μπαίνουν στο γιουγκοσλαβικό έδαφος για να φέρουν στο χωριό τους την κλεμμένη καμπάνα της εκκλησίας. Μετά από πολλές περιπέτειες θα τα καταφέρουν.
Όμως ποια Μακεδονία είναι εκείνη που απεικονίζει ο Thomsen στο έργο του;
Η Μακεδονία αυτή στηρίζεται στο γνωστό στερεότυπο του «Ζορμπά», του ερωτιάρη και του παλικαρά, που μέσω της ταινίας του Κακογιάννη παρουσίασε την Ελλάδα στο εξωτερικό σαν τη χώρα με τους ξέγνοιαστους χωριάτες, που όλη μέρα πίνουν ούζο ή ρετσίνα, τρώνε για μεζέ φέτα, ελιές και χταποδάκι, και χορεύουν συρτάκι. Ο Ζορμπάς μάλιστα υπάρχει ατόφιος στο έργο, είναι ένας από τους τέσσερις κεντρικούς ήρωες, με το όνομα Χριστοφής. Βρίσκεται στη δύση της ζωής του, όμως είναι ακόμη αρκετά ακμαίος για ανδραγαθήματα. Απ' όποιο χωριό κι αν περάσουν στη Γιουγκοσλαβία, θυμάται περιπέτειες και φιλενάδες, με κάποιες από τις οποίες ανταμώνει μάλιστα.
Ο αφηγητής είναι επίσης ένας άλλος Καζαντζάκης, αγνός και μισοπαρθένος. Όμως αυτός δεν θα πάει μόνο με μια χήρα, αλλά με δύο, ενώ τον περιμένουν άλλες δώδεκα να τις παρηγορήσει, μετά την επιστροφή του.
Το πόσο πολύς Καζαντζάκης είναι φιλτραρισμένος στο έργο, φαίνεται και από το όνομα «Τίτυρος», ένα από τα πρόσωπα του «Καπετάν Μιχάλη», που κάνει κάπου την εμφάνιση του στο έργο, και το καζαντζακικό απόφθεγμα «να ζεις την ημέρα σου σαν να ήταν η τελευταία σου», που παραθέτει επίσης ο συγγραφέας (σελ. 253), ενώ ο μεταφραστής του έργου Γιώργος Παπαδογιάννης, δέκτης κι ο ίδιος αυτής της επίδρασης, χρησιμοποιεί δυο τρεις φορές τη λέξη «μαθές», η οποία αφθονεί στον Καζαντζάκη.
Εκτός από το στερεότυπο του Ζορμπά, υπάρχει και το στερεότυπο της αρχαιότητας, ιστορικής και μυθολογικής, στην οποία ο συγγραφέας κάνει ακατάπαυστες αναφορές μέσω μεταφορών, παρομοιώσεων κ.λπ. Οι τέσσερις ήρωες εξάλλου είναι ανδρείοι σαν τον Αχιλλέα - μήπως η καμπάνα δεν θυμίζει άλλωστε την ωραία Ελένη, που για να την φέρουν πίσω υποβάλλονται σε τόσες περιπέτειες και ταλαιπωρίες όπως οι ήρωες της τρωικής εκστρατείας; - και πολυμήχανοι σαν τον Οδυσσέα.
Οι ομοιότητες με το έργο του Καζαντζάκη όμως δεν ξεπερνάνε αυτές που αναφέραμε παραπάνω. Από το έργο λείπει σχεδόν ολοκληρωτικά ο φιλοσοφικός στοχασμός, που στον «Ζορμπά» υπάρχει σε αρκετά εκτενή αποσπάσματα, ενώ καθετί που έχει τη χροιά φιλοσοφικής σκέψης μοιάζει περισσότερο με λαϊκό απόφθεγμα. Εξάλλου στο έργο ο συγγραφέας απεικονίζει με νατουραλιστικό τρόπο το ύφος της καθημερινής ομιλίας, με τους διάλογους να γίνονται στο επίπεδο της στιχομυθίας. Διάλογοι με τη μορφή εκτενών διαδοχικών μονόλογων, συνηθισμένοι σε αρκετά μυθιστορήματα, ελλείπουν εντελώς.
Τέλος, οι φυσικές περιγραφές περιορίζονται στο ελάχιστο, αφού ο συγγραφέας μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη ζωντανή παρά για τη νεκρή φύση.
Η κύρια αρετή του έργου, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι οι γραφικές φυσιογνωμίες του Χριστοφή και του παπα-Κοκλή, ούτε το σασπένς από μια περιπετειώδη μυθοπλασία: είναι το χιούμορ του. Στο πρώτο τρίτο του έργου, σχεδόν εντελώς ανύπαρκτο, ξεχύνεται στη συνέχεια ορμητικό σε ένα δυνατό κρεσέντο στο τέλος. Ένα χιούμορ διακριτικό και αβίαστο, καθόλου εξεζητημένο, θυμίζει αρκετά το χιούμορ του αξέχαστου Γκοσινύ στο Αστερίξ. Θα παραθέσω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα, παρόλο που χάνουν έξω από το συγκείμενο τους.
«Ο Χριστοφής βρήκε μια δερμάτινη θήκη. Αντί για χάρτες όμως, είχε, δυστυχώς, συλλογή από γυμνές σε διάφορες στάσεις. Φάγαμε κάμποση ώρα ώσπου να τις μελετήσουμε. Ύστερα τις βάλαμε στη σειρά, πάνω σ' ένα βράχο, και τις παρατήσαμε εκεί» (σελ. 213).
«Σκοινί και μαχαίρι είναι επίσης αποτελεσματικά όπλα, δήλωσε ο αντιπρόσωπος του θεού» (σελ. 206).
«Η Υψηλή Μητέρα (ηγουμένη) δεν μας άφησε στιγμή από τα μάτια της. Το αντίκρισμα τεσσάρων αντρών μονομιάς ήτανε περισσότερο απ' όσο μπορούσε ν' αντέξει. Θα της σφράγιζε την υπόλοιπη αγνή ζωή της» (σελ. 188).
«Λίγο μετά το απόγευμα οι Γερμανοί βρισκόντουσαν σε συναγερμό. Η χολέρα ήταν ο χειρότερος εχθρός τους, ο μόνος εχθρός που δεν μπορούσανε να εκτελέσουνε» (σελ. 298).
Το έργο αυτό, γραμμένο μάλιστα από ένα ξένο, αποτελεί ένα ύμνο για την ελληνική Μακεδονία και τους Μακεδόνες. Το παρακάτω απόσπασμα θα μπορούσε να ηχήσει σαν προειδοποίηση στους εθνικιστές σκοπιανούς γείτονες, που αγνοώντας την πληθυσμιακή σύνθεση κυκλοφορούν χάρτες τους κράτους τους που το δείχνουν να φτάνει μέχρι τη Λάρισσα.
«Πολύ αμφιβάλλω αν οι Μακεδόνες αγωνιούν όπως οι συνηθισμένοι άνθρωποι. Μπορεί να υποφέρουνε κάτω από μια κατάσταση, μπορεί να τους πιάσει ανησυχία, αλλά αγωνία - φόβος θανάτου θέλω να πω - είναι άγνωστα αισθήματα γι' αυτούς. Οι σύντροφοι μου δεν έμοιαζαν με απελπισμένους. Ούτε έτρεμαν, ούτε ένιωθαν λιγούρα κι ούτε αποχαιρετούσανε τη ζωή. Κι όμως, κανένας δικός τους δεν θα τους θεωρούσε ήρωες. Ήρωας γινότανε κανείς αν έφτυνε τους εχθρούς του την ώρα που τον γδέρνανε». (σελ. 219).
Από τη στήλη αυτή προτείνω η ελληνική πρεσβεία μας στη Δανία να στείλει, χωρίς αφιέρωση, ένα αντίτυπο από το βιβλίο αυτό στον συμπατριώτη του συγγραφέα, τον Δανό τέως υπουργό εξωτερικών και προεδρεύοντα στο συμβούλιο της ΕΟΚ, για τις ανθελληνικές δηλώσεις του τον περασμένο Γενάρη. Ακόμη, η υποστήριξη της μετάφρασής του από το υπουργείο Πολιτισμού στις άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες θα ενίσχυε αρκετά, στο επίπεδο της κοινής γνώμης, την υπόθεση μας.
Post a Comment